Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το άλλο μου μισό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Το άλλο μου μισό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Αυγούστου 2013

"Μοναχικές Γυναίκες" / ένα τραγούδι των Αλιβιζάτου-Βαρδή, αφιερωμένο στα κορίτσια του Ναυπλίου

......................................................




Μοναχικές Γυναίκες 

Στίχοι: Σαράντης Αλιβιζάτος 
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
 Πρώτη εκτέλεση: Γλυκερία - Ελένη Δήμου - Τάνια Τσανακλίδου 

Είναι βραδιές που θέλω κάπου να μιλήσω, 
από ένα χέρι να πιαστώ, 
να βγω έξω να ζήσω, για ένα τσιγάρο, ένα ποτό, 
να πιάσω κάποιον να του πω: "δώσ' μου το χρόνο σου... 
κι εγώ θα γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου." 

Μα η τρομαγμένη μου καρδιά μου λέει: "δε γίνεται".
 Στου πρώτου άγνωστου το πρώτο "γεια" δεν παραδίνεται. 

Εγώ δεν ξέρω αν έχω στάλα λογική. 
Φτάνω στο σπίτι, λέω "μπαίνω φυλακή". 
Εκείνος έρχεται κοντά μου, μ' αγκαλιάζει 
κι ύστερα μόνος στα προβλήματα βουλιάζει. 
Παραπονιέται, βλαστημάει τον εαυτό του, 
και λίγο πριν το τελευταίο χασμουρητό του 
με πιάνει κρίση, σέρνεται απάνω μου τον έρωτα να ζήσει. 

Κι εγώ είμαι μόνη, για χρόνια έχτιζα έναν τοίχο. 
Ύστερα τρόμαξα και θέλησα να φύγω.
 Άρχισα τότε με αγωνία να γκρεμίζω, 
να λέω "βοήθα με, Χριστέ" και να δακρύζω. 
Πήρα τους δρόμους και διέξοδο ζητούσα, 
χαμένα όνειρα και χρόνια κυνηγούσα. 
Καπνός και σκόνη, και όλα γύρω μου φωνάζουν "είμαι μόνη". 

Οι πιο μεγάλες νύχτες είναι αυτές που κλαις και δε σ' ακούν. 
Θυμίζουνε γυναίκες, μοναχικές γυναίκες που πονούν.

Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

"Με γεια τα παντελόνια" της Βένας Γεωργακοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 29/7/2013)

................................................................


29/07/13 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Με γεια τα παντελόνια

     



Να έχεις αποφασίσει να μην ξανασχολιάσεις τον Σωτήρη Χατζάκη, αλλά να περιμένεις να δεις το νέο Εθνικό Θέατρο στην πράξη, τον χειμώνα, παράσταση την παράσταση, και να ’ρχεται με νέες δηλώσεις του να σε βάζει σε πειρασμό. Να σε αναγκάζει να υπερασπίζεσαι, όχι τίποτα το καλλιτεχνικό, αλλά την ίδια την εποχή σου. Το ίδιο σου το φύλο.

Μπορεί να φταίω κι εγώ, που έπεσα από τα σύννεφα, διαβάζοντας το Σάββατο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» τη συνέντευξή του στην Εφη Μαρίνου. Μπορεί και να τα ’χει ξαναπεί αυτά τα ίδια πράγματα. Αλλά, διευθυντής Εθνικού Θεάτρου που «θέλει να τιμά τα παντελόνια που φορά», είναι σίγουρα πανευρωπαϊκή αποκλειστικότητα (εξαιρώ τη Ρωσία του Πούτιν).

Παντελόνια φοράω κι εγώ, αλλά καμιά όρεξη δεν έχω να τα βάλω σε εικόνισμα. Αρα ο κ. Χατζάκης δεν αναφέρεται στο ένδυμα, αλλά στο περιέχομενό του. Το έχει φαίνεται περί πολλού, αφού το χρησιμοποιεί ως επιχείρημα άλλες δυο φορές.

• Τη μία, όταν λέει ότι «ο διευθυντής του Εθνικού δεν θα γίνει καστράτος».

• Την άλλη όταν εξηγεί γιατί διεκδίκησε με τόσο πείσμα αυτήν τη θέση. «Ενας άντρας επιβεβαιώνεται από τις πράξεις του. Η σχέση του με τη ζωή είναι εμπράγματος -αλλιώς από τη γυναίκα, που με τη μήτρα γνωρίζει, φέρει τα μεγάλα μυστικά».

Μας έχουν ξαναπεί και άλλοι τις ίδιες ματσό ανοησίες. Δεν πάει καιρός που ο πρόεδρος της Βουλής επικαλέστηκε κι αυτός τα παντελόνια του. Να βγαίνει τώρα και ο Σωτήρης Χατζάκης και να μας διαβεβαιώνει ότι ανέλαβε το Εθνικό, επειδή είναι άντρας και ότι επιπλέον θα το διευθύνει και ως άντρας, χάρη… σ’ αυτά που δεν πρόκειται να κόψει, πάει πολύ.

Αν ζούσε στην Αγλλία ή στη Γαλλία, εκεί που η Ορελί Φιλιπετί αγωνίζεται να διοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες σε δημόσιους καλλιτεχνικούς φορείς, θα είχε ξεσηκωθεί ο γυναικείος θεατρικός πληθυσμός. Μαζί και όσοι από τους θεατές δεν έχουν εμπράγματη σχέση με τη ζωή, γιατί τους εμποδίζει η μήτρα τους. Ευτυχώς που, ως καλές μάγισσες και νεραϊδοπαρμένες, εμείς οι γυναίκες γνωρίζουμε όχι μόνο τα μεγάλα μυστικά του Σύμπαντος, αλλά και τα μικρά. Της γειτονιάς μας. Ας πούμε ότι μια φορά λαϊκιστής, πάντα και παντού λαϊκιστής.

Βένα Γεωργακοπούλου

Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Ερώτημα κρίσιμο: Τέχνη ή Μητρότητα; με αφορμή το εξαιρετικό κείμενο "To μωρό της Ίριδας" της Άννας Δαμιανίδη ("Ημερολόγιο Οδοστρώματος", 28/8/2012)

.............................................................

To μωρό της Ίριδας

της Άννας Δαμιανίδη 

Το δικό μου μωρό σε ίδια ηλικία

Παίρνω αγκαλιά με τη δέουσα τρεμούλα το μωρό της Ίριδας που ξεκινάει να κλαίει. Το βάρος του μικρού σώματος, το απαλό δέρμα, τα μέλη που δεν στέκονται ακόμα μόνα τους, με ξαφνιάζουν. Πόσα χρόνια πάνε που έχω να σηκώσω μωρό στην αγκαλιά; Δεν είναι καθόλου απλό να υπάρχουν στο περιβάλλον σου γονείς με μωρά που σε αφήνουν να τα πιάσεις.
Θέτω μόνη μου ένα δύσκολο στοίχημα, θα καταφέρω να το ηρεμήσω; Το πιο χρησιμοποιημένο από τα νανουρίσματα έρχεται μόνο του στα χείλη μου, λες και περίμενε πίσω από την κουίντα του μυαλού δεκαπέντε χρόνια, τουλάχιστον, να το καλέσουν. Το μωρό δεν με ξέρει, δέρμα, ώμο, μυρωδιά, αναταράζεται, αλλά το τραγούδι μόνο του, το πανάρχαιο κατευναστικό μήνυμα, κάτι μπορεί να κάνει.
Η μαμά του είναι χορεύτρια. Έμεινε βέβαια ήδη ένα χρόνο έξω από την αγορά εργασίας, πώς αλλιώς θα γινόταν; Τώρα θηλάζει, το σώμα θα αργήσει να επανέλθει σε κατάσταση ανταγωνισμού για ένα σκληρό επάγγελμα. Θα περάσει τις δύσκολες, τις καθημερινές μικρές επιλογές, τα χιλιάδες μικρά διλήμματα που εντάσσονται στο μεγάλο, παιδί ή δουλειά, θα τα ζήσει μεγεθυμένα, λόγω της φύσης της δουλειάς της. Αυτό τον αγώνα που οι γυναίκες ξέρουμε καλά, αλλά ακόμα δεν έχουμε βρει τις λέξεις να τον αποτυπώσουμε πειστικά, να τον βγάλουμε από τις αγιογραφίες με τα βυζαντινά καλύμματα, τις γλυκοφιλούσες, τις μακρινές μητέρες, να τον αναδείξουμε στις πικροφιλούσες, στις αμήχανες, τις ακάλυπτες σημερινές, τις κοντινές μητέρες, θα τον ζήσει η Ίριδα μέρα με τη μέρα από δω κι εμπρός.
Το μωρό σταμάτησε να κλαίει, αλλά δεν ηρέμησε εντελώς. Το κρατώ ακόμα και το παρακαλώ στ’ αυτί να με βγάλει ασπροπρόσωπη στη μαμά του. Να μπορέσω κάποια στιγμή να το πάρω βόλτα στο πάρκο. Έχω ένα σωρό ταλέντα που μένουν άχρηστα, νταντάς, παραμυθούς, ταΐστρας και τα τοιαύτα. Δεν έχουμε οργανώσει καλά τη συμμετοχή στο μεγάλωμα των παιδιών. Κάθε μωρό θέλει ένα χωριό να μεγαλώσει, αλλά το χωριό δεν βλέπει τα μωρά μπροστά στα μάτια του.
Την ξέρω από μικρή την Ίριδα. Παρακολούθησα τη μάχη που έδωσε στην εφηβεία της, να πείσει την οικογένεια για την επαγγελματική επιλογή της. Χορεύτρια, μια τόσο εξαιρετική μαθήτρια; Θα άφηνε τη σιγουριά για τόσο αμφίβολη καριέρα; Προχώρησε με επιμονή, καλλιέργησε την τέχνη της ακούραστα, έφτασε σε σημεία υψηλά το σώμα, την τεχνική, την ευαισθησία, τη δημιουργικότητα. Και τώρα βάζει φρένο σε όλ’ αυτά, εξίσου αποφασισμένη όπως τότε που τα ξεκίνησε. Τώρα αρχίζει άλλη μάχη, με τον αργό και ταυτόχρονα ιλιγγιώδη ρυθμό του μωρού που μεγαλώνει από τη μια, και τον αγώνα για ένα πρόγραμμα που θα επαναφέρει το σώμα και την είσοδο στην όλο και πιο άγρια πιάτσα από την άλλη. Αυτή ήταν η μάχη του καιρού μας, μέχρι που την αφήσαμε στην άκρη και πιάσαμε τα ακατανόητα οικονομολογικά.
-Θα κάνω μαθήματα και τέτοια, λέει η Ίριδα καθώς ακόμα προσπαθώ να νανουρίσω το μωρό της, κι ο πατέρας του επεμβαίνει:
-Η Ίριδα είναι χορεύτρια, και δεν την πήραν τα χρόνια. Θα ξαναχορέψει μόλις ξαναβρεί το σώμα της.
Νομίζω αυτή η απλή φράση ήταν που ηρέμησε το μωρό στην αγκαλιά μου κι αποκοιμήθηκε επιτέλους ήσυχο.

Πέμπτη 19 Απριλίου 2012

Έρευνα σοκ: Σχεδόν 7 στις 10 γυναίκες είναι μόνες (07 Οκτ 2011 | Κρυσταλία Πατούλη tvxs.gr)

............................................................

Έρευνα σοκ: Σχεδόν 7 στις 10 γυναίκες είναι μόνες

tvxs.gr/node/72151
 
 
 
Όπως έδειξε έρευνα της ΕΜΑΣ (Εταιρία Μελέτης Ανθρώπινης Σεξουαλικότητας), του Ανδρολογικού Ινστιτούτου και του Ινστιτούτου Σεξουαλικής Υγείας της Γυναίκας, το 69% των Ελληνίδων φαίνεται να είναι χωρίς σύντροφο. Παράλληλα, με τη μελέτη της συγκεκριμένης έρευνας οι ειδικοί καταλήγουν ότι το ίδιο ισχύει και σε μεγάλο ή και ανάλογο ποσοστό ανδρών. Ο Κωνσταντίνος Κωσταντινίδης, Χειρουργός Ουρολόγος – Ανδρολόγος και Πρόεδρος της ΕΜΑΣ και η  Ελεάνα Ελευθερίου, ψυχοθεραπεύτρια και κλινική θεραπεύτρια ψυχοσεξουαλικών διαταραχών, υπεύθυνη του ψυχολογικού τμήματος του Ανδρολογικού Ινστιτούτου όπως και του Ινστιτούτου Γυναικείας Σεξουαλικής Υγείας, μιλούν στο tvxs με την Κρυσταλία Πατούλη για ένα κοινωνικό πρόβλημα που η βάση του μοιάζει να είναι κυρίως η αδυναμία ή και ανωριμότητα των δύο φύλων να επικοινωνήσουν και να σχετιστούν.
Σύμφωνα με την συγκεκριμένη έρευνα σχεδόν 7 στις 10 ελληνίδες, έχουν περιστασιακή σεξουαλική ζωή, και μάλιστα το 75% είναι σε ηλικία 25-34 χρόνων. Επίσης, το 60% του δείγματος δήλωσε ότι καταφεύγει στην αυτοϊκανοποίηση, ενώ το 22,4% έχει να κάνει σεξ από έξι μήνες έως και ένα χρόνο. Το 17,4%, δε, απέχει από την ερωτική συνεύρεση από ένα έως δύο χρόνια. Συγχρόνως, μία στις τρεις γυναίκες (30%) παραδέχεται ότι δεν είναι μονογαμική.

Κωνσταντίνος Κωσταντινίδης:
Τι έχετε να σχολιάσετε ειδικά για το μεγάλο ποσοστό των ελληνίδων που είναι μόνες αλλά και το γεγονός ότι πολύ νέες ηλικιακά γυναίκες έχουν κατά ένα μεγάλο ποσοστό εντελώς περιστασιακή σεξουαλική ζωή;
Η έρευνα αυτή είχε στόχο να δούμε πόσες γυναίκες σήμερα αντιλαμβάνονται τα θέματα της σεξουαλικότητας αλλά και πόσο τα συζητάνε. Διότι οι άντρες εδώ και είκοσι χρόνια το αντιλήφθηκαν και το εκφράζουν. Η γυναίκα, ακόμη, φαίνεται να έχει μεγαλύτερο ταμπού να συζητήσει το πρόβλημά της πάνω σε θέματα σεξουαλικότητας. Υπάρχει πάντα ένας σκόπελος, ένα εμπόδιο σε ανάλογες έρευνες, και όχι μόνο εδώ σε εμάς αλλά και παγκόσμια στο να απαντούν οι γυναίκες ειλικρινά για τα θέματα της σεξουαλικότητάς τους.
Φαίνεται να υπάρχει ένα αρχαϊκό συναίσθημα ότι η γυναίκα πρέπει να είναι σεξουαλική, πρέπει να είναι επιθυμητή, οπότε εάν δηλώσει πρόβλημα σημαίνει ότι απορρίπτει την εικόνα της, άρα το αποφεύγει και δεν απαντά. Ήταν να δούμε την πιθανότατα εξομοίωσης στην έρευνα της ΕΜΑΣ, το πόσο οι γυναίκες έχουν αλλάξει σε σχέση με όλα αυτά και οι αλλαγές φάνηκαν όχι μόνο σε αυτή την πίτα της αποχής αλλά και στις προηγούμενες, ότι κυνηγάνε τους άντρες, είναι πιο επιθετικές, διεκδικούν την ηδονή, ζητούν ακόμη και το σεξ χωρίς σχέση κλπ. Παραταύτα όμως, φαίνεται όμως στο δείγμα, σε ένα μεγάλο ποσοστό γυναικών που έπρεπε να έχουν πολύ πιο συχνά σεξουαλική ζωή, είχαν αποχή από δύο έως πέντε μήνες, μέχρι και ένα χρόνο κλπ. Και η σημαντικότερη αιτία της αποχής ήταν ότι δεν έβρισκαν ερωτικό σύντροφο.
Επίσης, μοιάζει οι γυναίκες να ζητάνε κωδικοποιημένα: έναν άντρα εραστή – σύντροφο - πατέρα και ο άντρας μοιάζει σήμερα να μην μπορεί να το προσφέρει ή μοιάζει να μην είναι ρεαλιστικό, γιατί σε παλιότερες εποχές ένας άντρας πατέρας-προστάτης και σεξ να μην έκανε ήταν τα εν οίκο μη εν δήμο. Σήμερα που υπάρχει μία ισοτιμία και μία κοινωνική απελευθέρωση με ή χωρίς εισαγωγικά, φαίνεται ότι οι γυναίκες έχουν λογικές απαιτήσεις τις οποίες οι άντρες δεν μπορούν να εκπληρώσουν. Σα να τρομάζουν και σα να φεύγουν. Υπάρχει ένα είδος απόρριψης. Δηλαδή η γυναίκα λέει: παρά να είμαι με αυτόν, καλύτερα να είμαι μόνη μου. Άρα υπάρχει θα έλεγα, ένα είδος απραξίας, μείωσης της συχνότητας, της δυνατότητας επικοινωνίας, της δυνατότητας επαφών, κλπ. Ο άντρας δεν μπορεί να υποστηρίξει τον ρόλο που του ζητάει η γυναίκα, δηλαδή, μοιάζει να είναι πολύ πιο ανώριμος. Δεν πιστεύω ότι ευθύνονται οι γυναίκες. Γιατί καμία γυναίκα δεν ζητάει και τα τρία (πατέρα, εραστή, σύντροφο) σε ένα. Μπορεί να συμβιβαστεί και με τα δύο ή μόνο με το ένα. Αλλά ούτε σε αυτό δεν φαίνεται να μπορεί να ανταποκριθεί σήμερα ο άντρας. Και φεύγει από την όποια σχέση.
Είναι σαν αυτό που ακούγεται σε πάρα πολλές γυναικείες παρέες: "μα χάθηκαν οι άντρες;". Δηλαδή, εννοούν, ότι χάθηκε αυτό το αρχετυπικό αρσενικό που μπορεί να πάρει ρίσκο, μπορεί να πει τα πράγματα με το όνομά τους, μπορεί να φάει τη χυλόπιτα χωρίς να εκτεθεί και να απορριφθεί χωρίς να καταποντιστεί. Μοιάζει δηλαδή ο άντρας να μην θέλει να υποδυθεί έναν ρόλο που του έχει δώσει η βιολογία και η κοινωνία. Ενώ βιολογικά είναι πολύ πιο κυνηγός, που θέλει το σεξ για το σεξ απλά και μόνο στην αρχή, ένας άντρας προστάτης ή ένας άντρας σύντροφος που να το διεκδικήσει.
Δεν υπάρχουν πλέον... μονοπώλεια στους ρόλους ανάμεσα στα δύο φύλα. Χρειάζεται να υπάρξει πλέον μία πιο άμεση επικοινωνία για να σχετιστούν, και όχι όπως παλιά μία επικοινωνία μέσω του αρσενικού ή του θηλυκού ρόλου τους. Φαίνεται, δηλαδή, να μη μπορούν να επικοινωνήσουν αποτελεσματικά τα δύο φύλα σε αυτές τις νέες συνθήκες;
Τα πρότυπα που έχουν αλλάξει, μοιάζει από την άλλη να μην έχουν αντικατασταθεί. Είναι μια μεταβατική περίοδος για όλα αυτά τα μηνύματα που η βιολογία έδινε μέχρι τώρα, δηλαδή άρρεν και θήλυ. Ο πολιτισμός και η κοινωνία επεμβαίνει και δημιουργεί νέα πρότυπα.
Σήμερα με την έκθεση των σωμάτων καθημερινά στα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχει καθιερωθεί ένα πρότυπο γυναίκας που προβάλουν οι διαφημιστές, που όμως δεν είναι αυτό που είναι και το πιο ποθητό. Οι άντρες, μάλιστα, σε όλες τις έρευνες, φαίνεται ότι προτιμούν γυναίκες πιο ώριμες, από τις μικρότερες που δείχνουν οι στατιστικές ότι τελικά επιλέγουν. Δηλαδή υπάρχει μία αντίφαση σε αυτό που κοινωνικά τους δίνεται να προτιμούν και επιλέγουν, από αυτό που πραγματικά προτιμούν.

Το πρότυπο το οποίο πλασάρεται για την γυναίκα, φαίνεται να το επιλέγουν όχι μόνο οι άντρες αλλά και οι γυναίκες, οι οποίες εάν δεν του μοιάζουν έχουν μάλλον πρόβλημα. Οπότε ένας άντρας συμβιβάζεται με τις κοινωνικές επιταγές, βρίσκει ένα ανάλογο πρότυπο γυναίκας, για να κάνει σοβαρή σχέση ή να παντρευτεί,  που όμως δεν σημαίνει ότι θα της είναι και πιστός.

Γιατί η φαντασιώσεις του είναι διαφορετικές από αυτές που έχει κατασκευάσει η κοινωνία για να παντρευτεί ή να κάνει σχέση. Δεν είναι πάντα αυτό που θέλει, αλλα αυτό που του επιβάλλει ο ρόλος, η οικογένεια, η μάνα του, κλπ. Το πρόβλημα που αναδεικνύει η έρευνα είναι πλέον κοινωνικό. Βλέπουμε ανθρώπους πλέον που δεν θέλουν να εκτεθούν. Χωρίς να δώσεις μάχη όμως δεν κερδίζεις τίποτα. Τα κάστρα της Τροίας πρέπει να πολιορκηθούν. Δεν γίνεται με virtual reality.

Είναι εντυπωσιακό, ότι ούτε οι γυναίκες ούτε οι άντρες δεν έχουν αντιδράσει σε αυτά τα κατασκευασμένα πρότυπα και ειδικά την σεξιστική επίθεση που έχει εισπράξει η γυναίκα εδώ και δεκαετίες, που ακόμη και όταν διαφημίζεται ένα π.χ. βιολογικό γιαούρτι ταυτίζεται με ένα καθαρά... βιολογικό σεξουαλικό υποννούμενο.

Το κίνημα της διαμαρτυρίας, νομίζω θα πρέπει να το ξεκινήσει η γυναίκα. Ζούμε ακόμη μία αντρική κυριαρχία και ηλίθια κυριαρχία κατά την άποψή μου, που μοιάζει να την αποδέχεται η γυναίκα που από τη φύση της κατά τα άλλα, φαίνεται να είναι και πιο ευφυής.
Είμαστε μία κοινωνία πορνό. Δηλαδή το μόνο που βλέπει κυρίως ο άλλος, είναι το τι αντίτιμο έχεις μέσα στην κοινωνία. Και κυρίως οικονομικό αντίτιμο. Το οποίο βέβαια, παραμορφώνει τις σχέσεις. Η πόρνη είναι πιο τίμια σε αυτό που κάνει. Το βλέπει σαν επάγγελμα. Δεν βλέπει την αξία της σε σχέση με το χρήμα. Απλά επιβιώνει.

Οπότε και οι σχέσεις πώς να ορθοποδήσουν; Όταν ο καθένας βλέπει τον άλλον με... αξίες κατασκευασμένες και όχι με ανθρώπινες;

Βγάζουν τις γυναίκες στο δρόμο για να πάρουν ένα νυφικό, ένα κενοτάφιο είναι αυτό το νυφικό, και πιστεύουν ότι έτσι θα εξαργυρώσουν μία ασφάλεια. Ο Στίγκλιτς ο νομπελίστας οικονομολόγος κατέλειξε ότι η οικονομία δεν είναι θέμα μαθηματικών ούτε θέμα φυσικής. Είναι θέμα ηθικής. Κι έτσι είναι. Είναι οι σχέσεις των ανθρώπων.
Χρειάζεται να ψάξουμε για τη χαμένη συνείδηση, να γνωρίσουμε ξανά τι θα πει σχετίζομαι και τι θα πει ηθική. Γιατί και το ανήθικο σήμερα ονομάζεται ηθικό. Ιδιαίτερα αν είναι «ντυμένο» με μία εξουσία, πολιτική, ιδεολογική κλπ. Το μπουρδέλο σήμερα μάλλον ονομάζεται ηθική και τάξη.
Το σεξ είναι ο καθρέφης μιας σχέσης και η κορυφαία επικοινωνία της... Η έρευνα όμως δείχνει ότι οι σημερινοί άνθρωποι μάλλον είναι στερημένοι και από αυτό, αλλά και από όσα επιπλέον θα μπορούσε να τους δώσει.
Το σεξ δεν έγινε για να κάνουμε παιδιά αλλά για να επικοινωνήσουμε. Ούτε έγινε για να έχουμε τρία δευτερόλεπτα οργασμό, αλλά για να βρεθούν οι άνθρωποι απέναντι ο ένας από τον άλλον και να συνομιλήσουν, να ανταλλάξουν ιδέες και να γίνουν πιο έξυπνοι. Χρωμοσωμικά και γεννετικά η σεξουαλική έλξη είχε αυτόν τον ρόλο. Και ντετερμινιστικά ο ρόλος του σεξ είναι η επικοινωνία. Να ξεντυθούμε τους ρόλους τους κοινωνικούς, γιατί στο κρεβάτι βγάζεις και το Αρμάνι σου, βγάζεις και το Γκούτσι σου, και γίνεσαι ένας αληθινός άνθρωπος. Γίνεσαι δηλαδή.. Θεός. Το θεϊκό χάρισμα, το φυσικό χάρισμα που έδωσε η φύση, ας το πει ο καθένας όπως θέλει. Ντυμένος μπορείς να είσαι οτιδήποτε…

Ελεάνα Ελευθερίου
:
Το φλέγον θέμα της έρευνας, είναι κυρίως το θέμα μοναξιάς και η δυσκολία στο να σχετιστούν;...
Παρατηρούμε αρχικά την ερωτική μοναξιά ως ένα σύγχρονο κοινωνικό φαινόμενο. Η σχέση άλλωστε, χρειάζεται ωριμότητα, υπευθυνότητα, δοτικότητα και μοίρασμα, συμβιβασμό και καθημερινή αμοιβαία διαπραγμάτευση όπως και ενδεχομένως υποχώρηση σε κάποια ζητήματα. Ο σύγχρονος άνθρωπος, όμως, είτε αναφερόμαστε στη γυναίκα είτε αναφερόμαστε στον άντρα, σε μεγάλο ποσοστό, πάσχει σε όλα τα παραπάνω. Διότι είναι τόσο μεγάλη η στροφή προς την εσωστρέφεια και την ατομικότητα, ως συνθήκες βέβαια και επιβίωσης, που αναγκαστικά κάνει την δυαδικότητα, τη σχέση, να μοιάζει μακρινό παρελθόν.

Όταν μία σχέση όμως προϋποθέτει δύο ανθρώπους, πώς μπορούμε να ξέρουμε αν η πιθανή ανωριμότητα είναι κυρίως κάτι που αφορά τον γυναικείο ή τον αντρικό πληθυσμό;

Είναι πρόβλημα και των γυναικών και των ανδρών, αλλά είναι πιο εμφανές στις γυναίκες κι αυτό διότι η γυναίκα κατέχει τον ρόλο της μάνας, που σημαίνει απριόρι μία θέση πλεονεκτική ως προς την ωριμότητα και την εξέλιξη, που σημαίνει πως όταν βλέπουμε ότι η γυναίκα είναι μόνη αυτό σημαίνει ότι δυσκολεύεται ακόμη περισσότερο να επιλέξει ερωτικό σύντροφο. Επίσης, γνωρίζουμε ότι η φράση «πέφτω συνεχώς στις λάθος περιπτώσεις…» δεν είναι ακριβώς όπως ακούγεται, διότι επιλέγουμε να συντονιζόμαστε ερωτικά, με άτομα συμβατά με εμάς με κάποιον τρόπο. Και συμβατά όχι μόνο με τα θετικά αλλά και με τα αρνητικά… Άρα αν μονίμως μία γυναίκα έλκει ανώριμους ανθρώπους, αυτό σημαίνει ότι εφόσον και εκείνοι έλκονται από εκείνην… έχουν κάποια ίδια χαρακτηριστικά.
Έτσι καταλήγουμε, ότι και η γυναίκα που ήταν σε θέση ισχύος ως προς την ωριμότητα, έχει πληγεί και σε αυτό τον τομέα των σχέσεων, όχι μόνο ο άντρας.

Συγχρόνως, δεν μπορεί να κάνει κάποιος και σχέσεις συμβατικές; Δηλαδή, βρίσκοντας έναν σύντροφο επειδή κυρίως έχει κάποια οικονομική άνεση, ένα σπίτι, κλπ.;

Ναι, όντως, η ασφάλεια καθηλώνει. Και όχι η ανασφάλεια, όπως ίσως νομίζει ο περισσότερος κόσμος. Επίσης, να πούμε ότι η γυναίκα σήμερα, έχει περάσει από την πολυπλοκότητα των ρόλων, έχει αρρενοποιηθεί σε πολλά ζητήματα…

Η γυναίκα δείχνει πλέον, να έχει αποδεχθεί την αρσενική της πλευρά σε μεγάλο βαθμό, ενώ ο άντρας δεν έχει αποδεχθεί σε ανάλογο βαθμό την θηλυκή του πλευρά;

Η γυναίκα δεν έχει ανάγκη τον άντρα σε πολλά ζητήματα σήμερα και προτιμά το ποσοστό των αντρών που δέχονται περισσότερο τη θηλυκή τους πλευρά, γιατί είναι και πιο κοντά στις δικές της ανάγκες. Δηλαδή, έχει φανεί και από προηγούμενες έρευνές μας, ότι η γυναίκα προτιμάει έναν άντρα ο οποίος την κατανοεί περισσότερο, γιατί ακριβώς είναι και ο ίδιος πιο κοντά στην θηλυκή του πλευρά, παρά έναν άντρα παλαιών προτύπων, των μάτσο ή ράμπο αρσενικών. Κι αυτό, διότι με αυτό το πρότυπο η γυναίκα πλέον δεν μπορεί να συντονιστεί και επίσης δεν της καλύπτει και καμία ανάγκη. Άρα η εικόνα του στιβαρού αρσενικού πέφτει σήμερα στο καλάθι.. των αχρήστων.
Μία γυναίκα μπορεί και να μην έχει και αρκετό χρόνο να ψάξει να βρει ερωτικό σύντροφο;
Δεν προλαβαίνει να επενδύσει. Μπορεί οι γυναίκες να έχουν όπως λέγεται ίσες ευκαιρίες στον επαγγελματικό χώρο, αλλά ακόμη, μία γυναίκα πρέπει να κοπιάσει πολύ παραπάνω από έναν άντρα –ακόμα και σήμερα- για να μπορέσει φτάσει σε ένα ανάλογο επίπεδο οικονομικό και κοινωνικό και επαγγελματικό κλπ. που σημαίνει ότι μειώνει ακόμη περισσότερο τον χρόνο που έχει για να επενδύσει αρχικά στον εαυτό της, πόσο μάλλον σε έναν άλλον άνθρωπο!
Τώρα, γιατί αυτό αποτελεί πιθανά πρόβλημα; Σύμφωνα με τις ψυχαναλυτικές θεωρίες, γνωρίζουμε ότι αν δεν καταφέρουμε να επενδύσουμε σε σχέσεις, δηλαδή να αγαπήσουμε έναν άλλον άνθρωπο και να συνδεθούμε μαζί του, αυξάνονται οι πιθανότητες για ψυχολογικές δυσλειτουργίες.
Οπότε καλά όλα αυτά που λέμε για την ανεξαρτησία και την αυτονομία αλλά η μοναξιά δεν είναι κάτι καλό ακόμη κι αν την έχει επιλέξει κάποιος.
Εν τω μεταξύ, υπάρχει πλέον και το διαδικτυακό σεξ που επιδίδονται και οι γυναίκες σχεδόν εξίσου με τους άντρες.
Η γυναίκα που είναι μόνη της, δεν στρέφεται μόνο προς τον εαυτό της αλλά και σε εναλλακτικές μεθόδους ικανοποίησης. Ξέρουμε όμως ότι το διαδικτυακό σεξ μπορεί ως ένα σημείο να βοηθά, αλλά από την άλλη δεν παύει να είναι ένα υποκατάστατο.

Ακόμη και οι γνωριμίες που μπορεί να γίνουν μέσα από τα
social media όπως είναι το facebook κατά πόσο μπορούν να βοηθήσουν στο να κάνει κάποιος μία σχέση και όχι μόνο κάποια εφήμερη επαφή; Διότι όταν δεν γνωρίζεις κάποιον με φυσιολογικό τρόπο ο συγχρωτισμός μαζί του δεν είναι καθόλου εύκολος.
Ακριβώς. Όχι μόνο δεν γνωρίζεις κάποιον με έναν φυσιολογικό τρόπο, αλλά μέσα από το διαδίκτυο υποδύεσαι και ρόλους γιατί επιδεικνύεις κατά περίπτωση ένα προφίλ το οποίο αν όχι είναι υποκριτικό δεν μπορεί ο άλλος να έχει μία ολοκληρωμένη εικόνα που κυρίως με την εξωλεκτική επικοινωνία μπορεί κάποιος να καταφέρει. Κάτι που φυσικά στο ίντερνετ δεν υπάρχει ως δυνατότητα.
Μπορεί φυσικά να γίνει κάποια επικοινωνία, αλλά όσα πλεονεκτήματα μπορεί να έχει, από την άλλη πλευρά, έχει άλλα τόσα μειονεκτήματα. Δεν ξέρεις τι μπορεί να υποδύεται ο άλλος, όπως αντίστοιχα –έστω και άθελά του- υποδύεται και εκείνος που επικοινωνεί μαζί του.
Υπάρχει μία έρευνα της ΕΜΑΣ που ρωτούσε τους συμμετέχοντες εάν έχουν συνάψει σχέση μέσω διαδικτύου. Υπήρχε ένα 43% που έλεγε ναι. Βέβαια τι είδους σχέσεις ήταν αυτές, και τι έκβαση είχαν δεν το γνωρίζουμε.

Το ότι σχεδόν το 70% των ελληνίδων φαίνεται να δυσκολεύεται να σχετιστεί (όπως αντίστοιχα και οι άντρες;) δεν αποτελεί πλέον κοινωνικό πρόβλημα;

Ναι, είναι παρόμοια τα ποσοστά και για τους άντρες και για τις γυναίκες, όπως τα μελετήσαμε κατόπιν.
Πρώτον και κύριον η ζημιά που μας κάνει η κρίση, εκτός από τα πορτοφόλια μας, έχει δημιουργήσει και ρήξη στις ανθρώπινες σχέσεις. Είτε ξεκινώντας από απλά δεδομένα: Πώς θα κοινωνικοποιηθούμε εάν δεν μπορούμε να ανταπεξέλξουμε οικονομικά, να πιούμε έναν καφέ, ένα ποτό κλπ. και δεύτερον, ποια είναι η αξία του χρήματος μέσα στις ανθρώπινες σχέσεις. Δηλαδή, δεν έχω χρήματα, άρα δεν μπορώ να συναντήσω έναν άλλον άνθρωπο. Άρα, μήπως μέσα από την οικονομική κρίση φαίνεται η συνολική ζημιά που έγινε στον δυτικό άνθρωπο και συγκεκριμένα στον έλληνα, που κατάφερε να υποκαταστήσει τα συναισθήματα με το χρήμα;

Όταν όμως κάποιος έχει χρέη, μειώνεται ο μισθός του, τον παίρνουν κάθε μέρα οι τράπεζες, που να βρει την διάθεση να... επιδοθεί σε φλερτ με σκοπό να δημιουργήσει και κάποια σχέση;

Μία οικονομική κρίση αναδύει τις προσωπικές δυσκολίες και τις φτωχές κοινωνικές δεξιότητες. Δεν μας ενώνει από μόνη της. Πρέπει να το θέλουμε και εμείς να συνδεθούμε.
Αυτό που βλέπουμε συνήθως όταν βγαίναμε έξω, ήταν ανθρώπους μόνους, γυναικοπαρέες και ανδροπαρέες που το contact δεν γίνεται ποτέ και που τελικά ο καθένας γύριζε μόνος του στο σπίτι του. Επιφανειακά δείχνει να είναι αδιαφορία, αλλά αν θέλουμε να το δούμε και από άλλη οπτική, σημαίνει ίσως ότι δεν τολμούν, απαξιούν και τελικά φοβούνται.

Έστω να μοιραστούν και να κατανοήσουν τα προβλήματά τους.

Δεν τολμούν να εκτεθούν κυρίως. Η φόβος της έκθεσης παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο. Επίσης, φοβούνται να δώσουν αλλά φοβούνται και να λάβουν επίσης.

Ο άντρας που χτες από τον ρόλο του έπαιρνε ένα μεγαλύτερο βάρος για την επιβίωση, σήμερα, με τα οικονομικά προβλήματα φαίνεται να έχει δυσκολευτεί περισσότερο και να έχει κλειστεί περισσότερο στο… καβούκι του;

Έχουν κλειστεί όντως, σε μεγάλο ποσοστό, και έχουν καταφύγει σε ένα βόλεμα, θα λέγαμε, δηλαδή αρχικά βολεύομαι μέσα από την μη έκθεση, την μη ευθύνη, και θεωρώ ότι ικανοποιούμαι με μία εκσπερμάτιση και βέβαια χάνω όλο το υπόλοιπο. Γιατί το σεξ είναι ένα ταξίδι. Και με αυτό τον τρόπο δεν υπάρχει καμία εξέλιξη. Όλα είναι στάσιμα. Και όλο και περισσότερο μεγαλώνει η εσωστρέφεια.

Μου θυμίζει αυτό που έλεγε και ο Γκάντι ότι δεν πρέπει να υπάρχει «απόλαυση χωρίς συναίσθημα».

Απόλαυση χωρίς συναίσθημα μπορεί να υπάρχει, όμως δεν μπορεί να είναι η συνθήκη. Το συναίσθημα είναι μία βασική παράμετρος της ψυχοσεξουαλικότητάς μας. Δηλαδή, απολαμβάνουμε κυρίως μέσα από αυτό που εισπράττουμε μέσα από τον σύντροφό μας. Και από αυτό που εισπράττουμε και από την δική μας συναισθηματική εγρήγορση.

Από τη στιγμή που οι άνθρωποι άρχισαν να κάνουν πραγματικότητα τις φαντασιώσεις τους, σκότωσαν τα όνειρά τους. Αλλά στα όνειρα επενδύουμε συναισθηματικά...

Δημιουργείται μία αυτοερωτική συμπεριφορά, που σε έναν βαθμό είναι καθόλα σωστή, στην υπερβολή της όμως, όταν δηλαδή, όλα τα συναισθήματα στρέφονται μόνο προς τον εαυτό μου, δημιουργώ ένα κύκλωμα με εμένα και εμένα, στο τέλος δεν χωράει και κανένας άλλος να μπει, και μου φτάνει μόνο ο εαυτός μου. κι αυτό δημιουργεί πρόβλημα.
Αν το πούμε πολύ περιφραστικά, θα λέγαμε ότι καλά κάναμε και φτάσαμε στο σημείο να μπορούμε να τα καταφέρνουμε και μόνοι μας, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να είναι και έτσι. Αν δυσκολευόμαστε να βρούμε σύντροφο καλό είναι να κοιτάξουμε αρχικά στον εαυτό μας και μετά στους άλλους. Μήπως π.χ. έχουμε ανεβάσει τόσο ψηλά τον πήχη, που μοιάζει σαν… αυτοτιμωρία; Γιατί αν τα ξεκαθαρίσουμε όλα αυτά, τα βασικά ζητάμε όλοι.
Σήμερα, μοιάζει, να φοβόμαστε να ζητήσουμε ακόμη και τα βασικά.

Η κοινωνία μέσα από τα μίντια, όπως ήδη λέχθηκε, εδώ και δεκαετίες επιτίθεται στο προφίλ της γυναίκας σεξιστικά, σαν να πρέπει -εκτός των άλλων- μία γυναίκα να είναι εμφανισιακά και καθ' όλα, έτοιμη ανά πάσα στιγμή για σεξ. Αυτό δεν είναι μία εντελώς διαστρεβλωμένη εικόνα που δημιουργεί και παράλογες απαιτήσεις από τους άντρες αλλά και παράλογες απαιτήσεις από τις γυναίκες για τον ίδιο τους τον εαυτό;

Σαφώς τα πρότυπα που προβάλλονται είναι ευνουχίστηκα για τις γυναίκες αλλά και για τους άντρες, αν μη τι άλλο. Διότι δημιουργούν παράλογες απαιτήσεις εκατέρωθεν.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι έχουμε κάθετη άνοδο στις πλαστικές εγχειρήσεις.
Ο σύγχρονος άνθρωπος λειτουργεί πλήρως ναρκισσιστικά. Δηλαδή, αντιμετωπίζει τις κοινωνικές εικόνες ως καθρέφτες του εγώ του. Θεωρεί με λίγα λόγια, ότι πρέπει να είναι όπως αυτό που συναντά ως πρότυπο στην κοινωνία, και όχι όπως εκείνος θεωρεί ότι είναι το καλύτερο. Σαφώς οι κοινωνικές συνθήκες όχι απλά δεν βοηθούν αλλά συμμαχούν και για το αντίθετο. Το θέμα είναι ο καθένας να ψάξει να βρει τι είναι εκείνο που θα τον κάνει πιο ευτυχισμένο, πιο καλά συναισθηματικά, ώστε να  συνυπάρξει με άλλους ανθρώπους.
Καταλήγουμε λοιπόν, στο ότι όντως υπάρχει ένα κοινωνικό φαινόμενο που δεν βοηθά αλλά είναι στο χέρι μας να αντιδράσουμε. Γιατί κανένας δεν φταίει. Υπάρχει μία συνθήκη. Ή θα μπούμε μέσα και θα… χαθούμε ή θα αντιδράσουμε. Η απομόνωση δεν είναι λύση. Είναι καταδίκη.

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2012

"Η Femme Fatale του φεμινισμού" από την Άννα Δαμιανίδη και το "Ημερολόγιο Οδοστρώματος ("http://pezotis.blogspot.com/2012/02/femme-fatale.html, 26/2/2012)

............................................................

Η Femme Fatale του φεμινισμού


Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αφήγηση της ζωής της Σιμόν ντε Μπωβουάρ από την Υγκέτ Μπουσαρντώ πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία στα φεμινιστικά και στα πολιτικά ζητήματα της εποχής της και στις επιλογές της. Σχεδιάζει έτσι μια πολύπλευρη πραγματική προσωπικότητα στις πραγματικές διαστάσεις της. [ΤΒJ]

Από το  Book's journal
Παρουσίαση του βιβλίου της 
Huguette Bouchardeau, Σιμόν ντε Μπωβουάρ, μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη, Κίχλη, Αθήνα 2010, 480 σελ.


Μια Κυριακή του 1921, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, δεκατεσσάρων χρονών, κόρη καλής οικογενείας, αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία με τους γονείς της. «Έχασα την πίστη», τους δήλωσε. Δεν ήταν περήφανη  για το γεγονός και δεν μίλησε με αναίδεια. Ήταν λυπημένη που είχε χάσει κάτι πολύτιμο, κάτι με το οποίο είχε μεγαλώσει. Επιπλέον ήταν αποφασισμένη να είναι ειλικρινής με τους δικούς της. Θα της ήταν εύκολο να πει ψέματα, ότι πάει στην εκκλησία, και να κάνει κοπάνα, όπως ήδη είχε κάνει μια φορά. Τότε, είχε πάει σε μια γέφυρα του Σηκουάνα, χάζεψε πολύ, στοχάστηκε πολύ και πήρε μια απόφαση που θα τηρούσε σε όλη της τη ζωή: να λέει την αλήθεια για τα πράγματα που της συνέβαιναν, να εξηγεί, να προσπαθεί να διατυπώσει τις ιδέες της, να διεκδικεί την αποδοχή της αληθινής προσωπικότητάς της.
Υπήρξε συνεπής. Όλη η ζωή της ήταν η περιπέτεια της ειλικρίνειας  απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό της, η περιπέτεια ενός ανθρώπου που αποφασίζει να ζήσει ελεύθερα, σε αρμονία με τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες του, διεκδικώντας επιπλέον το δικαίωμα αυτό πολιτικά και φιλοσοφικά. Θα μπορούσε, εκείνη την Κυριακή της εφηβείας της, να κάνει κάτι πιο απλό: να προσποιηθεί πονοκέφαλο, να συμβιβαστεί με λίγη υποκρισία. Κάτι που θα έκαναν πολλοί άνθρωποι στη θέση της. Αλλά επέλεξε άλλο δρόμο.
Με την αφήγηση αυτής της μέρας αρχίζει η Υγκέτ Μπουσαρντώ τη βιογραφία της Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Μια ακόμα βιογραφία της. Πώς το σκέφτηκε να γράψει αυτό το βιβλίο; Δεν έχουν ειπωθεί τα πάντα για τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ; Η ίδια πρώτα απ’ όλα κατέγραψε εξονυχιστικά τη ζωή της, όχι μόνο στα μυθιστορήματα, που ήταν αυτοβιογραφικά τα περισσότερα, αλλά και στα ημερολόγια, τις σημειώσεις, τις επιστολές της. Όταν ακόμα ζούσε είχαν εκδοθεί τόμοι επί τόμων, η ζωή της ήταν πασίγνωστη στα πέρατα του κόσμου, πολύ περισσότερο κι από το έργο της. Στα γεράματά της γνώρισε δυο βιογράφους της, ή μάλλον τρεις, δυο που αποτελούσαν ομάδα και μία ακόμα ξεχωριστά, με τις οποίες πέρασε λίγο καιρό καθώς γράφονταν ταυτόχρονα δυο βιογραφίες. Χώρια οι άλλες, οι ανεπίσημες, χώρια οι συνεντεύξεις, οι αφηγήσεις, τα άρθρα, τα ρεπορτάζ, οι φωτογραφίες, οι αναφορές στον Τύπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Τι έμενε να ειπωθεί και να γραφτεί ακόμα;
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ, πολιτικός της Αριστεράς, του τροτσκιστικού χώρου, υποψήφια πρόεδρος το 1981, ύστερα υπουργός Περιβάλλοντος στην κυβέρνηση του Μιττεράν, εκδότρια, ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, βιογράφος πολλών ξεχωριστών γυναικών, από τη Γεωργία Σάνδη ώς τη φιλόσοφο Σιμόν Βέηλ και τη Σιμόν Σινιορέ, δηλώνει και τις δικές της επιφυλάξεις, θυμίζοντας στην εισαγωγή πόσο πολύ αυτοβιογραφήθηκε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, και στα μυθιστορήματά της και στα Απομνημονεύματά της. Τα χρόνια του φεμινιστικού κινήματος την είχε γνωρίσει, είχαν συνεργαστεί σε γυναικείες ομάδες, αλλά η συστολή την εμπόδιζε να προσπαθήσει να την πλησιάσει περισσότερο. Αποφάσισε να γράψει τη βιογραφία με όλη τη «δέουσα περίσκεψη», όπως λέει, η οποία ευτυχώς δεν την εμποδίζει να είναι ολοζώντανη και ενδιαφέρουσα. Στις σελίδες της ξαναβρίσκουμε τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ με ανθρώπινες διαστάσεις, παρακολουθούμε τις δυσκολίες και τα διλήμματά της, διασχίζουμε μαζί την εποχή της και καταλαβαίνουμε περισσότερο τη στάση της σε διάφορα ζητήματα, φεμινιστικά και πολιτικά. Καταλαβαίνουμε και τη μεταμόρφωσή της σε ένα είδος ειδώλου που αλλοίωνε το αληθινό της πρόσωπο. Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αυτή αφήγηση της πραγματικής ζωής ενός ανθρώπου πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία σε όλ’ αυτά, και σχεδιάζει μια πολύπλευρη προσωπικότητα.


Ελευθερία και αντιφάσεις
Υπάρχει ένα παράδοξο στη ζωή και στο έργο της Σιμόν ντε Μπωβουάρ: στο ξεκίνημά της υπήρξε το παιδί - θαύμα μιας αστικής οικογένειας που αποφάσισε να αποτινάξει τα δεσμά της τάξης του και να ζήσει όσο πιο ελεύθερα και πιο έντονα γινόταν. Στη συνέχεια, όμως, βρέθηκε στρατευμένη σε κινήματα, στο κίνημα της Απελευθέρωσης των Γυναικών κυρίως, αλλά όχι μόνο σ’ αυτό, καθώς ο δεσμός της με τον Σαρτρ την οδηγούσε και σε αριστερές πολιτικές δεσμεύσεις. Συχνά ο τρόπος ζωής της ήταν απολύτως αντίθετος με τα καθεστώτα που βρέθηκε να υποστηρίζει. Είχε σκανδαλίσει τη μοντέρνα Γαλλία, ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, όταν, ενώ διεκδικούσε απόλυτη ατομική ελευθερία, από την άλλη βρισκόταν να συντρώγει με τον Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα ή να υπερασπίζεται τους λεγόμενους κινεζόφιλους στο Παρίσι, να ενισχύει δηλαδή καθεστώτα ανελεύθερα. Αν προσπαθεί κανείς να καταλάβει εκ των υστέρων την εποχή και τις παρεξηγήσεις της, τις ουτοπίες και τις ψευδαισθήσεις της, η πυκνή και απολαυστικά γραμμένη αυτή βιογραφία είναι ένα θαυμάσιο βοήθημα αναστοχασμού. Σε μια εποχή που μπαίνει θέμα ελευθερίας να φορούν οι γυναίκες μπούργκα στους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων, η ιστορία της ζωής μιας γυναίκας που ξεκίνησε χειραφετώντας τη ζωή της και, εν συνεχεία, γράφοντας το Δεύτερο φύλο, το βιβλίο που υπήρξε η βίβλος του φεμινισμού, μας βοηθά να τα ξανασκεφτούμε όλα από την αρχή.
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ εξηγεί ότι επειδή είχε πάρα πολύ υλικό επέλεξε να χτίσει κάθε κεφάλαιο γύρω από μια ημερομηνία της ζωής της Μπωβουάρ, τεχνική που είχε ακολουθήσει και στη βιογραφία της Γεωργίας Σάνδη, περιγράφοντας επάλληλους κύκλους γύρω από αυτό το γεγονός. Η πρώτη τέτοια ημερομηνία είναι η Κυριακή εκείνη κατά την οποία η Μπωβουάρ, στα δεκατέσσερα χρόνια της, δήλωσε ότι είχε χάσει την πίστη. Η δεύτερη είναι η ημερομηνία που βρίσκεται γραμμένη στο πρώτο γράμμα της πλούσιας αλληλογραφίας της με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Τον γνώρισε στο Πανεπιστήμιο μαζί με άλλους νεαρούς διανοούμενους και πέρασαν μαζί τις εξετάσεις του εθνικού διαγωνισμού πρόσληψης καθηγητών μέσης εκπαίδευσης, την περίφημη Agrégation. Πρώτος πέρασε ο Σαρτρ, ένα χρόνο μεγαλύτερος, που είχε ξαναδώσει, δεύτερη η Μπωβουάρ. Ο Σαρτρ ήταν απόφοιτος των πιο περιζήτητων Λυκείων και της Εκόλ Νορμάλ, ενώ η Μπωβουάρ είχε φτάσει ως εκεί από πολύ πιο άσημους δρόμους, από σχολές σχεδόν περιθωριακές, όπως ήταν η μοίρα των περισσότερων γυναικών που ήθελαν εκείνα τα χρόνια να σπουδάσουν.
Η φοιτητική της ζωή υπήρξε συναρπαστική. Από τη μία συσσώρευε τα διπλώματα, από την άλλη έκανε την επανάστασή της με διάφορους τρόπους: από το να ξενυχτάει σε κακόφημα μέρη, να πίνει και να κάνει τρέλες, μέχρι να στρατευτεί σε μια ομάδα επιμόρφωσης εργατών και να παραδίδει μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας σε εργάτριες. Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που είχε αποφασίσει να γίνει συγγραφέας, έκανε διάφορες απόπειρες συγγραφής μυθιστορημάτων με ηρωίδες που της έμοιαζαν. Ο εαυτός της υπήρξε πάντα ο αγαπημένος της ήρωας, και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ριψοκίνδυνη στάση της ειλικρίνειας που είχε υιοθετήσει την έκανε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ακόμα και στα ίδια της τα μάτια. Παρατηρούσε τη ζωή της ενώ τη ζούσε, και η παρατήρηση τη βοηθούσε να στέκεται στο ύψος των δύσκολων περιστάσεων.
Τη χρονιά που γνώρισε τον Σαρτρ και συνδέθηκε μαζί του έχασε τη φίλη των σχολικών της χρόνων, τη Ζαζά, η οποία είχε στα μάτια της όλα όσα εκείνη νόμιζε ότι στερούνταν. Είχε φυσική γοητεία, ανεμελιά και χάρη, ήταν έξυπνη, ήταν πρόσχαρη, τολμηρή, γοητευτική, και διέπρεπε χωρίς κόπο στα μαθήματα, εκεί που η Σιμόν έπρεπε να μελετήσει πολύ για να διακριθεί,. Τα είχε όλα δηλαδή, ακόμα και χρήματα, ανήκε σε μια μεγάλη, πλούσια οικογένεια με πολλά παιδιά που απολάμβαναν ελευθερίες αδιανόητες για τη Σιμόν και την αδελφή της, την Πουπέτ. Η Σιμόν και η Ζαζά είχαν περάσει τη σχολική ζωή τους μέσα στις χαρές, τις λύπες και τις συγκινήσεις της άμιλλας για τις επιδόσεις στα μαθήματα. Σε όλη τη ζωή της η Σιμόν είχε να αναμετριέται με τέτοιες ακαταμάχητες γυναίκες, ιδίως για τον έρωτα του Σαρτρ, και χρησιμοποιούσε τα ίδια όπλα που είχε στην άμιλλα με τη Ζαζά. Ήταν εργατική, απίστευτα έως ψυχαναγκαστικά οργανωμένη, αφοσιωμένη σε στόχους, γεμάτη επιθυμίες και ανοιχτή σε ιδέες και εμπειρίες.
Ο ερωτικός δεσμός της Μπωβουάρ με τον Σαρτρ σφραγίστηκε με ένα μυστικό συμβόλαιο μη δεσμού, που περιλάμβανε ωστόσο πολύ σοβαρές δεσμεύσεις. Μια από αυτές ήταν η συμφωνία για πλήρη ειλικρίνεια μεταξύ τους. Η Σιμόν είναι για τον Σαρτρ η βασική σχέση, κατά δήλωσή του. Την ονομάζει «αναγκαία σχέση» και διατηρεί το δικαίωμα να έχει κι άλλες σχέσεις που δεν είναι αναγκαίες – για την ακρίβεια το διατηρούν και οι δυο, αλλά ο Σαρτρ έκανε πολύ περισσότερη χρήση. Βεβαίως, και η Μπωβουάρ έζησε παράλληλα έναν ή δύο μεγάλους έρωτες και μερικούς μικρότερους, για τους οποίους τον ενημέρωνε ανελλιπώς, αλλά κυρίως εκείνος ήταν ο μέγας γόης. Τον ενδιέφεραν δε μόνο οι γυναίκες – και δεν είχε προβλήματα σαν εκείνα της Μπωβουάρ, που ενέπνεε έρωτα σε γυναίκες και δυσκολευόταν να ανταποκριθεί.
Η καθημερινότητα της επιλογής αυτής, το 1929, έστω κι αν έγινε στο Παρίσι, μια πόλη με παράδοση ελευθερίας, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας αγώνας που κράτησε ως το θάνατο του Σαρτρ. Αγώνας ισορροπίας των προσωπικοτήτων τους, δικαιοσύνης στη σχέση, κατανόησης και σύμπλευσης. Το ζευγάρι θα γίνει διάσημο σιγά σιγά, το μυστικό του συμβόλαιο θα γίνει πασίγνωστο, ο τρόπος ζωής του θα δημιουργήσει σκάνδαλο που θα το κάνει ακόμα πιο διάσημο, προπαγανδίζοντας την ελευθερία στις ερωτικές σχέσεις. Εννοείται ότι, όπως με όλους τους νεωτεριστές, το ζεύγος Μπωβουάρ-Σαρτρ θα εμπνεύσει τρομερές αντιπάθειες, θα συκοφαντηθεί και θα κατηγορηθεί για τα πάντα και τα αντίθετά τους – καθώς μάλιστα, σαν ζεύγος φιλοσόφων, δεν προτείνει απλά έναν τρόπο ζωής αλλά ένα πρότυπο. Όσες αντιρρήσεις κι αν έχει κανείς, όσο κι αν σκανδαλίζεται, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι η αντοχή του σε όλ’ αυτά και η μακροημέρευση της σχέσης ταρακούνησαν τους παραδοσιακούς θεσμούς όσο χρειαζόταν η εποχή με τις τεράστιες αλλαγές της.
Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο Μπωβουάρ και Σαρτρ ήταν καθηγητές σε Λύκεια. Φρόντιζαν να συναντιούνται κάθε τόσο, απέκτησαν τη συνήθεια να κάνουν μεγάλες διακοπές μαζί. Όχι όμως πάντα μόνοι τους. Υπήρχαν στην παρέα, συχνά, οι παλιές αγαπημένες του Σαρτρ, γυναίκες ξεχωριστές, με τους νέους εραστές τους, κι όταν εξαντλήθηκε το πάνθεον των παλιών εγκαινιάστηκε το πολύ μεγαλύτερο των καινούργιων. Γύρω τους σχηματίστηκαν κύκλοι φίλων, κάποιες εκ των οποίων ήταν ερωμένες του Σαρτρ και σπανιότερα, και διακριτικότερα, κάποιοι εραστές της Μπωβουάρ. Με τα χρόνια, όσες σχέσεις από αυτές αποδειχτούν ανθεκτικές θα δημιουργήσουν μια μικρή, ή μάλλον μια μεγάλη, οικογένεια. Μπορεί κανείς να σκεφτεί, διαβάζοντας την ιστορία αυτής της ζωής, ότι και με ανθρώπους που επιλέγουν οι μεν τους δε και προσπαθούν όλοι μαζί να επινοήσουν νέες σχέσεις, έξω από τα στερεότυπα της φιλίας, του ζευγαριού, της οικογένειας, γεννιούνται τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα ανταγωνισμού, ζήλειας, ευθιξίας, εγωισμών που υπάρχουν και στα στερεότυπα. Πάντως, οι φιλόσοφοι το πάλεψαν.  Η Μπωβουάρ προσπαθούσε να περιγράψει και να αναλύσει τα πάντα, και στον Σαρτρ και στα ημερολόγια και στα βιβλία της, εξημερώνοντας τα πάθη με το λόγο. Ως το τέλος της ζωής της θα γράφει ημερολόγια και επιστολές, αναλύοντας και τακτοποιώντας τα συναισθήματά της, τις σχέσεις με τους ανθρώπους και τις ιδέες της. Δύσκολη δουλειά η απόφαση να ζήσει κανείς με απόλυτη ειλικρίνεια, με ελευθερία στον έρωτα και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Δύσκολη και χειρωνακτική. Ένας λόγος που η Μπωβουάρ την έβγαλε πέρα ήταν, προφανώς, η εργατικότητά της, αυτό το συνεχές γράψιμο.
Η τρίτη ημερομηνία που διάλεξε η βιογράφος είναι πάλι από ένα γράμμα που στέλνει η Μπωβουάρ στον Σαρτρ από την εξοχή. Ήταν δεινή οδοιπόρος, περπατούσε μόνη της ή με παρέα που συχνά εξοντωνόταν να την ακολουθεί, χωρίς ειδικό εξοπλισμό αλλά με αυστηρό πρόγραμμα, και εκεί. Θυμίζει τον οδοιπόρο Ζαν-Ζακ Ρουσώ, που επίσης διέσχισε την Ευρώπη με τα πόδια. Ο Σαρτρ την ακολουθούσε μερικές φορές, όπως όταν είχαν περπατήσει στην Αλσατία την οποία θεωρούσε χώρα των προγόνων του. Η Μπωβουάρ λάτρευε τη φύση από παιδί, την είχε αγαπήσει τα καλοκαίρια που πήγαινε στο κτήμα του παππού της. Μόλις πλησίαζε η άνοιξη έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει για μεγάλες φυσιολατρικές εξορμήσεις.
Ξεκινώντας την καριέρα της ως καθηγήτρια διορίστηκε στη Μασσαλία, την οποία περπάτησε εξαντλητικά τις ελεύθερες ώρες της για να τη γνωρίσει καλά. Όταν εξάντλησε την πόλη, πήρε τα βουνά. Περπατούσε μόνη της, χωρίς ιδιαίτερο ορειβατικό εξοπλισμό αλλά με τέλεια οργανωμένο πρόγραμμα. Η πειθαρχία τής χάριζε ελευθερία. Συνέχισε να πεζοπορεί σε όλη της τη ζωή, όσο την κρατούσαν τα πόδια της.
Στις προπολεμικές  εκείνες διακοπές ταξίδευαν με τον Σαρτρ. Επισκέφθηκαν την Ιταλία, ύστερα την Ισπανία, τέλος το Βερολίνο. Ενοχλήθηκαν από την παρουσία των φασιστών στην Ιταλία και των ναζί στη Γερμανία, αλλά γενικά δεν ήθελαν να ασχολούνται με την πολιτική. Για την Μπωβουάρ, που άρχισαν να τη φωνάζουν όλοι Κάστορα, επειδή υποτίθεται ότι το όνομα Μπωβουάρ θυμίζει την αγγλική λέξη beaver, αλλά κι επειδή «σαν κάστορας χτίζει και διαρκώς δουλεύει μεθοδικά», η πολιτική θα μπορούσε να τους εμποδίσει να είναι παραγωγικοί. Κι εκείνοι είχαν συγγραφικές φιλοδοξίες. Ο Σαρτρ ξεκίνησε να γράφει τη Ναυτία και ο Κάστορας δούλευε ξανά και ξανά τα δικά του μυθιστορήματα. Γοητευτικές γυναίκες από το παρελθόν του Σαρτρ διασταυρώνονται στη ζωή τους, κι εμφανίζεται και μια «καλεσμένη» για το μέλλον: η Όλγα Κοζάκιεβιτς που ήταν δική της μαθήτρια, η οποία θα συνδεθεί με τον Σαρτρ. Και ο Κάστορας θα συνδεθεί με τον Μποστ, έναν μαθητή του Σαρτρ, ο οποίος αργότερα θα παντρευτεί την Όλγα. Γράφει η Υγκέτ Μπουσαρντώ:



Στο διάστημα των ετών 1935-1939, η Μπωβουάρ και ο Σαρτρ εξακολούθησαν να υφαίνουν ένα δίκτυο περιορισμένων αλλά έντονων σχέσεων. Δεν είναι ακόμη τα δημόσια πρόσωπα που θα γίνουν στο μέλλον, αλλά δεν έχουν εγκλωβιστεί στη ζωή του παραδοσιακού ζευγαριού. Αυτά ακριβώς τα χρόνια συγκροτείται η «οικογένεια», όπως θέλουν να την αποκαλούν μεταξύ τους. Όρος ακριβής, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι παίζουν ρόλο «γονέων» στους κατά δέκα και δεκαπέντε χρόνια νεώτερούς τους, ότι, σαν γονείς, μεριμνούν σε μεγάλο βαθμό για τις υλικές ανάγκες των «παιδιών» που έχουν οι ίδιοι επιλέξει· όρος ανακριβής φυσικά αν λάβουμε υπ’ όψη ότι κανένας δεσμός, κανένα αίσθημα δεν θεωρείται ταμπού για τα μέλη της ομάδας, πλην της αποκλειστικότητας.

Μετά τη Μασσαλία η Μπωβουάρ πήγε στη Ρουέν, ενώ ο Σαρτρ εργαζόταν στη Χάβρη. Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχαν επιστρέψει και οι δυο στο Παρίσι.



Drôle de guerre
Η Γαλλία βίωσε παράξενα την είσοδό της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο φόρος αίματος στον Α’ Παγκόσμιο ήταν πολύ μεγάλος και στη συνείδηση του πληθυσμού δεν είχε δικαιωθεί. Η απόφαση για ειρηνική ζωή, για την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών ήταν σχετικά πρόσφατη. Το θυμίζω, εκφέροντας την αντίρρησή μου για τον όρο «αστείος πόλεμος» που έχει επιλέξει η μετάφραση του βιβλίου. Η γαλλική έκφραση drôle de guerre θα μεταφραζόταν, νομίζω, πιο λογικά, σε κάτι σαν «δήθεν πόλεμος», επειδή οι Γάλλοι κατά κάποιον τρόπο άργησαν να συνειδητοποιήσουν σε τι πόλεμο είχαν μπλέξει – ή, έστω, «παράξενος πόλεμος», επειδή τον βίωσαν όντως έτσι.
Η εμπειρία του πολέμου και της αιχμαλωσίας σημάδεψαν τον Σαρτρ και τον άλλαξαν. Η προσωπική πορεία δεν είναι πια το παν γι’ αυτόν, θέλει να συμμετέχει στην πολιτική, στο συλλογικό γίγνεσθαι. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι άρχισε, μαζί με την Μπωβουάρ, μερικές προσπάθειες να συγκροτήσουν ένα αντιστασιακό δίκτυο διανοουμένων.  Η ημερομηνία της επιστροφής του είναι ο τέταρτος σταθμός της βιογραφίας. 1941.  Οι δυο τους με ανύπαρκτα μέσα, με ποδήλατα κυρίως, ταξίδεψαν σε πολλές πόλεις, συνάντησαν πολλούς ανθρώπους, προσπάθησαν να στήσουν μια οργάνωση, δεν κατάφεραν όμως και σπουδαία πράγματα. Δεν μπόρεσαν να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους της δράσης. Στο εξής, όμως, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν την πολιτική. Η ανάγκη της στράτευσης, με όλες τις έννοιες, άλλαξε τους χαρακτήρες τους, τη δουλειά και τη ζωή τους.
Ο επόμενος σταθμός της αφήγησης, τον Ιανουάριο του 1945, είναι η συνάντηση της Σιμόν με τον υπουργό που είναι αρμόδιος να αποδεσμεύσει μια ποσότητα από τα αποθέματα χαρτιού για να μπορέσουν να εκδώσουν το πολιτικό περιοδικό τους Μοντέρνοι καιροί (Les temps modernes). Τον τίτλο τον εμπνεύστηκαν από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, και είναι ό,τι πρέπει. Τι άλλο είναι η ομάδα του περιοδικού παρά απόστολοι και ερευνητές, πιστοί και εξερευνητές των μοντέρνων καιρών; Καιροί της απελευθέρωσης όχι μόνο της Ευρώπης από το ναζισμό αλλά και των ατόμων από τα δεσμά της συμβατικότητας, των προκαταλήψεων, της άγνοιας και της ευπιστίας. Η σύνταξη του περιοδικού τούς απασχολεί πολύ, δέχονται πολιτικές επιθέσεις εκ δεξιών αλλά και εξ αριστερών. Οι ευθύνες όμως δεν τους εμποδίζουν να κάνουν και οι δυο παράλληλα ταξίδια στην Αμερική, να πιουν νερό στην πηγή των μοντέρνων καιρών. Η Μπωβουάρ συναντά και ερωτεύεται εκεί τον συγγραφέα Νέλσον Άλγκρεν, ζει μαζί του μια συγκλονιστική σχέση. Αλλά ο Άλγκρεν δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να δεχτεί τις απόψεις του Κάστορα για τον έρωτα.
Στο ίδιο αυτό μεγάλο ταξίδι αρχίζει να κρατά σημειώσεις παρατηρώντας τις γυναίκες, οι οποίες θα οδηγήσουν αργότερα στη συγγραφή του Δεύτερου φύλου. Για τον εργατικό και μεθοδικό Κάστορα, το Δεύτερο φύλο αντιπροσώπευε εργασία μόνο δυο χρόνων. Συγκέντρωσε στοιχεία ξεκινώντας από την εντύπωση που της έκαναν οι Αμερικανίδες. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν το εμβληματικό έργο της. Ήταν η στιγμή που ο δυτικός κόσμος περίμενε ένα τέτοιο βιβλίο να αμφισβητήσει τον παραδοσιακό ρόλο των γυναικών.  Την πρώτη εβδομάδα πούλησε 220.000 αντίτυπα. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς το βιβλίο στο οποίο είχε επενδύσει τις φιλοδοξίες της η συγγραφέας, αλλά μάλλον ένα δοκίμιο παράπλευρο στην κυρίως συγγραφική δραστηριότητά της, το οποίο οφείλεται στην εργατικότητά της. Αμέσως ξεκινά μια πολεμική που θα κρατήσει πολύ καιρό, που κατά κάποιον τρόπο συνεχίζεται ώς τις μέρες μας. Δεν είναι απλό πράγμα το 1949 να καταγγέλλεις το γάμο, να υπερασπίζεσαι την έκτρωση, να αναδεικνύεις κάθε θεσμό που θεωρεί αυτονόητη την κατωτερότητα των γυναικών. Όλα αυτά που μας φαίνονται σήμερα από αυτονόητα μέχρι ξεπερασμένα, τότε ξεσήκωσαν θυελλώδεις πολεμικές και, ταυτόχρονα, ενθουσιασμό και επαναστατικότητα. Το βιβλίο άνοιξε δρόμους στους οποίους ακόμα βαδίζουμε.
Από κει και πέρα πια, θέλοντας και μη, η Μπωβουάρ θα γίνει η άτυπη ηγέτιδα του φεμινιστικού κινήματος, ενός κινήματος που ξεκίνησε όταν οι πρώτες αναγνώστριες του Δεύτερου φύλου ωρίμασαν, τη δεκαετία του 1970.
Εκείνη βέβαια συνέχιζε να γράφει, να ταξιδεύει και να ερωτεύεται. Πήρε το βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα Οι Μανδαρίνοι, όπου εύκολα ανιχνεύει κανείς στις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων τη σχέση της με τον Άλγκρεν. Από το 1958 ετοιμάζει ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο, τις Αναμνήσεις καθωσπρέπει κόρης, ένα από τα πιο πετυχημένα και αγαπητά βιβλία της, όπου περιγράφει το γεμάτο προκαταλήψεις και μειωτικές για τις γυναίκες αντιλήψεις και συνήθειες αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε.
Για να μπορεί να ζει απελευθερωμένη από τις φροντίδες του σπιτιού έζησε πολλά χρόνια της ζωής της σε ξενοδοχείο. Τα μέλη της «οικογένειας» έμεναν για ένα διάστημα σε ανεξάρτητα δωμάτια γύρω της. Ευφυής και πρωτότυπος διακανονισμός που εξασφάλιζε ταυτόχρονα συνάφεια και ανεξαρτησία. Μόνο για το χατίρι του Άλγκρεν η Σιμόν βρήκε ένα σπίτι, αλλά θα έπρεπε επιπλέον να θυσιάσει και τη σχέση της με τον Σαρτρ – κι αυτό της ήταν αδύνατον.
Ένας από τους ανθρώπους που επηρέασε ο φεμινισμός της Μπωβουάρ πρέπει να ήταν η ίδια η μητέρα της, η οποία, ως χήρα, καθόλου δεν υπέκυψε στην απραξία ή την κατάθλιψη, αλλά έζησε όσο μποέμικα της επέτρεπε η ηλικία της, αλλάζοντας σπίτι και συνήθειες. Η Σιμόν βρέθηκε πολύ κοντά στη μητέρα της στο τέλος της ζωής της – και στο βιβλίο Ένας γλυκός θάνατος, το οποίο ο Σαρτρ θεωρούσε το καλύτερό της, περιγράφει την ανήμπορη αγανάκτηση του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, αυτό το συμβιβασμό που δεν μπορεί να κάνει. Στο πένθος της συμπαραστάθηκε η καινούργια της φίλη Συλβί λε Μπον, την οποία αργότερα θα υιοθετήσει και θα ορίσει κληρονόμο της. Ο Σαρτρ έχει κι αυτός υιοθετήσει τη νεαρή Αρλέτ, με την οποία η Μπωβουάρ δεν θα τα πάει ποτέ καλά.

Γιατί η Μπωβουάρ ήταν σημαντική
Η δεκαετία του 1970 τη βρίσκει ξανά να στρατεύεται, στο γυναικείο κίνημα αυτή τη φορά, και στις παρέες των γυναικών που μαζεύονται συχνά σπίτι της για να συντάξουν μανιφέστα ή περιοδικά, να οργανώσουν πορείες και παρεμβάσεις – όπως η δήλωση των 343 διάσημων γυναικών ότι έχουν κάνει έκτρωση. Ξαναβρίσκει έτσι τη συντροφικότητα που παρηγόρησε τα νεανικά της χρόνια σε δύσκολες καταστάσεις. Το κίνημα κερδίζει την απελευθέρωση των εκτρώσεων κι ένα σωρό άλλους νόμους που καταργούν τη θεσπισμένη ανισότητα των γυναικών. Ακαταμάχητο, απλώνεται σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική. Μένει να νικηθούν η αδικία και η προκατάληψη στη δουλειά και σε ένα σωρό άλλους τομείς, μένει να κατακτηθεί η ισότητα στην καθημερινότητα… Πράγμα που ακόμα μένει, μαζί με πολλά άλλα τα οποία ανέκυψαν στο μεταξύ σε βάρος των γυναικών, ανισότητες που αγνοούνταν εκείνες τις δεκαετίες, σε άλλες πλευρές του κόσμου…
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Σαρτρ, η Σιμόν του παίρνει μια σειρά συνεντεύξεις προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει ακόμα μια φορά τις ιδέες του, ιδέες που κι εκείνη επεξεργάστηκε μαζί του. Ο Σαρτρ πεθαίνει το 1980, η Μπωβουάρ το 1986. Η κηδεία της μαζεύει περισσότερο κόσμο κι από του Σαρτρ, ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. «Γυναίκες της χρωστάτε τα πάντα!», λένε πως φώναξε η Ελιζαμπέτ Μπατιντέρ, την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο στον τάφο.
Της χρωστάμε τα πάντα; Ήταν η στιγμή πολύ φορτισμένη και ώθησε την τόσο σοβαρή αυτή φεμινίστρια που είχε αγωνιστεί μαζί της για την αλλαγή των νόμων να ξεσπάσει έτσι; Της χρωστάμε πάντως αυτή την αναστάτωση που τόσο μεθοδικά προετοίμασε με το Δεύτερο φύλο και με την ίδια τη ζωή της. Της χρωστάμε την τόλμη και την επιμονή, την αντοχή στις επιθέσεις που στιγμή δεν έλειψαν από τους κάθε είδους συντηρητικούς, την επιβίωση τέλος των ιδεών, και των συνηθειών της (που ήταν κατά κάποιον τρόπο έμπρακτη εφαρμογή των ιδεών της), από όλες τις προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν πολιτικά από αυταρχικά καθεστώτα. Η Μπωβουάρ μπορεί να πήγε στην Κούβα, αλλά λίγο μετά δήλωσε την πίκρα της από τον Κάστρο. Μπορεί να υπερασπίστηκε κινεζόφιλους στο Παρίσι αλλά ήταν επειδή την εποχή του Ψυχρού Πολέμου οι δυτικοί κομμουνιστές υφίσταντο διάφορες διώξεις και αδικίες. Μπορεί να ήταν συχνά ακραία στα γραπτά της, ακόμα και η περίφημη ρήση: «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι!» είναι μια παραδοξολογία καθεαυτή, αλλά βοήθησε να ταρακουνήσει τη σκέψη. Τι θα μπορούσε τώρα να φέρει τόσες αλλαγές εκεί όπου χρειάζονται, στα μέρη όπου οι γυναίκες είναι ακόμα θύματα στερεοτύπων πολύ πιο βίαιων και ισχυρών από εκείνα που καταπίεζαν τότε τις Δυτικές; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση, όπως δεν υπάρχει απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσον η απελευθέρωση των γυναικών στη Δύση ώθησε το αντρικό κατεστημένο στην Ανατολή σε ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση, από φόβο μήπως χάσει τα προνόμιά του. Είναι πολύ σύνθετα αυτά τα ιδεολογικά προβλήματα και δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τι επιδρά σε τι. Κατά κάποιον τρόπο, η εποχή της Μπωβουάρ είχε το προνόμιο μιας κάποιας απλότητας. Εκείνη, πάντως, δεν βίωσε τίποτε απλά και προβληματιζόταν για το κάθε τι ώς την τελευταία στιγμή που η σκέψη της εργαζόταν.
Η βιογραφία της Μπουσαρντώ μας χαρίζει την ιστορία μιας πολύπλευρης και πλούσιας ζωής, πέρα από αυτά τα ιδεολογικά ερωτήματα. Την ιστορία μιας γυναίκας που, πάνω απ’ όλα, διψούσε για ζωή, είχε μεγάλες φιλοδοξίες, πολέμησε τις προκαταλήψεις μέσα της, εργάστηκε ακούραστα, ήταν εξαιρετικά οργανωμένη, δεν έπαψε ποτέ να αναζητά την επαφή με τη φύση, ήταν ανοιχτή σε όλους τους ορίζοντες.
Έχοντας ξεκινήσει το διάβασμα του βιβλίου, με τις επιφυλάξεις που απέκτησα για τους δογματισμούς της Μπωβουάρ, ομολογώ ότι με βοήθησε τελικά να συμφιλιωθώ με την προσωπικότητα της γυναίκας η οποία, στο κάτω- κάτω, μου έσωσε τη ζωή στα δεκατέσσερα, με κείνο το βιβλίο της, το Δεύτερο φύλο. Ο τρόπος που εργαζόταν και διεκδικούσε στη ζωή της, ο τρόπος που την απολάμβανε, η επιμονή στις αρχές της με όλες τις συναισθηματικές επιπλοκές που επέφερε, η πάλη της για ειλικρίνεια και διαφάνεια, είναι πράγματα που ακόμα μπορούν να εμπνεύσουν.

Δημοσιεύτηκε στο  Book's journalνούμερο 17 Μάρτιος 2012