Παρασκευή 22 Μαΐου 2015

"Η αγωνία της προφορικότητας", από το Γιάννη Λεοντάρη για τον Λευτέρη Βογιατζή

........................................................

Η αγωνία της προφορικότητας



Για τα δύο χρόνια από την απώλεια, λίγες σκέψεις για την σκηνική προφορικότητα όπως τη διερευνούσε ο Λευτέρης Βογιατζής:




Ο Βογιατζής απέφευγε τόσο τον ουδέτερο, άνευρο και μηχανιστικό χειρισμό της λέξης, όσο και το αντίθετό του, τη θεατρική καλλιέπεια. Αυτό που αναζήτησε είναι ο εσωτερικός μηχανισμός που καθιστά τη λέξη ένα εύθραυστο εργαλείο της προφορικότητας. Διερεύνησε τρόπους και τις τεχνικές ώστε να αναπαραχθεί στην πρόβα η αβεβαιότητα και η ρωγμή του προφορικού λόγου ενώ παράλληλα απαιτούσε από τον ηθοποιό κάτι εξαιρετικά παράδοξο: να έχει απόλυτο έλεγχο ή τουλάχιστον συνείδηση αυτής της αβεβαιότητας. Η λέξη για τον Βογιατζή δεν είναι ψηφίδα ενός προαποφασισμένου συνόλου και τακτοποιημένου συνόλου. Το κείμενο στο μυαλό του ηθοποιού δεν πρέπει να είναι ποτέ οριστικό. Η αγωνία της προφορικότητας, όταν δεν γνωρίζουμε ποια ακριβώς λέξη πρόκειται να χρησιμοποιήσουμε ή διστάζουμε στην οριστικοποίηση των σημείων στίξης, πρέπει, μέσω της τεχνικής να μεταφερθεί στην πρόβα και στην παράσταση. Το ερώτημα είναι αν αυτή η συνθήκη του ηθοποιού, αυτή η «αγωνία της λέξης» είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί.
Για όσους είχαμε την τύχη να δούμε επί σκηνής την αναπνοή αυτού του κινδύνου, το ερώτημα θα μείνει για πάντα μετέωρο. Του το οφείλουμε.

Παρασκευή 15 Μαΐου 2015

Αντόν Τσέχωφ: Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι... (tvxs.gr, 16 Μάιος. 2015)

........................................................

Αντόν Τσέχωφ: Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι...


 
                                              tvxs.gr, 16 Μάιος. 2015

"Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και γι' αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί, υποχρεωτικοί.
Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν. Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.
Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη στα μάτια του κατώτερου τους.
Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και χάδια.
Δεν λένε "εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει", ούτε "πουλήθηκα για πέντε δεκάρες", γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις. Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι. Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με εξοχότητες.
Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.
Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι' αυτό την ησυχία τους, τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.
Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν. Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους χρειάζεται "γερό μυαλό σε γερό κορμί".

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Στη μνήμη του Λευτέρη Βογιατζή (από τη «LIFO», 15/10/2009)

.......................................................

Προσθήκη λεζάντας

 Στη μνήμη του Λευτέρη Βογιατζή
 



‘’…Η υποκριτική πρέπει με κάποιο τρόπο να μεταφέρει αυτή την αγωνία του ανθρώπου που προσπαθεί να εκφραστεί χωρίς να ξέρει με ποιο τρόπο ακριβώς…
…- Τι ζητάς από τους ηθοποιούς σου;
- Εμπιστοσύνη στον εαυτό τους, όσο γίνεται, και στην κοινή προσπάθεια, όχι σιγουριά. Γιατί ακόμη κι αν υπάρχει ταλέντο, αν δεν υπάρχει δεκτικότητα, τα πράγματα γίνονται δύσκολα. Και θέλω και την «αθωότητα» του να αντιμετωπίζουν ως κάτι φυσικό το γεγονός της άγνοιάς τους – θέλω να πω, μπορεί να μην κατέχουν κάτι τη δεδομένη στιγμή, το οποίο μπορεί να κατακτήσουν σε λίγο. Αυτό τι σημαίνει; Με το να μοιράζονται αυτή την άγνοια, τη χρησιμοποιούν, την αντιμετωπίζουν δημιουργικά.
-         Πόσο χρειάζεται το μυαλό, πόσο σημαντική είναι η ευφυΐα του ηθοποιού;
- Η κατανόηση στο θέατρο δεν έχει να κάνει με την εκλογικευμένη κατανόηση. Άλλωστε, και σ’ αυτό το είδος κατανόησης υπάρχουν συμβατικά όρια, δεν είναι ποτέ εντελής. Στο σχολείο έξυπνοι μαθητές δεν τα καταλαβαίνουν όλα, αλλά έχουν την ευχέρεια να πείθουν ότι κατάλαβαν. Υπάρχουν άνθρωποι στον χώρο μας που μιμούνται την τρέχουσα γλώσσα της κριτικής ή της διανόησης, κι ενώ έχουν επιφανειακές γνώσεις περνιούνται για ευφυείς και καλλιεργημένοι…

                                                                Λευτέρης Βογιατζής
                                                    (από τη «LIFO», 15/10/2009)

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Marlon Brando in - "The Missouri Breaks" - (1976)

..........................................................

Marlon Brando in - "The Missouri Breaks" - (1976)*





*: "Οι Φυγάδες του Μιζούρι" ταινία του Άρθουρ Πεν, όπου ο Μάρλον Μπράντο διέπρεπε μαζί με τον Τζακ Νίκολσον

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Φοίβος Δεληβοριάς - Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης. "Ένας ίσον Κανένας" (youube, 18/11/2013)

........................................................

Φοίβος Δεληβοριάς - Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης. "Ένας ίσον Κανένας"




 



Δημοσιεύτηκε στις 18 Νοε 2013
Τζέλα, Λέλα, Κόρνας μένουνε στην οδό Σκουπιδοπόλεως.
Στη γειτονιά δεν υπάρχει μια παιδική χαρά,
ούτε ένα πάρκο πουθενά,
στην πλατεία την έχουνε αράξει οι φραπέδες,
και δεν υπάρχει ούτε μπασκέτα για καμιά μπαλιά!

ΤΖΕΛΑ, ΛΕΛΑ, ΚΟΡΝΑΣ και ο ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ, του Volker Ludwig

4 φιλαράκια μεταμορφώνουν το αφιλόξενο αστικό τοπίο σε έναν απέραντο φανταστικό παιχνιδότοπο. Ταξιδεύουν ανάμεσα σε κάδους, αυτοκίνητα, κολώνες, πολυκατοικίες και φωνές γειτόνων με οδηγό και καύσιμο την φαντασία και την φιλία τους.

Η παιδική σκηνή του θεάτρου Πορεία έχοντας την εμπειρία της παράστασης «Μια Γιορτή στου Νουριάν» και βλέποντας την αποδοχή και τον ενθουσιασμό του κοινού κάθε ηλικίας, διατηρεί την πίστη της σε αυτό το χειραφετημένο είδος παιδικού και νεανικού θεάτρου κοινωνικού προβληματισμού.
Μετά τη συζήτηση που ανοίξαμε σε σχέση με την πολιτισμική συμφιλίωση, τις προκαταλήψεις και την παιδεία, έρχεται να προστεθεί μέσω της κωμωδίας «Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης» του Volker Ludwig, το θέμα της αλληλοϋποστήριξης μεταξύ των παιδιών, της απελευθέρωσης της φαντασίας, του δικαιώματος στο παιχνίδι και της παρότρυνσης στη συνδημιουργία.
Την παράσταση σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ και ο Βασίλης Κουκαλάνι, ο οποίος έχει επίσης μεταφράσει και διασκευάσει το έργο από τα γερμανικά και καταπιάνεται για δεύτερη φορά - μετά το «Μια Γιορτή στου Νουριάν» - με έργο του Volker Ludwig, με τον οποίο τον συνδέει και στενή φιλία. Την πρωτότυπη μουσική υπογράφει ο συνθέτης και τραγουδιστής Φοίβος Δεληβοριάς. Τα σκηνικά και τα κουστούμια είναι των Αλεξάνδρας Σιάφκου και Αριστοτέλη Καρανάνου, οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα και η επιμέλεια της κίνησης της Σεσίλ Μικρούτσικου.

Κάμερα/ Μοντάζ: Μαρίζα Παπαδημητρίου | Azymmetry Pictures, http://azymmetry.wix.com/azymmetry
http://facebook.com/AzymmetryPictures

Παίζουν: Πολυξένη Ακλίδη, Γιώργος Δάμπασης, Βασίλης Κουκαλάνι, Ηρώ Μπέζου, Πέτρος Σπυρόπουλος, Μιχάλης Τιτόπουλος.

Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69 - Πλατεία Βικτωρίας

Τηλ. 210.8210991 & 210.8210082, www.poreiatheatre.com





Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

"Ο μύλος" παραμύθι από τα "Ελληνικά Παραμύθια" εκλογή του Γ.Α. Μέγα, τομ.Α', (εκδ. "Εστία" Ι.Δ.Κολλάρου)

...........................................................


                                  Ο μύλος*



Μια φορά ήταν δυό αδέρφια, ο ένας άρχοντας κι ο άλλος φτωχός. Ο άρχοντας είχε το φτωχό τσοπάνη. Σαν ήρθε το Μεγάλο Σάββατο, έπιασαν ο άρχοντας, ξεχωρίζει τα αρνιά, που θα σφάξουν τη Λαμπρή. Σαν κοντεύανε να τα πουλήσουν, γύρεψε κι ο αδερφός του ένα αρνάκι να το σφάξει να το φάει με τα παιδιά του και με η γυναίκα του το Πάσχα, σαν που ήταν η μέρα.
Ο αδερφός του, φιλάργυρος βλέπεις, αρχινά μια φιλονικία μαζί του…
-Βρε αχάριστε, δεν ευχαριστίεσαι που σε έχω και σε ταΐζω, ένα κομμάτι ψωμί, μον’ θέλεις και αρνί;
Ο φτωχός δεν ξαναμίλησε, μόνο σαν τα πούλησαν πλιά τα αρνιά κι απόμεινεν ένα αρνάκι μοναχά και δεν πουλιόταν, λέει του αδερφού του:
-Να πάρω τούτο δα το αρνάκι;
-Πάρ’ το, λέει, και πήγαινε στου δαίμονα τη μάννα!
Τόσο του κακοφάνηκε του φτωχού αυτός ο λόγος, ώστε αποφάσισε μήτε στο σπίτι του να πάει μήτε πουθενά, μόνο να πάρει τα βουνά και τα κλαδιά, να πά να βρει ‘του δαίμονα τη μάννα’.
Τρέχει σαν τρελλός. Πηγαίνει, πηγαίνει, νυχτώθηκε. Έκατσε να ξεκουραστεί ο άνθρωπος. Εκεί που διαλογιζότανε, είδε μια φωτιά. Σηκώνεται πάλι, πηγαίνει κατά τη φωτιά, να δούμε τι είναι. Πήγε κοντά στη φωτιά, τι να δει! Ένα τραπέζι μεγάλο κι αράδα αράδα καθότανε οι πειρασμοί, οι δαιμόνοι όλοι μαζωμένοι, και τρώγανε και πίνανε. ʼμα τον είδαν, ό ένας:
-Καλώς τον μπάρμπα!...
Ο άλλος:
-Καλώς τον μπάρμπα! Πώς ήταν και μας έλαχες; Μείς καθόμαστε τόσα χρόνια εδώ και κανείς δεν ήρθε να μας δει, συ πώς το ‘παθες και ήρθες;
Τον ρωτούσαν πια όλα τα δαιμόνια. Ο άνθρωπος είπε:
-Δεν θέλω τίποτα, μονάχα ο αδερφός μου μού δωκε τούτο δα το αρνί και μου είπε  να πηγαίνω στου δαίμονα τη μάννα, και πήρα το αρνί και ήρθα και σαν ηύρα.
Του είπαν να φάει, δεν θέλησε. Τον ρωτήσανε:
-Τι θέλεις να σου χαρίσωμε για το δώρο που μας έφερες;
-Ό,τι βαστά η καρδιά σας, λέει, δώστε μου.
Του έδωκαν ένα μύλο, που αλέθουν τον καφέ, και του είπαν ότι ο μύλος, άμα τον γυρίζεις, ό, τι θέλει βγάζει, γρόσια, φλουριά, φαγιά, κάθε λογής πράματα και τον καθοδήγησαν να μην τον δώσει σε κανέναν, ό, τι κι αν του δώσουν.
Τον πήρε ο άνθρωπος, ήρθε στο σπίτι του τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Ξημέρωνε Πάσχα. Τα παιδιά του κλαίγανε, δεν είχαν ψωμί να φάνε, ρούχα δεν είχαν, κλαίγανε τη μοίρα τους. ʼμα ήρθε ο πατέρας τους, βγάζει το μύλο, γυρίζει λιγάκι, έβγαλε ψωμιά, φαγιά, φλουριά, ρούχα, τι θέλεις καρδιά μου! Σηκώνονται το πρωί, αλλάζουν, πάνε στην Εκκλησιά, έρχονται όλο χάρες και πασκαλιές.
Τώρα ο αδερφός του είδε τα παιδιά, τη γυναίκα του αδερφού του αλλαγμένα, καθώς που πρέπει.
-Εδώ, λέει, θα τρέχει τίποτα.
Από τη μια είχε, από την άλλη είχε, ρωτά ξαναρωτά τα παιδιά, έμαθε πως είχε ο αδερφός του ένα μύλο και τα βγάζει. Πάει στον ίδιο, τον ρωτά, έπιασε κείνος να τ’ αρνηθεί.
-Έλα λέγε, λέει, και μένα μου το είπαν τα παιδιά σου. Ο άνθρωπος ήθελε δεν ήθελε το μαρτύρησε. Τώρα ο αδερφός του πέφτει στα παρακάλια, σώνει και καλά να του χαρίσει το μύλο και κείνος να του δώσει γρόσια πολλά και να του γράψει απάνω του όλο του το βιό του. Ο άνθρωπος το δέχτηκε, μα πήγε πρώτα από το σπίτι, γυρίζει το μύλο και γεμίζει ένα σεντούκι φλουριά, ύστερα πηγαίνει και τον δίνει του αδερφού του.
Ο αδερφός του πάλι δεν ευχαριστιόταν να έχει το μύλο και να κάθεται στο χωριό, μα τον πήρε να πάει στην Πόλη για να τον δείχνει σε όλον τον κόσμο. Εκεί που ταξίδευε μέσα στο καράβι γυρέψανε άλας. Πιάνει γυρίζει το μύλο να βγάλει άλας. Ο μύλος δεν παράταγε, γύριζε μοναχός, έβγαζε, έβγαζε άλας, γέμισε το καράβι, βούλιαξε, πνιγήκανε όλοι!
Το μύλο τον πήραν πάλι οι οξαποδώ, μα ο  φτωχός είχε πολλά φλουριά και ζούσε χρυσόν καιρό. 


 Από την συλλογή ''Ελληνικά παραμύθια'' (εκλογή: Γ.Α.Μέγας, εικονές:Φώτης Κόντογλου, Ράλλη Κοψίδη), στην κατηγορία παραμύθια. Το ίδιο κέιμενο υπάρχει σε αρκετές παραλλαγές και ντόπιους θρύλους της Αρκαδίας, του Πηλίου, της Λέσβου, της Κρήτης και της τότε Αιτωλίας.

 


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2015

A Sunday in Eindhoven ~ Vincent van Gogh 1881

..........................................................

 
                   A Sunday in Eindhoven ~ 

                   
                ~    Vincent van Gogh 1881
 


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

"ο γέρος ξυλοκόπος και το λιοντάρι" ενα παραμύθι από τη συλλογή του Γ.Α. Μέγα "Ελληνικά Παραμύθια" (εκδ.Ι.Δ.Κολλάρος, τομ. β', ιβ' έκδοση, 2003)

...................................................
 






ο γέρος ξυλοκόπος και το λιοντάρι





·   

   ΜΙΑ ΦΟΡΑ ήταν ένας γέρος πολύ φτωχός κ’ είχε κάμποσα παιδιά. Κάθε μέρα έπαιρνε το γαϊδούρι του κ’ επήγαινε στο δάσος κ’ έκοβε με το πελέκι του ξύλα· χτυπούσε από δω, χτυπούσε αποκεί, όσο μπορούσε.
   Μια μέρα έρχεται μπροστά του ένα λιοντάρι και του λέει:
-         Κάτσε γέρο να ξεκουραστείς κ’ εγώ να σού κόψω τα ξύλα να φορτώσεις το ζώο σου και να πας να τα πουλήσεις και να πάρεις τίποτε των παιδιών σου για να φάνε.
   Έτσι και έγινε. Έκατσεν ο γέρος να ξεκουραστεί, του έκοψε το λιοντάρι τα ξύλα, εφόρτωσε το γαϊδούρι του κ’ έφυγεν ο γέρος…
   Ύστερα από μερικές μέρες ξαναπήγεν ο γέρος στο δάσος και το λιοντάρι τού είπε:
-         Φέρνε, γέρο, το ζώο σου κάθε μέρα να σού το φορτώνω ξύλα.
   Από τις πολλές φορές μια μέρα έκαμνε ζέστη φοβερή. Κουράστηκε το λιοντάρι κόβοντας τα ξύλα και είπε:
-         Κάτσε, γέρο, αποκάτω απ’ την ελιά που έχει δροσιά, ναρθώ κι εγώ να βάλω το κεφάλι μου στα γόνατά σου, να ξεκουραστώ.
   Ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατα του γέρου και τον ερώτησε:
-         Είμαι όμορφος, μπάρμπα;
-         Είσαι όμορφος, γιε μου.
-         Είμαι αντρειωμένος;
-         Είσαι λιοντάρι μου, είσαι!
-         Είσαι.
-         Είδες τι παλληκάρι είμαι εγώ; Έχω όλα τα χαρίσματα!
-         Τα έχεις όλα τα καλά, μα έχεις κ’ ένα μεγάλο κακό… Βρωμάει πολύ το στόμα σου!
   Το λιοντάρι αμέσως σηκώθηκε, φόρτωσε τα ξύλα στο γάιδαρο και είπε στο γέρο:
-         Έλα τώρα, πάρε το πελέκι σου και δώσ’ μου μια μέσα στο σβέρκο.
-         Ποτέ δεν θα το κάνω αυτό, γιε μου, να χτυπήσω μεσ’ στο σβέρκο με το πελέκι ένα πλάσμα που μού έκαμε τόσο καλό!
-         Μα εγώ το θέλω, είπε το λιοντάρι κι ο γέρος τού έδωσε
   μια με το πελέκι του και του άνοιξε μια πληγή δυο δάχτυλα βαθειά…
   Επήγαινε πάλι κάθε μέρα ο γέρος στο δάσος και το λιοντάρι, έτσι πληγωμένο που ήταν, έκοβε ξύλα κι ο γέρος τα φόρτωνε στο ζώο του.
   Άμα πέρασε αρκετός καιρός, τού λέει το λιοντάρι.
-         Κοίτα, γέρο, πώς σου φαίνεται ο σβέρκος μου;
-         Έγιανε, τέλεια, καλέ γυιέ μου! του λέει ο γέρος.
-         Κοτζιά μου πληγή έγιανε, του απαντά, μα ο λόγος που μού είπες, πως βρωμάει το στόμα μου, έμεινε μέσα στην καρδιά μου, και άιντε φύγε και να μη ξανάρθεις πια, γιατί θα σε φάω.
Γι’ αυτό λένε:       η μαχαιριά γιανίσκει,
                           Μα ο κακός λόγος μεινίσκει.