Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κομμάτια κι αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κομμάτια κι αποσπάσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Οκτωβρίου 2015

"Ο αποφυλακισμένος" του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) η 15η σκηνή από το έργο του "Τρόμος και Αθλιότητα στο Γ' Ράιχ"...

...........................................................







Μπέρτολτ Μπρεχτ
(1898 - 1956)









15   Ο αποφυλακισμένος



Να και κείνοι που σκληρά τους βασανίσανε

που όλη νύχτα το σώμα τους λιανίσανε,

που όλη νύχτα κλειστό το στόμα τους κρατήσανε.

Μα τώρα οι γνωστοί, οι γυναίκες και οι φίλοι τους

καχύποπτα κοιτούνε και σφίγγουνε τα χείλη τους:

το πρωί το πρωί μήπως μιλήσανε;

(Βερολίνο, 1936. Εργατική κουζίνα. Κυριακή πρωί. Άντρας και γυναίκα. Στρατιωτική μουσική από μακριά)


Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Στο κάτω-κάτω δεν έχετε τίποτα εις βάρος του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξέρουμε μόνο πως τον άφησαν από το στρατόπεδο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί δεν του ‘χετε εμπιστοσύνη;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Πολλά γίνανε. Τραβάνε πολλά εκεί μέσα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και πώς θα αποδείξεις ότι είναι καθαρός;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μπορούμε να το εξακριβώσουμε εμείς.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα θα σας πάρει πολύ χρόνο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ:  Όμως μπορεί να είναι ο καλύτερος σύντροφος.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μπορεί.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα είναι τρομερό γι’ αυτόν να δει ότι κανείς δεν τον εμπιστεύεται.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρει πως είναι ανάγκη να γίνει έτσι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι όμως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κάτι ακούω τώρα. Μη βγεις έξω όσο θα συζητάμε.



(Χτυπάει η πόρτα. Ο Άντρας ανοίγει και μπαίνει ο Αποφυλακισμένος.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καλημέρα, Μαξ.

(Ο Αποφυλακισμένος σφίγγει τα χέρια και των δύο)



ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα πιείτε έναν καφέ μαζί μας; Κι εμείς τώρα θα πιούμε.

Ο ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ.: Αν δεν είναι κόπος.



(Παύση)



Ο ΑΠΟΦ.: Πήρατε καινούργιο ντουλάπι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Παλιό είναι. (Μεταχειρισμένο το πήραμε). Το πήραμε εντεκάμισι μάρκα. Το άλλο διαλύθηκε.

Ο ΑΠΟΦ.: Α, έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι γίνεται έξω;

Ο ΑΠΟΦ.: Τίποτα. Μαζεύουν για τη Χειμερινή Βοήθεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να σας πω την αλήθεια, δεν θα ‘ταν άσκημο να μας έδιναν ένα κουστούμι για τον Βίλι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εγώ έχω τη δουλειά μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα ένα κουστούμι δεν θα σ’ έβλαφτε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη λες κουταμάρες.

Ο ΑΠΟΦ.: Είτε δουλεύεις είτε όχι, πάντα κάτι σου λείπει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εσύ βρήκες δουλειά;

Ο ΑΠΟΦ. : Μου είπαν, θα βρω.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Πού; Στη Ζίμενς;

Ο ΑΠΟΦ.: Ναι ή κάπου αλλού.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια τόσο δύσκολο.

Ο ΑΠΟΦ.: Όχι.



(Παύση)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Πόσο έμεινες μέσα;

Ο ΑΠΟΦ.: Έξι μήνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αντάμωσες κανέναν μέσα;

Ο ΑΠΟΦ.: Όχι δεν ήταν κανένας γνωστός. Τώρα τους πάνε σε διάφορα στρατόπεδα. Μπορεί να βρεθείς στη Βαυαρία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Α, έτσι.

Ο ΑΠΟΦ.: Εδώ έξω δεν αλλάξανε πολλά πράγματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τίποτα σπουδαίο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ξέρετε, κι εμείς κλειστήκαμε στο καβούκι μας. Κι ο Βίλι σπάνια να συναντήσει κανένα παλιό σύντροφο, ε Βίλι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, δεν έχουμε πολλές παρέες.

Ο ΑΠΟΦ.: Ακόμα δεν καταφέρατε να ξεφορτωθείτε τους σκουπιδοτενεκέδες από το διάδρομο;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αχ, το θυμάστε ακόμα, ε; Ναι, λέει, πως δεν έχει πού αλλού να τους βάλει.

Ο ΑΠΟΦ. (Καθώς η Γυναίκα του βάζει καφέ): Μόνο μια γουλιά. Δε θα μείνω πολύ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έχεις να πας πουθενά;

Ο ΑΠΟΦ. : Η Σέλμα μου είπε πως τη φροντίζατε όσο ήταν στο κρεβάτι. Σας ευχαριστώ πολύ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν υπάρχει λόγος να ευχαριστείτε. Της είπαμε να έρχεται πιο συχνά τα βράδια, μα δεν έχουμε ούτε ραδιόφωνο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτά που λέει το ραδιόφωνο, τα γράφουν και οι εφημερίδες.

Ο ΑΠΟΦ.: Δε γράφει και πολλά πράγματα «Ο Άρειος».

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όσα και «Ο Λαός».

Ο ΑΠΟΦ.: Και «Ο Λαός» όσα και «Ο Άρειος», ε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε διαβάζω και πολύ το βράδυ. Γυρίζω ψόφιος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα τι έπαθε το χέρι σας; Σα να έχει ατροφήσει και σας λείπουνε δύο δάχτυλα.  

Ο ΑΠΟΦ.: Είναι από πέσιμο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ευτυχώς είναι το αριστερό.

Ο ΑΠΟΦ.: Ναι, ήμουνα τυχερός. Θέλω να σου μιλήσω. Δεν είναι τίποτα κακό, κυρία Μαν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, βέβαια. Να καθαρίσω μόνο την κουζίνα.



(Η Γυναίκα απασχολείται στην κουζίνα. Ο Αποφ. την παρακολουθεί μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα φύγουμε αμέσως μετά το φαγητό. Η Σέλμα είναι καλά τώρα;

Ο ΑΠΟΦ.: Ο γοφός της όχι. Την πειράζει όταν πλένει. Για πείτε μου…



(Σταματάει, τους κοιτάζει. Κι εκείνοι τον κοιτάζουν. Δεν συνεχίζει.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ (βραχνά): Να πηγαίναμε στην Αλεξάντερ Πλατς πριν το φαγητό; Να δούμε, μπας και έχει κάποια κίνηση το μάζεμα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μπορούμε να πάμε μια βόλτα, ε;…

Ο ΑΠΟΦ.: Βέβαια.



(Παύση)





Ο ΑΠΟΦ. (σιγανά): Ξέρεις Βίλι, είμαι πάντα ο ίδιος.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (χωρίς να δίνει σημασία): Καλά, ούτε αν λέγεται. Ίσως έχει και μουσική στην Αλεξάντερπλατς. Άντε ετοιμάσου, Άννα. Τον καφέ μας τον ήπιαμε. Χτενίζομαι λίγο, και φύγαμε.



(Πηγαίνουν στο διπλανό δωμάτιο. Ο Αποφ. μένει εκεί, στη θέση του. Παίρνει το καπέλο του. Σιγοσφυρίζει. Το ζευγάρι επιστρέφει ντυμένο για έξω.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λοιπόν, έλα Μαξ.

Ο ΑΠΟΦ.: Ωραία. Ένα μόνο θέλω να σου πω: το θεωρώ εντελώς σωστό.



(Βγαίνουν μαζί και οι τρεις)




Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015

«Λαχταρώ»: Ο πιο ερωτικός μονόλογος με την υπογραφή της Σάρα Κέην (tvxs.gr, 03 Φεβ. 2015)

........................................................

«Λαχταρώ»: Ο πιο ερωτικός μονόλογος με την υπογραφή της Σάρα Κέην

 
 
tvxs.gr,  03 Φεβ. 2015


Το «Crave» («Λαχταρώ») είναι το προτελευταίο έργο που έγραψε η Σάρα Κέην πριν από την αυτοκτονία της στις 20 Φεβρουαρίου του 1999. Γραμμένο το 1998, το έργο αποτελεί σίγουρα έναν από τους πιο ερωτικούς μονολόγους που έχουν γραφτεί ποτέ.
H Σάρα Κέιν γεννήθηκε σαν σήμερα, 3 Φεβρουαρίου 1971 στο Brentwood του Έσσεξ. Σπούδασε θέατρο στο πανεπιστήμιο του Μπρίστολ και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο τμήμα συγγραφής θεατρικών έργων του πανεπιστημίου του Μπέρμινγχαμ.

Τα έργα της ασχολούνται με την αγάπη, τη σεξουαλική επιθυμία, τον πόνο, τα ψυχικά, αλλά και σωματικά βασανιστήρια και το θάνατο. Το πρώτο της θεατρικό έργο, Blasted, ανέβηκε το 1995 στο μικρό θέατρο Royal Court Upstairs, προκαλώντας τους κριτικούς καθώς περιείχε περιστατικά ωμής βίας και κανιβαλισμού.

Άλλα έργα της είναι τα «Φαίδρας Έρως» (Phaedra’s Love), 1996, «Καθαροί», «Πια» (Cleansed), 1998, «4.48 ψύχωση» (4.48 Psychosis), 1998.

 
«Crav
Της Σάρα Κέην 

Εγώ θέλω να κοιμάμαι πλάι σου.
Και να σου κάνω τα ψώνια σου, και να σου κουβαλάω τις σακούλες σου,
Και να σου λέω πόσο πολύ μου αρέσει να είμαι μαζί σου,
Και να θέλω να παίζουμε κρυφτό,
Και να σου δίνω τα ρούχα μου, και να σου λέω πόσο μ' αρέσουν τα παπούτσια σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να κάνεις μπάνιο,
Και να σου τρίβω το σβέρκο σου,
Και να σου φιλάω τα πόδια σου,
Και να σου κρατάω το χέρι σου,
Και να βγαίνουμε για φαγητό, και να μη με νοιάζει που θα μου τρως το δικό μου,
Και να σου δακτυλογραφώ την αλληλογραφία σου, και να σου κουβαλάω τα ντοσιέ σου,
Και να γελάω με την παράνοια σου,
Και να σου δίνω κασέτες που δεν θα τις ακούς, και να βλέπουμε καταπληκτικές ταινίες, και να βλέπουμε απαίσιες ταινίες,και να μαλώνουμε για το ραδιόφωνο, και να σε βγάζω φωτογραφίες όταν κοιμάσαι, και να σηκώνομαι πρώτος για να σου φέρω καφέ και κουλούρια και γεμιστά κρουασάν,
Και να πηγαίνουμε για καφέ στο Φλοράντ τα μεσάνυχτα,
Και να σ' αφήνω να μου κάνεις τράκα τσιγάρα,
Και να μην καταφέρνω ποτέ να βρω ένα σπίρτο,
Και να σου λέω τι είδα στην τηλεόραση χτες το βράδυ,
Και να μη γελάω με τα αστεία σου, και να σε θέλω το πρωί αλλά να σ' αφήνω να κοιμηθείς λίγο ακόμα.
Και να φιλάω την πλάτη σου, και να χαϊδεύω το δέρμα σου.
Και να σου λέω πόσο μα πόσο αγαπώ τα μαλλιά σου, τα μάτια σου, τα χείλη σου, το λαιμό σου, το στήθος σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες και να καπνίζω, ώσπου να γυρίσει σπίτι ο διπλανός σου,
Και να κάθομαι στις σκάλες ώσπου να γυρίσεις σπίτι εσύ,
Και να τρελαίνομαι όταν αργείς,
Και να ξαφνιάζομαι όταν γυρίζεις νωρίτερα,
Και να σου χαρίζω ηλιοτρόπια,
Και να πηγαίνω στο πάρτι σου και να χορεύω ώσπου να πέσω ξερός,
Και να 'μαι δυστυχισμένος όταν έχω άδικο,
Και να 'μαι ευτυχισμένος όταν με συγχωρείς,
Και να χαζεύω τις φωτογραφίες σου,
Και να παρακαλάω να σ' ήξερα μια ζωή.
Και ν' ακούω τη φωνή σου στο αυτί μου,
Και να νοιώθω το δέρμα σου πάνω στο δέρμα μου,
Και να τρομάζω όταν θυμώνεις,
Και τό να σου μάτι να κοκκινίζει και το άλλο γαλάζιο,
Και να σ' αγκαλιάζω όταν σε πιάνει αγωνία,
Και να σε κρατάω σφιχτά όταν πονάς,
Και να σε θέλω όταν σε μυρίζω,
Και να σε πληγώνω όταν σε αγγίζω,
Και να κλαψουρίζω όταν είμαι πλάι σου, και να κλαψουρίζω όταν δεν είμαι,
Και να κυλάει το σάλιο μου πάνω στο στήθος σου,
Και να σε πλακώνω και να σε πνίγω τις νύχτες,
Και να ξεπαγιάζω όταν μου παίρνεις τις κουβέρτες, και να ζεσταίνομαι όταν δεν μου τις παίρνεις,
Και να λιώνω όταν χαμογελάς και να διαλύομαι όταν γελάς,
Και να μην καταλαβαίνω όταν λες ότι σε απορρίπτω,
Και ν' αναρωτιέμαι πως σου πέρασε ποτέ απ' το νου ότι εγώ θα μπορούσα ποτέ να σε απορρίψω,
Και ν' αναρωτιέμαι ποια είσαι αλλά να σε δέχομαι έτσι όπως είσαι,
Και να σου λέω για το μαγεμένο δάσος, τον άγγελο του δέντρου, το αγόρι που πέρασε πετώντας τον ωκεανό επειδή σ' αγαπούσε,
Και να σου γράφω ποιήματα, και να αναρωτιέμαι γιατί δεν με πιστεύεις,
Και να σ' αγαπάω τόσο βαθιά που να μην μπορώ να το βάλω σε λόγια,
Και να θέλω να σου πάρω ένα γατάκι που θα το ζηλεύω γιατί θα το προσέχεις περισσότερο από μένα,
Και να μη σ' αφήνω να σηκωθείς απ' το κρεβάτι όταν πρέπει να φύγεις,
Και να σου αγοράζω δώρα που εσύ δεν τα θέλεις, και πάλι να τα παίρνω πίσω,
Και να σου λέω να παντρευτούμε, και συ να μου λες πάλι όχι,
Αλλά εγώ να στο λέω και να στο ξαναλέω, γιατί όσο κι αν νομίζεις πως δεν το λέω σοβαρά εγώ πάντα σοβαρά το έλεγα, από την πρώτη φορά που στο είπα,
Και να τριγυρίζω στη πόλη και να τη νοιώθω άδειος χωρίς εσένα,
Και να θέλω ότι θέλεις,
Και να νομίζω πως χάνομαι, αλλά να ξέρω πως πλάι σου είμαι ασφαλής,
Και να σου μιλάω για ότι χειρότερο έχω μέσα μου,
Και να προσπαθώ να σου δίνω ότι καλύτερο έχω μέσα μου γιατί δεν σου αξίζει τίποτα λιγότερο
Και να σου λέω την αλήθεια αν και κατά βάθος δεν θέλω
Και να προσπαθώ να είμαι ειλικρινής γιατί ξέρω πως το προτιμάς,
Και να νομίζω πως όλα τέλειωσαν, κι ωστόσο να περιμένω άλλα δέκα λεπτά πριν με πετάξεις έξω απ' ζωή σου,
Και να ξεχνάω ποιος είμαι,
Και να κάνουμε έρωτα στις τρεις το πρωί,
Και κάπως με κάποιο τρόπο να σου εκφράζω έστω και λίγο
Τον ακάθεκτο
Τον ακατάλυτο
Τον ακατάσβεστο
Τον μεταρσιωτικό
Τον ψυχαναληπτικό
Τον άνευ όρων τον τα πάντα πληρούντα, τον δίχως τέλος και δίχως αρχή,
ΕΡΩΤΑ ΜΟΥ ΓΙΑ ΣΕΝΑ 


Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη, για την παράσταση της Νέας Σκηνής