Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επέτειοι στα γράμματα και τις τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επέτειοι στα γράμματα και τις τέχνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

"Αντίσταση", "Παραλλαγή σ’ ένα θέμα", "Λαϊκό ζευγάρι". Τρία ποιήματα του ποιητή Χρίστου Λάσκαρη (1931-11.6.2008)

 ...............................................................



Χρίστος Λάσκαρης (1931 - 11.6.2008)





Αντίσταση

Το ακατόρθωτο επιχειρεί η ψυχή
σ’ αυτή τη ζωή
της πολυκατοικίας.
Τη μέρα αντιστέκεται στο ασανσέρ,
το βράδυ στις τηλεοράσεις.
Και τα μεσάνυχτα,
που εξαντλείται ο θάνατος,
πληγώνει τα φτερά της στο φωταγωγό
για λίγο παιδικό φεγγάρι



Παραλλαγή σ’ ένα θέμα


Μέρες πάνω στις μέρες,
κι από κάτω να στενάζει πλακωμένη
μια ζωή. 




Λαϊκό ζευγάρι


"Μπορεί να λέγεται Ολυμπία
και να μην έχει πάει στο γυμνάσιο,
να 'ναι χοντρή
και ν' αγοράζει βερεσέ από το περίπτερο,
να μασουλάει τσίχλα
και να τραγουδάει.
Κι αυτός να λέγεται Αποστόλης
και να μην έχει πάει στο γυμνάσιο,
να 'χει συνήθειες λαϊκές,
να πίνει
και να κάνει μεθυσμένος έρωτα
κι όμως εσύ ο ανώτερος
να τους ζηλεύεις

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2018

Tο μήνυμα του Σάιμον ΜακΜπέρνι για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου 2018 (http://www.zougla.gr, 23/3/2018)



Tο μήνυμα του Σάιμον ΜακΜπέρνι για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου 2018*

   Μετάφραση: Γιώργος Παπαγιαννάκης



 
Το μικρό θέατρο της Επιδαύρου


                        

Μισό μίλι από τις Κυρηναϊκές ακτές, στη Βόρεια Λιβύη, βρίσκεται ένα τεράστιο βραχώδες καταφύγιο. 80 μέτρα πλάτος και 20 ύψος. Στην τοπική διάλεκτο το λένε Hauh Fteah. Το 1951 μια ραδιοχρονολόγηση έδειξε αδιάκοπη ανθρώπινη δραστηριότητα για τουλάχιστον 10.000 χρόνια. Ανάμεσα στα χειροποίητα αντικείμενα που ήρθαν στο φως ήταν ένα οστέινο φλάουτο, που χρονολογείται ανάμεσα σε 40 και 70.000 χρόνια. Σαν παιδί, όταν το άκουσα αυτό, ρώτησα τον πατέρα μου: «Οι άνθρωποι τότε είχαν μουσική;» Μου χαμογέλασε. «Όπως όλες οι ανθρώπινες κοινότητες». Ήταν αρχαιολόγος με ειδίκευση στην Προϊστορία, ο πρώτος που έκανε ανασκαφές στο Hauh Fteah στην Κυρηναϊκή.

Είναι μεγάλη μου τιμή και νιώθω ευτυχής που είμαι ο Ευρωπαίος εκπρόσωπος της εφετινής Παγκόσμιας Ημέρας του Θεάτρου. Το 1963, ο προκάτοχός μου, ο μεγάλος Arthur Miller, καθώς η απειλή ενός πυρηνικού πολέμου έπεφτε βαριά στον κόσμο, είχε πει: «Όταν ζητούν να γράψεις σε μια εποχή, όπου η διπλωματία και η πολιτική διαθέτουν τόσο τραγικά ανίσχυρα και περιορισμένα μέσα, η επισφαλής και, μερικές φορές, όψιμη εμβέλεια της τέχνης πρέπει να αντέχει το βαρύ καθήκον να διατηρεί τους δεσμούς ανάμεσα στους ανθρώπους».

Το νόημα της λέξης Drama προέρχεται από το Ελληνικό «δρᾶν», που σημαίνει «ενεργώ»…και η λέξη θέατρο γεννιέται από το Ελληνικό «Θέατρον», που στην κυριολεξία σημαίνει τον χώρο όπου κάποιος θεάται (βλέπει, παρατηρεί). Έναν χώρο, όπου όχι μόνο κοιτάζουμε, αλλά βλέπουμε, λαμβάνουμε και αντιλαμβανόμαστε. 2400 χρόνια πριν ο Πολύκλειτος ο νεότερος σχεδίασε το σπουδαίο θέατρο της Επιδαύρου. Αυτό το υπαίθριο θέατρο, που μπορούσε να φιλοξενήσει μέχρι 14.000 ανθρώπους, διέθετε μια ακουστική αξιοθαύμαστη. Ένα άναμμα σπίρτου στο κέντρο της σκηνής μπορεί να ακουστεί σε όλες τις 14.000 θέσεις. Όπως συνηθιζόταν στα Ελληνικά θέατρα, όταν έβλεπες τους ηθοποιούς έβλεπες μαζί και το τοπίο γύρω από το θέατρο και πέρα στον ορίζοντα. Μέσα σε εκείνο συγκεντρώθηκαν ταυτόχρονα όχι μόνο ορισμένες όψεις του Ελληνικού Κόσμου, η κοινότητα, το θέατρο και το φυσικό τοπίο, αλλά συνενώθηκαν και όλες οι εποχές. Καθώς το έργο ανέσυρε στο παρόν παλιούς μύθους, μπορούσες να κοιτάξεις πάνω από τη σκηνή, σε εκείνο που θα ήταν το απώτερο μέλλον σου. Στη Φύση.

Μια από τις πλέον αξιοσημείωτες αποκαλύψεις της ανοικοδόμησης του σαιξπηρικού Globe στο Λονδίνο σχετίζεται και με αυτό που βλέπεις. Η αποκάλυψη αυτή έχει να κάνει με το φως. Σκηνή και αμφιθέατρο φωτίζονται το ίδιο. Καλλιτέχνες και κοινό μπορούν να κοιτάζονται μεταξύ τους. Πάντα. Όπου και να στρέψεις το βλέμμα βλέπεις ανθρώπους. Και ένα από τα επακόλουθα είναι η υπενθύμιση πως οι σπουδαίοι μονόλογοι, όπως, ας πούμε, του Άμλετ ή του Μάκβεθ δεν ήταν απλά προσωπικοί στοχασμοί αλλά δημόσιος διάλογος.

Ζούμε σε εποχή που είναι δύσκολο να δούμε καθαρά. Σε καμία άλλη στιγμή της Ιστορίας ή της Προϊστορίας δεν μάς περιέβαλλε περισσότερο η μυθοπλασία. Κάθε «γεγονός» μπορεί να αμφισβητηθεί, ένα ανέκδοτο μπορεί να επιβάλλεται στην προσοχή μας ως «αλήθεια». Είναι όμως ένα συγκεκριμένο αποκύημα της φαντασίας, που μας περιβάλλει διαρκώς. Εκείνο που ζητά να μας χωρίσει. Από την αλήθεια. Να σπείρει τον διχασμό ανάμεσά μας. Έτσι που να είμαστε χωρισμένοι. Οι άνθρωποι από τους ανθρώπους. Οι γυναίκες από τους άντρες. Τα ανθρώπινα όντα από τη φύση.

Την ίδια, όμως, στιγμή που ζούμε σε καιρούς διχασμού και κατακερματισμού, ζούμε και σε εποχή τεράστιας κίνησης. Περισσότερο από ποτέ στην Ιστορία, οι άνθρωποι μετακινούνται, πολύ συχνά τρέπονται σε φυγή, περπατούν, στην ανάγκη, κολυμπούν, μεταναστεύουν παντού στον κόσμο. Και αυτό είναι μόνο η αρχή. Η απάντηση, όπως γνωρίζουμε, είναι να κλείσουμε τα σύνορα. Να υψώσουμε τείχη. Να αποκλείσουμε. Να απομονώσουμε. Ζούμε σε μία παγκόσμια τάξη που είναι τυραννική, όπου η αδιαφορία είναι το νόμισμα και η ελπίδα το παράνομο εμπόρευμα. Και κομμάτι αυτής της τυραννίας είναι ο έλεγχος, όχι μόνο του χώρου αλλά και του χρόνου. Η εποχή που ζούμε απέχει από το παρόν. Εστιάζει στο πρόσφατο παρελθόν και στο κοντινό μέλλον. Δεν το έχω αυτό. Θα το αγοράσω. Τώρα το αγόρασα, χρειάζομαι το επόμενο…πράγμα. Το μακρινό παρελθόν έχει ακυρωθεί. Το μέλλον είναι χωρίς επιπτώσεις.

Υπάρχουν πολλοί που λένε πως το θέατρο δεν πρόκειται, ούτε μπορεί να αλλάξει κάτι από όλα αυτά. Όμως το θέατρο δεν θα φύγει. Γιατί το θέατρο είναι χώρος. Καταφύγιο, τολμώ να πω. Εκεί όπου οι άνθρωποι συναθροίζονται και αμέσως σχηματίζουν κοινότητες. Όπως κάνουμε πάντα. Κάθε θέατρο έχει το μέγεθος των πρώτων ανθρώπινων κοινοτήτων, από 50 μέχρι 14.000 ψυχές. Από ένα νομαδικό καραβάνι μέχρι κάποια στην Αρχαία Αθήνα.

Κι επειδή το θέατρο υπάρχει μόνο στο παρόν, αυτή την καταστροφική όψη της εποχής την αψηφά. Για το θέατρο το ζήτημα είναι πάντοτε η παρούσα στιγμή. Τα νοήματά του χτίζονται με κοινή δράση ανάμεσα στον ερμηνευτή και το κοινό. Όχι μονάχα εδώ, αλλά και τώρα. Το κοινό δεν θα μπορούσε να πιστέψει δίχως τη δράση του καλλιτέχνη. Και χωρίς την πίστη του κοινού η ερμηνεία δεν θα ήταν ολοκληρωμένη. Γελάμε την ίδια στιγμή. Συγκινούμαστε. Μέσα στη σιωπή κόβεται η ανάσα μας ή μας διαπερνά ένα σοκ. Και ακριβώς τότε, μέσα από το δράμα, ανακαλύπτουμε την πιο ουσιαστική αλήθεια: πως αυτό το μύχιο στοιχείο που θεωρούσαμε πως μας χωρίζει, το όριο της ατομικής μας συνείδησης, είναι κάτι που δε γνωρίζει σύνορα. Είναι κάτι που μοιραζόμαστε.

Κανείς δεν μπορεί να μας σταματήσει. Κάθε βράδυ θα είμαστε πάλι στη σκηνή. Κάθε βράδυ ηθοποιοί και κοινό θα είναι ξανά όλοι μαζί και το ίδιο έργο θα ξαναπαίζεται. Γιατί, όπως είπε (ο Βρετανός κριτικός, συγγραφέας, ποιητής και καλλιτέχνης) Τζον Μπέργκερ, «βαθιά μέσα στη φύση του θεάτρου υπάρχει ριζωμένη μια αίσθηση τελετουργικής επιστροφής», γι’ αυτό, άλλωστε, είναι και η τέχνη των ανθρώπων των απογυμνωμένων, αυτό που, τελικά, είμαστε όλοι εμείς μέσα σε ένα κόσμο διαλυμένο. Όσο υπάρχουν καλλιτέχνες και ακροατήρια, όλο και θα λέγονται ιστορίες επάνω στη σκηνή, που πουθενά αλλού δεν θα μπορούν να ειπωθούν, είτε σε όπερες, είτε στα θέατρα των μεγαλουπόλεων ή ακόμα και σε στρατόπεδα φιλοξενίας μεταναστών και προσφύγων στη Βόρεια Λιβύη, αλλά και σε κάθε γωνιά στον κόσμο. Σε αυτή την αναπαράσταση θα είμαστε πάντοτε δεμένοι, συλλογικά.

Και αν βρισκόμασταν στην Επίδαυρο θα μπορούσαμε να σηκώσουμε τα μάτια για να δούμε πως όλο αυτό το μοιραζόμαστε με το τοπίο πέρα στον ορίζοντα. Να δούμε πως είμαστε πάντοτε κομμάτι της φύσης, πως δεν μπορούμε να ξεφύγουμε από αυτή, όπως δεν μπορούμε να δραπετεύσουμε και από τον πλανήτη. Ή αν ίσως πάλι βρισκόμασταν στο Globe, θα βλέπαμε πόσο ξεκάθαρα τίθενται σε όλους εμάς εσώτερα ερωτήματα. Και αν κρατούσαμε στα χέρια μας το Κυρηναϊκό φλάουτο των 40.000 χρόνων, θα αντιλαμβανόμασταν πως παρελθόν και παρόν είναι ένα. Πως η αλυσίδα της ανθρώπινης κοινότητας δεν θα σπάσει ποτέ από τυράννους και δημαγωγούς.





*Σημείωση: Ο εορτασμός της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου καθιερώθηκε το 1962 από το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου (Δ.Ι.Θ.). Γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 27 Μαρτίου από την παγκόσμια θεατρική κοινότητα. Το Εκτελεστικό Συμβούλιο του Δ.Ι.Θ. επιλέγει κάθε φορά μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα του θεάτρου από μια χώρα - μέλος για να γράψει το μήνυμα, το οποίο διαβάζεται σε όλα τα θέατρα και μεταδίδεται από τα Μ.Μ.Ε σε όλον τον κόσμο. Κατά καιρούς μήνυμα για την Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου έχουν γράψει οι: Ζαν Κοκτώ, Άρθουρ Μίλλερ, Λώρενς Ολίβιε, Ζαν Λουί Μπαρώ, Πήτερ Μπρουκ, Πάμπλο Νερούδα, Ευγένιος Ιονέσκο, Λουκίνο Βισκόντι, Μάρτιν Έσλιν, Ιάκωβος Καμπανέλλης, Αριάν Μνουσκίν, Ρομπέρ Λεπάζ, Αουγκούστο Μποάλ, Τζούντι Ντεντς, Τζον Μάλκοβιτς, Ντάριο Φο κ.ά.

 

Το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου γιορτάζει τα 70 χρόνια και ζήτησε από 5 άτομα να γράψουν μήνυμα από 5 διαφορετικές ηπείρους. Το μήνυμα για την Ευρώπη ανέλαβε να γράψει ο Βρετανός Σάιμον Μακ Μπέρνι, ηθοποιός, συγγραφέας, σκηνοθέτης και συνιδρυτής του Théâtre de Complicité από το Ηνωμένο Βασίλειο.


Το μήνυμα του σπουδαίου Άγγλου καλλιτέχνη θα μεταφραστεί σε περισσότερες από 50 γλώσσες και θα δημοσιοποιηθεί μέσα από το δίκτυο του Διεθνούς Ινστιτούτου Θεάτρου (ΔΙΘ) και τα Εθνικά του Κέντρα, αλλά και θεατρικούς οργανισμούς σε όλο τον κόσμο, ενώ θα μεταδοθεί από τα Μέσα Επικοινωνίας σε όλο τον κόσμο. Στο μήνυμα του κάνει ιδιαίτερη μνεία στην Αρχαία Αθήνα και τη συμβολή της στην ανάπτυξη του Θεάτρου καθώς επίσης και στον αρχαίο Πολύκλειτο που σχεδίασε το θέατρο της Επιδαύρου.

Το μήνυμα της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου είθισται να διαβάζεται σε κάθε θέατρο πριν από την παράσταση της 27ης Μαρτίου.

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

"Η πηγή των δακρύων. Ο Νίκος Γκάτσος για τον Λόρκα..." (http://tvxs.gr, 20/8/2017)

.............................................................

Η πηγή των δακρύων. Ο Νίκος Γκάτσος για τον Λόρκα...


 

                                                   http://tvxs.gr, 20/8/2017

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ένας από τους λίγους αυθεντικούς ποιητές του αιώνας μας, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1898 στο μικρό χωριό της Ανδαλουσίας Φουέντε Βακέρος, κάπου δεκαοχτώ χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Γρανάδας.
Ο πατέρας του, άνθρωπος με φιλελεύθερες αρχές, είταν πλούσιος κτηματίας της περιοχής που, όταν η πρώτη του γυναίκα πέθανε άτεκνη, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη νεαρή αλλά γνωστική και καλλιεργημένη δασκάλα του χωριού, κόρη μιας φτωχής οικογένειας από τη Γρανάδα.
Απόκτησε μαζί της πέντε παιδιά με πρωτότοκο τον Φεδερίκο. Έτσι ο κατοπινός ποιητής, εκτός από ένα μικρό διάστημα που για λόγους υγείας υποχρεώθηκε να συνεχίσει το σχολείο του στην Αλμερία, έζησε τα παιδικά του χρόνια στον εύφορο κάμπο της Γρανάδας, το σταυροδρόμι τόσων φυλών, με τα γραφικά χωριά και τους παράξενους θρύλους, με τους τσιγγάνους και τους αυτοσχέδιους μουσικούς, με αμαρτωλούς έρωτες και τα βίαια πάθη, μ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την ευαισθησία του μικρού ανδαλουσιάνου και σφράγισαν για πάντα τον χαρακτήρα και την υφή του έργου του.
Όταν ο Φεδερίκο έγινε έντεκα χρονών, ο πατέρας του αποφάσισε ν’ αφήσει τον κάμπο και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στη Γρανάδα για μια καλύτερη ζωή, όπως έλεγε. Εκεί ο γιος του, μετά τις εγκύκλιες σπουδές, γράφτηκε στη Φιλοσοφική και στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου απ’ όπου, μερικά χρόνια αργότερα, κατόρθωσε να πάρει το δίπλωμα που φυσικά δεν τον ενδιέφερε. Τον ενδιέφερε μόνο η ποίηση και οι πρώτες του προσπάθειες να γράψει θέατρο που το θεωρούσε ύψιστη μορφή ποίησης αφού, όπως έλεγε, «το θέατρο παίρνει τα λόγια από το άψυχο χαρτί και τα μεταμορφώνει ζωντανή ανθρώπινη έκφραση». Και, όσο κι αν η σκέψη του είταν πάντα δεμένη με τις αναμνήσεις του κάμπου και του πατρικού του χωριού, στην πρωτεύουσα άνοιξαν καινούργιοι ορίζοντες για τη φαντασία του.
Γνωρίστηκε με τους νέους συγγραφείς και καλλιτέχνες της ισπανικής πόλης και, έχοντας αρχίσει από χρόνια να σπουδάζει μουσική, ήρθε σ’ επαφή με τους ανθρώπους του ρυθμού και της μελωδίας, ιδιαίτερα με τον διάσημο Μανουέλ ντε Φάλια, που κατοικούσε τότε στη Γρανάδα και που η διαφορά της ηλικίας δε στάθηκε εμπόδια να γίνουν στενοί φίλοι και αργότερα συνεργάτες. Στο μεταξύ ο πατέρας του αγόρασε στην άκρη της πόλης ένα μεγάλο σπίτι με θαυμάσιο κήπο που το προόριζε για θερινή κατοικία της οικογένειας. Από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια αυτού του σπιτιού φαινόταν κάτω χαμηλά ο απέραντος κάμπος της Γρανάδας και στην αντίθετη μεριά η Σιέρρα Νεβάδα με τις χιονισμένες κορφές, που έφερναν από μακριά μια ανάσα της Μεσογείου κι από το βάθος τα’ ουρανού μια υποψία της Αφρικής. Σ’ αυτό το σπίτι, και τότε και αργότερα, ο Λόρκα έγραψε πολλά από τα ωραιότερα ποιήματά του. Εκεί ολοκλήρωσε της Τσιγγάνικες Πσραλογές(Romancero Gitano) στην οριστική τους μορφή κι εκεί τελείωσε πολλά από τα γνωστά θεατρικά του έργα.
Αλλά η Γρανάδα είταν πια μικρή για να χωρέσει κάποιον που η φήμη του είχε αρχίζει ν’ απλώνεται σ’ ολόκληρη την Ισπανία. Έτσι, ο ποιητής έφυγε ακόμη μια φορά για τη Μαδρίτη, όπου με το πρόσχημα πάντοτε των σπουδών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Εστία της Ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί γνώρισε κι έγινε φίλος με τους περισσότερους εκκολαπτόμενους συγγραφείς και καλλιτέχνες της νέας γενιάς (της λεγόμενης γενιάς του ’27), όπως είταν ο Δάμασο Αλόνσο, ο Σαλβαδόρ Νταλί, ο Χόρχε Γιλιέν, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Λουί Μπουνιουέλ, ο Χεράρδο Διέγκο, και πολλοί άλλοι. Είταν μια περίοδος εξαιρετικά δημιουργική για τους νέους πνευματικούς ανθρώπους της Ισπανίας, γεμάτη ζωντάνια και πρόκληση για καινούργιες αξίες και κατακτήσεις.
Στα 1929 ο Λόρκα αποφάσισε να πραγματοποιήσει το μεγάλο ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες που τα μελετούσε από καιρό. Πέρασε πρώτα από τη Γαλλία και κατόπι από την Αγγλία, όπου πήρε το πλοίο για την υπερατλαντική του περιπέτεια. Οι αεροπορικές συγκοινωνίες είταν ακόμα κάτι το άγνωστο. Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη είδε πως η ζωή εκεί δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη ζωή στην Ισπανία. Ωστόσο του χάρισε καινούργια κίνητρα και συγκινήσεις, όπως φαίνεται καις το έργο του Ποιητής στη Νέα Υόρκη, που δείχνει μια άλλη πτυχή του ταλέντου του και περιλαμβάνει μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματα. Οι άλλες του δραστηριότητες στην ήπειρο του παλιού θαλασσοπόρου συμπατριώτη του δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Μερικές γνωριμίες, μερικές διαλέξεις, ένα φεγγάρι στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, κι ένα σύντομο ταξίδι στην Κούβα, που του θύμισε την Ανδαλουσία και τον ενθουσίασε.
Όταν έπειτα από ενάμισι χρόνο ξαναγύρισε στην Ισπανία, κάτι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει στην πολιτική ζωή του τόπου. Την πτώση του Πρίμο ντε Ριβέρα και τη φυγή του βασιλιά Αλφόνσου ακολούθησε η ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Ο Φερνάντο ντε Ρίος, υπουγρός Παιδείας στη νέα κυβέρνηση και στενός φίλος του Λόρκα, ανέθεσε στον Ισπανό ποιητή και δραματουργό να ολοκληρώσει μαζί με τον Εδουάρδο Ουγάρτε έναν περιοδεύοντα φοιτητικό θίασο, ένα είδος Άρματος Θέσπιδος, για να παρουσιάσει και να γνωρίσει σ’ όλη τη χώρα τα δραματικά αριστουργήματα της ισπανικής παράδοσης. Ο θίασος, με την επωνυμία Η Μπαρράκα και με τον ενθουσιασμό των συντελεστών του, άρχισε να περιοδεύει με μεγάλη επιτυχία σε πάμπολλες πόλεις και κωμοπόλεις της Ισπανίας, παρουσιάζοντας έργα του Θερβάντες, του Λόπε ντε Βέγα, του Καλδερόν, του Τίρσο ντε Μολίνα, και πολλών άλλων παλιών και νεώτερων.
Η Μπαρράκα κράτησε κάπου δυο χρόνια, όσο περίπου και η δημοκρατική κυβέρνηση. Αλλά ο Λόρκα, σα σκηνοθέτης πια, σχημάτισε ένα θίασο με παλιούς και νέους ηθοποιούς και ταξίδεψε για λίγο καιρό στην Αργεντινή, όπου παρουσίασε διάφορα έργα του ισπανικού ρεπερτορίου. Ανάμεσά τους και το δικό του Ματωμένο γάμομε πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Καταλανή ηθοποιό Μαργαρίτα Ξίργου, τη γυναίκα που μετά την άνοδο του Φράγκο στην εξουσία διάλεξε για καινούργια πατρίδα της την Αργεντινή, όπου έζησε ως τα βαθιά της γεράματα χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει στην Ισπανία. Στα 1935 ο Λόρκα δημιούργησε το γνωστό ελεγείο για το φίλο του ποιητή και ταυρομάχο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας, που σκοτώθηκε από τον ταύρο στην αρένα. Και στις αρχές του 1936 διάβασε σ’ ένα στενό κύκλο φίλων του το τελευταίο θεατρικό του έργο Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμα, που δεν πρόφτασε να το δει να παίζεται στη σκηνή.
Έτσι σε γενικές γραμμές είχαν τα πράγματα και έτσι προχωρούσε η ζωή όταν τον Ιούλιο του 1936, τα σύννεφα στον ισπανικό ουρανό έγιναν πυκνότερα. Το χάσμα ανάμεσα στις εθνικιστικές δυνάμεις και στις δυνάμεις της νέας κυβέρνησης του «λαϊκού μετώπου», που είχε εκλεγεί στις αρχές του χρόνου, ήταν αδύνατο να γεφυρωθεί πια. Πολλές φρουρές επαναστάτησαν, άλλες άρχισαν να παραδίδουν τον οπλισμό τους και αρκετές αντιστάθηκαν. Ο εμφύλιος σπαραγμός της Ισπανίας είχε κιόλας αρχίσει σαν γενική δοκιμή για τον επερχόμενο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η Ισπανική Φάλαγγα, η οργάνωση που είχε ιδρύσει ο Πρίμο ντε Ριβέρα κατά το πρότυπο των φασιστικών ταγμάτων του Μουσολίνι και που τώρα βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του Φράνκο, τρομοκρατούσε τη χώρα και ήταν παντοδύναμη.
Ο Λόρκα εκείνο τον καιρό βρισκόταν στη Μαδρίτη κι ετοιμαζόταν όπως κάθε καλοκαίρι να κατέβει στη Γρανάδα για να δει τους δικούς του και να ξαναζήσει λίγες μέρες στα γνώριμα πατρικά του χώματα. Οι φίλοι του στη Μαδρίτη, ξέροντας πόσο επικίνδυνη ήταν η Γρανάδα, όπου βασίλευε ο φανατισμός και η τρομοκρατία, τον συμβούλεψαν και μάλιστα τον πίεσαν να μην κάνει αυτό το ταξίδι και να μείνει στην πρωτεύουσα. Αλλά εκείνος δεν τους άκουσε. Γιατί, παρά τον ατίθασο χαρακτήρα και τις ελεύθερες ιδέες του, δεν είχε ποτέ ανακατευτεί στην πολιτική και ο φανατισμός για τη μία ή την άλλη παράταξη ήταν κάτι ξένο για την ιδιοσυγκρασία του και τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Δεν είχε υποπτευθεί ότι στις εποχές της μισαλλοδοξίας και της εξάρτησης οι άνθρωποι δεν ανέχονται την ελευθερία του άλλου και δεν παραδέχονται ότι μπορεί κάποιος να μην ανήκει σε κανένα στρατόπεδο. Έτσι, ξεκίνησε για την ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου βρήκε τα πράγματα πολύ χειρότερα απ’ όσο περίμενε. Μια θανάσιμη απειλή κρεμόταν πάνω από την πόλη και η Φάλαγγα κρατούσε τις πρωτοβουλίες δικές της. Έντρομος ο κόσμος μάθαινε κάθε μέρα για απαγωγές και εκτελέσεις αθώων πολιτών, που είχαν την ατυχία ή να είναι αριστεροί ή ν’ ανήκουν στη δημοκρατική παράταξη. Ο Λόρκα τότε μόνο κατάλαβε τον μεγάλο κίνδυνο, αλλά ήταν αργά πια για να προσπαθήσει να φύγει. Θα ήταν σαν να ομολογούσε μια ανύπαρκτη ενοχή, ποιος ξέρει με ποιες συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Στο μεταξύ, έξω από το σπίτι του περίεργα πρόσωπα παρακολουθούσαν την κάθε κίνηση και κανείς δεν ήξερε τι γυρεύανε. Τότε ο πατέρας του κι όλη μαζί η οικογένεια σκέφτηκαν ότι το πιο σίγουρο καταφύγιο για τον γιο τους ήταν το σπίτι της φιλικής οικογένειας των Ροσάλες που είχαν δεσμούς με τη Φάλαγγα και μεγάλη κοινωνική και πολιτική ισχύ. Μάλιστα ο Λουίς Ροσάλες, ποιητής ο ίδιος και σπουδαίος θαυμαστής του Λόρκα, που είναι σήμερα γνωστός Ισπανός συγγραφέας και μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, εγγυήθηκε με προσωπική του ευθύνη την ασφάλεια του ποιητή στο σπίτι του. Έτσι, ένα μεσημέρι ο Φεδερίκο και ο νεότερος στην ηλικία Λουίς πέρασαν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και φτάσανε στο σπίτι των Ροσάλες, όπου όλοι υποδέχτηκαν τον φιλοξενούμενο σαν παιδί τους. Οι φαλαγγίτες παρακολουθούσαν τα πάντα, αλλά δεν μπορούσαν να επέμβουν φανερά, γιατί οι Ροσάλες είχαν δύναμη και επιρροή.
Καιροφυλακτούσαν όμως περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Και η κατάλληλη στιγμή ήρθε κάποια μέρα που οι άντρες έλειπαν και στο σπίτι είχαν μείνει οι γυναίκες και ο ποιητής. Αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες των γυναικών, οι άνθρωποι της Φάλαγγας όρμησαν στο σπίτι και κυριολεκτικά άρπαξαν τον Φεδερίκο με τη δικαιολογία ότι θα τον πήγαιναν για ανάκριση και θα τον ξανάφερναν αργότερα. Όταν γύρισαν οι Ροσάλες στο σπίτι και έμαθαν από τις κάτωχρες γυναίκες τα γεγονότα, κατάλαβαν τον τρομερό κίνδυνο και εξαπολύθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις για να προλάβουν το κακό. Αλλά παντού οι υπεύθυνοι δήλωναν άγνοια. Ούτε η αστυνομία, ούτε η πολιτοφυλακή, ούτε η Φάλαγγα, ούτε καμιά άλλη αρχή μπορούσαν να δώσουν πληροφορίες. Κανείς δεν ήξερε ή έκανε πως δεν ήξερε τίποτα. Οι φίλοι και προστάτες του Λόρκα κατάλαβαν τότε καθαρά ότι κάποιοι που κινούσαν τα νήματα πίσω από τα ηλίθια εκτελεστικά όργανα είχαν αποφασίσει να εξοντώσουν τον προκλητικό και ανορθόδοξο Ανδαλουσιανό ποιητή, που είχε πολλές φορές στο παρελθόν κρίνει και επικρίνει την απολιθωμένη και φαρισαϊκή τότε κοινωνία της Γρανάδα.
Όπως εξακριβώθηκε αργότερα, οι φαλαγγίτες, όταν πήραν τον Λόρκα από το σπίτι των Ροσάλες, φρόντισαν να τον απομακρύνουν αμέσως από την πόλη για να μην μπορέσει να τον βοηθήσει κανείς. Τον τράβηξαν σε μια ερημιά κοντά στο χωριό Βιθνάρ και τον έκλεισαν σ’ έναν παλιό νερόμυλο, που σήμερα δεν υπάρχει και που τότε τον είχαν μετατρέψει σε κρατητήριο. Εκεί, αφού τον κράτησαν δυο τρεις μέρες μαζί με άλλους προγραμμένους που τους έπαιρναν και τους εκτελούσαν κατά ομάδες, ήρθε κάποια ώρα και η δική του σειρά. Κι ένα αυγουστιάτικο πρωινό, προτού η μέρα χαράξει, λίγα εικοσιτετράωρα μετά την εκτέλεση του άντρα της αδερφής του, που ήταν εκλεγμένος δημοκρατικός δήμαρχος της Γρανάδα, τον πήραν μαζί με έναν κουτσό δάσκαλο και το ανήλικο παιδί του, και σε μικρή απόσταση από τον νερόμυλο, τους πυροβόλησαν και τους τρεις πισώπλατα και τους σώριασαν νεκρούς στη μέση του δρόμου.
Όπως είπαν αργότερα οι φονιάδες, φλυαρώντας μεθυσμένοι σε μια ταβέρνα της Γρανάδα, δεν προχώρησαν ως το καθορισμένο σημείο, γιατί είχαν κουραστεί από τις πολλές εκτελέσεις εκείνη την ημέρα και δεν άντεχαν να περπατήσουν περισσότερο. Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μια παράξενη πηγή με παγωμένο αναβράζον νερό, που σήμερα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο και που οι Ισπανοί την ονομάζουν «Φουέντε Γκράντε», δηλαδή Μεγάλη ενώ οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν «Αϊναδαμάρ», δηλαδή Πηγή των Δακρύων.


Νίκος Γκάτσος, από τον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Θέατρο και ποίηση, μτφρ. Νίκος Γκάτσος, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1990.

ΠΗΓΗ: dimartblog.com

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Από τον "Οθέλλο" του William Shakespeare (1564 - 1616) (μτφ. Κώστας Καρθαίος, Πράξη Γ', Σκ.3)

...........................................................

Από τον "Οθέλλο" του William Shakespeare (1564 - 1616)








…ΟΘΕΛΛΟΣ: …Παρακαλώ μίλησε όπως στοχάζεσαι,

                           όπως μιλείς στο νου σου,

                           και δώσε στη χειρότερή σου σκέψη

                           τα χειρότερα λόγια σου.

ΙΑΓΟΣ:              Συγνώμη,

                καλέ μου κύριε· μ’ όλο που είναι χρέος μου

                 να σε υπακούω σε ό,τι γυρεύει η υπηρεσία μου,

                δεν έχω τέτοιο χρέος σε ό,τι είναι ελεύθερος

                 και ο κάθε δούλος.

                Να φανερώσω ό,τι περνάει στο νου μου;

                Και αν είταν τίποτ’ άδικο ή κακόβουλο;

                 Ποιο είν’ το παλάτι όπου δεν μπαίνει κάποτε

                 καμιά ατιμία;

                Ποιος έχει τόσο καθαρή καρδιά,

                που να μην κάνει μέσα της συμβούλιο

                και δικαστήριο κάποια ακάθαρτη υποψία

                μαζί με τίμιους λογισμούς;

ΟΘΕΛΛΟΣ: Κάνεις, Ιάγο, προδοσία στο  φίλο σου,

                        Άμα πιστεύεις πως τους γίνεται άδικο,

                        Και αφήνεις να είναι ξένοι για τα αφτιά σου

                        οι στοχασμοί σου.

ΙΑΓΟΣ:                                           Σ’ εξορκίζω, κύριε…

                Είναι άδικο, ίσως, αυτό που στοχάζομαι.

                Γιατί τ’ ομολογώ:

                εγώ από  φυσικού μου την κατάρα

                να βάζει ο νους μου το κακό. Συχνά

                 στη φαντασία μου πλάθεται από τίποτε

                το χειρότερο κρίμα. Γι’ αυτό πρέπει

                 να μη δίνει η σοφία σου προσοχή

                στη γνώμη ενός ανθρώπου

                που έτσι εύκολα μπορεί να πλανεθεί·

                κι ούτε να τυραννιέσαι για όσα του έτυχε

                 αόριστα και πλανερά να δει,

                 καμιά φορά, ή ν’ ακούσει.

                 Δεν θα ήτανε καλό, ούτε για τη χάρη σου

                 και για την ησυχία σου· ούτε θα ταίριαζε

                 στον αντρισμό μου ή την τιμιότητά μου,

                 κι ούτε στη φρονιμάδα μου,

                  αν άφηνα να μάθεις τι στοχάζομαι.

ΟΘΕΛΛΟΣ: Τι θες να πεις;

ΙΑΓΟΣ:                                    Η τιμή, κύριέ μου,

                 στον άντρα ή στη γυναίκα είναι το πρώτο

                  απ’ όλα τα στολίδια της ψυχής τους.

                 Όποιος μού κλέψει το πουγγί, μού κλέβει κάτι

                  πολύ φτηνό: ένα τίποτα.
                  Είταν δικό μου, είναι δικό του, κι είταν δούλος

                   σε χίλια αφεντικά.
                  Μα όποιος μού πάρει το καλό μου το όνομα,

                   μού παίρνει κάτι που δεν τον πλουτίζει

                   αυτόν τον ίδιο, και με κάνει εμένα,

                   στ’ αληθινά, φτωχό.

ΟΘΕΛΛΟΣ:                                Για το Θεό,

                        θέλω να μάθω τι στοχάζεσαι!

ΙΑΓΟΣ: Αυτό δε θα γινότανε κι αν είταν

               Στο χέρι σου η καρδιά μου, ούτε θα γίνει,

               όσο είναι στη δική μου φύλαξη

ΟΘΕΛΛΟΣ: Α!

ΙΑΓΟΣ: Ω, κύριέ μου, φυλάξου από τη ζήλεια!

               Είναι ένας δράκος με πράσινα μάτια

               που εξευτελίζει την ίδια τη σάρκα

               που τόνε τρέφει. Και είναι ευτυχισμένος

               ο απατημένος άντρας

               που βέβαιος για τη μοίρα του, σιχαίνεται,

               αυτήν που τον ντροπιάζει. Όμως τι μάρτυρας

                είναι όποιος αγαπάει,

                και τον παιδεύει η αμφιβολία· που έχει υποψίες,

                και τον φλογίζει ο έρωτας!

ΟΘΕΛΛΟΣ:                                           Ω, δυστυχία!

ΙΑΓΟΣ: Όποιος είναι φτωχός

                κι είναι ευχαριστημένος, είναι πλούσιος,

                και πλούσιος αρκετά. Όμως τα πλούτη,

                 όσα πολλά κι αν είναι,

                 είναι φτωχά σαν το χειμώνα για όποιον

                 ζει πάντα με το φόβο μην τα χάσει.

                  Ω, σπλαχνικοί ουρανοί,

                  φυλάτε την ψυχή όλης της γενιάς μου

                  από τη ζήλεια!

ΟΘΕΛΛΟΣ:                      Πώς! Τι θες να πεις;

                     Θαρρείς, μπορώ να ζήσω τη ζωή μου

                     με αιώνια ζήλεια;

                     Να ακολουθώ τις αλλαγές των φεγγαριών

                     όλο και με καινούργιους φόβους; Όχι.

                     Μια και θα ‘ρθει η υποψία, πρέπει με μια

                      να ‘ρθεί μαζί κι η απόφαση.

                     Μπορείς να πεις, αν θες, πως δεν αξίζω

                     πιότερο από έναν τράγο,

                     εάν ποτέ παραδώσω την ψυχή μου

                     σε τέτοια κούφια κι αστήριχτα πλάσματα

                     της φαντασίας, πιστεύοντας τους φόβους σου.

                     Κανείς δε θα με κάνει να ζηλέψω

                     λέγοντας πως είν’ όμορφη η γυναίκα μου,

                     πως ζει καλά, αγαπάει τις συντροφιές,

                     ή πως μιλάει ελεύθερα,

                      και τραγουδεί και παίζει και χορεύει.

                      Όπου υπάρχει αρετή,

                      όλα αυτά μεγαλώνουν την αξία της.

                      Μα ούτε οι δικές μου ατέλειες μού γεννούν

                       κανένα φόβο ή αμφιβολία για την αγάπη της.

                       Γιατί είχε μάτια και με διάλεξε. Όχι, Ιάγο,

                      Θέλω να ιδώ πριν να ‘ρθει η υποψία.

                      Και άμα έρθει, θέλω απόδειξη.

                      Κι όταν δοθεί η απόδειξη, δε μένει

                      τίποτ’ άλλο από τούτο: ευτύς να λείψουν

                      και η αγάπη και η ζήλεια…

         

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

400 χρόνια από τον θάνατο του William Shakespeare - Μικρό αφιέρωμα Alfred Deller - 3 Shakespeare Songs (youtube, 9 Σεπ 2010)

...........................................................

400 χρόνια από τον θάνατο του William Shakespeare - Μικρό αφιέρωμα

Alfred Deller - 3 Shakespeare Songs


 

Ανέβηκε στις 9 Σεπ 2010
 
1. Thomas Morley - It was a lover and his lass (Shakespeare: As You Like It)

2. Anon. - O mistress mine (Shakespeare: Twelfth Night) - from 3:09

3. Robert Johnson - Where the bee sucks (Shakespeare: The Tempest) - from 4:49

Alfred Deller, countertenor
Desmond Dupré, lute



Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Το καταστάλαγμα του βίου μου. Μάνος Χατζιδάκις (tvxs.gr, 15/6/2014)


...............................................................

Το καταστάλαγμα του βίου μου. Μάνος Χατζιδάκις

 
tvxs,gr,  15 Ιουν. 2014
Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες… » Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994).
  « …Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.
Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.
Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.
Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.
Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.
Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι:
Α δ ι α φ ο ρ ώ... για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.
Π ι σ τ ε ύ ω... στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.
Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ... αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.
Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.».
-------------------------------
Σαν σήμερα, 15 Ιουνίου 1994 ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας.