Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έργα και Ημέραι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έργα και Ημέραι.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Απριλίου 2022

"Μία απ’ όλα – με ή χωρίς;" άρθρο της Νόρας Ράλλη (από «Τα Εκτός Ύλης» και τις «Νησίδες» της «Εφημερίδας των Συντακτών», 22.4.2022)

 ............................................................



"Μία απ’ όλα – με ή χωρίς;" άρθρο της Νόρας Ράλλη (από «Τα Εκτός Ύλης» και τις «Νησίδες» της «Εφημερίδας των Συντακτών», 22.4.2022)












ΤΟ ΣΥΝΑΝΤΑΜΕ καθημερινά και παντού. Το βλέπουμε, το κατοικούμε, το φοράμε, το τρώμε, το ακούμε. Αντίστοιχα (και ανάλογα με τις άμυνες του καθενός) μας βλέπει, μας κατοικεί, μας φοράει, μας γεύεται. Όσο για το «μας ακούει», γι’ αυτό διατηρώ πλείστες επιφυλάξεις. Ο λόγος για το «μοντέρνο» και το «μετα-μοντέρνο», για το στιλ και το περιεχόμενο. Για το «με» ή «χωρίς» στο «σουβλάκι» ή τη σαλάτα μας…

Να ‘ταν μόνο ένα, καλά θα ‘ταν. Έλα, όμως, που δεν είναι. Αρκετές φορές έχω βρεθεί σε κάτι μικρά, άγνωστα χωριουδάκια μέσα στο υπέροχο ελληνικό τοπίο (όσο έχουμε ακόμα αφήσει σε ησυχία δηλαδή) και δεν πιστεύω στα ωραία και μεγάλα, μεγάλα μάτια μου: ένα σπίτι παραδοσιακό, δίπλα του ένα πολύχρωμο με κίονες, παραδίπλα ένα με κεραμικά και γυαλί, πιο πέρα απλώς χαλάσματα, παραδίπλα τσίγκοι και μπετά… Να ‘ταν μόνο μία, καλά θα ‘ταν – έλα όμως που δεν! Πόσες φορές έχουμε οι περισσότεροι βρεθεί σε γεύμα που μέσα στο ίδιο πιάτο είναι και αλμυρό και γλυκό και ένα τσακ από πικρό και ένα παρατσάκ από ξινό (και πάντα όλα τίγκα στο αλάτι). Το τρως, ίσως και να το καταπιείς, ίσως και να ντραπείς να αξιολογήσεις τη «fusion» κουζίνα, μπορεί και να σ’ αρέσει. Το θέμα είναι, αν σε ρωτήσουν τι έφαγες, τι θα πεις; Το ίδιο και με το ντύσιμο. Να πω για το σινεμά; Για τη λογοτεχνία; Την αρχιτεκτονική; Ή μήπως να πιάσω το θέατρο;

Όλα τα παραπάνω τα συνδέει μια λεξούλα: μετα-μοντερνισμός. Η τάση αυτή ξεκίνησε ως κάτι το πραγματικά ριζοσπαστικό. Θέλοντας ν’ αγνοήσει το σινεμά του δημιουργού για παράδειγμα (αν μιλάμε για κινηματογράφο) και το δικαίωμα των μεγάλων auteur (όπως στη nouvelle vague) να κάνουν τα δικά τους, έβγαλε στο προσκήνιο νέους καλλιτέχνες που ήθελαν να κριτικάρουν τις υφιστάμενες έως τότε καταστάσεις και νόρμες και να περιγράψουν ένα νέο status quo, μετουσιώνοντας τη θεωρία τους για τις επικείμενες αλλαγές της μετανεωτερικότητας σε δημιουργία όλων των ειδών. Όπου χώραγαν όλοι. Ως ρεύμα ξεκίνησε ήδη γύρω στο 1920 κυρίως μέσα από τη μουσική, για να φτάσει στην πλήρη δόμησή του (ως αποδόμηση όλων) μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αυστηρή ιεραρχία και η οργανωμένη δομή έδωσαν τη θέση τους στην αντίφαση, την ασάφεια, την ποικιλομορφία και τη διασυνδετικότητα. Συγγραφείς και καλλιτέχνες ήθελαν ν’ αναπνεύσουν, εμφανώς απογοητευμένοι από την αποκρουστικότητα του πολέμου. Λογικό… και αναγκαίο!

Σήμερα όμως; Σήμερα ο Μπένι Χιλ που έκανε καριέρα επί Θάτσερ μάς πασάρεται ως «σοβαρή καλλιτεχνική δράση». Η Λανθιμίτιδα από τη μια και η Σεφερλιάδα από την άλλη κυριαρχούν (ειδικά αν μιλάμε για την Ελλάδα) και μάλιστα σε όλες ανεξαιρέτως τις μορφές τέχνης, αλλά και στη μόδα και στην τροφή. Παντού (με ελάχιστες εξαιρέσεις) επικρατεί το στιλ έναντι του περιεχομένου: τα βάζω όλα μαζί, αχταρμά και αυτό. Τι θέλει να πει ο «ποιητής» κανείς δεν ξέρει. Δύσκολο πράγμα η αφήγηση. Ακόμα δυσκολότερη η πραγματική πρωτοπορία. Ή έστω ένα έργο που, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνεις, μπορείς να το νιώσεις.

Πλείστα τα παραδείγματα σε όλες τις μορφές τέχνης μα και στην καθημερινή διαβίωση. Το πρόταγμα είναι μόνο ένα: Να είμαι. Να ακούγομαι. Να φαίνομαι. Τι είμαι, τι λέω, τι δείχνω λίγη σημασία έχει. Μάλλον καμία. Με ένα ολόκληρο σύστημα (οικονομικό από τη μια και μανατζαρέικο/επικοινωνιακό από την άλλη) να με στηρίζει, γιατί θα πρέπει να δώσω λογαριασμό στον κάθε θεατή, χρήστη, πολίτη; Πετάω στη «σαλατιέρα» (που συνήθως δεν έχει καν πάτο – έτσι για την… πρωτοπορία!) όλα τα υλικά, όλα όμως, ρίχνω και μπόλικο «αλάτι», να μην καταλαβαίνεις γεύση και το προβάλλω «ως προϊόν της εποχής».

Ποιας εποχής; Ούτε και με νοιάζει. Το θέμα είναι ότι το σύστημα θα είναι εκεί να με προβάλει. Και η όποια διαφορετική άποψη, έστω και ως ερώτηση(ούτε καν ως κριτική) απλά δεν θα ακουστεί. Γιατί όταν απλώνω το «στιλ», δεν υπάρχει χώρος για το «περιεχόμενο».

Και άντε ψάξε εσύ μετά (με τον χρόνο που δεν έχεις, την αισθητική που δεν πρόλαβες να αναπτύξεις, τις άμυνες που… ποιες άμυνες;… και τις γνώσεις που δεν ξέρεις πού να τις ψάξεις) να βρεις το νόημα. Ούτε καν!



Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Μάρλον Μπράντο: ταλέντο, ομορφιά και κοινωνική ευαισθησία (http://entertainment.in.gr, 02 Απριλίου 2014)

.........................................................

Μάρλον Μπράντο: ταλέντο, ομορφιά και κοινωνική ευαισθησία
http://entertainment.in.gr, 02 Απριλίου 2014
 
Μάρλον Μπράντο: στις 3 Απριλίου του 1924 γεννήθηκε ο θρυλικός "Νονός", ο ηθοποιός που θεωρείται ένας από τους 25 καλύτερους, όλων των εποχών, παγκοσμίως. Η υποκριτική του ικανότητα που επικεντρώθηκε στο σινεμά επηρέασε γενιές ηθοποιών μετέπειτα, ενώ το αρρενωπό φιζίκ του, τον έκανε έναν από τους πιο ερωτεύσιμους άνδρες ηθοποιούς.


Γεννήθηκε σαν σήμερα, στις 3 Απριλίου του 1924 στην Όμαχα της Νεμπράσκα.

Μια οικονομική αποτυχία θεατρικής παράστασης στο Μπρόντγουεϊ, το 1944, σφράγισε τον πρώτο του ρόλο - που ήταν θεατρικός φυσικά- και είχε τον τίτλο "Θυμάμαι τη μαμά". Οι κριτικές για τον πρωτοεμφανιζόμενο Μπράντο ήταν ιδιαιτέρα καλές.

Τρία χρόνια αργότερα έπαιξε πάλι στο θεατρικό σανίδι τον Στάνλεϋ Κοβάλσκι, από το δράμα του Τέννεσση Γουίλιαμς Λεωφορείο ο Πόθος (A Streetcar Named Desire) σε σκηνοθεσία του Ηλία Καζάν, έναν ρόλο που αργότερα τον στιγμάτισε και κινηματογραφικά.



1951: ο Μπράντο υποδύεται ξανά τον Στάνλεϋ Κοβάλσκι. Αυτή τη φορά πρόκειται για την κινηματογραφική μεταφορά του Λεωφορείου ο Πόθος. Ήταν ένας από τους ρόλους μαζί με τα "Βίβα Ζαπάτα" το 1952 και Ιούλιος Καίσαρ το 1953, ο Μπράντο προτάθηκε για βραβείο Όσκαρ.



Το πολυπόθητο αγαλματάκι ήρθε στην κατοχή του το 1954 για τον ρόλο τού Τέρρυ Μαλλόυ στην ταινία του Ηλία Καζάν Το λιμάνι της αγωνίας (On the Waterfront).


 

Όλη τη δεκαετία του 1960, ο Μπράντο πρωταγωνίστησε σε μέτριες έως κακές ταινίες για να κάνει δυναμικό come back με τις ταινίες του Φράνσις Φορντ Κόπολα Ο νονός (The Godfather, 1972) και Αποκάλυψη τώρα (Apocalypse Now, 1979), που τον καθιέρωσαν κινηματογραφικά και τον έκαναν ιδιαίτερα δημοφιλή.

Για τον ρόλο του ως Βίτο Κορλεόνε στον Νονό, τιμήθηκε για δεύτερη με το βραβείο Όσκαρ (1973), αλλά αρνήθηκε να παραλάβει ο ίδιος το βραβείο, διαμαρτυρόμενος για την κακομεταχείριση των αυτοχθόνων Ινδιάνων στις ΗΠΑ.

Αντ' αυτού παρουσιάστηκε επί σκηνής η ινδιάνα απάτσι Σατσίν Λιτλ Φέδερ (Μικρό Φτερό) η οποία αρνήθηκε το Όσκαρ και ζήτησε να διαβάσει μια 15σέλιδη επιστολή σε σχέση με τα δικαιώματα των Ινδιάνων, ενώ ο παραγωγός του "Νονού" Άλμπερτ Ρούντι την είχε απειλήσει, με σύλληψη, αν διάβαζε ολόκληρη την επιστολή ή αν μιλούσε πλέον του ενός λεπτού. Δείτε το σχετικό βίντεο.



Η τελευταία ταινία στην οποία συμμετείχε πρωταγωνιστικά και προκάλεσε αίσθηση στο κινηματογραφικό στερέωμα, αποσπώντας αντικρουόμενες κριτικές και ως ταινία και ως επιλογή του Μπράντο, είναι το Τελευταίο Ταγκό στο Παρίσι (Last Tango in Paris, 1972) σε σκηνοθεσία Μπερνάρντο Μπερτολούτσι.



Έως το τέλος της καριέρας του που δεν παρουσίασε ενδιαφέρον υποκριτικά με συμμετοχές σε πολύ μέτριες παραγωγές, ξεχωρίζουμε την ταινία Μια σκληρή, Λευκή Εποχή (A Dry White Season, 1989) για την οποία έλαβε μία ακόμη υποψηφιότητα για Όσκαρ β' ανδρικού ρόλου.

Ο Μπράντο πάλεψε από νωρίς για τα ανθρώπινα δικαιώματα και για την αποκατάσταση των αυτοχθόνων ινδιάνων των ΗΠΑ. Παντρεύτηκε τρεις φορές και απέκτησε έντεκα παιδιά, από τις συζύγους του, τις ερωμένες του αλλά και από υιοθεσία. Αγάπησε με πάθος την Ταϊτή και έζησε εκεί για ένα μεγάλο μέρος της ζωής του.

Τραγικά συμβάντα συνέβησαν στην προσωπική του ζωή με αποκορύφωμα τη δολοφονία του εραστή της κόρης του Τσεγιέν, από τον ετεροθαλή αδερφό της Κριστοιάν, το 1990 και την αυτοκτονία της κ΄πορης του 5 χρόνια αργότερα.



Τα υγρά μάτια του μεγάλου ηθοποιού που προς το τέλος της ζωής του κατέληξε υπέρβαρος, έκλεισαν για πάντα την 1η Ιουλίου του 2004, σε νοσοκομείο του Λος Άντζελες. Πέθανε από πνευμονικό οίδημα ενώ έπασχε από καρκίνο.

Φιλμογραφία

Το κορμί μου σου ανήκει (The Men, 1950)
Λεωφορείον ο Πόθος (A Streetcar Named Desire, 1951) - Υποψήφιος για Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου
Βίβα Ζαπάτα (Viva Zapata!, 1952) - Υποψήφιος για Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου
Ιούλιος Κάισαρ (Julius Caesar, 1953) - Υποψήφιος για Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου
Ο Ατίθασος (The Wild One, 1953)
Το λιμάνι της αγωνίας (On the Waterfront, 1954) - Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου
Ντεζιρέ, Το λουλούδι ενός θρόνου (Desirée, 1954)
Μάγκες και κούκλες (Guys and Dolls, 1955)
Αυγουστιάτικο φεγγάρι (The Teahouse of the August Moon, (1956)
Σαγιονάρα (Sayonara, 1957) - Υποψήφιος για Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου
Ο χορός των καταραμένων (The Young Lions, (1958)
Ο φυγάς (The Fugitive Kind, 1960)
Η εκδίκηση είναι δική μου (One-Eyed Jacks, 1961)
Η Ανταρσία του Μπάουντι (Mutiny on the Bounty, 1962)
Η Καταδίωξη (The Chase, 1966)
Η κόμισσα απ'το Χόνγκ Κονγκ (A Countess from Hong Kong, 1967)
Ανταύγες σε χρυσά μάτια (Reflections in a Golden Eye, (1967)
Ο Άνθρωπος της Νύχτας (The Nightcomers, 1972)
Ο Νονός (The Godfather, 1972) - Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου (αρνήθηκε, αλλά το αποδέχτηκε ιδιωτικά αργότερα)
Το Τελευταίο Τανγκό στο Παρίσι (Last Tango in Paris, 1972) - Υποψήφιος για Όσκαρ Πρώτου Ανδρικού Ρόλου
Οι Φυγάδες του Μισούρι (The Missouri Breaks, 1976)
Σούπερμαν (Superman:The Movie, 1978)
Roots: The Next Generations (1979) - Μίνι τηλεοπτικές σειρές, Βραβείο Emmy
Αποκάλυψη Τώρα (Apocalypse Now, 1979)
Η μυστική φόρμουλα (The Formula, 1980)
Μια σκληρή, λευκή εποχή (A Dry White Season, 1989) - Υποψήφιος για Όσκαρ Δεύτερου Ανδρικού Ρόλου
Ο Αρχάριος (The Freshman, 1990)
Christopher Columbus: The Discovery (1992)
Ντον Χουάν ΝτεΜάρκο (Don Juan DeMarco, 1995)
Το νησί του Δρ. Μορό (The Island Of Dr. Moreau, 1996)
Ο Γενναίος (The Brave, 1997)
The Score (2001)





Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Τέσσερα χρόνια χωρίς την Πίνα Μπάους (30 Ιουν 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

.............................................................

Τέσσερα χρόνια χωρίς την Πίνα Μπάους

tvxs.gr/node/132519
 


«Η πορεία μου ως τώρα έχει υπάρξει υπέροχη και είμαι πάρα πολύ ευτυχής. Αλλά όταν φτιάχνω ένα καινούργιο κομμάτι η πορεία δεν παίζει κανένα ρόλο. Νιώθω πάντα σαν τον πρωτάρη». Πίνα Μπάους

Η Πίνα Μπάους γεννήθηκε στο Ζόλινγκεν της Γερμανίας το 1940 σε μια από τις πιο ταραγμένες στιγμές αυτής της Ηπείρου. Μεγάλωσε τριγυρνώντας ανάμεσα στους πάγκους και τα τραπέζια της ταβέρνας του πατέρα της. Μία ανάμνηση που αργότερα θα τη δούμε να ζωντανεύει και στη σκηνή καθώς  υπήρξε η απαρχή για το έργο της «Καφέ Μύλλερ». Η σπουδαία αυτή δημιουργός και καλλιτέχνης, έφυγε στις 30 Ιουνίου του 2009, σε ηλικία μόλις 68 ετών. Του Γιώργου Ρούσσου
Το άρθρο που ακολουθεί είναι ένας φόρος τιμής στη ζωή και στο έργο της Πίνα Μπάους, ιδωμένα μέσα από το πρίσμα του αριστουργηματικού, ομώνυμου φιλμ, σκηνοθετημένο από τον ιδιοφυή Γερμανό Σκηνοθέτη, Βιμ Βέντερς.
Ο Βιμ Βέντερς είχε εντυπωσιαστεί και συγκινηθεί όταν, το 1985, παρακολούθησε για πρώτη φορά το "Café Müller" της χορογράφου Πίνα Μπάους από το Tanztheater Wuppertal στη Βενετία. Από τη συνάντηση αυτών των δύο καλλιτεχνών δημιουργήθηκε μια μακρόχρονη φιλία και με το πέρασμα των χρόνων, το σχέδιο για μια ταινία από κοινού.

Ωστόσο, η δημιουργία αυτής της ταινίας δεν ευδοκίμησε για μεγάλο διάστημα, εξαιτίας των περιορισμένων δυνατοτήτων. Ο Βέντερς αισθανόταν ότι δεν είχε βρει τον τρόπο να απεικονίσει επαρκώς τη μοναδική τέχνη της κίνησης της μεγάλης χορογράφου, τις χειρονομίες, τον λόγο αλλά και τη μουσική. Με τα χρόνια το κινηματογραφικό αυτό project μετατράπηκε σε φιλικό τελετουργικό, με τους δύο καλλιτέχνες να το υπενθυμίζουν συνεχώς ο ένας στον άλλον.


Η καθοριστική στιγμή ήρθε για τον Βέντερς, όταν το συγκρότημα των U2 παρουσίασε στις Κάννες σε 3D προβολή τη συναυλία τους "U2-3D". Ο Βέντερς αναφέρει χαρακτηριστικά: "Με το 3D η ταινία μας θα ήταν εφικτό να γίνει! Μόνο με αυτόν τον τρόπο, ενσωματώνοντας τη διάσταση του χώρου, θα μπορούσα να τολμήσω να μεταφέρω το Tanztheater της Μπάους στην κατάλληλη μορφή στη μεγάλη οθόνη."


Έτσι λοιπόν ξεκίνησε να διερευνά συστηματικά τη νέα γενιά του digital 3D cinema και το 2008, μαζί με την Πίνα Μπάους, άρχισαν να σκέφτονται την πραγματοποίηση του κινηματογραφικού τους ονείρου. Με τη συμβολή του Βέντερς, η Μπάους επέλεξε από το ρεπερτόριό της τα "Café Müller", "Le Sacre du printemps", "Vollmond" και "Kontakthof".


Στις αρχές του 2009 ο Βέντερς και η εταιρεία παραγωγής Neue Road Movies, μαζί με την Μπάους και το Tanztheater Wuppertal, ξεκίνησαν τη φάση της προετοιμασίας των γυρισμάτων. Μετά από μισό χρόνο εντατικής δουλειάς, και μόλις 2 μέρες πριν τη σχεδιασμένη δοκιμή του 3D, συνέβη το μοιραίο...


Η Πίνα Μπάους πέθανε στις 30 Ιουνίου του 2009, ξαφνικά και απροσδόκητα. Ανά τον κόσμο θαυμαστές του έργου της θρήνησαν για τον χαμό της σπουδαίας χορογράφου. 
Η Πίνα Μπάους ήταν η καλλιτεχνική διευθύντρια του Tanztheater Wuppertal, το οποίο ίδρυσε το 1973. Η φήμη της, βέβαια, ξεπερνά τα όρια αυτά, καθώς θεωρείται από τις πρωτοπόρους του μοντέρνου χορού. Ανάμεσα στα έργα της, ήταν το πασίγνωστο "Café Müller" (1978) ένα έργο ημι-αυτοβιογραφικό γεμάτο αναμνήσεις από την οικογενειακή επιχείρηση.
Το συναρπαστικό "Rite Of Spring" (1975), το "Nelken" (2005), όπου οι χορευτές καλούνται να χορέψουν σε μία σκηνή γεμάτη λουλούδια, το "Palermo Palermo" (1989), με τους χορευτές να χορεύουν ισορροπώντας ένα μήλο στο κεφάλι τους αλλά και το ιδιαίτερο "Kontakthof" (1978), το οποίο κλήθηκε να  ερμηνεύσει μία ομάδα χορευτών, ηλικίας από 58 ως 77 ετών.



Η Μπάους δεν αποσύρθηκε από τη χορευτική σκηνή, ακόμα και σε μεγάλη ηλικία. Συνέχισε να χορεύει και στην εξηκοστή δεκαετία της ζωής της και μάλιστα, το 2008 πραγματοποίησε και μεγάλη περιοδεία στη Μεγάλη Βρετανία.
Ξεκίνησε να χορεύει σε μικρή ηλικία. Στην αρχή χόρευε καθαρά από χόμπι, ανάμεσα στα τραπέζια της οικογενειακής τους επιχείρησης. Σύντομα, όμως, η ασυνήθιστη σωματική της ευελιξία δε διέφυγε της προσοχής και στα 14 της γράφτηκε στην Ακαδημία Χορού Folkwang στο Essen, την οποία διηύθυνε ο Kurt Jooss. Ο εξπρεσιονιστής αυτός χορογράφος ήταν ένας από τους εμπνευστές του ausdruckstanz movement (ελεύθερος χορός), το οποίο συνδύαζε χορό, μουσική και θεατρικά στοιχεία.


Το 1959, η Πίνα Μπάους κερδίζει μια τριετή υποτροφία για την Juilliard School της Νέας Υόρκης. Για το νεαρό της ηλικίας της, η εμπειρία ήταν έως και τραυματική, αλλά σίγουρα δε βγήκε χαμένη. Ανάμεσα στους δασκάλους της ήταν ο José Limon και ο Antony Tudor. Ειδικά ο δεύτερος την ώθησε στα χορευτικά της όρια. Λέγεται μάλιστα, ότι μια φορά έφτιαξε για εκείνη μια χορογραφία η οποία περιλάμβανε 587 arabesques, 224 jetes και 184 στροφές.

Επιστρέφοντας στη Γερμανία, έγινε η βασική χορεύτρια του Jooss Folkwang Ballett για 7 χρόνια, μέχρι την πρώτη της χορογραφική προσπάθεια το 1968. Μετά τα πράγματα πήραν το δρόμο τους. Tο 1969 γίνεται διευθύντρια του Folkwang Ballett και καλλιτεχνική διευθύντρια το 1973. Η ομάδα μετονομάστηκε σε Tanztheater Wuppertal Pina Bausch και η πορεία του ξέφυγε από τα όρια του μπαλέτου.
Ο Βιμ Βέντερς, αρχικά σταμάτησε τις προετοιμασίες, μιας και πείστηκε ότι η ταινία, χωρίς την Μπάους, δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Ωστόσο, μετά από μια περίοδο πένθους και με τη συγκατάθεση της οικογένειας και τις παρακλήσεις του προσωπικού και των χορευτών που επρόκειτο να ξεκινήσουν τις πρόβες για την ταινία, ο Βέντερς αποφάσισε τελικά να γυρίσει την ταινία, έστω και χωρίς την Πίνα Μπάους στο πλευρό του.
Η ερευνητική και τρυφερή ματιά της στις χειρονομίες και τις κινήσεις των χορευτών, καθώς και κάθε λεπτομέρεια της χορογραφίας της, ήταν ακόμη "ζωντανά". Τώρα πια, παρά τη μεγάλη απώλεια, είχε έρθει η κατάλληλη στιγμή, και ίσως η τελευταία για να αποτυπωθούν όλα τα παραπάνω σε μια ολοκληρωμένη δημιουργία.


Η ταινία λοιπόν περιλαμβάνει, εκτός από αποσπάσματα από τις 4 παραγωγές που είχε επιλέξει η ίδια η Μπάους, αρχειακό υλικό της χορογράφου εν ώρα δουλειάς, με την καινοτομία της 3D τεχνολογίας, καθώς και πολλές σόλο εμφανίσεις των χορευτών της. Για να το πετύχει αυτό, ο Βέντερς χρησιμοποίησε τη μέθοδο των ερωτήσεων, που χρησιμοποιούσε και η Μπάους στις δικές της παραγωγές.
Έθετε ερωτήματα και οι χορευτές της απαντούσαν όχι με λέξεις, αλλά με αυτοσχέδιες χορογραφίες και με τη γλώσσα του σώματος. Εξέφραζαν τα βαθιά τους συναισθήματα και τις προσωπικές τους εμπειρίες, από τις οποίες η Μπάους, μέσω εντατικών συνεδριών με την ομάδα της, δημιουργούσε τα δικά της χορευτικά κομμάτια.
Ο Βέντερς στράφηκε σε αυτή τη μέθοδο, όταν προσκάλεσε τους χορευτές να εκφράσουν στην ταινία τις αναμνήσεις τους από την Μπάους, με ξεχωριστές σόλο εμφανίσεις. Κινηματογράφησε λοιπόν τα διαφορετικά αυτά σόλο σε πολλές τοποθεσίες μέσα και γύρω από το Wuppertal.
Το αποτέλεσμα, είναι απλά μαγικό. Η "Πίνα Μπάους" δεν είναι μόνο μια από τις πρώτες ευρωπαϊκές 3D ταινίες,  αλλά είναι και η πρώτη καλλιτεχνική ταινία που γυρίζεται σε 3D παγκοσμίως. 
Η ταινία "Pina Bausch" (2011) του Βιμ Βέντερς, είναι η αδιαμφισβήτητη απόδειξη, πως ένα "εργάλειο" όπως το 3D digital, όταν χρησιμοποιηθεί σωστά μπορεί κάλλιστα να δημιουργήσει ένα μοναδικό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Ο Βέντερς έτσι κατάφερε να μας χάρισε το 2011 ένα από τα κορυφαία δείγματα γραφής με χρήση της τεχνολογίας του 3D. Μέσω του ντοκιμαντέρ του, αποτίει φόρο τιμής στη μεγάλη χορεύτρια Pina Bausch, καταφέρνοντας να μας κάνει κοινωνούς σε ένα μοναδικό δημιούργημα. Ένα δημιούργημα, το οποίο όχι μόνο κατέκτησε κοινό και κριτικούς, αλλά του χάρισε το 2012 και μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, στην κατηγορία του ντοκιμαντέρ.
Το στιλ της Πίνα Μπάους, διακρινόταν για την αμεσότητα και την ειλικρίνεια που μιλούσε στην καρδιά του θεατή, κάνοντας ορατή την ουσία πίσω από το φαίνεσθαι. Η ομάδα της περιλάμβανε χορευτές κάθε μεγέθους και ηλικίας, με έμφαση στην προσωπικότητα. Ένα από τα σημεία αναφοράς στις χορογραφίες της ήταν οι καθημερινές χειρονομίες. Όπως έλεγε κι η ίδια: "αυτό που προσπαθώ να κάνω, είναι να βρω μια γλώσσα για τη ζωή..."


Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

"Στίχοι γραμμένοι στο Φρενοκομείο" ποίημα του Γεωργίου Βιζυηνού ("ΑΥΓΗ", 8/5/2013) + ένα σύντομο βιογραγφικό του.

................................................................


Στίχοι γραμμένοι στο Φρενοκομείο

Μες στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά -
σέρνω το βαρύ μου βήμα
            σ' ένα μνήμα...

Σαν μ' αρπάχθηκε η χαρά
που εχαιρόμουν μια φορά,
έτσι σε μιαν ώρα...
μες σ' αυτήν την χώρα
          όλ' αλλάξαν τώρα!

Και από τότε που θρηνώ
το ξανθό και γαλανό
και ουράνιο φως μου,
μετεβλήθη εντός μου
και ο ρυθμός του κόσμου.

Μες στα στήθια η συμφορά
σαν το κύμα πλημμυρά -
σέρνω το βαρύ μου βήμα
           σ' ένα μνήμα...

Τον σταυρό τον αψηλό
αγκαλιά γλυκοφιλώ,...

το μυριάκριβο όνομά της...
           Κι απ' τα χώματά της
η φωνή της η χρυσή
με καλεί:

                      - ... Έλα και συ
δίπλα στο ξανθό παιδί σου
             και κοιμήσου...

                              Γ. ΒΙΖΥΗΝΟΣ


"Τα ποιήματα" εκδ. Φέξης, Αθήνα (δυσδιάκριτη ημερομηνία)

από το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ" της "ΑΥΓΗΣ" 8/5/2013
με ανθολόγο του Μαΐου του 2013 τη Ζέφη Δαράκη               


..............................................................

Γεώργιος Βιζυηνός (8 Μαρτίου 1849 - 1896)

O Γεώργιος Βιζυηνός γεννήθηκε το 1849 στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης. Στο χωριό του χρωστάει και το επώνυμο που του δόθηκε αντί του πραγματικού Μιχαηλίδης. Πολύ νωρίς ορφάνεψε από πατέρα και γνώρισε τον πόνο και τη φτώχια, καθώς η μητέρα του αγωνιζόταν ολομόναχη να μεγαλώσει τα τέσσερα παιδιά της. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε μέσα στη στέρηση, παρέα με φτωχούς βοσκούς και αγρότες της Βιζύης και κοντά στην μητέρα του που την αγαπούσε πολύ και την έκανε ηρωίδα στα περισσότερα έργα του. Οι εικόνες των παιδικών του χρόνων στην ιδιαίτερη του πατρίδα, τα πρόσωπα και τα πράγματα, οι δυσκολίες, η ομορφιά του τοπίου και η οικογένειά του τον ακολουθούσαν σε όλη του τη ζωή, ακόμη και όταν βρισκόταν εκτός Ελλάδας.

Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε ο Βιζυηνός στο χωριό του, αλλά πολύ νωρίς, για να αντιμετωπίσει τις βιοτικές του ανάγκες, πήγε στην Πόλη κοντά στο ραφτάδικο του θείου του. Στην Πόλη είχε την τύχη να βρει τίμιους και ισχυρούς προστάτες, οι οποίοι τον βοήθησαν να μορφωθεί και να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Η γνωριμία του με τον Μητροπολίτη Κύπρου Σωφρόνιο τον οδήγησε στην απόφαση να μεταβεί στην Κύπρο με σκοπό να γίνει κληρικός. Η ζωή του κληρικού όμως φαίνεται να ήταν κάτι που δεν τον εξέφραζε, γι’ αυτό και εγκατέλειψε την Κύπρο, επανήλθε στην Πόλη και συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή της Χάλκης. Με τη καθοδήγηση και την παρότρυνση του καθηγητή του και ποιητή Ηλία Τανταλίδη δημοσίευσε το 1873 την πρώτη του ποιητική συλλογή με τίτλο Ποιητικά πρωτόλεια, η οποία προκάλεσε το ενδιαφέρον των ανθρώπων των Γραμμάτων της εποχής του και έτσι έγινε δεκτός στους φιλολογικούς κύκλους της Πόλης.

Με την οικονομική στήριξη του πλούσιου ομογενή Γεωργίου Ζαρίφη μετέβη στην Αθήνα και γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή. Στην Αθήνα έρχεται σε επαφή με τους πνευματικούς κύκλους και το 1874 αποστέλλει το επικολυρικό ποίημα Κόδρος στον Βουτσιναίο Διαγωνισμό όπου και βραβεύεται. Την ίδια επιτυχία στον ίδιο διαγωνισμό είχε και μια καινούρια ποιητική συλλογή με τον τίτλο Άραις, μάραις, κουκουνάραις ή Βοσπορίδες αύραι. Ο Βιζυηνός, επηρεασμένος από τον δάσκαλό του Τανταλίδη, χρησιμοποιεί στα ποιήματά του καθαρεύουσα, με σπάνιες παραχωρήσεις στη δημοτική. Εκεί όπου μερικές φορές χρησιμοποιεί δημοτική δείχνει ένα πηγαίο αίσθημα και μια λεπτότατη ποιητική, που θυμίζει δημοτικό τραγούδι.

Το 1875, επειδή δεν έμεινε ικανοποιημένος από τις σπουδές του στη Φιλοσοφική Σχολή, εγκαταλείπει την Αθήνα και πηγαίνει στη Γοττίγγη της Γερμανίας για να σπουδάσει φιλοσοφία. Δύο χρόνια αργότερα φοιτά στο πανεπιστήμιο της Λειψίας και γίνεται διδάκτωρ του ίδιου πανεπιστημίου (1881), με τη διατριβή Το παιχνίδι υπό έποψη ψυχολογική και παιδαγωγική. Το 1882 μεταβαίνει στο Παρίσι, όπου γνωρίζεται με τον Δημήτριο Βικέλα, ο οποίος και τον ωθεί στη συγγραφή διηγημάτων.

Το πρώτο διήγημα του Βιζυηνού είναι το Το αμάρτημα της μητρός μου που δημοσιεύτηκε στην Εστία το 1883 με τη βοήθεια και τη συμπαράσταση του Βικέλα. Με το έργο αυτό, που ξεχωρίζει για την ψυχογραφική του διάσταση, ο Βιζυηνός άνοιξε ουσιαστικά το δρόμο της ηθογραφίας. Πρόκειται για την εξιστόρηση ενός οικογενειακού δράματος με κεντρική μορφή τη μητέρα του αφηγητή. Η μητέρα του αφηγητή άθελά της στον ύπνο της καταπλάκωσε τη μικρή κόρη της και το «αμάρτημα» αυτό τη βασανίζει σε όλη της τη ζωή. Η αφήγηση σε πρώτο πρόσωπο, η μυθιστορηματική πλαστικότητα των χαρακτήρων, οι δραματικές συγκρούσεις και η άρτια δομή και τεχνική αποτελούν τα βασικά γνωρίσματα του έργου.

Σημαντική επίδραση στο λογοτεχνικό έργο του Βιζυηνού έπαιξε η γνωριμία του με το φιλόσοφο και τεχνοκριτικό Πέτρο Βράιλα Αρμένη στο Λονδίνο, ο οποίος τον ώθησε να μελετήσει την επτανησιακή λογοτεχνία, από την οποία επηρεάστηκε βαθιά. Την ίδια περίοδο εξέδωσε την ποιητική συλλογή Ατθίδες Αύραι, που είναι από τα κυριότερα ποιητικά του έργα. Σε διάστημα ενός χρόνου (1883 - 1884) εξέδωσε το μεγαλύτερο μέρος των διηγημάτων του: Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως, Ποίος ήτο ο φονεύς του αδελφού μου, Αι συνέπειαι της παλαιάς ιστορίας, Το μόνον της ζωής του ταξίδιον, Πρωτομαγιά. Σε όλα αυτά τα έργα του, αλλά και στο τελευταίο του Ο Μοσκώβ Σελήμ (1895) ο Βιζυηνός αντλεί το αφηγηματικό του υλικό κυρίως από τις προσωπικές και οικογενειακές μνήμες, από τις παραδόσεις και τα βιώματα της λαϊκής ζωής στην ιδιαίτερή του πατρίδα, τη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, ενισχυμένο από το στέρεο υπόβαθρο της παιδείας του και την επιστημονική γνώση της ψυχολογίας. Η γλώσσα των διηγημάτων του Βιζυηνού είναι η απλή καθαρεύουσα, ενώ για τους διαλόγους χρησιμοποιεί τη δημοτική ή ακόμη και ιδιωματικούς τύπους από την περιοχή της Θράκης. Τα διηγήματά του άρχισαν να γίνονται αντικείμενο ενδιαφέροντος μόνο μετά τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο το 1892.

Μετά το θάνατο του φίλου και ευεργέτη του Ζαρίφη, το 1885 γίνεται πανεπιστημιακός στην έδρα της φιλοσοφίας, αφού είχε υποβάλει τη διατριβή Η φιλοσοφία του καλού παρά τω Πλωτίνω. Ο Βιζυηνός, νους κριτικός, ιδιοφυής και φιλέρευνος διδάσκει, μεταφράζει τις γνωστότερες ευρωπαϊκές μπαλάντες,συγγράφει ψυχολογικές και λαογραφικές μελέτες, τραγούδια, παιδική λογοτεχνία.

Παρά την προσφορά του στη ψυχολογική επιστήμη και έρευνα, το κατεστημένο της Φιλοσοφικής Σχολής έδειξε αδιαφορία και έλλειψη ανταπόκρισης. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με το οικονομικό πρόβλημα που είχε μετά το θάνατο του φίλου και ευεργέτη του Γ. Ζαρίφη τον οδήγησαν στην σταδιακή διατάραξη του ψυχικού του κόσμου και στο Δρομοκαΐτειο Ψυχιατρείο. Τα τελευταία δύσκολα χρόνια της ζωής του πέρασαν υπό το κράτος της ψυχικής του νόσου η οποία τον οδήγησε στο θάνατο το 1896.


Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Άννα Αχμάτοβα - Ρέκβιεμ για ένα όνειρο Από τον Γιώργο Καρουζάκη (www.lifo.gr, 6.7.2012)

............................................................

www.lifo.gr, 6.7.2012 | 14:38

Άννα Αχμάτοβα - Ρέκβιεμ για ένα όνειρο

Η μεγάλη ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα (1889-1966) υπήρξε μια ασκητική φιγούρα με αυστηρό, βασιλικό προφίλ, που κατάφερε μέσα από τα ποιήματά της να εκφράσει τον πόνο όσων δεν μπορούσαν να αντέξουν το πηχτό σκοτάδι του σταλινισμού.

Από τον Γιώργο Καρουζάκη.




Η ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα (1889-1966) υπήρξε για ένα μεγάλο μέρος του ρωσικού λαού αγία, η Άννα Πασών των Ρωσιών. Μια ασκητική φιγούρα με αυστηρό, βασιλικό προφίλ, που κατάφερε μέσα από τα ποιήματά της να εκφράσει τον πόνο όσων δεν μπορούσαν να αντέξουν το πηχτό σκοτάδι του σταλινισμού. Για το σοβιετικό καθεστώς ήταν μια «πόρνη», ενώ η ποίησή της τίποτε περισσότερο από «μοτίβα πένθους και μελαγχολίας μιας τρελαμένης κυρίας του σαλονιού, που κινείται μεταξύ μπουντουάρ και στασιδιού» – λόγια του Αντρέι Ζντάνοφ από τη διάλεξή του στην Ένωση Συγγραφέων, το 1946.
Πέρα από τις μυθοποιητικές προσεγγίσεις της προσωπικότητάς της και το μένος των σταλινικών εναντίον της, είναι ξεκάθαρο ότι η δύναμη του ποιητικού της έργου φτάνει ακέραια στις μέρες μας. Μπορείτε να το διαπιστώσετε και στη βιογραφία του Βόλφγκανγκ Χέσνερ για τη σπουδαία ποιήτρια με τον θυελλώδη βίο, που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Μελάνι».
Η εκτέλεση από το σοβιετικό καθεστώς του ποιητή και πρώτου της συζύγου Νικολάι Γκουμιλιόφ με την κατηγορία του «εχθρού του λαού», και η μακροχρόνια ταλαιπωρία του γιου τους Λεβ στα γκουλάγκ της Σιβηρίας, βάθυναν την οδύνη αλλά και την ποίησή της. Αν και κάποια στιγμή, προκειμένου να μεταπείσει τον Στάλιν για την υπόθεση του γιου της, η Άννα Αχμάτοβα, αυτό το ελεύθερο και ριζοσπαστικό πνεύμα, αναγκάστηκε να υιοθετήσει ένα στομφώδες και ψεύτικο ύφος. Και να γράψει ορισμένα υμνητικά ποιήματα για τον «σωτήρα Στάλιν» και το «μεγαλείο της χώρας».
Η Αχμάτοβα δεν υπήρξε μόνο θύμα της αλλοφροσύνης ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ήταν ακόμα το κορίτσι που ενέπνευσε στο Παρίσι τον ζωγράφο Αμεντέο Μοντιλιάνι. Η κομψή, νεαρή γυναίκα που ερωτευόταν παθιασμένα και σύχναζε στο καμπαρέ «Αδέσποτος Σκύλος», στέκι ανήσυχων καλλιτεχνών των αρχών του 20ού αιώνα. Η λαμπερή εκπρόσωπος της ομάδας των ακμεϊστών (όρος προερχόμενος από τη λέξη ακμή, που υποδηλώνει τις αναζητήσεις μιας ομάδας δημιουργών που, εκτός των άλλων, θέλησαν να διερευνήσουν εκ νέου την υλικότητα του κόσμου και τις δυνατότητες της γλώσσας).
Είναι επίσης η ποιήτρια του θρηνητικού «Ρέκβιεμ», αφιερωμένου στο γιο της και στα δεινά του ρωσικού λαού από τη σταλινική τρομοκρατία. Και τέλος, η δημιουργός του καινοτόμου έργου της ωριμότητάς της, του «Ποίημα χωρίς ήρωα» – ένα παιχνίδι συνειρμών για τον παρανοϊκό στρόβιλο του 20ού αιώνα, ένας χορός φαντασμάτων με κυρίαρχο το χάος, το ερεβώδες έγκλημα, τη θολούρα· όλα, προσωποποιήσεις θανάτου.  


ΒΟΛΦΚΑΝΓΚ ΧΕΣΝΕΡ
ΑΝΝΑ ΑΧΜΑΤΟΒΑ {Η θυελλώδης ζωή μιας μεγάλης ποιήτριας}
Εκδόσεις Μελάνι
Μτφρ. Aνίτα Συριοπούλου (απόδοση ποιημάτων Γιάννης Αντιόχου)
Σελ. 232


 ......................................


Επίλογος (μτφ. Γιάννης Αντιόχου)
Ι
Κι έμαθα πώς συρρικνώνονται τα πρόσωπα
Πώς ο τρόμος ελλοχεύει κάτω από τις βλεφαρίδες
Και πώς η οδύνη γράφει με σφηνοειδείς χαρακτήρες
Τραχιές γραμμές τα μάγουλα,
Πώς κατάμαυρα ή ξανθά δαχτυλίδια τα μαλλιά
Μονομιάς καλύπτονται απ’ ασημένια σκόνη,
Και σβήνει το χαμόγελό μου στα πειθήνιά μου χείλη
Κι ο φόβος, είναι νεκρικός, θροΐζει στο σβησμένο μου γελάκι.
Και για μένα δεν προσεύχομαι μοναχά,
Αλλά για όλους, αυτούς που στάθηκαν μαζί μου στη σειρά
Στη ζέστα του Ιούλη, στο ψύχος του χειμώνα
Κάτω από τον τόσο κόκκινο, τον τοίχο, κι αθώρητο ακόμα.

ΙΙ

Και πάλι, σίμωσε της θύμησης η ώρα
Σας βλέπω, σας αισθάνομαι και σας ακούω τώρα:
Κι εκείνη που σχεδόν στο τέλος είχαν σύρει,
Κι εκείνη που ποτέ ξανά τη γη της θα πατήσει,
Κι εκείνη που είπε σείοντας τ’ ωραίο της κεφάλι:
«Το να επιστρέφω πάλι εδώ, σπίτι επιστρέφω πάλι».
Να τις φωνάξω ήθελα με τα ονόματά τους
Μα οι λίστες έχουνε χαθεί με τ’ αναφορικά τους.
Και έχω υφάνει για όλες τους μαντήλι που είν’ φαρδύ
Απ’ τις φτωχές τις λέξεις τους, που άκουσα εκεί.
Πάντα και οπουδήποτε θα τις αναθυμούμαι
Δεν πρόκειται απ’ τη μνήμη μου αυτές να ξεχαστούνε
Και αν το εξαντλημένο μου μού το φιμώσουν στόμα
Μ’ αυτό που ξεφωνίζουν εκατό λαού εκατομμύρια ακόμα
Τότε στη μνήμη τους εμέ
Παραμονή επετείου μου ίσως με θυμηθούνε
Κι αν κάποιοι αποφασίσουνε για εμένα να στήσουν
Στη χώρα αυτή μια προτομή τιμή για να μου δείξουν
Σε τέτοιο πανηγύρι συναινώ
Μα βάζω όρο αυτόν εδώ - να στέκει
Οχι στη Μαύρη Θάλασσα π’ αντίκρισα το φως-
Γι’ αυτή κάθε συναίσθημα χαμένο εντελώς,
Ούτε στους κήπους του τσάρου, στην απόμακρη γωνιά
Εκεί που με γυρεύει μια πένθιμη σκιά,
Αλλά εδώ, εδώ που στάθηκα τριακόσιες ώρες
Μα δεν ξεκλείδωσαν για μένα ποτέ οι βαριές οι πόρτες.
Γιατί ακόμα και στον μακάριο θάνατο θέλω για πάντα να μείνει
Ο ορυμαγδός από τις κλούβες της αστυνομίας μες στη μνήμη
Απ’ το σφράγισμα της πόρτας, ο κρότος, το μπουμπουνητό
Και το σαν πληγωμένου ζώου της γριάς γυναίκας, το ουρλιαχτό.
Κι από τ’ ασάλευτα, τα χάλκινα, τα τσίνορα μου,
Ας κυλούν σαν χιόνι που λιώνει τα δάκρυα μου
Κι ας γουργουρίζει ένα περιστέρι της φυλακής πέρα μακριά,
Και ας ταξιδεύουν τα πλοία στον Νέβα βουβά.
Μάρτιος 1940


To τραγούδι της τελευταίας συνάντησης (μτφ. Άρης Αλεξάνδρου)
 
Στο στήθος ένα σφίξιμο
το βήμα χάνω, πάω βιαστική
από την αγωνία, την λαχτάρα, φόρεσα
το γάντι το αριστερό, στο χέρι το δεξί.
Τόσα σκαλιά ν’ ανέβω, αδύνατον.
Μα, είναι τρία, χρυσή μου.
Ηχος γλυκός σαλεύει μες στα δέντρα
και το φθινόπωρο μου λέει “Πέθανε μαζί μου”.
Η τύχη μου παντοτινά ασταθής
άχαρη, σαν εσένα. Είμαι απελπισμένη.
Λύση καμιά δεν βλέπω, ω! ακριβέ.
Πεθαίνω εγκαταλειμμένη.
Tο βλέμμα στρέφω, να το σπίτι μας κι η κάμαρα
κεχριμπαρένια καίνε τα κεριά
της τελευταίας μας συνάντησης το σμίξιμο
και η φωνή σου μες στ΄ αυτιά μου ακόμα τραγουδά».

τα ποιήματα της Άννας Αχμάτοβα τα δανείστηκα από εδώ:

 http://www.poiein.gr/archives/4094/index.html

Κυριακή 24 Ιουνίου 2012

Άλαν Τούρινγκ: Η συναρπαστική, σύντομη ζωή του (http://www.ikypros.com, 23/6/2012)

..............................................................

Ένας από τους λίγους ανθρώπους που πραγματικά άλλαξαν τον κόσμο

Άλαν Τούρινγκ: Η συναρπαστική, σύντομη ζωή του
 
100 Χρόνια από τη γέννηση του "πατέρα" της πληροφορικής
Άλαν Τούρινγκ: Η συναρπαστική, σύντομη ζωή του



Η παγκόσμια επιστημονική κοινότητα τιμά, το Σάββατο, τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του πατέρα της σύγχρονης πληροφορικής, του βρετανού μαθηματικού Άλαν Τούρινγκ (23 Ιουνίου 1912 - 7 Ιουνίου 1954), ο οποίος, μεταξύ πολλών άλλων, αποκωδικοποίησε τους μυστικούς κώδικες των ναζί στη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου.

Στις 23 Ιουνίου, στην 100ή επέτειο από τη γέννηση του καθηγητή της Λογικής και κρυπτογράφου στο Λονδίνο, πολλές πόλεις διοργανώνουν συνέδρια και εκθέσεις για να τιμήσουν τις εργασίες ενός μεγάλου επιστήμονα, ο οποίος, όμως, εν ζωή διώχθηκε, γιατί ήταν ομοφυλόφιλος.
«Ο Τούρινγκ είναι αναμφίβολα το μοναδικό πρόσωπο, η συνεισφορά του οποίου άλλαξε την όψη του κόσμου στους τρεις πιο ευαίσθητους τύπους νοημοσύνης: την ανθρώπινη, την τεχνητή και τη στρατιωτική», έγραφε το περιοδικό Nature σε πρόσφατο άρθρο του.

Ο Τούρινγκ πέθανε σε ηλικία 41 ετών. Δηλητηριάστηκε με κυάνιο, μετά την καταδίκη του το 1952 για «παραβίαση της δημοσίας αιδούς», λόγω της ομοφυλοφιλίας του, που ήταν παράνομη εκείνη την εποχή στη Βρετανία, ενώ είχε, ήδη, υποστεί χημικό ευνουχισμό.

Ο Τούρινγκ κατάφερε να θέσει τα θεμέλια της σύγχρονης πληροφορικής, να καθορίσει τα κριτήρια της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και να αποκωδικοποιήσει τους μυστικούς κώδικες του γερμανικού στρατού, γεγονός που έσωσε εκατομμύρια ζωές και συνέβαλε να λήξει ταχύτερα ο πόλεμος, ενώ σχεδόν έλυσε ένα βιολογικό αίνιγμα στη μορφογένεση, το οποίο ακόμη παραμένει ανεξιχνίαστο για τους ερευνητές.
Το 1936 ο Τούρινγκ, ο οποίος είχε ανακοινώσει ότι θέλει να «κατασκευάσει έναν εγκέφαλο», δημοσιεύει άρθρο στο οποίο περιγράφει την «καθολική μηχανή Τούρινγκ». Ήταν ο πρώτος, που εξέτασε πώς να προμηθεύει προγράμματα σε μια μηχανή υπό μορφή «δεδομένων», τα οποία θα μπορούν πολλοί να επεξεργάζονται ταυτόχρονα.

Έσπασε τους κώδικες της κρυπτογραφικής μηχανής «Αίνιγμα»

Όταν κατασκευάστηκε από άλλους επιστήμονες, το 1950, η πρώτη έκδοση της «Αυτόματης Υπολογιστικής Μηχανής» του Τούρινγκ, ήταν ο πιο γρήγορος υπολογιστής στον κόσμο.

«Η εφεύρεση του υπολογιστή είναι μια τόσο μεγάλη συνεισφορά, που φαίνεται παράξενο να επιδιώκεται μια ακόμη μεγαλύτερη. Ωστόσο, υποθέτω ότι η συνεισφορά του στην αποκρυπτογράφηση των κωδίκων των ναζί είχε ακόμη μεγαλύτερη επίδραση στον κόσμο», δήλωσε ο Τζακ Κόπλαντ, εμπειρογνώμων των μαθηματικών, που έγραψε πολλά βιβλία για τον Τούρινγκ.

Για το ευρύ κοινό, το μεγαλύτερο από τα όπλα του Τούρινγκ είναι ότι κατάφερε, μαζί με την ομάδα του, να σπάσει τους κώδικες της κρυπτογραφικής μηχανής «Αίνιγμα», που χρησιμοποιούσαν οι ναζί για τις επικοινωνίες τους μέσω των γερμανικών υποβρυχίων στο βόρειο Ατλαντικό. Ορισμένοι ιστορικοί εκτιμούν ότι αυτό συνέβαλε στην ταχύτερη πτώση του Χίτλερ, ο οποίος διαφορετικά θα παρέμενε στην εξουσία για ακόμη δύο ή περισσότερα χρόνια.
Μετά τον πόλεμο, ο Τούρινγκ θα ερευνήσει το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης και θα ορίσει τα κριτήριά της, που ακόμη ισχύουν σήμερα: η περίφημη «δοκιμή Τούρινγκ» αποφαίνεται για την ύπαρξη, ή όχι, «νοημοσύνης», βασιζόμενη στη δυνατότητα μιας μηχανής για επικοινωνία. Ένας υπολογιστής θα ήταν πράγματι ευφυής εάν, και μόνο εάν, κάποιος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να διακρίνει μεταξύ των απαντήσεών του και αυτών ενός άλλου ανθρώπου σε γενικές ερωτήσεις.

Με τη «δοκιμή Τούρινγκ» ο βρετανός επιστήμονας συνέβαλε σημαντικά στη συζήτηση σχετικά με τη τεχνητή νοημοσύνη. Επίσης, με την καθολική μηχανή Τούρινγκ, παρείχε μια επίσημη έννοια του αλγορίθμου και της ανάλυσης των αριθμών, διατυπώνοντας την ευρέως αποδεκτή έκδοση Τούρινγκ, ότι, δηλαδή, οποιοδήποτε πρακτικό πρότυπο υπολογισμού έχει είτε ένα ισότιμο, είτε ένα υποσύνολο, των ικανοτήτων μιας μηχανής Τούρινγκ.
Λάτρης της βιολογίας, ο Τούρινγκ θα εφαρμόσει το μαθηματικό του ταλέντο στη μορφογένεση, δηλαδή πώς τα ζώα και τα φυτά αναπτύσσουν ορισμένα μοντέλα μορφών, όπως οι ρίγες της ζέβρας, ή οι κηλίδες της αγελάδας, θεωρίες οι οποίες ακόμη απασχολούν τους βιολόγους.

Πηγές: ΑΠΕ, Wikipedia, ΕΡΤ
 
Άλαν Τούρινγκ: Η συναρπαστική, σύντομη ζωή του
Η Google με ένα πρωτότυπο doodle τιμά τον Alan Turing που γεννήθηκε σαν σήμερα, 23 Ιουνίου πριν 100 χρόνια.