Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδός Παραμυθίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Οδός Παραμυθίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Απριλίου 2017

Τα τρία δεμένα αδέρφια Ένα παραμύθι του Τζάννι Ροντάρι (από την «Πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες», μτφ. Λένα Ταχμαζίδου, εκδ. Πατάκη, Φεβρ. 2002)

..........................................................






Τζάννι Ροντάρι
(1920 - 1980)
·       Τα τρία δεμένα αδέρφια            
Ένα παραμύθι του Τζάννι Ροντάρι

(από την «Πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες», μτφ. Λένα Ταχμαζίδου, εκδ. Πατάκη, Φεβρ. 2002)


   Μια θλιμμένη σιωπή είχε πέσει στο κάστρο του Βαρρόνε με το θάνατο του κόμη Αλκουίνο. Επί τρεις μέρες όλοι περπατούσαν στις μύτες των ποδιών, λες και δεν ήθελαν να ξυπνήσουν το γερο-κόμη που κείτονταν χλωμός και σιωπηλός πάνω στο κρεβάτι του. Ο πρώτος που ύψωσε τη φωνή ήταν ο συμβολαιογράφος που, μια μέρα μετά την κηδεία, ετοιμάστηκε να διαβάσει τη διαθήκη του μακαρίτη μπροστά σ’ ένα πλήθος από ιππότες, κυρίες επί των τιμών, υποτακτικούς και υπηρέτες. Στην πρώτη γραμμή, φυσικά, τον άκουγαν οι τρεις γιοι του κόμη Αλκουίνο: ο ορμητικός Μπρούνο, ο καλλιτέχνης Μπρουνέττο και ο γιγαντόκορμος Μπρουνόνε. Τα μάτια τους ήταν χαμηλωμένα και κάπου – κάπου σκούπιζαν άλλο ένα δάκρυ.
   Ο συμβολαιογράφος διάβασε:
   «Εγώ ο κόμης του Βαρρόνε Αλκουίνο, έχων σώας τας φρένας αλλά θανάσιμο άρρωστο το σώμα αφήνω το κάστρο, τους θησαυρούς και όλα μου τα κτήματα στους τρεις αγαπημένους γιους μου. Όπως συνηθίζεται, θα έπρεπε να μοιράσω την κληρονομιά, επιβραβεύοντας την αξία και την αγάπη του καθενός. Εγώ όμως τους αγαπώ και τους τρεις πάρα πολύ και φοβάμαι πως, χωρίς να το θέλω, κάποιον θα αδικούσα. Ορίζω λοιπόν να κάνουν τη μοιρασιά ο Μπρούνο, ο Μπρουνέττο και ο Μπρουνόνε με αγάπη και σύμπνοια, αλλά όχι αμέσως. Μόνο σε ένα χρόνο από τώρα θα έχουν το δικαίωμα να πάρουν την απόφασή τους, μπροστά στο συμβολαιογράφο και σε όλη την αυλή. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, τους συμβουλεύω θερμά να ταξιδέψουν στον κόσμο, ώστε να πλουτίσουν τις γνώσεις τους και να δυναμώσουν το χαρακτήρα τους. Αν με αγαπούν, θα κάνουν αυτό το ταξίδι δεμένοι μεταξύ τους, με το σκοινί που έχω παραδώσει στο συμβολαιογράφο, χωρίς να λυθούν ποτέ, ούτε για να φάνε, ούτε για να κοιμηθούν, ούτε για να πολεμήσουν».
   Ο συμβολαιογράφος, αφού διάβασε αυτά τα λόγια, άνοιξε μια κεντημένη τσάντα και έδειξε στους παρευρισκομένους ένα κόκκινο σκοινί. Δύο υπηρέτες το πήραν από τις άκρες και το τέντωσαν σε όλο το μήκος του, που αποδείχτηκε πως ήταν γύρω στα δέκα μέτρα.
   -Θαυμάσια! Ακούστηκε θυμωμένη η φωνή του ορμητικού Μπρούνο. Εδώ περιμένουμε μια κληρονομιά… και βρισκόμαστε μ’ ένα σκοινί στο λαιμό.
   -Χαριτωμένο το αστειάκι του αγαπημένου πατέρα μας, παρατήρησε ήρεμα ο Μπρουνέττο, ο καλλιτέχνης.
   -Ένα αστειάκι για δέσιμο, συμπλήρωσε ο γιγαντόκορμος Μπρουνόνε, ξεσπώντας σε γέλια.
   Ο συμβολαιογράφος τους παρέδωσε το κόκκινο σκοινί και είπε:
   -Κάντε ό,τι νομίζετε. Θα ιδωθούμε ξανά σε ένα χρόνο. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα σας, δεν πρόκειται να αγγίξετε ούτε δεκάρα.
   Τα τρία αδέρφια αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν. Το ίδιο εκείνο βράδυ, αφού δέθηκαν ο ένας με τον άλλον στη σειρά σαν να έπρεπε να σκαρφαλώσουν μια απότομη πλαγιά, βγήκαν από το κάστρο και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.
   Δε χρειάζεται βέβαια να πούμε πως ταξίδευαν καβάλα σ’ άλογα. Τα άλογα όμως αναγκάζονταν να είναι πολύ κοντά λόγω του σκοινιού, κι έτσι τα πέταλά τους συγκρούονταν μεταξύ τους και οι ουρές τους χαστούκιζαν το ένα το άλλο.
   Καμιά φορά, ένας χωρικός από τα χωράφια, μια γυναίκα στο κατώφλι του σπιτιού της, ένας πεταλωτής από το εργαστήρι του σήκωναν το βλέμμα τους στους τρεις καβαλάρηδες και δεν τσιγκουνεύονταν τα ειρωνικά σχόλια:
   -Μήπως δεθήκατε γιατί φοβόσαστε πως θα χαθείτε;
   -Ποιος είναι ο κλέφτης και ποιοι οι δεσμοφύλακές του;
   -Αν το σκοινί είναι αυτό που σας οδηγεί, το σίγουρο είναι πως θα κρεμαστείτε.
   Οι τρεις νέοι κοκκίνιζαν. Ο Μπρουνόνε και ο Μπρουνέττο δεν απαντούσαν σ’ αυτά τα πειράγματα, ο ορμητικός Μπρούνο όμως δεν μπορούσε  να τα χωνέψει τόσο εύκολα και φώναζε:
   -Σ’ ένα χρόνο θα σας βάλω να το φάτε αυτό το σκοινί!
   Ας μη μιλήσουμε για την έκπληξη των ξενοδόχων όταν έβλεπαν τα τρία αδέρφια να τρώνε δεμένα και δεμένα να ξαπλώνουν. Οι ξενοδόχοι όμως αρκούνταν στο να ανοίγουν διάπλατα τα μάτια τους και δεν έκαναν σχόλια, αφού τα τρία αδέρφια πλήρωναν σε χρυσάφι και ο πελάτης που πληρώνει έχει πάντα δίκιο.
   Ένα βράδυ, οι τρεις γιοί του κόμη Αλκουίνο βρήκαν φιλοξενία σ’ ένα κάστρο χαμένο μέσα στα βουνά. «Κάστρο» τρόπος του λέγειν, αφού οι ευγενείς που το κατοικούσαν ήταν φτωχοί όσο και οι κολίγοι τους, οι μεγάλες σάλες καταστρέφονταν, οι επάλξεις έπεφταν από τους πύργους και το σαράκι κατέτρωγε τα τελευταία έπιπλα.  Μα μέσα σε τόση αθλιότητα ο Μπρούνο βρήκε το μαργαριτάρι που δεν έψαχνε. Η κόρη του πυργοδεσπότη ήταν μια νέα που, αν ήθελες να την κάνεις πιο όμορφη και πιο ευγενική, θα έπρεπε να τη ζωγραφίσεις. Και τόσο καλή. Και τόσο μυαλωμένη. Με λίγα λόγια, εκείνη τη νύχτα ο Μπρούνο δεν κατάφερε να κοιμηθεί και όλο γύριζε και στριφογύριζε στο κρεβάτι του, τραβώντας απότομα και δυνατά τ’ αδέρφια του με το σκοινί. Έτσι τους ξυπνούσε κι αναγκαζόταν να υπομένει τις φωνές τους.
   Την επόμενη νύχτα σταμάτησαν σε μια αποθήκη, αλλά ούτε ο μαλακός και ζεστός σανός κατάφερε να ησυχάσει τον ύπνο του φτωχού Μπρούνο. Ορμητικός στις πράξεις του, πράγμα που έλεγε και το παρατσούκλι του, ο νέος δεν κάθισε να το σκεφτεί πολύ. Άρπαξε το σπαθί του, έκοψε το σκοινί που τον ένωνε με τ’ αδέρφια του και μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα ξεκίνησε με τα πόδια να πάει να ρωτήσει την όμορφη πυργοδέσποινα αν ήθελε να τον παντρευτεί. Ο Μπρουνέττο και ο Μπρουνόνε, όταν ξύπνησαν, βρήκαν το σημείωμα με το οποίο τους εξηγούσε τις προθέσεις του, κούνησαν το κεφάλι τους και συνέχισαν το ταξίδι τους.
   Λίγες μέρες αργότερα, ενώ διέσχιζαν μια μικρή πολιτεία, ο Μπρουνέττο έριξε κατά τύχη το βλέμμα του σ’ ένα σκοτεινό και χαμηλοτάβανο εργαστήρι που έβλεπε στο δρόμο.
   -Αλτ! Φώναξε στον Μπρουνόνε. Ο ίδιος είχε κιόλας σταματήσει, αλλά το άλογό του Μπρουνόνε έκανε ακόμα κάνα δυο βήματα και ο Μπρουνόνε, που το σκοινί τον τίναξε από τη σέλα, τράβηξε με τη σειρά του και τον Μπρουνέττο, που έπεσε από το άλογο σαν άδειο σακί. Ο Μπρουνέττο όμως ούτε που το κατάλαβε. Δεν είχε μάτια παρά γι’ αυτό που είχε δει στο εργαστήρι. Ήταν ένας γερο-ζωγράφος που δούλευε μπροστά στο καβαλέτο του, αλλά τα χρώματα του πίνακα φώτιζαν το σκοτεινό δωμάτιο σαν μαγικό γλυκοχάραμα. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα κι άλλα κάδρα, που έμοιαζαν με παράθυρα ορθάνοιχτα σε άλλα μαγεμένα τοπία.
   -Να ένας μεγάλος ζωγράφος! αναφώνησε ο Μπρουνέττο.
   -Έλα, καλλιτέχνη, είπε μόνο ο Μπρουνόνε, ας τινάξουμε τη σκόνη από πάνω μας και ας φύγουμε.
   -Περίμενε, τον παρακάλεσε ο αδερφός του.
   Ο Μπρουνέττο, από παιδί ακόμα, έδειχνε μια κλίση για τη ζωγραφική. Ο κόμης Αλκουίνο όμως δεν του είχε επιτρέψει ποτέ να ακολουθήσει αυτή την τάση του, επειδή φοβόταν μήπως ήταν ένα περαστικό καπρίτσιο και όχι μια πραγματική κλίση προς την τέχνη.
   Ο γερο-ζωγράφος υποδέχτηκε με μεγάλη ευγένεια τους δύο παράξενους δεμένους επισκέπτες, τους έδειξε τους πίνακές του και επέτρεψε στον Μπρουνέττο να πιάσει στα χέρια του ένα πινέλο.
   -Θα έδινα και το σκήπτρο μου γι’ αυτό το πινέλο, είπε συγκινημένος ο Μπρουνέττο. Αν όμως μου υποσχεθείτε πως θα μου μάθετε την τέχνη, σε ένα χρόνο θα επιστρέψω να γίνω μαθητής σας.
   -Σ’ ένα χρονο, πρόσθεσε ο Μπρουνόνε. Τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε.
   Ξεκίνησαν. Εκείνη τη νύχτα όμως ήταν η σειρά του Μπρουνέττο να στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Ούτε την επόμενη νύχτα κατάφερε να κοιμηθεί. Τόσο τον βασάνιζαν τα οράματά του με τα χρώματα, τα πινέλα, τα καβαλέτα, τους καμβάδες. Την τρίτη νύχτα, πήρε την απόφασή του: Έκοψε το σκοινί που τον έδενε με τον Μπρουνόνε, έγραψε δυο γραμμές σ’ ένα χαρτί και έφυγε για να επιστρέψει στο εργαστήρι του γερο-ζωγράφου, που ήταν ο παράδεισός του.
   Μόλις έμεινε μόνος, ο Μπρουνόνε ξανάδεσε τα τρία κομμάτια του σκοινιού, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε σιγά-σιγά, σκεφτικός. «Ο καλός μας πατέρας» σκεφτόταν «θα είχε κάθε δικαίωμα να μας μαλώσει, αν μπορούσε. Δεν είναι ούτ’ ένας μήνας που ξεκινήσαμε για να γυρίσουμε τον κόσμο και να που ο καθένας μας πήρε το δρόμο του, ακολουθώντας τα όνειρά του. Αν ούτε ένα σκοινί δεν κατάφερε να μας κρατήσει δεμένους κι ενωμένους, τι θ’ απογίνουμε σε ένα χρόνο; Φοβάμαι πως θα συναντηθούμε μονάχα για να μαλώσουμε και πως η μοιρασιά της κληρονομιάς θα είναι πολύ δύσκολη».
   Εκείνο το βράδυ ο Μπρουνόνε βρήκε τροφή και στέγη στο σπίτι του δημάρχου κάποιου χωριού, ενός γεράκου που, πριν του ανοίξει την πόρτα, του έκανε χίλιες δυο ερωτήσεις και όλο μελετούσε το πρόσωπό του στο φως ενός φαναριού.
   -Μήπως μοιάζω με ληστή; ρώτησε γελώντας ο Μπρουνόνε.
   -Όχι, δόξα τω Θεώ, απάντησε ο δήμαρχος. Αλλά μη φανταστείς πως είμαι κάνας φοβητσιάρης. Αντίθετα. Όμως εδώ και ένα μήνα σχεδόν μια συμμορία ληστών τριγυρίζει στην ύπαιθρο και αρπάζει ό,τι βρει. Οι χωρικοί δεν τολμούν πια να ξεμυτίσουν από τα σπίτια τους. Είχαμε δύο φύλακες, αλλά το έσκασαν. Δεν υπάρχει κανείς να μας προστατέψει. Ο αφέντης μας είναι πολύ μακριά για ν’ ασχοληθεί μαζί μας.
   Δεν ήταν τυχαίο που ο Μπρουνόνε είχε το παρατσούκλι «γιγαντόκορμος». Ήταν δυνατός, θαρραλέος και γενναιόδωρος. Στο πλευρό του κρεμόταν ένα σπαθί και ήξερε να το χρησιμοποιεί. Τι άλλο ήθελε;
   -Αφήστε το σ’ εμένα, είπε στο δήμαρχο πριν ξαπλώσει. Θα πείσετε μία ντουζίνα χωρικούς να με συνοδέψουν με τις τσάπες και τα δρεπάνια τους, κι εγώ θα κάνω τους ληστές να το βάλουν στα πόδια.
   Ο δήμαρχος δεν μπορούσε να κρατηθεί από τη χαρά του. Το μόνο που ήθελαν οι χωρικοί ήταν έναν πολεμιστή που να ξέρει από τα όπλα, για να τους οδηγήσει και να τους ενθαρρύνει. Την αυγή ξεκίνησε μια μικρή αποστολή. Ο Μπρουνόνε, πάνω στο άλογο, προχωρούσε επικεφαλής του μικροσκοπικού στρατού. Οι «πολεμιστές» του τον ακολουθούσαν πάνω σε γαϊδάρους, μερικοί μάλιστα ήταν πάνω σ’ ένα κάρο που το έσερναν βόδια. Ένα αγοράκι που το είχαν στείλει για αναγνώριση ανέφερε πως οι ληστές είχαν περάσει τη νύχτα σ’ ένα αγρόκτημα δίπλα στο δάσος, αφού έκλεισαν στο κελάρι τους ιδιοκτήτες. Είχαν πάει να κοιμηθούν μεθυσμένοι και κοιμόνταν ακόμα όταν ο Μπρουνόνε ο γιγαντόκορμος έπεσε πάνω τους σαν γεράκι. Ένα τέταρτο αργότερα είχαν φορτώσει τους ληστές, δεμένους σα σαλάμια, πάνω στο κάρο. Ένας από δαύτους ροχάλιζε ακόμα: ούτε η φασαρία της μάχης δεν κατάφερε να τον ξυπνήσει.
   Ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν, όταν ακούστηκαν ταραγμένες και θυμωμένες φωνές από το πηγάδι που βρισκόταν στο κέντρο της αυλής.
   -Βοήθεια! Βοήθεια!
   -Ποιος είναι;
   -Είμαστε δύο αιχμάλωτοι των ληστών. Μας έριξαν εδώ μέσα χτες το βράδυ και πήραν το σκοινί για να μας εμποδίσουν να φύγουμε.
   -Θα σας τραβήξουμε πάνω αμέσως.
   Το σκοινί όμως δεν βρισκόταν πουθενά.
   -Έχω εγώ ένα ωραίο σκοινί, είπε ο Μπρουνόνε.
   Έβγαλε από την τσάντα του το κόκκινο σκοινί, πλησίασε στο χείλος του πηγαδιού και κοίταξε μέσα.
   -Μπρουνόνε ! φώναξε μια φωνή από το πηγάδι.
   -Αδερφέ μας! φώναξε η άλλη.
   Πραγματικά, ήταν ο ορμητικός Μπρούνο και ο Μπρουνέττο ο καλλιτέχνης. Οι ληστές τούς είχαν πιάσει τον έναν μετά τον άλλον: τον Μπρούνο ενώ προσπαθούσε να φτάσει στην ωραία πυργοδέσποινά του, τον Μπρουνέττο ενώ έτρεχε προς το εργαστήρι του γερο-ζωγράφου. Μόλις αναγνώρισαν πως ήταν ιππότες, οι ληστές δεν τους σκότωσαν: υπολόγιζαν, πράγματι, να ζητήσουν πολλά λύτρα από την οικογένειά τους.
   Ο Μπρουνόνε δε χασομέρησε με ερωτήσεις. Έδεσε το σκοινί στη μέση του, έριξε την άλλη άκρη μέσα στο πηγάδι, είπε στ’ αδέρφια του να δεθούν και τους τράβηξε και τους δύο μαζί, αφού δεν τον έλεγαν τζάμπα γιγαντόκορμο.
   Τα τρία αδέρφια, αφού αγκαλιάστηκαν, κοίταξαν το σκοινί που τους έδενε και έβαλαν τα γέλια:
   -Φαίνεται ότι πρέπει να μείνουμε δεμένοι, είπε ο Μπρούνο.
   -Ο πατέρας μας είχε δίκιο, είπε ο Μπρουνέττο.
   -Και θα είμαστε ενωμένοι για πάντα, ολοκλήρωσε ο Μπρουνόνε. Όταν τελειώσουμε το ταξίδι μας, εσύ, Μπρουνέττο, θα φέρεις στο κάστρο το γερο-ζωγράφο σου, για να σου μάθει την τέχνη και να μείνει για πάντα μαζί μας· εσύ, Μπρούνο, θα πας να πάρεις τη νύφη σου και ίσως κι εγώ σε λίγο καιρό να βρω τη δέσποινά μου. Κι αν είμαστε μαζί, δεν είναι ανάγκη να μοιράσουμε την κληρονομιά. Αυτό που θα είναι δικό σου θα είναι και δικό μου, κι αντί να τα μοιράσουμε, μπορεί και να τα πολλαπλασιάσουμε.
   Οι χωρικοί χειροκρότησαν.
   Ο ληστής που κοιμόταν ξύπνησε και ρώτησε:
   -Τι έγινε;
   Κανείς όμως από τους παρόντες δε θέλησε να αφηγηθεί και σ’ αυτόν την ιστορία των τριών δεμένων αδερφών.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Ένα διδακτικό παραμύθι για το ότι είμαστε όλοι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας (tvxs.gr, 22 Ιουν. 2015)

...........................................................
 

Ένα διδακτικό παραμύθι για το ότι είμαστε όλοι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας

 
 
tvxs.gr, 22 Ιουν. 2015
 
 
Ένα ποντικάκι κάποτε παρατηρούσε από την τρύπα του τον αγρότη και τη γυναίκα του που ξεδίπλωναν ένα πακέτο. Τι λιχουδιά άραγε έκρυβε; αναρωτήθηκε.
Όταν οι δύο αγρότες άνοιξαν το πακέτο, δεν φαντάζεσαι πόσο μεγάλο ήταν το σοκ που έπαθε διαπιστώνοντας πως επρόκειτο για μια ποντικοπαγίδα! Τρέχει λοιπόν γρήγορα στον αχυρώνα, για να ανακοινώσει το φοβερό νέο: «Μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Η κότα κακάρισε, έξυσε την πλάτη της και σηκώνοντας το λαιμό της είπε: «Κυρ ποντικέ μου, καταλαβαίνω πως αυτό αποτελεί πρόβλημα για σένα. Αλλά δεν βλέπω να έχει κάποια επίπτωση σε μένα. Δεν με ενοχλεί καθόλου η ποντικοπαγίδα στο σπίτι!»
Το ποντικάκι γύρισε τότε στο γουρούνι και του φώναξε: «Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!» Το γουρούνι έδειξε συμπόνια, αλλά απάντησε: «Λυπάμαι πολύ, κυρ ποντικέ μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο από το να προσευχηθώ. Να είσαι σίγουρος ότι θα το κάνω. Θα προσευχηθώ».
Τότε το ποντίκι στράφηκε προς το βόδι και του φώναξε κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου: «Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι! Έχει μια ποντικοπαγίδα στο σπίτι!» Και το βόδι απάντησε: «Κοίταξε, κύριε ποντικέ μου, πολύ λυπάμαι για τον κίνδυνο που διατρέχεις, αλλά εμένα η ποντικοπαγίδα το μόνο που μπορεί να μου κάνει είναι ένα τσιμπηματάκι στο δέρμα μου».
Έτσι ο ποντικούλης έφυγε με κατεβασμένο το κεφάλι, περίλυπος και απογοητευμένος, γιατί θα έπρεπε ΜΟΝΟΣ ΤΟΥ να αντιμετωπίσει τον κίνδυνο της ποντικοπαγίδας.
Την επόμενη νύχτα ένας παράξενος ήχος, κάτι σαν τον θόρυβο που κάνει η ποντικοπαγίδα όταν κλείνει, ξύπνησε τη γυναίκα του αγρότη που έτρεξε να δει τι συμβαίνει. Μέσα στη νύχτα όμως δεν πρόσεξε πως στην παγίδα είχε πιαστεί από την ουρά ένα φίδι… Φοβισμένο το φίδι δάγκωσε τη γυναίκα. Ο άντρας της έτρεξε γρήγορα και την πήγε στο νοσοκομείο. Έμειναν εκεί όλη τη νύχτα και το πρωί επέστρεψαν στο σπίτι. Η γυναίκα όμως παρουσίασε πολύ υψηλό πυρετό. Ο γιατρός συμβούλεψε τον άντρα της να της κάνει ζεστές σούπες. Έτσι ο αγρότης έσφαξε την κότα, για να κάνει μια καλή κοτόσουπα. Ωστόσο η γυναίκα πήγαινε από το κακό στο χειρότερο και όλοι οι γείτονες την επισκέπτονταν καθημερινά για να βοηθήσουν. Ο καθένας με τη σειρά του καθόταν στο προσκεφάλι της γυναίκας από ένα οχτάωρο. Για να τους ταΐσει όλους αυτούς ο αγρότης, αναγκάστηκε να σφάξει το γουρούνι. Τελικά όμως η γυναίκα δεν τη γλύτωσε. Πέθανε… Στην κηδεία της πήγε πάρα πολύς κόσμος, γιατί ήταν καλή γυναίκα και την αγαπούσαν όλοι. Για να φιλοξενήσει όλον αυτόν τον κόσμο, ο αγρότης αναγκάστηκε να σφάξει το βόδι.
Ο κυρ ποντικός έβλεπε όλο αυτό το πήγαινε – έλα από την τρυπούλα του με πάρα πολύ μεγάλη θλίψη…
Και για όσους το ξεχνούν, είμαστε όλοι κρίκοι της ίδιας αλυσίδας…


Πηγή: bimag.gr

Παρασκευή 17 Απριλίου 2015

Φοίβος Δεληβοριάς - Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης. "Ένας ίσον Κανένας" (youube, 18/11/2013)

........................................................

Φοίβος Δεληβοριάς - Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης. "Ένας ίσον Κανένας"




 



Δημοσιεύτηκε στις 18 Νοε 2013
Τζέλα, Λέλα, Κόρνας μένουνε στην οδό Σκουπιδοπόλεως.
Στη γειτονιά δεν υπάρχει μια παιδική χαρά,
ούτε ένα πάρκο πουθενά,
στην πλατεία την έχουνε αράξει οι φραπέδες,
και δεν υπάρχει ούτε μπασκέτα για καμιά μπαλιά!

ΤΖΕΛΑ, ΛΕΛΑ, ΚΟΡΝΑΣ και ο ΚΛΕΟΜΕΝΗΣ, του Volker Ludwig

4 φιλαράκια μεταμορφώνουν το αφιλόξενο αστικό τοπίο σε έναν απέραντο φανταστικό παιχνιδότοπο. Ταξιδεύουν ανάμεσα σε κάδους, αυτοκίνητα, κολώνες, πολυκατοικίες και φωνές γειτόνων με οδηγό και καύσιμο την φαντασία και την φιλία τους.

Η παιδική σκηνή του θεάτρου Πορεία έχοντας την εμπειρία της παράστασης «Μια Γιορτή στου Νουριάν» και βλέποντας την αποδοχή και τον ενθουσιασμό του κοινού κάθε ηλικίας, διατηρεί την πίστη της σε αυτό το χειραφετημένο είδος παιδικού και νεανικού θεάτρου κοινωνικού προβληματισμού.
Μετά τη συζήτηση που ανοίξαμε σε σχέση με την πολιτισμική συμφιλίωση, τις προκαταλήψεις και την παιδεία, έρχεται να προστεθεί μέσω της κωμωδίας «Τζέλα, Λέλα, Κόρνας και ο Κλεομένης» του Volker Ludwig, το θέμα της αλληλοϋποστήριξης μεταξύ των παιδιών, της απελευθέρωσης της φαντασίας, του δικαιώματος στο παιχνίδι και της παρότρυνσης στη συνδημιουργία.
Την παράσταση σκηνοθετεί η Λίλλυ Μελεμέ και ο Βασίλης Κουκαλάνι, ο οποίος έχει επίσης μεταφράσει και διασκευάσει το έργο από τα γερμανικά και καταπιάνεται για δεύτερη φορά - μετά το «Μια Γιορτή στου Νουριάν» - με έργο του Volker Ludwig, με τον οποίο τον συνδέει και στενή φιλία. Την πρωτότυπη μουσική υπογράφει ο συνθέτης και τραγουδιστής Φοίβος Δεληβοριάς. Τα σκηνικά και τα κουστούμια είναι των Αλεξάνδρας Σιάφκου και Αριστοτέλη Καρανάνου, οι φωτισμοί του Τάσου Παλαιορούτα και η επιμέλεια της κίνησης της Σεσίλ Μικρούτσικου.

Κάμερα/ Μοντάζ: Μαρίζα Παπαδημητρίου | Azymmetry Pictures, http://azymmetry.wix.com/azymmetry
http://facebook.com/AzymmetryPictures

Παίζουν: Πολυξένη Ακλίδη, Γιώργος Δάμπασης, Βασίλης Κουκαλάνι, Ηρώ Μπέζου, Πέτρος Σπυρόπουλος, Μιχάλης Τιτόπουλος.

Θέατρο Πορεία, Τρικόρφων 3-5 & 3ης Σεπτεμβρίου 69 - Πλατεία Βικτωρίας

Τηλ. 210.8210991 & 210.8210082, www.poreiatheatre.com





Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

"Ο μύλος" παραμύθι από τα "Ελληνικά Παραμύθια" εκλογή του Γ.Α. Μέγα, τομ.Α', (εκδ. "Εστία" Ι.Δ.Κολλάρου)

...........................................................


                                  Ο μύλος*



Μια φορά ήταν δυό αδέρφια, ο ένας άρχοντας κι ο άλλος φτωχός. Ο άρχοντας είχε το φτωχό τσοπάνη. Σαν ήρθε το Μεγάλο Σάββατο, έπιασαν ο άρχοντας, ξεχωρίζει τα αρνιά, που θα σφάξουν τη Λαμπρή. Σαν κοντεύανε να τα πουλήσουν, γύρεψε κι ο αδερφός του ένα αρνάκι να το σφάξει να το φάει με τα παιδιά του και με η γυναίκα του το Πάσχα, σαν που ήταν η μέρα.
Ο αδερφός του, φιλάργυρος βλέπεις, αρχινά μια φιλονικία μαζί του…
-Βρε αχάριστε, δεν ευχαριστίεσαι που σε έχω και σε ταΐζω, ένα κομμάτι ψωμί, μον’ θέλεις και αρνί;
Ο φτωχός δεν ξαναμίλησε, μόνο σαν τα πούλησαν πλιά τα αρνιά κι απόμεινεν ένα αρνάκι μοναχά και δεν πουλιόταν, λέει του αδερφού του:
-Να πάρω τούτο δα το αρνάκι;
-Πάρ’ το, λέει, και πήγαινε στου δαίμονα τη μάννα!
Τόσο του κακοφάνηκε του φτωχού αυτός ο λόγος, ώστε αποφάσισε μήτε στο σπίτι του να πάει μήτε πουθενά, μόνο να πάρει τα βουνά και τα κλαδιά, να πά να βρει ‘του δαίμονα τη μάννα’.
Τρέχει σαν τρελλός. Πηγαίνει, πηγαίνει, νυχτώθηκε. Έκατσε να ξεκουραστεί ο άνθρωπος. Εκεί που διαλογιζότανε, είδε μια φωτιά. Σηκώνεται πάλι, πηγαίνει κατά τη φωτιά, να δούμε τι είναι. Πήγε κοντά στη φωτιά, τι να δει! Ένα τραπέζι μεγάλο κι αράδα αράδα καθότανε οι πειρασμοί, οι δαιμόνοι όλοι μαζωμένοι, και τρώγανε και πίνανε. ʼμα τον είδαν, ό ένας:
-Καλώς τον μπάρμπα!...
Ο άλλος:
-Καλώς τον μπάρμπα! Πώς ήταν και μας έλαχες; Μείς καθόμαστε τόσα χρόνια εδώ και κανείς δεν ήρθε να μας δει, συ πώς το ‘παθες και ήρθες;
Τον ρωτούσαν πια όλα τα δαιμόνια. Ο άνθρωπος είπε:
-Δεν θέλω τίποτα, μονάχα ο αδερφός μου μού δωκε τούτο δα το αρνί και μου είπε  να πηγαίνω στου δαίμονα τη μάννα, και πήρα το αρνί και ήρθα και σαν ηύρα.
Του είπαν να φάει, δεν θέλησε. Τον ρωτήσανε:
-Τι θέλεις να σου χαρίσωμε για το δώρο που μας έφερες;
-Ό,τι βαστά η καρδιά σας, λέει, δώστε μου.
Του έδωκαν ένα μύλο, που αλέθουν τον καφέ, και του είπαν ότι ο μύλος, άμα τον γυρίζεις, ό, τι θέλει βγάζει, γρόσια, φλουριά, φαγιά, κάθε λογής πράματα και τον καθοδήγησαν να μην τον δώσει σε κανέναν, ό, τι κι αν του δώσουν.
Τον πήρε ο άνθρωπος, ήρθε στο σπίτι του τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Ξημέρωνε Πάσχα. Τα παιδιά του κλαίγανε, δεν είχαν ψωμί να φάνε, ρούχα δεν είχαν, κλαίγανε τη μοίρα τους. ʼμα ήρθε ο πατέρας τους, βγάζει το μύλο, γυρίζει λιγάκι, έβγαλε ψωμιά, φαγιά, φλουριά, ρούχα, τι θέλεις καρδιά μου! Σηκώνονται το πρωί, αλλάζουν, πάνε στην Εκκλησιά, έρχονται όλο χάρες και πασκαλιές.
Τώρα ο αδερφός του είδε τα παιδιά, τη γυναίκα του αδερφού του αλλαγμένα, καθώς που πρέπει.
-Εδώ, λέει, θα τρέχει τίποτα.
Από τη μια είχε, από την άλλη είχε, ρωτά ξαναρωτά τα παιδιά, έμαθε πως είχε ο αδερφός του ένα μύλο και τα βγάζει. Πάει στον ίδιο, τον ρωτά, έπιασε κείνος να τ’ αρνηθεί.
-Έλα λέγε, λέει, και μένα μου το είπαν τα παιδιά σου. Ο άνθρωπος ήθελε δεν ήθελε το μαρτύρησε. Τώρα ο αδερφός του πέφτει στα παρακάλια, σώνει και καλά να του χαρίσει το μύλο και κείνος να του δώσει γρόσια πολλά και να του γράψει απάνω του όλο του το βιό του. Ο άνθρωπος το δέχτηκε, μα πήγε πρώτα από το σπίτι, γυρίζει το μύλο και γεμίζει ένα σεντούκι φλουριά, ύστερα πηγαίνει και τον δίνει του αδερφού του.
Ο αδερφός του πάλι δεν ευχαριστιόταν να έχει το μύλο και να κάθεται στο χωριό, μα τον πήρε να πάει στην Πόλη για να τον δείχνει σε όλον τον κόσμο. Εκεί που ταξίδευε μέσα στο καράβι γυρέψανε άλας. Πιάνει γυρίζει το μύλο να βγάλει άλας. Ο μύλος δεν παράταγε, γύριζε μοναχός, έβγαζε, έβγαζε άλας, γέμισε το καράβι, βούλιαξε, πνιγήκανε όλοι!
Το μύλο τον πήραν πάλι οι οξαποδώ, μα ο  φτωχός είχε πολλά φλουριά και ζούσε χρυσόν καιρό. 


 Από την συλλογή ''Ελληνικά παραμύθια'' (εκλογή: Γ.Α.Μέγας, εικονές:Φώτης Κόντογλου, Ράλλη Κοψίδη), στην κατηγορία παραμύθια. Το ίδιο κέιμενο υπάρχει σε αρκετές παραλλαγές και ντόπιους θρύλους της Αρκαδίας, του Πηλίου, της Λέσβου, της Κρήτης και της τότε Αιτωλίας.

 


Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

"ο γέρος ξυλοκόπος και το λιοντάρι" ενα παραμύθι από τη συλλογή του Γ.Α. Μέγα "Ελληνικά Παραμύθια" (εκδ.Ι.Δ.Κολλάρος, τομ. β', ιβ' έκδοση, 2003)

...................................................
 






ο γέρος ξυλοκόπος και το λιοντάρι





·   

   ΜΙΑ ΦΟΡΑ ήταν ένας γέρος πολύ φτωχός κ’ είχε κάμποσα παιδιά. Κάθε μέρα έπαιρνε το γαϊδούρι του κ’ επήγαινε στο δάσος κ’ έκοβε με το πελέκι του ξύλα· χτυπούσε από δω, χτυπούσε αποκεί, όσο μπορούσε.
   Μια μέρα έρχεται μπροστά του ένα λιοντάρι και του λέει:
-         Κάτσε γέρο να ξεκουραστείς κ’ εγώ να σού κόψω τα ξύλα να φορτώσεις το ζώο σου και να πας να τα πουλήσεις και να πάρεις τίποτε των παιδιών σου για να φάνε.
   Έτσι και έγινε. Έκατσεν ο γέρος να ξεκουραστεί, του έκοψε το λιοντάρι τα ξύλα, εφόρτωσε το γαϊδούρι του κ’ έφυγεν ο γέρος…
   Ύστερα από μερικές μέρες ξαναπήγεν ο γέρος στο δάσος και το λιοντάρι τού είπε:
-         Φέρνε, γέρο, το ζώο σου κάθε μέρα να σού το φορτώνω ξύλα.
   Από τις πολλές φορές μια μέρα έκαμνε ζέστη φοβερή. Κουράστηκε το λιοντάρι κόβοντας τα ξύλα και είπε:
-         Κάτσε, γέρο, αποκάτω απ’ την ελιά που έχει δροσιά, ναρθώ κι εγώ να βάλω το κεφάλι μου στα γόνατά σου, να ξεκουραστώ.
   Ακούμπησε το κεφάλι του στα γόνατα του γέρου και τον ερώτησε:
-         Είμαι όμορφος, μπάρμπα;
-         Είσαι όμορφος, γιε μου.
-         Είμαι αντρειωμένος;
-         Είσαι λιοντάρι μου, είσαι!
-         Είσαι.
-         Είδες τι παλληκάρι είμαι εγώ; Έχω όλα τα χαρίσματα!
-         Τα έχεις όλα τα καλά, μα έχεις κ’ ένα μεγάλο κακό… Βρωμάει πολύ το στόμα σου!
   Το λιοντάρι αμέσως σηκώθηκε, φόρτωσε τα ξύλα στο γάιδαρο και είπε στο γέρο:
-         Έλα τώρα, πάρε το πελέκι σου και δώσ’ μου μια μέσα στο σβέρκο.
-         Ποτέ δεν θα το κάνω αυτό, γιε μου, να χτυπήσω μεσ’ στο σβέρκο με το πελέκι ένα πλάσμα που μού έκαμε τόσο καλό!
-         Μα εγώ το θέλω, είπε το λιοντάρι κι ο γέρος τού έδωσε
   μια με το πελέκι του και του άνοιξε μια πληγή δυο δάχτυλα βαθειά…
   Επήγαινε πάλι κάθε μέρα ο γέρος στο δάσος και το λιοντάρι, έτσι πληγωμένο που ήταν, έκοβε ξύλα κι ο γέρος τα φόρτωνε στο ζώο του.
   Άμα πέρασε αρκετός καιρός, τού λέει το λιοντάρι.
-         Κοίτα, γέρο, πώς σου φαίνεται ο σβέρκος μου;
-         Έγιανε, τέλεια, καλέ γυιέ μου! του λέει ο γέρος.
-         Κοτζιά μου πληγή έγιανε, του απαντά, μα ο λόγος που μού είπες, πως βρωμάει το στόμα μου, έμεινε μέσα στην καρδιά μου, και άιντε φύγε και να μη ξανάρθεις πια, γιατί θα σε φάω.
Γι’ αυτό λένε:       η μαχαιριά γιανίσκει,
                           Μα ο κακός λόγος μεινίσκει.