Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξεφυλλίζω τα παλιά.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξεφυλλίζω τα παλιά.... Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Κυριακή 19 Απριλίου 2020
Παρασκευή 15 Μαΐου 2015
Αντόν Τσέχωφ: Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι... (tvxs.gr, 16 Μάιος. 2015)
........................................................
tvxs.gr, 16 Μάιος. 2015
Αντόν Τσέχωφ: Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι...
tvxs.gr, 16 Μάιος. 2015
"Οι καλλιεργημένοι άνθρωποι σέβονται την ανθρώπινη ατομικότητα και
γι' αυτό είναι πάντοτε συγκαταβατικοί, γελαστοί, ευγενικοί,
υποχρεωτικοί.
Δεν χαλούν τον κόσμο για το σφυρί ή για τη γομολάστιχα που χάθηκαν.
Δεν αγανακτούν για τους θορύβους ή το κρύο. Δέχονται με καλοσύνη τα
χωρατά και την παρουσία ξένων ανθρώπων στο σπιτικό τους. Δεν συμπονούν
μονάχα τους κατώτερους, τους αδύναμους και τις γάτες. Πονάει η ψυχή τους
και για κείνο που δεν φαίνεται με γυμνό μάτι.
Είναι ντόμπροι και φοβούνται το ψέμα σαν τη φωτιά. Δεν λένε ψέματα
ακόμα και για τιποτένια πράγματα. Το ψέμα προσβάλλει εκείνους που το
ακούνε και ταπεινώνει στα μάτια τους εκείνους που το λένε. Δεν παίρνουν
ποτέ πόζα, στο δρόμο είναι όπως και στο σπίτι τους, δεν ρίχνουν στάχτη
στα μάτια του κατώτερου τους.
Δεν είναι φλύαροι και δεν αναγκάζουν τον άλλο να ακούει τις
εκμυστηρεύσεις τους όταν δεν τους ρωτάει. Δεν ταπεινώνονται για να
κεντήσουν τη συμπόνια του διπλανού. Δεν παίζουν με τις ευαίσθητες χορδές
της ψυχής των άλλων για να κερδίζουν σαν αντάλλαγμα αναστεναγμούς και
χάδια.
Δεν λένε "εμένα κανείς δεν με καταλαβαίνει", ούτε "πουλήθηκα για
πέντε δεκάρες", γιατί αυτά δείχνουν πως αποζητάν τις φτηνές εντυπώσεις.
Είναι πρόστυχα τερτίπια, ξεθωριασμένα, ψεύτικα. Δεν είναι ματαιόδοξοι.
Δεν τους απασχολούν τέτοια ψεύτικα διαμάντια όπως οι γνωριμίες με
εξοχότητες.
Όταν κάνουν δουλειά που δεν αξίζει ένα καπίκι, δεν γυρίζουν με
χαρτοφύλακα των εκατό ρουβλιών και δεν καμαρώνουν πως τάχα τους άφησαν
να μπουν εκεί που δεν επιτρέπουν στους άλλους. Κι ο Κριλώφ ακόμα λέει
πως το άδειο βαρέλι ακούγεται πιο πολύ από το γεμάτο.
Αν έχουν ταλέντο, το σέβονται. Θυσιάζουν γι' αυτό την ησυχία τους,
τις γυναίκες, το κρασί, την κοσμική ματαιότητα. Είναι περήφανοι για την
αξία τους και έχουν συνείδηση της αποστολής τους. Αηδιάζουν από την
ασχήμια και καλλιεργούν μέσα τους την ομορφιά.
Δεν μπορούν να κοιμηθούν με τα ρούχα, δεν μπορούν να βλέπουν στο
τοίχο κοριούς, να πατούν σε φτυσιές. Δαμάζουν όσα μπορούν και
εξευγενίζουν το ερωτικό ένστικτο. Δεν κατεβάζουν βότκα όπου βρεθούν.
Πίνουν μονάχα όταν είναι ελεύθεροι και τους δίνεται ευκαιρία. Γιατί τους
χρειάζεται "γερό μυαλό σε γερό κορμί".
Πηγή: Η τάξη μας!
Παρασκευή 13 Σεπτεμβρίου 2013
Η κυρία Αθηνά της οδού Μπουμπουλίνας (http://palabourtzi.blogspot.gr, 3/9/2013)
...........................................................
Μια συμπαραγωγή του palamidi.gr (Panos ΤheGrecian) και του palabourtzi.blogspot.gr (Mario Vagman)
Η κυρία Αθηνά της οδού Μπουμπουλίνας
Καλοκαίρι. Μέσα της δεκαετίας του
2000. Η Ελλάδα και το Ναύπλιο βράζουν στο ζεστό ζουμί της εθνικοοικονομικής
ευδαιμονίας. Μαγαζιά γεμάτα. Καφές, ποτό, φαγητό, όχι διαζευκτικά όπως σήμερα,
όλα στο ίδιο βράδυ. Επίκεντρο της κλαρινογαμπρικής Ναυπλιώτικης νύχτας, η
ημιαπαστράπτουσα πασαρέλα της εποχής. Οδός Μπουμπουλίνας ή 'Αργείτικα' ή
'Βλάχικα'. Αβάκα, έκπλους, εν ζω, σείριος, πόρτο. Ειδικά το Αβάκα σε μεγάλες
δόξες. Τραπέζια ρεζερβέ, κόσμος όρθιος στο περίμενε, τοπικές ντίβες ενδεδυμένες
με χαρτοπετσέτα κοντοστέκονται. Ανδρικές παρέες χωρίς πολλές ελπίδες να γίνουν
μικτές, με γυρισμένες τις καρέκλες προς το πέρασμα. Σαν θέατρο.
Κι εκεί που νομίζεις ότι η
παράσταση είναι ημίγυμνη επιθεώρηση που περιοδεύει στην επαρχία, το σκηνικό
αλλάζει. Γίνεται αρχαίο δράμα. Με ήρωες, κορύφωση και - βέβαια - απο μηχανής
θεό. Ένας ψίθυρος απλώνεται και γίνεται βουή: βγαίνει ... βγαίνει ...
ΒΓΗΚΕ!
Από το μπαλκόνι πάνω από το
σείριος, εμφανίζεται γιαγιά με νυχτικό και κουβά. Τα φλας των VGA καμερών του τότε
ανάβουν σαν δαιμονισμένα. Το νερό της αγανακτισμένης γιαγιάς περιλούζει τους
περαστικούς, πέρνοντας στιγμιαία εκδίκηση για τα ήσυχα Ναυπλιώτικα βράδια που
ήταν πια παρελθόν ... Το πλήθος αλλαλάζει και παροτρύνει για ένα ακόμη
κατάβρεγμα. 'Τι ήταν αυτό;' τολμώ να ψελλίσω. 'Μα καλά δεν το ξέρεις;' με
επαναφέρουν στην τάξη. 'Κάθε βράδυ γίνεται'. Λίγα λεπτά μετά, ο ευχάριστος
θόρυβος καταλαγιάζει.
Τιμή και δόξα στη γιαγιά που
έριχνε νερά στη Πασαρέλα. Στη γριά προφήτισσα. Αυτή που ένεκα της συνήθειας
είχε μάθει από μικρή να καταβρέχει τις λυσσασμένες γάτες για να ξεκουμπίζονται
από τη γειτονιά. Τιμή και δόξα στη
γεροναυπλιώτισσα. Που έκανε μούσκεμα τις ορδές των βαρβάρων και ας της έδιναν
λεφτά. Πολλά λεφτά. Ήταν βλέπεις η ιδιοκτήτρια όλου του κτιρίου. Και του
καταστήματος φυσικά. Ε, και; Ας έφευγαν.
Οι ορδές όμως αλάλαζαν στην
εμφάνισή της και αυτή, από τον ψηλό θρόνο της μεγάλης σταρ, ίσως της
μεγαλύτερης που πέρασε ποτέ από τα μέρη μας, με την υπεροπτική αύρα της
πρωταγωνίστριας, ηρεμούσε τους δαίμονες της πόλης με λίγο αγιασμό.
Τώρα θα μας βλέπει από τα
μπαλκόνια τ’ουρανού και θα γελάει. Θα πίνει καφεδάκο παρέα με τους παλιούς
θαμώνες του Γιοτ Κλάμπ, του Σαν Ρόκκο, του πρώτου Σαβούρα, του Κάτσεχάμου, του
Χουντάλα, του Έλατου, των καμπαρέ της δεκαετίας του 30 και των παλιών καφενέδων
του δρόμου και θα καλαμπουρίζει αυτή
τώρα, την αυτόχθονή μας άγνοια. Κάθαρση.
Ετικέτες
Ξεφυλλίζω τα παλιά...,
Παραπομπές σε φίλους κι αδελφούς...,
πρόσωπα με χαρακτήρα,
Τεκμήρια ιστορίας...
Τετάρτη 12 Ιουνίου 2013
"Αποσπάσματα από ομιλία σε κοινό" του Γιώργου Χειμωνά (από το βιβλίο του "Ποιον φοβάται η Βιρτζίνια Γουλφ", εκδ.Καστανιώτη - 1995)
..............................................................
Αποσπάσματα από ομιλία σε κοινό
του Γιώργου Χειμωνά
(για την Παρσένια Παπανικολάου)
Αποσπάσματα από ομιλία σε κοινό
του Γιώργου Χειμωνά
(για την Παρσένια Παπανικολάου)
Θέλω να σας κάνω μια πρόταση: να αποφύγουμε οποιαδήποτε σοβαροφανή και οριστική ερμηνεία - να επιχειρήσουμε έτσι, αυθαίρετα, αστήριχτα (θα έλεγα ακόμα: φανταστικά) μια συναισθηματική και όχι νηφάλια προσέγγιση στην εποχή μας και την λογοτεχνία της. Γιατί κρατώ για την τέχνη ένα παράξενο αίσθημα: έναν συνδυασμό δέους και στοργής κι αυτό, ίσως, οφείλεται στην ιδέα που έχω για την τέχνη: ότι αποτελεί ένα μοναχικό παντα φαινόμενο, που έρπει αβοήθητο και αυτόφωτο στις σκοτεινές παρυφές της ιστορίας και της ομολογημένης γνώσης - είναι ένα άβατο, όπου τα περιβάλλοντα πράγματα και οι άλλες, έξω της τέχνης, δράσεις του ανθρώπου πολύ εξωτερικούς μετασχηματισμούς του που μπορούν να δεχθούν ή και να επιφέρουν.
Είναι πιθανό να κατηγορηθώ για αναχρονισμό ιδεαλιστικό, αφού όλοι το λεν πως τίποτε κρυφό δεν επιτρέπεται και δεν μπορεί να μείνει στον ψυχρό επιστημονισμό του καιρού μας και για όλα πρέπει να υπάρχει μια σαφής εξήγηση. Αλλά ακόμα κι αν έτσι είναι το σωστό, εμείς ας επιχειρήσουμε να απομονώσουμε το αποτέλεσμα από τις αιτίες, το φως από τον ηλεκτρισμό, το ουράνιο τόξο από την βροχή, τον λόγο από τον άνθρωπο. Γιατί νομίζω, πραγματικά, ότι η τέχνη απέμεινε η μοναδική δραστηριότητα του ανθρώπου που εξακολουθεί να υπηρετεί την αρχέγονη Λειτουργία του Σκοταδιού, δηλαδή του θαύματος. Μια λειτουργία που έχει την ίδια ηλικία με την ψυχή ή με το θεό - και την ίδια ουσία: και τα τρία είναι ίσκιοι...
Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2012
"Ο Θείος Βάνιας" από το Θέατρο Βαχτάνγκοφ στο Μπαντμιντον: Μια παράσταση που σε κάνει καλύτερο άνθρωπο. Και ένα απόσπασμα από το τέλος του έργου (1899) του Άντον Τσέχωφ (1860 - 1904).
............................................................
Μια αξέχαστη πνευματική εμπειρία μας επεφύλαξε το περασμένο Παρ/Σαβ/Κύριακο στην Αθήνα. "Ο θείος Βάνιας" του Άντον Τσέχοφ από το Θέατρο Βαχτάνγκοφ στο θέατρο Μπάντμιντον. Μια παράσταση μοντέρνα, αιρετική, και ταυτόχρονα κλασική, καθώς ό,τι συνέβαινε στη σκηνή, διεκδικούσε, και το πετύχαινε, να γίνει σκηνικό γεγονός αναφοράς. Μια παράσταση που διερρήγνυε τον κλειστό χώρο του θεάτρου και ζητούσε να επικοινωνήσει με την μοίρα του ανθρώπου στη μέση του σύμπαντος, και ταυτόχρονα με τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξης. Παράσταση-υπόδειγμα του μοντέρνου ανεβάσματος που το επιτυγχάνει χωρίς παραχωρήσεις με δουλειά και επεξεργασία στην παραμικρότερη λεπτομέρεια. Με υποκριτικές επιδόσεις που εδραίωναν την πίστη στις ανεξάντλητες παραστατικές δυνατότητες του ανθρώπου με μέσο την απλότητα, την καθαρότητα, τη δύναμη του λόγου και της σιωπής, την πύκνωση και την διαστολή των ρυθμών. Παύσεις-ανάσες των ηθοποιών, παύσεις που σπαρταρούσαν από αίσθημα και αλήθεια, αλλά και δύναμη λόγου ανάλογη και αντίστοιχη με τις καλύτερες στιγμές που έχουμε "κοινωνήσει", όσοι το έχουμε καταφέρει, στα ανοιχτά δικά μας αρχαία θέατρα. Και όλα αυτά να υπηρετούν τις αιρετικές για τα δεδομένα του ρεαλιστικού θεάτρου ιδέες του σκηνοθέτη, οι οποίες όχι μόνο δεν κατέλυσαν το ρεαλισμό του έργου, αλλά αντίθετα τον ανέδειξαν μ' ένα εσωτερικό προοπτικό βάθος αλλά και ένα εύρος συμπαντικό. Είμαστε ευτυχείς που ζήσαμε αυτήν την εμπειρία - η μιζέρια της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας που μας περίμενε έξω από το θέατρο φάνταζε μετά την παράσταση απλώς ενοχλητική που όφειλε να παραμερίσει! Ναι, νιώσαμε, και ακόμη το νιώθουμε, καλύτεροι άνθρωποι...
...ΒΟΪΝΙΤΣΚΙ (στη ΣΟΝΙΑ, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της):
Παιδί μου, πόσο πονάω! Αχ, αν ήξερες πόσο πονάω!
ΣΟΝΙΑ:
Τι να κάνουμε; Πρέπει να ζήσουμε! (Παύση). Θα ζήσουμε, θείε Βάνια! Θα ζήσουμε πολλές-πολλές μέρες αράδα κι ατέλειωτα βράδια. Θα υποφέρουμε υπομονετικά τις δοκιμασίες που μας στέλνει η μοίρα. Θα δουλεύουμε υπομονετικά τις δοκιμασίες που μας στέλνει η μοίρα. Θα δουλεύουμε για τους άλλους και τώρα και στα γερατειά μας - χωρίς ξεκούραση. Κι όταν έρθει η ώρα μας, θα πεθάνουμε ήσυχα-ήσυχα, χωρίς κανένα παράπονο. Κι εκεί, πέρα απ' τον τάφο μας, θα πούμε πως υποφέραμε, πως κλάψαμε, πως η ζωή μας πίκρανε, κι ο Θεός θα μας σπλαχνιστεί. Και τότε κι εγώ κι εσύ, θείε μου αγαπημένε, θα δούμε τη ζωή φωτεινή, χαρούμενη, ωραία. Θα χαιρόμαστε τότε και θα κοιτάζουμε πίσω τα τωρινά μας βάσανα και τις πίκρες με καλοσύνη, με χαμόγελο - και θ' αναπαυτούμε. Έχω πίστη, θείε μου. Πιστεύω θερμά, με πάθος! (Γονατίζει μπροστά του και βάζει το κεφάλι της στα χέρια του. Με κουρασμένη φωνή) Θ' αναπαυτούμε!
(Ο Τελέγιν παίζει σιγανά κιθάρα).
ΣΟΝΙΑ:
Θ' αναπαυτούμε! Θ' ακούμε τους αγγέλους. Θα δούμε όλο τον ουρανό φωτισμένο με αστέρια σα διαμάντια. Θα δούμε πως όλη μας η κακία εδώ κάτω στη γη, όλα μας τα πάθη, όλοι μας οι πόνοι, θα αφανιστούνε μέσα στο έλεος που θα πλημμυρίσει όλο τον κόσμο. Και η ζωή μας θα γίνει ήρεμη, τρυφερή, γλυκιά, σα χάδι. Πιστεύω!... (Σκουπίζει τα δάκρυά του με το μαντίλι της). Φτωχέ μου, θείε Βάνια, κλαις... (Μέσα από τα δάκρυά της). Δε γνώρισες στη ζωή σου χαρές. Όμως περίμενε, θείε Βάνια, περίμενε... Θ' αναπαυτούμε. (Τον αγκαλιάζει). Θ' αναπαυτούμε!...
(Ο ΦΥΛΑΚΑΣ χτυπάει)
(Ο ΤΕΛΕΓΙΝ παίζει σιγανά. Η ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΙΕΒΝΑ κάνει σημειώσεις στο περιθώριο του βιβλίου της. Η ΜΑΡΙΝΑ πλέκει κάλτσες).
ΣΟΝΙΑ:
Θ' αναπαυτούμε!
Α Υ Λ Α Ι Α
(κλείνει αργά)
Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου 2012
Δύο ποιήματα του Μπέρτολτ Μπρεχτ, που συνειρμικά ακολουθούν την προηγούμενη ανάρτηση. Και ο νοών νοείτω...
......................................................
Όταν μαθεύτηκε η αιματοχυσία που έκαναν οι Τόρηδες στην Ελλάδα [Auf die Nachricht von den Toryblutadern in Griechenland, 1944]*
Eκεί όπου η βρωμιά είναι πιο μεγάλη,
εκεί ακούς τα πιο μεγάλα λόγια.
Μ' αν πρέπει τη μύτη σου να φράξεις,
πώς θα φράξεις την ίδιαν ώρα και τ' αυτιά σου;
Αν δεν είχαν βραχνιάσει τα κανόνια,
θα λέγανε: ρίχνουμε για να τηρήσουμε την τάξη.
Αν ο χασάπης πρόφταινε ν' ανασάνει,
θα 'λεγε: κέρδος κανένα εγώ δεν έχω.
Σαν οι συμπατριώτες μου ελληνιστές
διωχτήκανε απ' τους ομηρικούς τους κάμπους
όπου αναζητούσαν λιόλαδο και κοπάδια,
οι ελευθερωτές γύρισαν απ' τη μάχη
και βρήκανε καινούρια αφεντικά
να κυβερνάν τις πολιτείες τους.
Κι απ' τα κανόνια ανάμεσα, προβάλανε οι εμπόροι.
Επιτάφιο για τον Μ. (Epitaph fur M., 1946)*
Από τους καρχαρίες γλίτωσα
τις τίγρεις τις εσκότωσα
και με καταβροχθίσαν
οι κοριοί.
η μετάφραση είναι του Μάριου Πλωρίτη (εκδόσεις "Θεμέλιο, ε' έκδοση, 2000, σελ. 94-95)
Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956)
Όταν μαθεύτηκε η αιματοχυσία που έκαναν οι Τόρηδες στην Ελλάδα [Auf die Nachricht von den Toryblutadern in Griechenland, 1944]*
Eκεί όπου η βρωμιά είναι πιο μεγάλη,
εκεί ακούς τα πιο μεγάλα λόγια.
Μ' αν πρέπει τη μύτη σου να φράξεις,
πώς θα φράξεις την ίδιαν ώρα και τ' αυτιά σου;
Αν δεν είχαν βραχνιάσει τα κανόνια,
θα λέγανε: ρίχνουμε για να τηρήσουμε την τάξη.
Αν ο χασάπης πρόφταινε ν' ανασάνει,
θα 'λεγε: κέρδος κανένα εγώ δεν έχω.
Σαν οι συμπατριώτες μου ελληνιστές
διωχτήκανε απ' τους ομηρικούς τους κάμπους
όπου αναζητούσαν λιόλαδο και κοπάδια,
οι ελευθερωτές γύρισαν απ' τη μάχη
και βρήκανε καινούρια αφεντικά
να κυβερνάν τις πολιτείες τους.
Κι απ' τα κανόνια ανάμεσα, προβάλανε οι εμπόροι.
Επιτάφιο για τον Μ. (Epitaph fur M., 1946)*
Από τους καρχαρίες γλίτωσα
τις τίγρεις τις εσκότωσα
και με καταβροχθίσαν
οι κοριοί.
η μετάφραση είναι του Μάριου Πλωρίτη (εκδόσεις "Θεμέλιο, ε' έκδοση, 2000, σελ. 94-95)
Σάββατο 27 Αυγούστου 2011
[Για τα "Εκατό Χρόνια Μοναξιά" του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές] της Κικής Τριανταφύλλη ("ΤΑ ΝΕΑ"/"Βιβλιοδρόμιο", 20-21/8/2011)
...................................................................................
Ένα καλοκαιρι, ενα best seller
«Εκατό χρόνια μοναξιά»
Γράφει η Κική Τριανταφύλλη
Με γραφή μοναδική, φαντασμαγορική, ρεαλιστική και συνάμα ιλαροτραγική, επηρεασμένη από τις διηγήσεις της γιαγιάς του, ο Μάρκες ξετυλίγει το έπος των Μπουενδία που ζουν στην πόλη - ουτοπία του Μακόντο. Παράλληλα αφηγείται τη συχνά βίαιη ιστορία της πατρίδας του της Κολομβίας, αλλά και της Λατινικής Αμερικής και τελικά της ανθρωπότητας ολόκληρης.
Ηταν συνταρακτική χρονιά το 1967. Στην Ελλάδα με το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου οι συνταγματάρχες θα επέβαλλαν την επτάχρονη δικτατορία την ίδια περίοδο που στην Αγγλία η σχεδιάστρια της ποπ Μέρι Κουάντ θα προκαλούσε υστερία με τα μίνι φορεματάκια της, οι Μπιτλς θα τραγουδούσαν απευθείας σε πρώτη δορυφορική τηλεοπτική μετάδοση το «All you need is love», ενώ στην άλλη όχθη του Ατλαντικού η Αρίθα Φράνκλιν θα ηχογραφούσε το θρυλικό «Respect». Στο Βιετνάμ ο πόλεμος συνεχιζόταν και η Αμερική έπαιρνε φωτιά από τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις. Είναι η χρονιά κατά την οποία στη Νικαράγουα ο Αναστάζιο Σομόζα θα επιβάλει δικτατορικό καθεστώς - και θα ανατραπεί το 1979 από τους Σαντινίστας -, ενώ στη Βολιβία ο Ρεζί Ντεμπρέ, εμβληματική μορφή της γαλλικής Αριστεράς, θα καταδικαστεί σε τριάντα χρόνια κάθειρξη λόγω της ένοπλης εμπλοκής του στο αντάρτικο. Λίγες ημέρες αργότερα ο Τσε Γκεβάρα θα συλληφθεί - μάλιστα, δύο δεκαετίες αργότερα ο Ντεμπρέ θα κατηγορηθεί ότι τον πρόδωσε - και θα εκτελεστεί από τον υπαξιωματικό του βολιβιανού στρατού Μάριο Τεράν.
Την ίδια χρονιά στο Μπουένος Αϊρες κυκλοφορεί για πρώτη φορά στα ισπανικά από τις Εκδόσεις Sudamericana το έπος του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Εκατό χρόνια μοναξιά», ένα υπόδειγμα της λογοτεχνίας του μαγικού ρεαλισμού που είχε εισαγάγει ο κουβανός Αλέχο Καρπεντιέρ. Εκείνη την περίοδο ο κολομβιανός δημοσιογράφος, συγγραφέας και ακτιβιστής ζούσε αυτοεξόριστος στο Μεξικό. Στα ελληνικά, το βιβλίο κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1979 από τις Εκδόσεις Λιβάνη σε μετάφραση της Αγγέλας Βερυκοκάκη - Αρτέμη, ενώ τρία χρόνια αργότερα εκδόθηκε και πάλι από τον ίδιο οίκο σε μετάφραση της Κλαίτης Σωτηριάδου - Μπαράχας.
Η ανάγνωση των τριών πρώτων κεφαλαίων του ήταν αρκετή για να γράψει ο Κάρλος Φουέντες έναν ύμνο για το μυθιστόρημα, το οποίο σύντομα έμελλε να κατακτήσει ολόκληρο τον κόσμο και να καταγραφεί ως το σημαντικότερο ανάγνωσμα μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Πάμπλο Νερούντα το χαρακτήρισε τη «μεγαλύτερη αποκάλυψη στην ισπανική γλώσσα μετά τον "Δον Κιχώτη" του Θερβάντες» και ο Ουίλιαμ Κένεντι έγραψε στο «New York Review of books» ότι «είναι το πρώτο λογοτεχνικό έργο μετά τη "Γένεση" που θα έπρεπε να διαβάζεται υποχρεωτικά από το σύνολο των ανθρώπων».
Πριν από αυτό ο αγαπημένος «Γκάμπο» των ισπανόφωνων αναγνωστών είχε ήδη γράψει δύο μυθιστορήματα - τα «Ανεμοσκορπίσματα» (1955) όπου και συλλαμβάνει την ιδεατή πόλη Μακόντο και «Ο συνταγματάρχης δεν έχει κανέναν να του γράψει» (1961) - καθώς και αρκετά διηγήματα, που όμως τότε ακόμη περνούσαν απαρατήρητα. Το «Εκατό χρόνια μοναξιά» όμως κυκλοφόρησε σε εκατομμύρια αντίτυπα, σε εκατοντάδες - νόμιμες και πειρατικές - εκδόσεις, σε δεκάδες γλώσσες. Ο λογαριασμός έχει χαθεί πια. Φέτος μάλιστα θα κυκλοφορήσει η πρώτη νόμιμη έκδοση του βιβλίου στην Κίνα, όπου ήδη κυκλοφορούν πολλές παράνομες εκδόσεις, από τον κινεζικό οίκο Thinkingdom House που αγόρασε σε δημοπρασία τα πνευματικά δικαιώματα του μυθιστορήματος αντί ενός εκατομμυρίου δολαρίων. Σύμφωνα με την κινεζική εφημερίδα «Global Times», ο βολιβιανός συγγραφέας είχε εξοργιστεί τόσο πολύ ώστε κατά τη διάρκεια της επίσκεψής του στην Κίνα το 1990 ορκίστηκε ότι ακόμη και μετά τον θάνατό του δεν θα επιτρέψει να κυκλοφορούν τα βιβλία του στη χώρα. Μια επιστολή του κινέζου εκδότη που του έγραφε: «Σας υποβάλλουμε τα σέβη μας πέρα από τον Ειρηνικό Ωκεανό, καταβάλλοντας κάθε δυνατή προσπάθεια, φωνάζοντας "μεγάλε δάσκαλε!", όπως ακριβώς κάνατε με το είδωλό σας Ερνεστ Χέμινγουεϊ, στους δρόμους του Παρισιού... Πιστεύουμε ότι θα μας χαιρετήσετε κι εσείς λέγοντας "γεια σου φίλε", ακριβώς όπως έκανε και ο Χέμινγουεϊ», τον έπεισε τελικά να δώσει τη συγκατάθεσή του.
Ο Μάρκες έγραφε βιβλία για τους φίλους του - ο Φιντέλ Κάστρο είναι ένας από τους πιο στενούς φίλους του και έχουν μοιραστεί πάρα πολλά χρόνια φλογερής φιλίας και επαναστατικού πάθους - όπως έχει πει σε μια από τις πολυάριθμες συνεντεύξεις του. Σχεδόν όλα έχουν προκαλέσει έντονες συζητήσεις. Ειδικά για το «Εκατό χρόνια μοναξιά» έχουν χυθεί τόνοι μελάνι. Μάλιστα, η περίφημη εναρκτήρια φράση του: «Πολλά χρόνια αργότερα, καθώς αντιμετώπιζε το εκτελεστικό απόσπασμα, ο συνταγματάρχης Αουρελιάνο Μπουενδία θυμήθηκε εκείνο το μακρινό απόγευμα όταν ο πατέρας του τον πήρε μαζί του για να ανακαλύψει τον πάγο» που συνδέει το παρελθόν με το μέλλον, διδάσκεται στα πανεπιστημιακά εργαστήρια δημιουργικής γραφής, ως υποδειγματική αρχή μυθιστορήματος.
Τρίτη 23 Αυγούστου 2011
Για την "Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα" της Άλκης Ζέη - Ένα από τα πιο σημαντικά βιβλία της περιόδου μετά την Μεταπολίτευση και από τα πιο αγαπημένα μου...
...................................................................................

..................................................................................
«Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα»
Του Θανάση Θ. Νιάρχου
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ", Παρασκευή 19 Αυγούστου 2011
Είναι ένα από τα πρώτα μεταπολιτευτικά μπεστ σέλερ – έχει ξεπεράσει σε πωλήσεις τα 150.000 αντίτυπα – και είναι και «ένα ρέκβιεμ για τη γενιά της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε». Το ΚΚΕ κατακεραύνωσε τη συγγραφέα του – ιδίως οι συνομήλικοί της – γιατί δεν δίστασε να περιγράψει τα «ψεγάδια» των συντρόφων της. Οι νεώτερες γενιές του ΚΚΕ όμως της αναγνώρισαν αλήθεια και αντικειμενικότητα
Οταν το 1987 εκδίδεται «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ υποστηρίζει την Περεστρόικα και την ύφεση στις διεθνείς σχέσεις. Αν τα περιστατικά που συνδέονται με ένα τέτοιας τάξεως πολιτικό γεγονός είχαν συμβεί 20 χρόνια πριν, «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» δεν θα είχε γραφεί ή θα ήταν άλλη η μορφή της, πολύ πιο περιορισμένης εμβέλειας. Οπως δεν θα μπορούσε να γραφεί μερικά χρόνια αργότερα, μετά την κατάρρευση του Σοσιαλισμού. Γιατί;
Τοποθετημένο το μυθιστόρημα μέσα σε μια τριακονταετία (1940-1970), αποτελεί έναν καθρέφτη της νεοελληνικής ζωής των χρόνων αυτών, με όλα όσα δραματικά ή και τραγικά πολλές φορές την στοιχειώνουν. Δηλαδή Κατοχή, Δεκέμβρης, Εμφύλιος, Δικτατορία. Κι αν οι εποχές της Κατοχής, του Δεκέμβρη και του Εμφυλίου χωρίζονται μεταξύ τους με μια ανάσα ή συμπλέκονται σφιχτά, η απόσταση από τη Δικτατορία μπορεί να λογαριαστεί σε μια εικοσιπενταετία που φτάνει κάποια στιγμή να γίνει δεκαπενταετία. Είναι το μεγάλο εύρημα και το ατού του μυθιστορήματος.
Μια συντροφιά φίλων, με κορυφαία την Ελένη, την αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, έχοντας περάσει όλοι τους ως κομμουνιστές τα πάθη του σπόρου και του λιναριού, όντας οργανωμένοι, βρίσκονται αμέσως μετά τη Δικτατορία στην Ελλάδα, εξόριστοι στο Παρίσι. Προκειμένου να εξασφαλίσουν τον επιούσιο, εργάζονται ως κομπάρσοι σε ταινίες. Αποκαμωμένοι και απηυδισμένοι όλοι τους, μη θέλοντας όμως να το ομολογήσουν, όχι μόνο ο ένας στον άλλον, αλλά συχνά ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό, με το όραμα της Επανάστασης να έχει σβήσει μέσα τους, ζουν με τις αναμνήσεις μιας εποχής, που όλα διαγράφονταν, μέσα σε τραγικά αντίξοες για τους ίδιους συνθήκες, ελπιδοφόρα.
Στην ουσία το μυθιστόρημα εικονογραφεί την οδύσσεια της ηρωίδας του, της Ελένης, να κατορθώσει να φτάσει στην Τασκένδη, όπου έχει καταφύγει ο αρραβωνιαστικός της, ο Αχιλλέας, ο αντάρτης, ο καπετάνιος, όπως τον αποκαλούν οι σύντροφοί του. Για όσους γνωρίζουν τα περιστατικά αυτά, μόλις εκδόθηκε το μυθιστόρημα, το 1987, αρκετοί ανάμεσά τους υπέθεσαν ότι ο Αχιλλέας ήταν ο σύζυγος της Αλκης Ζέη, ο θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιώργος Σεβαστίκογλου που πέθανε το 1991, καθώς τα περιστατικά που εξιστορούνται στο βιβλίο ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό σε πραγματικά γεγονότα. Η ίδια όμως η συγγραφέας ισχυρίζεται πως τη στιγμή που ανακάλυψε ότι ο Αχιλλέας δεν θα είναι ο Σεβαστίκογλου, αλλά κάποιος άλλος τελείως διαφορετικός, ένιωσε την ορμή για να μπορέσει να γράψει το μυθιστόρημα.
Αλλωστε, όπως η ίδια έχει εξομολογηθεί, δεν την ενδιέφερε να γράψει μια αυτοβιογραφία, αλλά ένα πεντακάθαρο μυθιστόρημα. Διαφορετικά δεν θα μπορούσε «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» να είναι όπως την περιέγραφε, τέλος της δεκαετίας του '80, στα «ΝΕΑ», ο Κώστας Σταματίου: «Ενας αποχαιρετισμός στα όπλα, στο όνειρο και στο όραμα ενός ολόκληρου κόσμου, ένα ρέκβιεμ για τη γενιά της νικηφόρας επανάστασης που χάθηκε».
Οσο πολλά και ενθουσιαστικά είναι τα κείμενα που γράφτηκαν για την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα», άλλο τόσο αφθονούν οι ιδιωτικές μαρτυρίες, με κορυφαία ενός Θεσσαλονικιού που έγραφε σε γράμμα του προς την Αλκη Ζέη: «Λέγομαι Αχιλλέας, είμαι φτυστός ο Αχιλλέας του βιβλίου! Ημουνα στον Δημοκρατικό Στρατό και αν ζούσε η γυναίκα μου θα με ρωτούσε: "Μα πότε γνώρισες αυτή τη συγγραφέα και της διηγήθηκες την ιστορία σου;"». Για να καταλήξει: «Τώρα είμαι ένας γερασμένος ανανεωτικός. Αραγε πόσους παράδες πιάνω;». Αν όμως το παράπονο και η οιμωγή, μαζί με μια αδιόρατη αίσθηση χιούμορ και απόμακρης αισιοδοξίας, στοιχειώνουν τις περισσότερες σελίδες της «Αρραβωνιαστικιάς του Αχιλλέα», σε βαθμό που θα έλεγε κανείς ότι το βιβλίο αυτό έχει εμπνεύσει, χωρίς βέβαια να έχει συμβεί, τους στίχους του Διονύση Σαββόπουλου «Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία», μένει ωστόσο κάτι ακόμη πιο παρήγορο. Οταν όλα τα πρόσωπα του βιβλίου και τα βάσανά τους, και ο Πάνος, και ο Ευγένιος, και η Αννα, και ο Στέφανος, και ο Σεριόζα, και το Κατινάκι (Θεέ μου, τι μορφή), και η Λίζα, και ο Κωστής, και η Ρένα, και η Ματίνα, και η Λένα, και η Μαρία, και η «σκοινοθέτρια» (που έπνιξε τον άντρα της με το σκοινί της μπουγάδας), θα έχουν σβήσει ακόμη και από τις μνήμες των απογόνων τους, θα υπάρχει το βιβλίο «Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» για να τους επαναφέρει στη συλλογική συνείδηση και μνήμη ως ανθρώπους που κάποτε υπήρξαν. Κι αν οι ζωές τους δεν βοηθήσανε ώστε να αλλάξουνε τα πράγματα, το δικό τους το χνάρι, αν και αποτυπωμένο σε ένα βιβλίο, δεν υπήρξε χάρτινο. Κάτι που μ' έναν άλλο τρόπο μάς το είπε και ο Μάνος Χατζιδάκις με το «Χάρτινο το φεγγαράκι». Οτι φτάνει δηλαδή να πιστέψουμε κάτι για να γίνει αμέσως αληθινό.
..................................................................................
σελ. 110 -111 :
... - Πώς θα πας εκεί, δεν θα σ’ αφήσουν.
Δεν είπε: «δεν θα σ’ αφήσω». Αυτό ναι είμαι σίγουρη πως δεν το είπε.
- Θα ‘θελα να ‘μενες όλη νύχτα κοντά μου.
Ο Ζαν-Πωλ δεν ξέρει πως δεν έχω περάσει ολόκληρη νύχτα ούτε με τον Αχιλλέα.
Μάρτης μήνας. Όλη η Ρώμη έχει μπουμπουκιάσει. Η άνοιξη έφτασε νωρίς κι εγώ, όπως λέει ο Φράνκο, μοιάζω σαν ανοιξιάτικο κλαρί έτσι όπως είμαι ντυμένη. Η Λίζα μου έστειλε μια καταπράσινη μπλούζα και μια κλος φούστα με ψιλό καρουδάκι σε τόνους πράσινου που φτάνει ως τον αστράγαλο. Ο Ζαν-Πωλ ήθελε να πάω πρωί πρωί να τον βρω στο δωμάτιό του. Δεν είχε μάθημα όλη μέρα. "Θάναι σαν να'χουμε περάσει τη νύχτα μαζί, άμα σε δω τόσο νωρίς στο κρεβάτι μου."
Φοράω τα πράσινά μου ρούχα και τα πορτοκαλιά παπούτσια και βγαίνω στο δρόμο. Συλλογιέμαι τι όμορφα έτσι δροσερή να χωθώ στα ζεστά σκεπάσματα του Ζαν-Πωλ. Περιμένω στη στάση το τραμ. Απέναντι κάτι γράφουν σ’ έναν τοίχο. Είναι μακριά. και δεν μπορώ να διαβάσω. Θα ‘ναι κανένα σύνθημα για απεργία. Γράφουν ήρεμα ήρεμα σαν να ζωγραφίζουν χωρίς φόβο να τους κυνηγήσουν, να τους πυροβολήσουν. Θυμάμαι τον Γρηγόρη, που τον σκότωσαν με το πινέλο στο χέρι. Έρχεται το τραμ και σβήνω τις θύμησες από το μυαλό μου. Ανεβαίνω στο βαγόνι και κοιτάζω από τα κατεβασμένα τζάμια τα ανθισμένα δέντρα.
Ο Ζαν-Πωλ έχει αφήσει μισόγερτη την πόρτα του δωματίου του. Είναι στο κρεβάτι και κάνει τον κοιμισμένο. Γδύνομαι και τρυπώνω δίπλα του. Είχε δίκιο, ήτανε σαν να είχαμε περάσει τη νύχτα μαζί και ξεκούραστοι ξανασμίγαμε το πρωί. Δεν θέλω ν' ανοίξω τα μάτια. Νιώθω τόσο καλά! Εκείνος κάνει να σηκωθεί, τον κρατάω μην κουνήσει. - Πάω να φτιάξω καφέ, ψιθυρίζει, και χαλαρώνω το σφίξιμο. Ανοίγω τα μάτια. Παίρνει τώρα τη διπλή καφετιέρα, την ακουμπάει στο ηλεκτρικό καμινέτο. Σε λίγο ακούω το γουργουρητό του καφέ που βράζει. - Θα σου φέρω τον καφέ στο κρεβάτι. Πετάω μονομιάς τα σκεπάσματα. Ποτέ δεν μ' άρεσε να παίρνω πρωινό στο κρεβάτι, νομίζω πως είμαι άρρωστη. Βρίσκω το μπουρνούζι του Ζαν-Πωλ και τυλίγομαι. - Σου πάει πολύ, λέει εκείνος και ετοιμάζει το δίσκο. Σκαρφαλώνω στο παράθυρο να βγω στο ταρατσάκι, ν' ανασάνω ξανά την πρωινή ανοιξιάτικη δροσιά. Τεντώνομαι στο ήλιο. Απέναντι ακριβώς είναι ένας μακρόστενος τοίχος. Τι τους έπιασε σήμερα και γράφουν στους τοίχους. Κάτι τεράστια κόκκινα γράμματα, Ε ΜΟΡΤΟ... Ένα μικρό καμιόνι, σταματημένο μπροστά, μ' εμποδίζει να διαβάσω τη συνέχεια. Ποιος να πέθανε; Σίγουρα κανένα στέλεχος του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος. Το καμιονάκι ξεκινάει, φεύγει. Ε ΜΟΡΤΟ ΤΖΙΟΥΖΕΠΕ ΣΤΑΛΙΝ. - Ζαν-Πωλ... Ο Ζαν-Πωλ τρομάζει με την κραυγή μου κι έρχεται προς το παράθυρο με την καφετιέρα στο χέρι. - Τι έπαθες;
Τώρα φωνάζω υστερικά : Πέθανε ο Στάλιν! Πέθανε ο Στάλιν! Ο Ζαν-Πωλ μου σφίγγει τους καρπούς των χεριών να ηρεμήσω...
Τώρα φωνάζω υστερικά : Πέθανε ο Στάλιν! Πέθανε ο Στάλιν! Ο Ζαν-Πωλ μου σφίγγει τους καρπούς των χεριών να ηρεμήσω...
- Δάφνη, ηρέμησε.
Το είπε επιτιμητικά. Γυρίζω και τον κοιτάζω. Πίνει καφέ! Μπορεί και καταπίνει! Σε λίγο μπορεί να θέλει να ζωγραφίσει ή να ξαναπλαγιάσει μαζί μου! Κρατάει το φλιτζάνι και το χέρι του δεν τρέμει. Τα δάχτυλά του είναι μακριά και λεπτά με ροζ παιδιάστικα νύχια. Πιάνουν το πινέλο και ζωγραφίζουν. Δεν το 'πιασαν όμως ποτέ ξυλιασμένα και πρησμένα από τις χιονίστρες να γράψουν στον τοίχο. Να γράψουν: ΣΤΑΛΙΝΓΚΡΑΝΤ. "Αν ήξερε ο Μουστάκιας τι τραβάμε" έλεγε το Κατινάκι πριν το εκτελέσουν. "Ξέρει ο Μουστάκιας τι κάνει", λέγαμε στην αρχή του πολέμου, όταν η Σοβιετική Ένωση υπέγραψε τη συνθήκη με τη Γερμανία του Χίτλερ. "Να δείτε που θα τους τη σκάσει, ο Μουστάκιας!" Κι εγώ που ονειρευόμουνα να τον δω με τα μάτια μου! "Ελπίζω να κάνεις Πρωτομαγιά στην Κόκκινη Πλατεία και να ΤΟΝ δεις", μου έγραφε η Μαρί-Τερέζ από το Παρίσι. Τώρα, τι θα γίνουμε χωρίς ΑΥΤΟΝ; Τι θα γίνει ο τόπος του; Τι θα γίνει ο κόσμος όλος; Δεν φωνάζω πια, μόνο που τα δάκρυα τρέχουν ασταμάτητα από τα μάτια μου. Ο Ζαν-Πωλ έχει καθίσει αμίλητος στην άκρη του κρεβατιού. Μου δίνει το φλιτζάνι του να πιω καφέ. Του γνέφω πως δεν θέλω. Νιώθω πως αν βάλω έστω και μια γουλιά στο στόμα μου, θα κάνω εμετό. Ο Ζαν-Πωλ μένει πάντα βουβός. Θα 'χει απορήσει με μένα. Από την ανοιχτή πιτζάμα του φαίνεται το γυμνό του στήθος. Πώς να μην απορήσει; Τι να καταλάβει από μένα; Δεν ένιωσε ποτέ του πείνα, δεν τριγύριζε ποτέ στους δρόμους χωρίς να ξέρει πού θα περάσει τη νύχτα, δεν του ξεκόλλησαν τους φίλους από τη σάρκα του για να τους στήσουν στον τοίχο, δεν αποκήρυξε ό,τι πίστευε για να πάψουν να τον βασανίζουν, "δηλώ εγγράφως ότι αποκηρύσσω τας κομμουνιστικάς ιδέας ως εθνοκτόνους...". Πώς θα γίνει μεγάλος ζωγράφος, αφού δεν πόνεσε, δεν έζησε, δεν συναπάντησε στον δρόμο του τους ανεμοδαρμένους; Δεν φτάνει μόνο να μην παντρευτεί μικρός. Τι να καταλάβει από μένα; Κι εγώ τι γυρεύω μαζί του; Πώς βρέθηκα στο κρεβάτι του;...
σελ. 169 :
... Μυριάδες τ’ αστέρια στον ουρανό. Η μυρωδιά των λουλουδιών με λιγώνει. Πού βρίσκομαι; Ποια είναι αυτή η πόλη η γεμάτη αστέρια κι αρώματα, με «στρατώνες» για κατοικίες και δρόμους σκοτεινούς με χλωμά λαμπιόνια; Ποιοι είναι οι άνθρωποι που θα ζήσω κοντά τους; Ένα βατραχάκι κοάζει λίγο πιο πέρα, ακούω το θρόισμά του στα χορτάρια. Ρίχνω το φακό ένα γύρο ν' ανακαλύψω πού βρίσκομαι. Μοιάζει κήπος. Πώς φύτρωσε στη μέση της στέπας; Κι εγώ που διάβηκα ολάκερη στέπα για να βρω τον Αχιλλέα να με περιμένει με το όπλο παρά πόδα, να με πάρει από το χέρι, μη με ξαναχάσει, και να γυρίσουμε στα χώματα που είναι ακόμα νωπά από το τόσο αίμα. Κανείς δεν περιμένει τίποτα από σας, Αχιλλέα. «Κάτω» κοιτάζουν πώς να γιατρέψουν μόνοι τους τις πληγές τους. «Κάτω» θένε να καταφέρουνε να ξανασηκώσουνε κεφάλι ψηλά, σιγά σιγά, χωρίς όπλα. «Κάτω», το μόνο που ζητάνε είναι να μπορούν άφοβα ν’ απλώσουν το χέρι τους σ’ ένα ξύλινο κουτί με μια σχισμή και να ρίξουν εκεί ένα φάκελο που θα ‘χει μέσα ένα χαρτί διπλωμένο στα τέσσερα. Να μη με ξαναχάσεις; Τώρα είμαι χαμένη, Αχιλλέα. Τώρα θα πρέπει να με ξαναβρείς...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
