Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαιξπηρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σαιξπηρικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 16 Απριλίου 2024

Ένα ξεχωριστό δίδυμο της «συμφοράς» έγραψε ο Γρηγόρης Ιωαννίδης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.04.24)

 ..............................................................



Ένα ξεχωριστό δίδυμο της «συμφοράς»





έγραψε ο Γρηγόρης Ιωαννίδης  ("Εφημερίδα των Συντακτών", 15.04.24)

 
Ο Στόπαρντ στο «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» παίρνει δύο συμπληρωματικούς ρόλους από τον «Αμλετ», δύο ανδρείκελα, για να μιλήσει για το τι κρύβει η «σκιά» του κεντρικού ήρωα και ο Στάθης Λιβαθινός στήνει ξανά μια εξαιρετική παράσταση με ένα δεμένο σύνολο συντελεστών.

Παραμένει το ίδιο εντυπωσιακό, όπως φαντάζομαι και όταν πρωτοανέβηκε, παραμονές του ’68, σε ένα από τα πιο κεντρικά φεστιβάλ «πρωτοπορίας» της Ευρώπης, του Εδιμβούργου, και μάλιστα συστήνοντας μας έναν νεόκοπο συγγραφέα, τον τριαντάχρονο τότε Τομ Στόπαρντ. Χωρίς άλλη σκέψη η κριτική της εποχής το ενέταξε βιαστικά στο ρεύμα του παραλόγου που τότε συνέχιζε να είναι η βασική γραμμή κάθε ανορθόδοξου έργου. Εξάλλου το «Ο Ρόζενκραντζ και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» δεν έκρυψε ποτέ τις καταβολές του. Χρησιμοποιώντας τον «Αμλετ» σαν περιεχόμενο και το «Περιμένοντας τον Γκοντό» σαν σχήμα έμοιαζε να συνδέει το πρώτο με το δεύτερο σε μια ενιαία σύλληψη.

Μα το έργο του Στόπαρντ είναι την ίδια στιγμή διαφορετικό από τις δύο άμεσες αναφορές του. Είναι μια σκοτεινή ελεγεία για τον ανθρωπάκο εκείνον, που εμπλέκεται σε ένα παιχνίδι που τον υπερβαίνει και στο τέλος συντρίβεται. Είναι η τραγική κατάληξη της αντι-τραγικής ύπαρξης του διαχρονικού Ελπήνορα, που ζει στο περιθώριο της μεγάλης Ιστορίας και γίνεται κάποτε το αόρατο θύμα της. Στο βάθος του ενεδρεύει ακόμη μια θέση πολιτική, ταιριαστή με το κλίμα στα τέλη της δεκαετίας των ’60s. Θέση που αμφισβητούσε την εγκάθετη «πραγματικότητα», ανασύροντας τις φωνές των παρείσακτών της. Κι αυτό χρησιμοποιώντας το θέατρο για να αποκαλύψει το γύρω του θέατρο της ύπαρξης, καθώς ζητούμε το ένα διαμάντι να χαράξει το άλλο.

Τι κάνει λοιπόν ο Στόπαρντ; Παίρνει από τον «Αμλετ» δυο συμπληρωματικούς ρόλους που επιχειρούν το πέρασμά τους από τη μυθιστορηματική περιπέτεια του κεντρικού ήρωα, σαν εγκάρδιοι φίλοι πρώτα και σαν κρυφοί εντεταλμένοι του Κλαύδιου μετά. Και μετατρέπει τα δύο αυτά κενά «ονόματα» στα κεντρικά πρόσωπα του δικού του έργου.

Αλλη καλύτερη απόδειξη δεν υπάρχει πως από ένα μεγάλο έργο δεν «περισσεύει» τίποτα, -ούτε και τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι του... Μα, για να ξαναγυρίσουμε στον Στόπαρντ, αυτός θα προβάλλει το δίδυμο της «συμφοράς», τα δικά του ανδρείκελα, για να μιλήσει με αυτά για το τι κρύβει όχι η «σιωπή», αλλά η «σκιά» του Αμλετ. Από την αρχή κιόλας, όταν τα δυο αυτά πλάσματα του θεάτρου θα συστηθούν ακόμη και μπερδεύοντας οι ίδιοι τα ονόματά τους, μέχρι το τέλος, δεν θα σταματήσουν να αναζητούν, όμοια με τους δορυφόρους του Γκοντό, το βλέμμα μας, για να εξασφαλίσουν με αυτό μια οντότητα, μια ορατότητα, μια φωνή και μια ύπαρξη.

Γιατί άθελα τους οι δύστυχοι έχουν εμπλακεί σε μια υπόθεση που δεν τους πολυδίνει σημασία, σε ένα θέατρο που δεν τους χαρίζει παρά μια βιαστική παρουσία. Εχουν ωστόσο αναλάβει μια αποστολή -συγκεκριμένα, να εκμαιεύσουν πληροφορίες από τον Αμλετ- ακόμη κι αν δεν τη θέλουν, δεν την καταλαβαίνουν, μα και ούτε μπορούν να τη φέρουν σε πέρας. Γίνονται έτσι τα γρανάζια μιας μηχανής που συμβαίνει ταυτόχρονα με αυτούς και εν τη απουσία τους.

Δίπλα τους βλέπουμε και μερικούς άλλους ακόμη. Τους «θεατρίνους» του έργου πρώτα, βγαλμένοι κι αυτοί από τις σελίδες του ίδιου σεξπιρικού αριστουργήματος. Περαστικοί διαβάτες του μύθου του που όμως εδώ, καθώς βρισκόμαστε στην έδρα τους, είναι μόνο κατ’ όνομα «φιλοξενούμενοι». Στην ουσία είναι οικοδεσπότες του «μεγάλου θεάτρου» που περιλαμβάνει εντός του κοσμοειδώλου του του τα πάντα: το δίδυμο των αντι-ηρώων, τον Αμλετ και τους άλλους ρόλους του έπειτα... Περιλαμβάνει κάποτε κι εμάς ακόμη, που βλέπουμε στην Κυκλάδων να μας βλέπουν, μάρτυρες μιας παράστασης που έχει μπει σε μια άλλη και εκείνη σε μιαν άλλη ακόμη βαθύτερη.

Πώς βγαίνει κάποιος από μια τέτοια δίνη; Ισως, λέει ο Στόπαρντ, αν αντιληφθεί, όπως συμβαίνει στους δύο συντρόφους στο τέλος, το τραγικά αναπόδραστο μα και κωμικά παράλογο της πορείας του, καθώς αυτός εξέρχεται από μια αφάνεια για να εισέλθει σε μια άλλη... Η μόνη παρηγοριά που απομένει για τα παροδικά πλάσματα είναι πως κάποιοι - όπως θα έλεγε ο Μπέκετ - πρόλαβαν να τα αντικρίσουν. Πώς κάποιοι άκουσαν και επανέλαβαν τα ονόματά τους...

Είναι ένα αληθινά σπουδαίο όσο και απαιτητικό έργο, που μας χάρισε μια εξίσου σπουδαία παράσταση. Τόσο σπουδαία μάλιστα, ώστε να πρέπει να γυρίσω πίσω για να θυμηθώ πότε άλλοτε ένιωσα τον ίδιο άφωνο θαυμασμό στην ούτως ή άλλως γεμάτη επιτυχίες πορεία του σκηνοθέτη της, Στάθη Λιβαθινού. Πρέπει να ήταν η θρυλική εκείνη στιγμή της παλιάς Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού με το «Αγάπης αγώνας άγονος», όταν και πάλι είδαμε τον ίδιο σκηνοθέτη να θριαμβεύει με την τεχνική και το θέατρο συνόλου που πρεσβεύει. Οχι πως δεν μεσολάβησαν έκτοτε ειλικρινείς έπαινοί μας για την ενδιάμεση προσφορά του. Ομως ένα τέτοιο αποτέλεσμα, που δεν μπορεί να είναι μόνο θέμα τεχνικής ή σπουδής, αλλά και του δαίμονα που μετατρέπει το όραμα σε τέχνη, σπάνια το συναντούμε.

Παράσταση άλλη που να μην μπορείς να ξεχωρίσεις τους συντελεστές της με βάση την απειροελάχιστη έστω απόκλιση της απόδοσης καθενός, δεν έχω δει άλλη φέτος, αλλά ούτε και αρκετά χρόνια πριν. Μιλώ για ηθοποιούς οι οποίοι εκτός από συμπαγές όργανο θεάτρου λειτουργούν σαν κάποιο ελβετικό κλειδί που αποκαλύπτει στο ίδιο εργαλείο τις πολλαπλές εκδοχές του. Μιλώ για τον συντελεστή της μουσικής, τον Θοδωρή Αμπαζή – η μουσική του αποδίδεται ζωντανά από τους Θοδωρή Κοτεπάνο, Φίλανδρο-Μάριο Καρρά, Δημήτρη Κοτταρίδη. Του φωτισμού από τον Αλέκο Αναστασίου. Του σκηνικού της πασαρέλας ή του ατέρμονου δρόμου των θεατρίνων αλλά και των άχρονων κοστουμιών της Ελένης Μανωλοπούλου. Συντελεστές όλοι που από κοινού εδραίωσαν τη δημιουργία ενός ολόκληρου σύμπαντος στο μικρό θέατρο της Κυκλάδων, ενός κόσμου ευρύχωρου με τα μέτρα της σκηνής, μεγάλου αν μετρηθεί με τις διαστάσεις του θεάτρου.

Μα νομίζω πως κοιτώντας το σύνολο της παραγωγής, εντοπίζω αμέσως το μυστικό της. Είναι όλοι στενοί συνεργάτες του σκηνοθέτη, δημιουργοί που μοιράζονται για χρόνια το όραμά του και κατακτούν βήμα το βήμα τον δρόμο τους. Και που τώρα, ευλογήθηκαν από ένα σπουδαίο έργο και μια ευδαιμονία.

Παρακάμπτω λοιπόν την τυπικά «πειραματική» απόδοση της διανομής κατά αλφαβητική σειρά για να σημειώσω ξεχωριστά το ζευγάρι των Βασίλη Ανδρέου και Νίκου Καρδώνη, με το μελαγχολικό και σαρκαστικό χαμόγελο πάνω του των αληθινών αντιηρώων. Η ερμηνεία τους ξεπερνά τους συνήθεις όρους της σκηνής μας και ζητά να χαρακτηριστεί στο βάθος των χρόνων. Ο Αρης Τρουπάκης είναι ο Μάγιστρος του θεάτρου, φτιαγμένος με τη στόφα και σοφία του. Για βοηθούς του έχει δυο δαιμόνια της σκηνής, τους Πάρη Αλεξανδρόπουλο και Φοίβο Μαρκιανό. Τον θίασο του «Αμλετ» αποτελούν οι Γιώργος Δάμπασης, Δημήτρης Φιλιππίδης, Πολυξένη Παπακωνσταντίνου, Στάθης Κόικας και Μαρία Σαββίδου. Ακόμα και αν η δραματουργική παρέμβαση του σκηνοθέτη έχει κάποτε μειώσει την έκταση ορισμένων ρόλων, η σκηνική μαρτυρία των ηθοποιών παραμένει τέτοια ώστε να μην περνά κανείς/καμιά απαρατήρητος/η.

Θέατρο απλωμένο σαν σεντόνι από τη μια άκρη στην άλλη. Αν προλάβετε να βρείτε εισιτήριο στην Κυψέλη, θερμότερη παρότρυνση για φέτος δεν έχω άλλη.

Τρίτη 14 Απριλίου 2020

"Ιστορίες από τον παλιό κόσμο: όταν το μοντέλο κουλτούρας αλλάζει" της Ματίνας Καλτάκη ("Καθημερινή", 12.4.2020)

..............................................................



Ιστορίες από τον παλιό κόσμο: όταν το μοντέλο κουλτούρας αλλάζει




Από την παράσταση "Αυτόχειρες παρθένοι" της Σουζάνε Κένεντι, βασι-
σμένη στο μυθιστόρημα του Τζέφρι Ευγενίδη, που παρουσιάστηκε το
περασμένο καλοκαίρι στην Πειραιώς 260.
                             της Ματίνας Καλτάκη ("Καθημερινή", 12.4.2020)


Υπάρχει ένα είδος πολιτικής ορθότητας στο πεδίο της καλλιτεχνικής πράξης που καθιστά ανεπιθύμητο τον διάλογο για το πού βρίσκεται σήμερα το θέατρο, αν υπάρχει κάποιος έγκυρος Κανόνας βάσει του οποίου να ξεχωρίζει τι αξίζει και τι όχι και, βέβαια, πού συναντιέται ο αξιακός κώδικας των δημιουργών με τις ανάγκες και απαιτήσεις του σημερινού κοινού. Η εν ισχύι «ορθοδοξία» για το πώς πρέπει να αντιμετωπίζεται ένα καλλιτεχνικό έργο (εν προκειμένω μία παράσταση), την οποία όποιος αμφισβητήσει κρίνεται αυτομάτως συντηρητικός και «παρωχημένος», διαμορφώθηκε σταδιακά κατά τον 20ό αι. μέσα από τις μικρές και μεγαλύτερες ρήξεις των κινημάτων της λεγομένης «ιστορικής πρωτοπορίας». Η προσωπική έκφραση θεοποιήθηκε, η πρόθεση του δημιουργού κρίθηκε σημαντικότερη από αυτά καθαυτά τα χαρακτηριστικά του δημιουργήματός του και την υποδοχή του από το κοινό.

Στο θέατρο τολμηροί, σπουδαίοι Ευρωπαίοι σκηνοθέτες, μέσα από την πραγμάτωση του προσωπικού τους οράματος, ανανέωσαν τους κώδικες της σκηνικής τέχνης και άλλαξαν τον τρόπο που βλέπουμε θέατρο. Η επί αιώνες εδραιωμένη αρχή σύμφωνα με την οποία οι καλλιτέχνες όφειλαν να υπολογίζουν το κοινό στο οποίο απευθύνονταν – είτε για να του προσφέρουν εύκολη διασκέδαση (στις πιο «εμπορικές» εκδοχές του) είτε σοβαρή ψυχαγωγία, έπαψε να απασχολεί.

Στην κατεύθυνση αυτή, όσο προχωρούσε ο 20ός αι., πολλοί σκηνοθέτες, παρά τον συλλογικό χαρακτήρα της σκηνικής τέχνης, θεώρησαν ότι μπορούν να λειτουργούν όπως οι εικαστικοί καλλιτέχνες. Oπως δηλαδή ένας ζωγράφος ή γλύπτης, ο οποίος μόνος στο εργαστήριό του δημιουργεί κάτι που σε δεύτερο χρόνο θα εκθέσει, καλώντας το κοινό να το δει και να το «οικειοποιηθεί» ελεύθερα, σύμφωνα με τις προσληπτικές του δυνατότητες. Αμβλύνθηκε η σημασία της απεύθυνσης και τη δημιουργική διαδικασία δεν επηρέαζε πια αρκούντως η επικοινωνία του δημιουργού με τους θεατές.

Γι’ αυτό και οι παραναγνώσεις και οι παρερμηνείες των κλασικών, φαινόμενο οικείο στην Ιστορία του Θεάτρου, σήμερα έχουν διαφορετική σημασία απ’ ό,τι είχαν π.χ. τον 18 αι., όταν κανείς δεν είχε πρόβλημα με την αλλοίωση των σαιξπηρικών έργων εφόσον το σημαντικό ήταν να ευχαριστηθεί το κοινό. Είναι χαρακτηριστική, για παράδειγμα, η διασκευή της «Τρικυμίας» από τον Τζον Ντράιντεν (1631 - 1700), σπουδαίο ποιητή, μέγα σατιρικό, μεταφραστή και κριτικό, και τον επίσης σεβαστό ποιητή και θεατρικό συγγραφέα Γουίλιαμ Ντάβεναντ (1606-1668): έκοψαν τα 2/3 του πρωτοτύπου και πρόσθεσαν κάμποσα πρόσωπα στο όνομα της δραματουργικής «συμμετρίας». Ο Ντάβεναντ υπέγραψε κι έναν «Μακμπέθ» το 1664, προσαρμοσμένο στα γούστα του κοινού της Παλινόρθωσης: μεγάλωσε τον ρόλο της λαίδης Μακντάφ (ώστε να «ισορροπεί» με τον ρόλο της λαίδης Μακμπέθ), έκοψε όλα τα δευτερεύοντα πρόσωπα και ενίσχυσε το θέαμα με μουσικές και χορούς. Για τουλάχιστον 80 χρόνια στις αγγλικές σκηνές η διασκευή του επικράτησε του σαιξπηρικού πρωτοτύπου.

Ποια είναι η διαφορά από έναν σημερινό σκηνοθέτη που αλλάζει κατά το δοκούν ένα έργο του κλασικού ρεπερτορίου προτείνοντας μία «προσωπική» σκηνική προσέγγιση; Αφενός ότι οι Ντράιντεν και Ντάβεναντ ήταν οι «διάδοχοι» των ελισαβετιανών, εκλεκτοί εκπρόσωποι οι ίδιοι των γραμμάτων και της θεατρικής τέχνης της εποχής τους και αφετέρου ότι, διασκευάζοντας τον Σαίξπηρ, είχαν στον νου τους πώς θα ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των θεατών. 

Κάποιες ξεχωριστές περιπτώσεις σύγχρονων δημιουργών που, διασκευάζοντας τους κλασικούς, πρότειναν αυτόνομες, αξιοθαύμαστες καλλιτεχνικές δημιουργίες, δεν δικαιολογούν τους περισσότερους που αποδομούν τους κλασικούς με ασήμαντα αποτελέσματα. Απαιτούνται άλλου είδους προσόντα για να προτείνει κανείς μία στιβαρή πρόταση – δεν αρκεί η επίκληση των «δικαιωμάτων» του δημιουργού-ιεροφάντη των ρομαντικών ούτε του «Oλα επιτρέπονται» του μεταμοντερνισμού. Μήπως είναι η ώρα, αναρωτιέμαι, να σκεφτούμε αυτό που προκλητικά έγραψε ο Κούντερα («Ο Πέπλος», εκδ. Εστία, 2005), ότι ο επιταχυνόμενος ρυθμός του ιστορικού χρόνου επέτρεψε την άρση των αντιθέτων με τρόπο που να μπορούμε να είμαστε προοδευτικοί και ταυτόχρονα κομφορμιστές, συντηρητικοί και επαναστατημένοι; Και ότι πλέον «ο μόνος σοβαρός μοντερνισμός είναι ο αντιμοντέρνος μοντερνισμός»;

Η διεξοδική συζήτηση, στην κατεύθυνση όχι της αντιπαράθεσης αλλά της κατανόησης φαινομένων που επηρεάζουν και θα επηρεάσουν σε προοπτική χρόνου τη σκηνική τέχνη, επείγει περισσότερο από ποτέ. Σε μια εποχή κατά την οποία η έννοια της ερμηνείας/επανερμηνείας κυριαρχεί (και ενίοτε προβάλλεται ως πιο σημαντική από την ίδια την πρωτότυπη δημιουργία), η κριτική οφείλει να καθιστά σαφές πότε η ποιητική αναδεικνύεται σημαντικότερη του ποιήματος. Και να διερωτάται για τις συνέπειες αυτού που είχε επισημαίνει ο Ουμπέρτο Eκο ήδη από το 1964: να είναι το έργο μία διαρκής ομιλία για την ίδια του την ποιητική («Κήνσορες και Θεράποντες», εκδ. Γνώση, 1994). 


Ο παράγων Χ που μας εμποδίζει να δούμε καθαρά πώς θα εξελιχθεί στον 21ο αι. μια τέχνη «αρχαϊκή» όπως το θέατρο, είναι η κουλτούρα που διαμορφώνει η 4η Βιομηχανική Επανάσταση: η «ενοποίηση» και αδιάλειπτη διάδραση φυσικού και ψηφιακού/τεχνολογικού κόσμου μέσω της κυβερνοεπικοινωνίας, του data ecosystem, της ρομποτικής, της Τεχνητής Νοημοσύνης. Το αξιακό σύστημα της Ευρώπης των Νέων Χρόνων δεν βασίζεται πλέον στις ανθρωπιστικές σπουδές και στην κλασική παιδεία. Οι σημερινοί και οι αυριανοί νέοι μπορεί κάτι να έχουν ακούσει για αρχαία ελληνική τραγωδία και Σαίξπηρ αλλά, έχοντας αρνητική σχέση με τα βιβλία και υποτιμώντας ό,τι δεν βρίσκεται σε άμεση ανταπόκριση με την κουλτούρα της εποχής τους, δυσκολεύονται να επικοινωνήσουν με μια παράσταση που αντιμετωπίζει τους κλασικούς ως πεδίο ελεύθερης έκφρασης γιατί αγνοούν τους ίδιους τους κλασικούς. Ο προβληματισμός δεν υποδεικνύει ως λύση την επιστροφή σε συμβατικές προσεγγίσεις, αλλά υπενθυμίζει την ανάγκη οι δημιουργοί να στρέψουν την προσοχή τους περισσότερο στην επικοινωνία με το κοινό και λιγότερο στην προσωπική τους έκφραση. Το θέατρο δεν είναι το εργαστήριο του ζωγράφου αλλά ένας χώρος αδιαπραγμάτευτης συλλογικότητας.

Τρίτη 7 Απριλίου 2020

"Ιστορίες από τον παλιό κόσμο: αποδομώντας τους κλασικούς" γράφει η Ματίνα Καλτάκη ("Καθημερινή, 5.4.2020)

..............................................................



Ιστορίες από τον παλιό κόσμο: αποδομώντας τους κλασικούς

Πηγαίνεις στο θέατρο να δεις ένα σαιξπηρικό έργο και βλέπεις κάτι που
υποδύεται ότι είναι παράσταση του "Οθέλλου" ή του "Μάκβεθ" (φωτ. α-
πό τον... αιρετικό "Άμλετ" του Τόμας Οστερμάγιερ, το 2008)


γράφει η Ματίνα Καλτάκη ("Καθημερινή, 5.4.2020)

Η αναγκαστική λόγω επιδημίας παύση από τη ζωή του θεάτρου και η αδυναμία να προβλεφθεί η διάρκειά της είναι λογικό να προκαλούν ανησυχία στους καλλιτέχνες και στους παθιασμένους φίλους της σκηνικής τέχνης. Ωστόσο, ο αυτοπεριορισμός στο σπίτι μπορεί να λειτουργήσει θετικά: αποτελεί καλή ευκαιρία να ξεκουραστούμε από το πλήθος των εντυπώσεων, που υπό κανονικές συνθήκες αποσπούν συχνά την προσοχή μας στα ελάσσονα, να ησυχάσουμε και να συγκεντρωθούμε. Να εξετάσουμε εκ νέου και να συζητήσουμε καίρια ζητήματα που απασχολούν το θέατρο, τους καλλιτέχνες και το κοινό του.

Για ένα από αυτά, τη σχέση δραματουργίας και σκηνοθεσίας, κατέθεσε πρόσφατα μια σειρά σκέψεων ο Δημήτρης Δημητριάδης (lifo.gr, 3.3.2020). O προβληματισμός του αφορά όλες αυτές τις παραστάσεις στις οποίες οι σκηνοθέτες δεν λειτουργούν ως δημιουργικοί διαχειριστές των κλασικών έργων, αλλά ως αυτόνομοι δημιουργοί με φιλοδοξίες ανώτερες των δυνατοτήτων τους. Ο καλός συγγραφέας επισημαίνει την αντίφαση να επιλέγονται τα κλασικά έργα ως εκ προοιμίου σημαντικά, αλλά να παρουσιάζονται στη σκηνή αφού πρώτα «εκσυγχρονιστούν» μέσω της σκηνοθετικής προσέγγισης! Αλλά, αν η παραδοχή ότι πρέπει πρώτα να «μεταφραστούν» για να μπορέσουν να «μιλήσουν» στο σημερινό κοινό, δεν αποτελεί ευθεία αμφισβήτηση της αξίας τους, τι είναι; Μήπως τελικά η αξία των έργων του Αριστοφάνη, του Μολιέρου, του Γκολντόνι, ακόμη και του Σαίξπηρ, έχει αμβλυνθεί/καταλυθεί από τον χρόνο και δεν τολμάμε να το παραδεχθούμε; 


Σε κάθε περίπτωση, αν ένα έργο Σαίξπηρ ανεβαίνει για «να πει ο σκηνοθέτης αυτά που δεν λέει το έργο, αυτά που σε καμία περίπτωση δεν θα έλεγε ο συγγραφέας», γράφει ο Δημητριάδης, επείγει να ορίσουμε πότε η σκηνοθετική ελευθερία καθίσταται κατακριτέα αυθαιρεσία.

Πηγαίνεις, με άλλα λόγια, στο θέατρο να δεις ένα σαιξπηρικό έργο και βλέπεις κάτι που υποδύεται ότι είναι παράσταση του «Οθέλλου» ή του «Μάκβεθ», στο τέλος της οποίας όσοι δεν έχουν διαβάσει το έργο, αναρωτιούνται τι ακριβώς συνέβη και γιατί ο Σαίξπηρ είναι τόσο σημαντικός όσο έχουν ακούσει/διαβάσει ότι είναι. Η δομή του πρωτοτύπου έχει αλλοιωθεί, η μετακίνηση ή η αφαίρεση σκηνών κλονίζει τη δραματουργική ισορροπία, συχνά το φίλτρο της παρωδίας και η αλλοίωση του ήθους των προσώπων μεταμορφώνουν το έργο σε κάτι άλλο, ξένο προς το πρωτότυπο. Και το χειρότερο, σε κάτι ασήμαντο.

«Μα γιατί να σεβόμαστε τους κλασικούς; Γιατί η ανοησία που μόλις είδαμε έχει αξία;» αναρωτιούνται πολλοί νεότεροι θεατές έπειτα από παραστάσεις στις οποίες η σκηνοθετική άποψη επιβλήθηκε βίαια στο έργο, στη μορφή και στο περιεχόμενό του. Κι έχουν δίκιο. Η κυρίαρχη κουλτούρα δεν έχει σχέση με τις ανθρωπιστικές σπουδές και το νεότερο ηλικιακά κοινό ούτε το έργο έχει διαβάσει ούτε έχει άλλο μέτρο σύγκρισης για να κρίνει την ποιότητα της ερμηνευτικής/σκηνοθετικής πρότασης. De facto, λοιπόν, αίρεται το αξίωμα που λέει ότι τα κλασικά έργα δεν χάνουν την αξία τους από την κατάχρηση της ερμηνευτικής ελευθερίας. Υπό το βάρος των νέων δεδομένων, οφείλουμε να αναθεωρήσουμε: και βέβαια οι κλασικοί χάνουν την αξία τους, όταν τα έργα τους γίνονται κατ’ εξακολούθησιν υλικό κακών παραστάσεων...

Πρόσφατα, έγραψα για το «σύνδρομο της παρωδίας» με αφορμή τους «Στρατιώτες» (1776) του Λεντς. Ο σκηνοθέτης της παράστασης απάντησε με ένα απόσπασμα από το «Γέλιο» του Μπερξόν:

«Θα χρειαζόταν να φανταστούμε ότι η φαινομενική ελευθερία καλύπτει ένα παιχνίδι με σπάγκους και ότι, όπως λέει ο ποιητής είμαστε εδώ κάτω “απλές μαριονέτες που ο σπάγκος τους βρίσκεται στα χέρια της Αναγκαιότητας”. Δεν υπάρχει λοιπόν σκηνή πραγματική, σοβαρή, δραματική, που να μην μπορεί η φαντασία να την ωθήσει στο κωμικό με την επίκληση της απλής αυτής εικόνας».

Με άλλα λόγια, σύμφωνα με μιαν άποψη που συμμερίζονται πολλοί σκηνοθέτες, το γραμμένο ως δράμα μπορεί να παρασταθεί ως κωμωδία. Και σαφώς μπορεί. Το ζήτημα είναι τι κατορθώνει μία τέτοια προσέγγιση; Καινοτόμα δεν είναι, τίποτα δεν αλλάζει ή μετακινεί. Και δεν επιτίθεται στη σοβαροφάνεια, αλλά δοξάζει την ανοησία (τα γελάκια με τα οποία οι θεατές ανταποκρίνονται στην έξυπνη ειρωνεία και στον σαρκασμό της σκηνοθεσίας...), εμποδίζοντας τελικά την επί της ουσίας πρόσληψη του έργου.

Οπωσδήποτε υπάρχουν εξωγενείς όροι που περιπλέκουν τη σχέση δραματουργίας και σκηνοθεσίας. Ενας εξ αυτών είναι η αναγκαιότητα της προβολής της παράστασης σε μια πολύ ανταγωνιστική αγορά όπως είναι η θεατρική. Συνειδητά ή ασυναίσθητα, κάποιοι σκηνοθέτες λειτουργούν σαν marketeer του ύστερου καπιταλισμού: όταν θέλεις να πουλήσεις ένα ακόμη προϊόν που πιθανότατα κανείς δεν χρειάζεται, πρέπει να προκαλέσεις συζήτηση γι’ αυτό. Στον κόσμο του θεάματος, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να συλλάβεις μια προκλητική ιδέα και πάνω της να στηρίξεις την προβολή της παράστασης. Τα αδηφάγα για προκλήσεις MΜΕ θα αναλάβουν την υπόλοιπη δουλειά. Με τη βοήθειά τους, η αιρετική ή «πρωτοποριακή» παράσταση θα περιβληθεί με τη γοητεία του event, που οφείλουν να δουν όλοι όσοι θέλουν να είναι «ενημερωμένοι».

Το πρόβλημα ενισχύεται, καθώς μέρος της κριτικής έχει πειστεί ότι οι εν λόγω στρεβλώσεις δεν αποτελούν πρόβλημα αλλά ίδιον, ποιοτικό χαρακτηριστικό του θεάτρου της επόμενης ημέρας. Η αμηχανία εμπεδώνεται καθώς νέες τεχνολογίες και νέοι όροι (intermediality και διασημειωτική μετάφραση: οι τρόποι που ο κώδικας του ενός μέσου επηρεάζει τον κώδικα του άλλου στο τελικό αποτέλεσμα, στο πλαίσιο μιας διαδικασίας διαρκούς «μετάφρασης») μεταβάλλουν την παραστατική γλώσσα, μαζί και τις προσληπτικές δυνατότητες του κοινού. Γι’ αυτό και ποτέ δεν ήταν περισσότερο αναγκαίο να πάψουμε να θεωρούμε φυσική και αναγκαία κάθε ερμηνευτική πρόταση μόνο και μόνο επειδή «τολμάει» να διαφοροποιηθεί ως προς το σημαντικό πρωτότυπο. Χωρίς ανασκαφή, κόπο, επιμονή στην επανασύνδεση των μερών που μοιάζουν χαμένα, το Νόημα δεν μεταβάλλεται απλώς – εξαφανίζεται.
Έντυπη

Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016

Από τον "Οθέλλο" του William Shakespeare (1564 - 1616) (μτφ. Κώστας Καρθαίος, Πράξη Γ', Σκ.3)

...........................................................

Από τον "Οθέλλο" του William Shakespeare (1564 - 1616)








…ΟΘΕΛΛΟΣ: …Παρακαλώ μίλησε όπως στοχάζεσαι,

                           όπως μιλείς στο νου σου,

                           και δώσε στη χειρότερή σου σκέψη

                           τα χειρότερα λόγια σου.

ΙΑΓΟΣ:              Συγνώμη,

                καλέ μου κύριε· μ’ όλο που είναι χρέος μου

                 να σε υπακούω σε ό,τι γυρεύει η υπηρεσία μου,

                δεν έχω τέτοιο χρέος σε ό,τι είναι ελεύθερος

                 και ο κάθε δούλος.

                Να φανερώσω ό,τι περνάει στο νου μου;

                Και αν είταν τίποτ’ άδικο ή κακόβουλο;

                 Ποιο είν’ το παλάτι όπου δεν μπαίνει κάποτε

                 καμιά ατιμία;

                Ποιος έχει τόσο καθαρή καρδιά,

                που να μην κάνει μέσα της συμβούλιο

                και δικαστήριο κάποια ακάθαρτη υποψία

                μαζί με τίμιους λογισμούς;

ΟΘΕΛΛΟΣ: Κάνεις, Ιάγο, προδοσία στο  φίλο σου,

                        Άμα πιστεύεις πως τους γίνεται άδικο,

                        Και αφήνεις να είναι ξένοι για τα αφτιά σου

                        οι στοχασμοί σου.

ΙΑΓΟΣ:                                           Σ’ εξορκίζω, κύριε…

                Είναι άδικο, ίσως, αυτό που στοχάζομαι.

                Γιατί τ’ ομολογώ:

                εγώ από  φυσικού μου την κατάρα

                να βάζει ο νους μου το κακό. Συχνά

                 στη φαντασία μου πλάθεται από τίποτε

                το χειρότερο κρίμα. Γι’ αυτό πρέπει

                 να μη δίνει η σοφία σου προσοχή

                στη γνώμη ενός ανθρώπου

                που έτσι εύκολα μπορεί να πλανεθεί·

                κι ούτε να τυραννιέσαι για όσα του έτυχε

                 αόριστα και πλανερά να δει,

                 καμιά φορά, ή ν’ ακούσει.

                 Δεν θα ήτανε καλό, ούτε για τη χάρη σου

                 και για την ησυχία σου· ούτε θα ταίριαζε

                 στον αντρισμό μου ή την τιμιότητά μου,

                 κι ούτε στη φρονιμάδα μου,

                  αν άφηνα να μάθεις τι στοχάζομαι.

ΟΘΕΛΛΟΣ: Τι θες να πεις;

ΙΑΓΟΣ:                                    Η τιμή, κύριέ μου,

                 στον άντρα ή στη γυναίκα είναι το πρώτο

                  απ’ όλα τα στολίδια της ψυχής τους.

                 Όποιος μού κλέψει το πουγγί, μού κλέβει κάτι

                  πολύ φτηνό: ένα τίποτα.
                  Είταν δικό μου, είναι δικό του, κι είταν δούλος

                   σε χίλια αφεντικά.
                  Μα όποιος μού πάρει το καλό μου το όνομα,

                   μού παίρνει κάτι που δεν τον πλουτίζει

                   αυτόν τον ίδιο, και με κάνει εμένα,

                   στ’ αληθινά, φτωχό.

ΟΘΕΛΛΟΣ:                                Για το Θεό,

                        θέλω να μάθω τι στοχάζεσαι!

ΙΑΓΟΣ: Αυτό δε θα γινότανε κι αν είταν

               Στο χέρι σου η καρδιά μου, ούτε θα γίνει,

               όσο είναι στη δική μου φύλαξη

ΟΘΕΛΛΟΣ: Α!

ΙΑΓΟΣ: Ω, κύριέ μου, φυλάξου από τη ζήλεια!

               Είναι ένας δράκος με πράσινα μάτια

               που εξευτελίζει την ίδια τη σάρκα

               που τόνε τρέφει. Και είναι ευτυχισμένος

               ο απατημένος άντρας

               που βέβαιος για τη μοίρα του, σιχαίνεται,

               αυτήν που τον ντροπιάζει. Όμως τι μάρτυρας

                είναι όποιος αγαπάει,

                και τον παιδεύει η αμφιβολία· που έχει υποψίες,

                και τον φλογίζει ο έρωτας!

ΟΘΕΛΛΟΣ:                                           Ω, δυστυχία!

ΙΑΓΟΣ: Όποιος είναι φτωχός

                κι είναι ευχαριστημένος, είναι πλούσιος,

                και πλούσιος αρκετά. Όμως τα πλούτη,

                 όσα πολλά κι αν είναι,

                 είναι φτωχά σαν το χειμώνα για όποιον

                 ζει πάντα με το φόβο μην τα χάσει.

                  Ω, σπλαχνικοί ουρανοί,

                  φυλάτε την ψυχή όλης της γενιάς μου

                  από τη ζήλεια!

ΟΘΕΛΛΟΣ:                      Πώς! Τι θες να πεις;

                     Θαρρείς, μπορώ να ζήσω τη ζωή μου

                     με αιώνια ζήλεια;

                     Να ακολουθώ τις αλλαγές των φεγγαριών

                     όλο και με καινούργιους φόβους; Όχι.

                     Μια και θα ‘ρθει η υποψία, πρέπει με μια

                      να ‘ρθεί μαζί κι η απόφαση.

                     Μπορείς να πεις, αν θες, πως δεν αξίζω

                     πιότερο από έναν τράγο,

                     εάν ποτέ παραδώσω την ψυχή μου

                     σε τέτοια κούφια κι αστήριχτα πλάσματα

                     της φαντασίας, πιστεύοντας τους φόβους σου.

                     Κανείς δε θα με κάνει να ζηλέψω

                     λέγοντας πως είν’ όμορφη η γυναίκα μου,

                     πως ζει καλά, αγαπάει τις συντροφιές,

                     ή πως μιλάει ελεύθερα,

                      και τραγουδεί και παίζει και χορεύει.

                      Όπου υπάρχει αρετή,

                      όλα αυτά μεγαλώνουν την αξία της.

                      Μα ούτε οι δικές μου ατέλειες μού γεννούν

                       κανένα φόβο ή αμφιβολία για την αγάπη της.

                       Γιατί είχε μάτια και με διάλεξε. Όχι, Ιάγο,

                      Θέλω να ιδώ πριν να ‘ρθει η υποψία.

                      Και άμα έρθει, θέλω απόδειξη.

                      Κι όταν δοθεί η απόδειξη, δε μένει

                      τίποτ’ άλλο από τούτο: ευτύς να λείψουν

                      και η αγάπη και η ζήλεια…

         

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2016

400 χρόνια από τον θάνατο του William Shakespeare - Μικρό αφιέρωμα Alfred Deller - 3 Shakespeare Songs (youtube, 9 Σεπ 2010)

...........................................................

400 χρόνια από τον θάνατο του William Shakespeare - Μικρό αφιέρωμα

Alfred Deller - 3 Shakespeare Songs


 

Ανέβηκε στις 9 Σεπ 2010
 
1. Thomas Morley - It was a lover and his lass (Shakespeare: As You Like It)

2. Anon. - O mistress mine (Shakespeare: Twelfth Night) - from 3:09

3. Robert Johnson - Where the bee sucks (Shakespeare: The Tempest) - from 4:49

Alfred Deller, countertenor
Desmond Dupré, lute



Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Η βαριά κληρονομιά του Shakespeare (http://www.ikypros.com, 17/1/2014)

.............................................................

Η βαριά κληρονομιά του Shakespeare

Καθημερινές σύγχρονες λέξεις που εφηύρε ο W. Shakespeare
 

Η βαριά κληρονομιά του Shakespeare



Ο πασίγνωστος και διαχρονικός Βρετανός θεατρικός συγγραφέας Ουίλιαμ Σέξπιρ εκτός από τα μοναδικά έργα του, είναι επίσης εμπνευστής χιλιάδων λέξεων που αποτελούν πλέον καθημερινό μέρος της σύγχρονης αγγλικής γλώσσας.
Οπως αναφέρει σχετικό άρθρο της Huffington Post, o Σεξπιρ ήταν ο πρώτος που εφηύρε και κατέγραψε για πρώτη φορά τις συγκεκριμένες λέξεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται πλέον ευρέως στην αγγλική καθομιλουμένη.
Δείτε τις πιο γνωστές, την ετυμολογική τους προέλευση και το έργο του Βάρδου στο οποίο τις συναντάμε πρώτη φορά.

Gloomy
Σημασία: Κάτι σκοτεινό, καταθλιπτικό
Προέλευση: Το ρήμα «gloom» υπήρχε πριν ο Σέξπιρ εφεύρει το επίθετο
Φράση: «Forced in the ruthless, vast, and gloomy woods?» - Τίτος Ανδρόνικος

Laughable
Σημασία: Κάτι γελοίο, άξιο να γελάσει κανείς, αλλά με την κακή έννοια
Προέλευση: από τη λέξη laugh που σημαίνει «γέλιο»
Φράση: «Though Nestor swear the jest be laughable» - Ο Εμπορος της Βενετίας

Majestic
Σημασία: Κάτι εντυπωσιακά όμορφο
Προέλευση: Από τη λέξη "majesty," που εμφανίστηκε πρώτη φορά το 1300, και σημαίνει μεγαλείο.
Φράση: «This is a most majestic vision» - Η Τρικυμία

Lonely
Σημασία: Η θλίψη του να είσαι μακριά από άλλους ανθρώπους
Προέλευση: Από τη λέξη «Alone» (= μόνος) που έσπασε σε «lone» για πρώτη φορά το 1400.
Φράση: «Believe't not lightly – though I go alone / Like to a lonely dragon that his fen» - Ο Κοριολάνος

Radiance
Σημασία: Η λάμψη της ευτυχίας στο πρόσωπο κάποιου
Προέλευση: Από τη λατινική λέξη «radiantem» που σημαίνει «ακτινοβόληση»
Φράση: «For by the sacred radiance of the sun» Βασιλιάς Ληρ

Generous
Σημασία: Γενναιόδωρος, ανοιχτοχέρης
Προέλευση: Από τη λατινική λέξη «generosus» που σημαίνει «ευγενής»
Φράση: «Free me so far in your most generous thoughts / That I have shot mine arrow o'er the house / And hurt my brother» - Αμλετ

Critical
Σημασία: επικριτικός
Προέλευση: Από τη λατινική λέξη «criticus» που αναφερόταν κυριολεκτικά σε κριτικούς λογοτεχνίας.
Φράση: «For I am nothing if not critical» - Οθέλος

Undress
Σημασία: Το να βγάζεις τα ρούχα σου
Προέλευση: Η λέξη "Dress" προέρχεται από το γαλλικό ρήμα "dresser," που σημαίνει προετοιμάζω, στολίζω. Ο Σέξπιρ ήταν ο πρώτος που έβαλε το στερητικό «un-» μπροστά από τη λέξη
Φράση «Madam, undress you and come now to bed» - Το Ημέρωμα της Στρίγγλας