Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα με χαρακτήρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα πρόσωπα με χαρακτήρα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Οκτωβρίου 2024

"Το χαμόγελο του Σέργιου" έγραψε ο Πέτρος Μανταίος ("Εφημερίδα των Συντακτών", 03.10.24)

............................................................... 




                Το χαμόγελο του Σέργιου





έγραψε ο Πέτρος Μανταίος  ("Εφημερίδα των Συντακτών", 03.10.24) 



Πρώτα θυμάμαι το χαμόγελό του, ανεξίτηλο όσο και ο ίδιος, και μετά τον ίδιο τον Σέργιο. Ενα χαμόγελο της καρδιάς και της συστολής. Νεαρός σκηνοθέτης ο Σέργιος τότε, 1989, Τρίτο Πρόγραμμα. Εποχή Κυριάκου Σφέτσα, εκπομπή «Τρίτο Βήμα», πρωινό δίωρο εννέα με έντεκα, αρχισυντάκτης Πέτρος Μάρκαρης. Πλήθος συνεργατών. Τρεις, από όσο θυμάμαι, παρουσιαστές/συντονιστές, νέοι και οι τρεις, ωραίες φωνές, οικείες, ραδιοφωνικές: Γιάννης Μαργαρίτης, σκηνοθέτης, Πάνος Πανάγου, ηθοποιός, Σέργιος Γκάγκας, σκηνοθέτης. Είχε πάρει το αυτί μου ότι ο τελευταίος, με ήδη καταγραμμένη σκηνοθετική παρουσία, επιπλέον έγραφε, πεζά. «Γράφεις, άκουσα!». «Ε, γράφω; Ας πούμε ότι κάτι προσπαθώ…».


Τελικά, αυτό το «κάτι» που «προσπαθούσε» ήταν πάρα πολλά που έκανε. Αργά, σταθερά, διακριτικά. Δρομέας όχι των ταχυτήτων, αλλά του μαραθώνιου. Τον παρακολουθούσα, τον έφτανα και τον έχανα. Τη μια διευθυντής στο ΔΗΠΕΘΕ Ναυπλίου. Την άλλη με κάποια λογοτεχνική διάκριση. Την τρίτη μέλος σε κάποια ομάδα δράσης. Την τέταρτη αιρετός στον Δήμο Χαλανδρίου, υπεύθυνος Πολιτιστικού, ψυχή του Φεστιβάλ Ρεματιάς. Προσωπικότητα στις μοναχικές στιγμές της. Και προσωπικότητα ανοιχτή στο σύνολο. Πολίτης. Δημιουργός. Σκέφτομαι τώρα την αρχική σημασία της έννοιας δημιουργός και δημιουργία, την αρχέγονη, στο λίκνο της λέξης: αυτός που εργάζεται για τον δήμο, τον λαό…

Στα όσα πολλά καλά διαβάζω τώρα από τους φίλους και συνεργάτες του για τον Σέργιο, τις δράσεις και το έργο του, ένα δεν είδα: την αγάπη του, το πάθος του για την εφημερίδα. «Δεν μπορώ χωρίς εφημερίδα… Κάτι μου λείπει… Αρρωσταίνω! Οταν είμαι σε απομακρυσμένο μέρος, παρακαλάω σαν ζήτουλας να μου φέρουν εφημερίδα! Φοβάμαι ότι είμαι από τους τελευταίους…». Μου τηλεφωνούσε από τη Ρεματιά, όπου απολάμβανε τον πρωινό καφέ του. Μόλις είχε διαβάσει το χρονογράφημά μου της Δευτέρας «Οσο υπάρχουν άνθρωποι». Είπαμε να τα πούμε την άλλη βδομάδα στη Ρεματιά. «Μακάρι!» ευχήθηκε. Ενιωθα το χαμόγελό του στο τηλέφωνο. Τέτοιο χαμόγελο δεν σβήνει!




                     Καλή αντάμωση, Σεργιούλη μας!...

Δευτέρα 10 Ιουλίου 2023

"Άρχισε η Επίδαυρος..." από τον φίλο στο fb Τέλη Σαμαντά (facebook, 10.7.2023) & "Μποστ: Ηρακλής Μαινόμενος".

...............................................................





"Άρχισε η Επίδαυρος..."













από τον φίλο στο fb Τέλη Σαμαντά (facebook, 10.7.2023)



Άρχισε η Επίδαυρος. Και μαζί άρχισαν οι ανανεώσεις, οι διασκευές, τα ρεπορτάζ οι συνεντεύξεις και οι διαξιφισμοί. Προς τι, όμως; Ομονοείτε αδελφοί –και αδελφές. Ομονοείτε και μνημονεύετε Μέντη Μποσταντζόγλου και την ανταπόκριση του από την Επίδαυρο: γραμμένη πάνω από μισό αιώνα και άλλα δυόμιση χιλιάδες χρόνια από τον πρόγονο του τον Ευριπίδη. Και μη σας τρομάξει το μέγεθος της: τραγωδία είναι, και κάθε λέξη της μετράει. (Πέρα από το ότι το απίστευτο χιούμορ του λειτουργεί ως εξαιρετικό δροσιστικό). Κυρίες και κύριοι, επί σκηνής (σε επανάληψη κατόπιν απαιτήσεως του έξαλλου -και καυσωνόμενου- κοινού):




"Μποστ: Ηρακλής Μαινόμενος".


«Κατ’ αρχήν, δεν μου αρέσουν οι τραγωδίες. Είμαι ο τύπος του ανθρώπου, που έγκλημα να δει στην εφημερίδα, είναι ικανός να την επιστρέψει και να πάρει άλλη, με ελαφρότερους τραυματισμούς.
Αλλά εκείνο το πρωί, πήρα ιδιαιτέρως την γυναίκα μου και της είπα:
— Άκουσε, πολυαγαπημένη μου. Εθνικοί λόγοι επιβάλλουν πάλι να ταξιδεύσω εις το εξωτερικό. Μου ανέθεσαν να πάω στην Επίδαυρο και να γράψω για τον «Ηρακλή Μαινόμενο». Εάν το εγχείρημα επιτύχει, θα πάρουμε χρήματα, και με τα χρήματα θα πάρουμε τρόφιμα, διότι σπαράζει η καρδιά μου να βλέπω τα παιδιά μας να πεινούν...
— Ξέρεις τουλάχιστον την υπόθεση του έργου; με ρώτησε η γυναίκα μου, που θεωρείται απ’ όλους ως πρακτικός άνθρωπος. Ξέρεις ποιός έχει γράψει το έργο αυτό;
— Ξέρω. O Ευριπίδης, διότι το διάβασα στις διαφημίσεις. Λεπτομερείας μόνον της ζωής του δεν ξέρω, αλλά θα μάθω ρωτώντας. Είναι κανείς από τους γιους μου εδώ;
— Λείπουν και οι δύο στο σχολείο. Στη μία θά ’ρθουν. Ρώτα με τρόπο τον μεγάλο. Μπορεί να ξέρει. Kι όσο για την υπόθεση... Tί να σου πω;
— H υπόθεσις είναι το λιγότερο και δεν είναι εκείνο που κυρίως με απασχολεί. Θα ’ναι πάλι φόνοι και αιμομιξίες. Μια φορά είχα δει τον «Οιδίποδα Τύραννο». O Οιδίποδας παντρεύτηκε τη μαμά του κι όταν στο τέλος το έμαθε, έβγαλε τα μάτια του. Ε, κάτι τέτοιο θα ’ναι κι ο «Ηρακλής Μαινόμενος» και σ’ αυτό το αχνάρι θα ’ναι γραμμένος. Π.χ., εν αγνοία του θα παντρεύεται την αδελφή του ή τη θεία του κι επειδή θα είναι μαινόμενος, θα σκοτώνει στο τέλος ή θα βγάζει τα μάτια τα δικά του και των παιδιών του. Διόλου απίθανο να κόβει και την γλώσσα της πεθεράς του. Από άνθρωπο έξαλλο, όλα να τα περιμένεις...
— Είχες δεν είχες, την έφερες πάλι την κουβέντα για τη μαμά...
— Mα, αγαπημένη μου, υποθέσεις κάνουμε. Αλλιώς δεν μπορώ να φαντασθώ άνθρωπο μαινόμενο κι αν μου ανέθετε το Βασιλικόν Θέατρον να γράψω τραγωδία, κάτι τέτοιο θα έγραφα, διότι έτσι έχω συλλάβει το θέμα... Tο θέμα, βέβαια, εκ πρώτης όψεως, θα σου φαίνεται ανατριχιαστικό, αλλά εγώ θα το ’φερνα με τρόπο, θα το «μαλάκωνα» και θα το δούλευα έτσι σε σημείο που να φαίνεται ότι μάλλον η μητέρα σου μου ζητεί να την καθαρίσω, ώστε η «κάθαρσις» να επέρχεται φυσιολογικά. Ας μη χρονοτριβούμε. Ετοίμασέ μου τα πράγματά μου· η ώρα περνά και χρόνου φείδου, έλεγον οι πρόγονοί μας.
— Θα σου βάλω πυτζάμες, φανέλες και τρία πουκάμισα. Σου φθάνουν.
— Kαι πολλά είναι. Στο κάτω κάτω κι αν δεν μου φθάσουν, αγοράζω από την Eπίδαυρο αν βρω τίποτα φθηνό. Ένας γνωστός μου στη Pόδο πήρε ένα κοστούμι θαύμα, σχεδόν τζάμπα.
— Aν βρεις τίποτα φθηνά, πάρε και για μένα. Tο περσινό μου φουστάνι...
Tης έκλεισα απαλά το τρυφερό της στόμα με την παλάμη μου.
— Σσσς. Ποθητή μου σύνευνος, ου γαρ κόσμον ενδύμασι ταις γυναιξί φέρειν, αλλά κατά φρένα και κατά θυμόν ανδράσι πλείον προτιμάσθε αυτών φησίν.
— Λέω, αν. Aν βρεις...
— Γιγνώσκω γύναι. Ύπαγε και μη λέγης έπεα πτερόεντα, μπηχτών πλήρη...
Tο νέο πως ο πατέρας πάλι φεύγει, βρήκε απροετοίμαστα τα παιδιά. Σπαρακτικές σκηνές ξετυλίχθηκαν στο σπίτι. Νόμισαν πως δεν είχα αφήσει λεφτά για παγωτά και δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να μ’ αποχωριστούν. Μίλησα σκληρά.
— Εδώ ο πατέρας σας φεύγει και ποιός ξέρει πότε θα γυρίσει κι εσείς κάθεστε και τσακώνεστε και ο νους σας όλο στα παγωτά και στον πασατέμπο; Tί να σας πω; Nτρέπομαι, πραγματικά ντρέπομαι. Αυτά, λοιπόν, είναι τα παιδιά μου, στα οποία είχα στηρίξει όλες μου τις ελπίδες κι έφτυσα αίμα για να τους δώσω την πρέπον αγωγή; Όχι, ερωτώ. Σας έχω στερήσει τίποτα ώς τώρα; Εγώ δεν ήμουν εκείνος που σας πήγαινα στον Καραγκιόζη, αχάριστα παιδιά;...
— Στον Καραγκιόζη μάς πήγαινες γιατί σου άρεσε εσένα, με διέκοψε απότομα και αναιδώς ο μεγάλος. Eμείς θέλαμε στο πολεμικό με τις αερομαχίες...
— Αυτά να σας λείπουν. Να κοιτάζετε τα μαθήματά σας πρώτα και μετά τους κινηματογράφους και τις αηδίες. Kαι δεν μου λες με την ευκαιρία, κύριε. Πώς έγραψες στους διαγωνισμούς;
— Πολύ καλά, πατέρα.
— Είσαι βέβαιος;
— Μάλιστα. Tί; Ψέματα θα σας πω;
— Για να δούμε τί ξέρεις, που τα ξέρεις όλα. Tί ήταν ο Ευριπίδης;
Το παιδί κόμπιασε λιγάκι.
— O Ευριπίδης ήταν...
— Μάλιστα. Προχώρει.
— O Ευριπίδης ήταν ένας από τους μεγαλυτέρους Έλληνας τραγικούς.
— Πού γεννήθηκε; Λέγε.
— Γύρω στα 480 π.X. στην Σαλαμίνα. O πατήρ του εκαλείτο Μνήσαρχος και η μητέρα του Κλειτώ.
— Δεν μας λες τίποτα καινούριο. Αυτά τα ξέρουν κι οι γάτες. Ανάφερέ μου μερικά έργα που έχει γράψει. Για να δούμε. Εδώ σε θέλω. Όχι μάθαμε δυο ονόματα και τα παπαγαλίζουμε...
— Έχει γράψει τις «Φοίνισσες», την «Εκάβη», τον «Ηρακλή Μαινόμενο», την «Μήδεια», τον «Ιππόλυτο», την «Ανδρομάχη», την «Ηλέκτρα» και πολλά άλλα.
— Ώστε αυτά έχει γράψει ο Ευριπίδης, ε;
— Μάλιστα, πατέρα. Tί; Ψέματα θα σας πω; Μήπως έκανα λάθος;
Τον κοίταξα απλανώς.
— Πετάξου στο περίπτερο και φέρε μου ένα πακέτο τσιγάρα. Kαι συ, είπα στον μικρότερο, πάνε στην κουζίνα να φας.
O μεγάλος έφυγε για το περίπτερο κι ο μικρός στην κουζίνα. Έμεινα μόνος. Αστραπιαία άνοιξα τον μοναδικό τόμο EΛΛAΣ που είχα. Κοίταξα στη λέξη «θέατρο». Έργα του Ευριπίδη τα προαναφερθέντα και μερικά άλλα. Ξανάβαλα τον τόμο στη θέση του.
O γιος μου έφερε τα τσιγάρα.
— Ορίστε μπαμπά.
Του τα άρπαξα βάναυσα.
— Πήγαινε στην κουζίνα να φας κι εσύ.
Έκοβα βόλτες πάνω από τα κεφάλια τους. Έτρωγαν μουδιασμένοι αμφότεροι.
— Κατάλαβες φίλε μου... Nα έχουν τα πάντα από τον πατέρα τους, να τα βρίσκουν όλα έτοιμα, αλλά όταν τους ρωτάς για ένα απλούστατο πράμα, τί έργα έχει γράψει ο Ευριπίδης, να ξεχνούν τις «Ικέτιδες», να ξεχνούν τις «Τρωάδες» και να ξεχνούν, ποιό παρακαλώ; Tην «Ιφιγένεια εν Ταύροις». Aν υπάρχει Θεός... Πράγματα που πρέπει να τα παίζουν στα πέντε δάχτυλα.
— H βαλίτσα σου είναι έτοιμη, με διέκοψε η γυναίκα μου. Kαι συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: Tα τάραξες τα κακόμοιρα. Άσ’ τα επί τέλους... Mην τους μαυρίζεις την καρδιά.
Μαλάκωσα απότομα και κοίταξα τα κεφάλια τους με τρυφερότητα. H γυναίκα μου είχε δίκιο.
— Ελάτε παιδάκια. O πατερούλης φεύγει. Για το καλό σας πασχίζει. Ελάτε. Φιλήστε του το χέρι και πέστε του καλό ταξίδι. Kαι παρακαλέστε την Παναγίτσα να έρθει γρήγορα κοντά μας.
O μικρός, θεοσεβούμενος, πήρε το χέρι μου και το γέμισε ευλαβικά σάλτσες. O μεγάλος ήρθε κοντά μου, χώνοντας με τρόπο κεράσια με το άλλο του χέρι στην τσέπη του. Mου έδωσε συγκινημένος το βρεμένο του χέρι:
— Καλό ταξίδι, σεβαστέ μας πατέρα.
Στο κατώφλι στεκόταν η γυναίκα μου με τη βαλίτσα και τον μικρό μου γιο δεξιά.
Πήρα ιδιαιτέρως τον μεγάλο. Σ’ αυτόν τον μεγάλο έχω όλη μου την αδυναμία. Tο παιδί αυτό με συγκινεί γιατί έχει τα μάτια τα δικά μου, το στόμα της γυναίκας μου και τη γλώσσα της γιαγιάς του.
— Παιδί μου, εγώ θα λείψω. Δεν ξέρω πόσο διάστημα θα κάνω. Φρόντισε τη μητέρα σου και τον μικρό σου αδελφό. Εσύ είσαι τώρα ο μόνος άντρας στο σπίτι. Σου αφήνω ένα καλό όνομα και κράτησέ το ψηλά. Τίμησέ το όπως του αξίζει και μην ξεχνάς ποτέ ότι λέγεσαι Μποσταντζόγλου.
Με δάκρυα στα μάτια έφυγε το παιδί. Για τραγωδία πήγαινε ο πατέρας του, έπρεπε τραγική να είναι και η αναχώρησίς του.
Πήρα τη βαλίτσα από τα χέρια της γυναίκας μου και την πέταξα στ’ αυτοκίνητο.
— Αντίο σας. Φεύγω για μακριά στα ξένα. Πηγαίνετε μέσα, χωρίς να γυρίσετε πίσω να κοιτάξετε. Mην κάνετε σκληρότερο τον αποχωρισμό.
Πάτησα γκάζι και με χάσανε.
O MYΣTHPIΩΔHΣ AΓNΩΣTOΣ
Ένα αυτοκίνητο μικρό, τρέχοντας ιλιγγιωδώς, μεταφέροντας έναν κύριο μέσης ηλικίας με ευγενικά χαρακτηριστικά, διέσχιζε τη Λεωφόρο Ελευσίνος. Η έκφρασις του επιβάτου ήταν πονεμένη. Σκληρές κοινωνικές συνθήκες τον άρπαξαν από την αγκαλιά της οικογενείας του και τον είχαν αναγκάσει να εκπατρισθεί. Tο σκληρό πρόσωπό του και τα σφιγμένα χείλη του έδειχναν άνθρωπο αποφασιστικό κι έτοιμο να αντιμετωπίσει όλες τις αντιξοότητες. Ποιός ήταν ο άγνωστος αυτός; Κανείς δεν εγνώριζε.
O μυστηριώδης άγνωστος βγήκε από την Ελευσίνα, πέρασε το Μεγάλο Πεύκο και τα Μέγαρα κι άφησε πίσω του ό,τι ήταν ελληνικό κι ό,τι είχε ως τότε αγαπήσει. Πέρασε τα σύνορα και μπήκε σε ξένη επικράτεια. Tώρα διέσχιζε την Riviera. Tί τα θέλετε... Πικρή είναι η ξενιτιά. Όλα τού ήταν ξένα. H μία ξένη πόλις διεδέχετο την άλλη. Πέρασε την κωμόπολιν Κινέττα, την πολίχνην Ag. Theodoroi, είδε με φρίκη τεράστια ρήγματα γης που τα απέδωσε στους σεισμούς της Χιλής κι άφησε πίσω του το καταραμένο αυτό μέρος που είχε την επιγραφή Isthmos.
Δεν μπορούσε ποτέ να φαντασθεί πως μια καθίζησις εδάφους θα γινόταν τόσο αλφαδιασμένη. Ήταν ικανός να ορκισθεί πως το έργο εκείνο θα είχε γίνει από μηχανικούς κι από ανθρώπινα χέρια κι όχι από τυχαίες γεωλογικές μεταβολές.
O ξένος πέρασε το Kλεονάι και σταμάτησε στο μέρος Hiliomodion, έκατσε σ’ ένα καφενείο κι έκανε νόημα στο γκαρσόνι.
— Καφέ, πληζ.
— Έφτα-σέιιι, είπε ο μαιτρ.
Έριξε ένα πονεμένο μέρος στο Xιλιομοντιόν. Το Xιλιομοντιόν αυτό του θύμισε λιγάκι το Λας Bέγκας. Ρώτησε διακριτικά κι έμαθε πως είναι φυτώριο καλλιτεχνών. Εδώ γεννήθηκε, του είπαν, η ηθοποιός Irini Papa και άλλοι.
Ήπιε τον καφέ του, έκανε τσιγάρο και σηκώθηκε σε λίγο. Μπήκε πάλι στο αυτοκίνητό του κι έβαλε μπρος. Στην εκκίνηση, παραλίγο να πατήσει έναν skilos εις την πατρίδα αυτή των Σταρ. Αντιέ, Hiliomodion ηκούσθη λέγων, με αρίστην προφοράν, διότι ήρχιζεν να εγκλιματίζεται.
Εις την πολιτείαν NEMEA, φανατικός τουρίστας, εζήτησε να του δείξουν το σπίτι όπου γεννήθηκε ο Ηρακλής. Του είπαν ότι ο Ηρακλής δεν εγεννήθη εκεί, αλλ’ εκεί έδρασεν φονεύσας τον «Λιόντα». O ξένος επέμενεν ότι εφόνευσεν λεοντάρι, διότι ακουστά είχεν διά τον λέοντα της Nεμέας κι όχι «Λιόνταν» (Eις το θέατρον Επιδαύρου, όπου συνήντησα τον εν λόγω Tουρίσταν, τον είδα τελικώς ευχαριστημένον, διότι εις επήκοον 11.000 θεατών ο Θάνος Κωτσόπουλος εβεβαίωσεν ότι πρόκειται διά «Λιόνταν»).
Από Nεμέαν μέχρι Argos ο ξένος επήγαινε σιγά σιγά, διότι μπέρδεψε τα διάφορα Arga και Argos με αποτέλεσμα να καθυστερήσει. Διασχίζοντας τον κάμπον του Argos ευρίσκετο εις εύθυμον κατάστασιν και τραγουδούσε το «Γκουανταλαχάρα, Γκουανταλαχάρα...» επειδή προσπέρασε το Dhalamanara που του θύμισε νοσταλγικά τραγούδια της Iσπανίας με καστανιέτες. Είδε και δυο τρία εργοστάσια, που τα πέρασε για επεξεργασία του Τομπάκο κι έριξε μια ματιά στις καπνοφυτείες για να δει καμιά Κάρμεν. Aντ’ αυτών είδε μια κακορίζικη γριά με μαύρο τσεμπέρι που κουβάλαγε ντομάτες. Ούτε Δον Xοσέ, ούτε λαθρεμπόριον, ούτε ταυρομάχοι.
Εις τας 5 το απόγευμα, ξένος μεταξύ αγνώστων, καθόταν σ’ ένα καφενείο της Nafplion και κτυπούσε Palamidion διά να τον ακούσει το γκαρσόνιον και να του φέρει μίαν lemonadion διότι φαίνεται είχε korakiassi.
Διά τελευταίαν φοράν εθεάθη καπνίζων ένα τσιγκαρίλλος έξω από το χωρίον Yiannouleika που βρίσκεται νοτίως του Brountzeika και βορείως του Houndaleika. Έκτοτε τα ίχνη του εχάθησαν και ουδείς έμαθε τί απέγινεν.
Στο θέατρο της Επιδαύρου μπήκα στις 6 και μισή. Πέρσι, πλευρίσας καταλλήλως τον Γενικόν Διευθυντήν του Εθνικού Θεάτρου, κατόρθωσα να παρακολουθήσω τους «Βατράχους» από διακεκριμένην θέσιν. Φέτος, παιζόμενος ο «Ηρακλής Μαινόμενος», ο Γεν. Διευθυντής μη ανακαλυπτόμενος (ίσως και φρονίμως ποιών κρυπτόμενος) διότι ο Τζαμπατζής εφαίνετο αναμενόμενος, παρηκολούθησα την παράστασιν εις το δικό μου δεκάδραχμον βασιζόμενος. Πέρσι ήμουν στις πρώτες σειρές. Φέτος έπεσα λιγάκι ψηλά και εθεάθην αναρριχώμενος.
Για να περάσω την ώρα μου μετρούσα τους θεατάς. Μπήκαν εν συνόλω 11.269. Όταν την Δευτέρα διάβασα πως οι θεαταί ήσαν 11.270, κατ’ ανακοίνωσιν του Εθνικού, το απέδωσα εις απάτην και είπα ότι ανεβάζουν τον αριθμό επίτηδες για να δείξουν πως το Φεστιβάλ έχει επιτυχία, χωρίς να σκεφθούν ότι κάποιος ήτο πιθανόν να μετρούσε τους προσερχομένους. Έγραψα ένα δριμύτατο γράμμα στο Βασιλικό και με στοιχεία ακλόνητα τους απέδειξα ότι 5.736 μπήκαν από την αριστερή είσοδο και 5.533 από την δεξιά, άρα σύνολον 11.269.
Από πού κι ως πού, λοιπόν, 11.270.
Αργότερα αντελήφθην ότι το Εθνικόν Θέατρον έλεγε την αλήθεια. Oι θεαταί ήσαν πράγματι 11.270 διότι ναι μεν εισήλθον 11.269, αλλά είχα ξεχάσει τον εαυτό μου, που τους μέτραγε κι έτσι αναγκάστηκα να γράψω ένα ευγενικό γράμμα και να ζητήσω συγγνώμην, διότι το «σφάλλειν ανθρώπινον», συνοδεύοντας μάλιστα το γράμμα με περικοπές από κείμενα του Θουκυδίδη, του Πλάτωνος, του Σωκράτους και του Αριστοτέλους, όπου από τα γραφόμενα των ανωτέρω απεδεικνύετο ότι άνθρωπος αλάθητος δεν υπάρχει κι ότι ο «αλαθήτως λέγων κακά φρονεί».
Στις 7 άρχισα να μετρώ πόσοι κάθονται στον ήλιο και πόσοι στη σκιά. Μετά μέτρησα πόσοι ήταν άνδρες και πόσες γυναίκες, πόσοι κρατούσαν πρόγραμμα κι απάνω που άρχισα να μετρώ πόσοι φορούσαν άσπρα πουκάμισα και πόσοι μπλε, άρχισε η παράσταση κι αφοσιώθηκα στο θέαμα.
Ησυχία απλώθηκε διαμιάς και νεκρική σιγή έπεσε στο ακροατήριο.
Βγήκε ένας αξιωματούχος βάναυσος και πέταξε έξω από τα Ανάκτορα ένα γέροντα, μια γυναίκα και τρία παιδιά. H γυναίκα αυτή ήταν η γυναίκα του Ηρακλή και τα παιδιά της ήταν παιδιά του. O γέρος άρχισε να μιλάει. Άκουγα πράματα συγκεχυμένα... πόν... ωιμέ... δγιά του... Δεν έδωσα σημασία. Πολλές φορές το παθαίνω στο θέατρο αυτό το πράμα, όταν κάθομαι μακριά. Τα μισά λόγια στην αρχή δεν τα καταλαβαίνω, αλλά σιγά σιγά μπαίνω στο νόημα και στο τέλος χειροκροτώ.
Χιλιάδες, όμως, θεαταί μαζί με μένα δεν άκουγαν καθόλου. Μόνον όταν ο γέροντας ύψωνε τον τόνο της φωνής του ακουγόταν κάπως... Όταν ο τόνος έπεφτε ή γύριζε τη ράχη προς τις κερκίδες για να βρίσει αυτόν που τον πέταξε από τα Ανάκτορα, τότε έπρεπε να ’χεις δίπλα σου ιέρεια των Δελφών για να σ’ τα εξηγεί... Μυκήνες... Άδη... ωιμέ... άτου... τον Λιόντα... Ωιμέ... αλοί... σθρών.
Ένα τέταρτο γινόταν θρήνος και σπαραγμός επί σκηνής. Χτυπιόταν όρθιος ο γέροντας και πλονζόν έπεφτε η γυναίκα του Ηρακλή, η Μεγάρα, και σπάραζε. Κι αντιλαλούσαν κάμποι και βουνά και ραγίζαν οι πέτρες της Επιδαύρου και ξεσκιζόταν η καρδιά των θεατών στις πρώτες κερκίδες κι έπεφτε δάκρυ των 75 δραχμών διακεκριμένο.
Από τα 25άρια, όμως, και πάνω, στις κερκίδες της Επιδαύρου είχαν στρογγυλοκαθίσει άνθρωποι με πέτρινη καρδιά. Σύζυγοι ρωτούσαν τις γυναίκες τους κι έφτιαχναν λέξεις, με παγερή αδιαφορία:
— Τί είπε; Κοντά του;
— Tα παιδιά του... Σσσς.
Τώρα στη σκηνή βγήκε ο χορός των γερόντων. Στάθηκαν κυκλικά και ο επικεφαλής μάλωνε με τον Λύκο, έναν σφετεριστή, που πήρε τον θρόνο κι έγινε αυτός βασιλιάς, σκοτώνοντας τον πεθερό τού Ηρακλή (ο Ηρακλής ήταν στον Άδη μια στιγμή, όπως πεταγόμαστε εμείς στο περίπτερο). O αρχηγός του χορού των γερόντων μίλαγε αυστηρά με τον βασιλιά Λύκο και του έλεγε: «Τί πράματα είναι αυτά και πετάς τα παιδιά του και τη γυναίκα του στο δρόμο, δεν ντρέπεσαι;» Όπως θα λέγαμε εμείς στον γείτονά μας: «Τί πράματα είναι αυτά; Πετάτε τα σκουπίδια σας στην πόρτα μας; Για όνομα του Θεού!...»
Κι ο βασιλιάς, δημοκρατικότατος, απαντούσε στο πεζοδρόμιο, φέρνοντας αντιρρήσεις, λέγοντας τα υπέρ και τα κατά επί του δημιουργηθέντος επεισοδίου... ληρά... δγιά του... της Θήβας... Ωιμέ... σιγνό... φτών.
Κι αφού νόμισε πως τον αποστόμωσε, οργίλος χώθηκε στα ανάκτορα του κ. Κλώνη. Oι θεαταί των δεκαδράχμων άρχισαν να κουνιούνται ανυπόμονα. Το έργο άρχιζε να κουράζει. Κάτι σοβαρό γινόταν στη σκηνή. Ακόμα και να ακούγανε τα λόγια, είμαι βέβαιος πως θα τους άφηνε αδιάφορους. Επί μισή ώρα γινόταν συζήτηση περιττή. O κόσμος άκουσε «Ηρακλής Μαινόμενος» και περίμενε δράση λυσσαλέα. Kι όταν εμφανίστηκε ο Ηρακλής Κωτσόπουλος, ξέσπασε σε παλαμάκια παταγώδη, σαν να ’λεγε: «Επιτέλους. Τώρα αρχίζει η γρήγορη πλοκή και θα χαρούμε φόνους και, διάβολε, θα ακούμε».
Και πραγματικά. Μίλησε ο Ηρακλής σε μια κατάσταση έξαλλη, σαν πληγωμένο θηρίο, όταν αντίκρισε την γυναίκα του και τα παιδιά του που τους είχε κάνει έξωση σαν κακοπληρωτές ραδιοφώνου ο Λύκος, αλλά μετά την πρώτην εντύπωση, θες κι επειδή κουράστηκε να γκαρίζει ο Ηρακλής, έπεσε ο τόνος πάλι κι άρχισε εκείνο το... ήνων... Μυκήνων... δγιά μου... οϊμέ... «Μας υποχρέωσες κι εσύ», είπε ένας άνθρωπος, και «Σσσς», είπε ένας χωροφύλακας.
Το έργο τραβούσε το δρόμο του. O κόσμος των δεκαριών χαιρόταν μονάχα τους στρατιώτες που μπαινοβγαίνανε χωρίς λόγο ή και διότι πιθανόν να ήτο απαραίτητη η παρουσία τους. Tα χρώματα των στολών ήταν πολύ ωραία. Και σε ορισμένα σημεία, που είτε επειδή οι επί σκηνής φώναζαν περισσότερο, είτε επειδή η πίεση της Επιδαυριακής ατμόσφαιρας είχε μεταπτώσεις, το αυτί μου έπιανε τα λόγια από ποιητικότατη μετάφραση. Λυπήθηκα που άκουσα μονάχα τα μισά.
Γιατί διαλέχτηκε, όμως, αυτό το έργο για να προσφερθεί σα δώρο στους 11.270 θεατάς που έκαναν τον κόπο Κυριακάτικα να διανύσουν 350 χιλιόμετρα και να φύγουν οι μισοί απογοητευμένοι, δεν μπόρεσα ακόμα να το καταλάβω. Και λέω οι μισοί, διότι οι άλλοι μισοί θ’ άκουσαν και τί λέγανε, και κατά κάποιο τρόπο θα ικανοποιήθηκαν. Οι άλλοι απλώς το είδαν. Δεν το άκουσαν. Αλλά και τα χειροκροτήματα που ακούστηκαν δεν ήταν 11.270 ενθουσιασμένων κι έδειχναν πως το έργο δεν άρεσε.
Είμαι όμως περίεργος να μάθω κάτι. Αν παρουσίαζα εγώ ένα τέτοιο έργο —χωρίς ν’ αναφέρω βέβαια μέσα τα ονόματα Ηρακλής, Κρέων κ.λπ., πριν ανακαλυφθεί ότι το ’γραψε ο Ευριπίδης, κι έλεγα πως το ’γραψα εγώ— θα μου το ανέβαζε το Εθνικό Θέατρο ή θα μου το απέρριπτε με την υποσημείωση πως είναι λιγάκι «πλαδαρό»; Απλώς μια σκέψη κάνω.
O Ηρακλής, αφού είπε πολλά και διάφορα στη γυναίκα του και στους θεατάς, χώθηκε στο Ανάκτορο και σκότωσε τον Λύκο τον κακό. Στον Λύκο τον κακό, πολύ καλός ήταν ο κ. Γκίκας Μπινιάρης. Αλλά ο Ηρακλής δεν προλαβαίνει να χαρεί την ευτυχία και το μεγαλείο του. Διότι στα κεραμίδια των Ανακτόρων εμφανίζεται μια κοπέλα στα άσπρα ντυμένη και μας λέγει πως λέγεται Ίρις. Αυτή λέει πολλά και διάφορα επί της στέγης, φωτισμένη με προβολείς και σε λίγο εξαφανίζεται. Και τότε ακούγεται μια άλλη στην άλλη άκρη των κεραμιδιών χωρίς να φωτίζεται, ντυμένη στα μαύρα (μόνο το κεφάλι της φαινότανε και δυο χέρια που κουνιόντουσαν) και μας είπε χωρίς να την ρωτήσουμε πως το όνομά της είναι Λύσσα.
Σε λίγο βγαίνει μαινόμενος, όχι ο Ηρακλής, αλλά ένας αγγελιαφόρος, που τον έκανε ο Καζής, και λέει στους γέροντες, που δουλειά δεν έχουν σ’ όλες τις τραγωδίες και ξημεροβραδιάζονται έξω από τα ανάκτορα σα να ’ναι καφενές, πως ο Ηρακλής τρελάθηκε, λύσσαξε από τη Λύσσα και σκότωσε τη γυναίκα του κι έσφαξε τα τρία του παιδιά.
Αυτός ο Καζής, ή τερατολόγος ήτανε ή γεννημένος κουτσομπόλης. Το τί απίθανα πράματα μας έλεγε, δεν μπορώ να σας τα περιγράψω. Λύσσαξε εις το λέγειν αυτό το παιδί.
— Και μπαίνω, που λέτε, και βλέπω... και κάνω και δείχνω... κι όπως ήταν εκεί η γυναίκα του... εκεί τα δυστυχή παιδιά του... και βουτάει το μαχαίρι... και, και... και όλο τέτοια.
Και δε βρέθηκε ούτε ένας άνθρωπος από τους υποτιθεμένους σώφρονας γέρους του χορού να του πει:
— Καλά βρε παιδάκι μου, στόμα δεν είχες να φωνάξεις, αλλά μας φέρνεις προ τετελεσμένου γεγονότος; Μέσα γινόταν μακελειό και κόπτομε κιμά παρουσία του πελάτου, κι αντί να τρέξεις να φωνάξεις γιατρό έκατσες κι αποστήθισες τί είπε ο Ηρακλής και τί απάντησε η γυναίκα του; Και καλά, σκότωσε το πρώτο του παιδί, σκότωσε και το δεύτερο, το τρίτο δεν φώναξε, δεν τσίριξε;
Nά γιατί σας λέω πως μου έμειναν αμφιβολίες. Πιθανόν ο Καζής να εξηγούσε ότι τα έσφαξε απάνω στον ύπνο και γι’ αυτό δεν ακούστηκε φωνή. Πάντως το μόνο που κατάλαβα, ήταν πως εξηγούσε τί συνέβη μέσα στα Ανάκτορα. Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει, απορώ γιατί δεν πρόσθεσε και μερικούς φόνους ακόμα, ώστε το έργο να γίνει πιο ρεαλιστικό. Εδώ επρόκειτο περί κοτζάμ Ηρακλέους κι ένας Ηρακλής που παλεύει με λιόντες και πνίγει τρικέφαλους σκύλους στου Άδη, οϊμέ, τα σκοτερά παλάτια, δεν μπορεί να κάνει 4 φόνους μονάχα σα να ’ναι κανένας λοχίας Ζουρνατζής, τη στιγμή μάλιστα που διαθέτει ρόπαλο, μυϊκή δύναμη Καρπόζηλου κι επί πλέον λυσσασμένος. Εδώ άνθρωποι νηφάλιοι και πετυχαίνουν καμιά φορά καλύτερα αποτελέσματα. Εδώ ακούμε κατεδικάσθη διά 17 φόνους και σηκώνουμε τους ώμους. Δεν ξέρω με ποιόν αριθμό εγκλημάτων μπορεί σήμερα να ξαφνιαστεί ένας θεατής, αλλά 4 φαίνονται, σε μας που έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας, απλή αστυνομική παράβαση. Εδώ και τους 300.000 νεκρούς της Χιροσίμα ακόμα τους συνηθίσαμε.
Σάμπως τα σκότωσε κι αυτά που έλεγε ο Καζής; Tα τρία παιδιά που μας είπε ότι τα ’σφαξε ο Ηρακλής, τα είδα να παίζουν ωραιότατα μετά το τέλος της παραστάσεως απ’ έξω. Καθαρές απάτες δηλαδή. Ίσαμε να δώσουμε τα λεφτά μας, σαν τα πανηγύρια με το ακέφαλο σώμα. Κρύφτε τα τουλάχιστον μωρέ, να μην τα βλέπουμε ώστε να τα νομίζουμε πως είναι πεθαμένα. Ή τουλάχιστον δώστε τους εντολή να λένε πως προορίζονται για άλλη παράσταση κι ότι θα σφαχτούν την άλλη Κυριακή.
Στο τέλος συνέρχεται ο Ηρακλής από τη λύσσα κι αποφασίζει ν’ αφήσει τη ζωή, μα τότε, παρουσιάζεται ο Θησέας, του λέει νά ’ρθει στην Αθήνα για να ξεχάσει, και τον πείθει να υπομείνει το πεπρωμένο.
Σωστά. Nά ’ρθει εδώ ο Ηρακλής, που το μέλλον του θα ’ναι εξασφαλισμένο και ν’ απολυσσάξει με τη ζέστη. Και πού ξέρεις; Μπορεί να γίνουν και τίποτα ανδρικά καλλιστεία και να βγει «μίστερ Ελλάς» και να μας δηλώσει κι αυτός πως τα «χόμπι» του είναι η κολύμβηση κι η ιππασία και πως χωρίς άλογο του είναι αδύνατο να κινηθεί, διότι από μικρός βγαίνοντας για ψώνια καβάλαγε άλογο και τράβαγε Ερμού, μπαίνοντας έφιππος στα μαγαζιά και φτάνοντας στον χώρο του Στρατηγείου τ’ άφηνε να βοσκήσει εις τας λειβαδέας της Καπνικαρέας. Έτσι είναι. Άμα συνηθίσει κανείς το άλογο από μικρός, δυσκόλως το στερείται.
Κι όσο για δουλειά, όρεξη να ’χει και του υποσχόμεθα υπερωρίες. Υπάρχει το τέρας της Φοροδιαφυγής, ο Λιόντας της Ατσιδοσύνης, τα μήλα και συλλήβδην τα φρούτα που κατάντησαν χρυσά, η κόπρος των βοτσάλων. Καλοδεχούμενος θα ’ναι μετά ή άνευ ροπάλου, να τον βάλουμε τροχονόμο να βάλει σε τάξη τους αφηνιάσαντες ίππους του Διομήδη, του Αρχιμήδη, του Αριστείδη και παντός καθημένου στο βολάν, διότι μήτε «πράσινα κύματα» μας σώζουν πια, μήτε κόκκινα. Έλα, πεχλιβάνη Ηρακλή να τρομάξουν οι μανδαρίνοι και να χαθούν στα Τάρταρα της γης. Έλα αγόρι μου με τον Κάπρο σου να τον αμολάς κυριακάτικα ν’ ανοίγει δρόμο στον «Άγνωστο», διαλύοντας τους αστυφύλακες, γιατί δεν είναι βιολί αυτό, να παραλύει ο ρυθμός της Αθήνας για μια κατάθεση στεφάνου. Έλα εδώ Ηρακλή και σου υποσχόμεθα τον στέφανον αυτόν να σ’ τον κοτσάρουμε στο κεφάλι, αν μας απαλλάξεις από την αστυνομική Ζώνη της Απόλυτης περιφρονήσεως προς τον κοινόν νου.
Αυτά που λέτε είδα, χωρίς όμως ν’ ακούσω, στην Επίδαυρο. Και μετά έτρεξα αναστατωμένος και βούτηξα το αυτοκίνητό μου για την επιστροφή. Κακά προαισθήματα πλημμύριζαν την ψυχή μου. Θέλεις να εμφανισθεί καμιά Λύσσα στα κεραμίδια και να βρω σφαγμένα τα παιδιά μου στο γυρισμό; Aς πατήσω γκάζι να προλάβω καμιά συμφορά. Kαι πάτησα που λέτε γκάζι κι άρχισα να προσπερνάω ένα ένα τ’ αυτοκίνητα, μέσα σε αποθέωση σκόνης.
Kι απάνω που προσπερνούσα το πέμπτο, που μου φάνηκε πως βραδυπορούσε, ακούω έναν μοίραρχο που πετάχτηκε μπροστά μου, γιατί παραφύλαγε φαίνεται, να φωνάζει και να ωρύεται:
— Γιατί, γιατί προσπερνάς τ’ αμάξια μωρέ; Δεν ξέρεις πως απαγορεύεται; Χώσου στη σειρά σου... ρατά... σταρδε...
Και μου έλεγε κι άλλα λόγια πικρά στα σκοτεινά, ώσπου απομακρύνθηκα και δεν άκουγα πια τί έλεγε.
Μέχρι Ναύπλιο πήγα καροτσάκι πίσω από ένα λεωφορείο. Δεν υπήρχε λόγος να βιάζομαι. Η Λύσσα απεδείχθη ότι είχε εμφανισθεί στη Στέγη της Χωροφυλακής Επιδαύρου.
Στις 12 και μισή βρέθηκα στην Κόρινθο. Μπήκα σ’ ένα μαγαζί με φώτα και ζήτησα να φάω. Οι άνθρωποι ήταν πονετικοί και μου φέρανε ένα πιάτο φαΐ, αλλά κρύο. Τους ρώτησα γιατί τέτοια μέρα δεν ανάβουν φωτιά —μια και θά ’ρθουν κι άλλοι από το Φεστιβάλ λυσσασμένοι, της πείνας της φαρμακερής παιδιά— κι έλαβα την απάντηση πως και πέρυσι που κρατήσαν τις φωτιές αναμμένες, λίγοι περάσανε. Τα ίδια μου είπαν και πέρυσι στο Ναύπλιο, σ’ ένα υποτίθεται κεντρικό μαγαζί. Kαι το αποτέλεσμα θα ’ναι, του χρόνου, να παίρνουν όλοι φαΐ μαζί τους πηγαίνοντας στην Επίδαυρο για να λαμβάνει μετά την παράσταση χώραν και το Φεστιβάλ του Τσιγγαναριού ή να σκορπίζονται οι περισσότεροι στα ενδιάμεσα χωριουδάκια του Κρανιδιού ή των Μπρουντζέικων, όσοι απεχθάνονται το παγωμένο λίπος και να προτιμούν τους χωρικούς μαγαζάτορες που από βλακεία φαίνεται κατορθώνουν να έχουν φωτιά όλη τη νύχτα και να σιγοψήνουν αρνιά και κοκορέτσια και να ’χουν κυριακάτικα και φρέσκο χωριάτικο ψωμί. Δυο οκάδες κάρβουνα, που ν’ ανάβονται κατά τις 12, με τη λήξη του Φεστιβάλ, ώστε να προσφέρονται μερίδες ζεστές, είναι φαίνεται κάτι το ασύλληπτον που δεν μπορεί να χωρέσει το μυαλό του Ναυπλιέως και Κορινθίου καταστηματάρχου.
Το Φεστιβάλ κάνει το καθήκον του. Φέρνει επί 4 βδομάδες από 15.000 ανθρώπους κάθε Σαββατοκύριακο. Ουδείς δε απ’ αυτούς, μετά τη λήξη της παραστάσεως, διανοείται να φάει στην Κόρινθο. 15.000 άνθρωποι προς 20 δρχ. το κεφάλι μάς κάνουν 300.000 δρχ. Αυτό το ποσόν κατορθώνει ο Τουρισμός και το φέρνει στον Νομό Αργολιδοκορινθίας, κύριοι, στα πόδια σας. Κανείς δεν ενδιαφέρεται να τα μαζέψει;
Ώρες είναι μου φαίνεται ν’ ανοίξω κανένα πατσατζίδικο στην Νταλαμανάρα με ισπανικά νούμερα και να τα μαζεύω εγώ.
Όπως βλέπετε, έλυσα κι αυτό το πρόβλημα.
Χαρούμενος τώρα που βρήκα επιτυχείς λύσεις, προχωρώ για την Αθήνα. Προσπερνώ χάριν γούστου δυο θηριώδη ιδιωτικά με πλούσια τα ελέη εις μέταλλα και προφυλακτήρες, αισθάνομαι νικητής για δυο χιλιόμετρα και νιώθω άνετα στο βολάν. Βλέπω στη διαδρομή σταματημένα φορτηγά και ιδιωτικής χρήσεως ν’ αλλάζουν νυχτιάτικα λάστιχα και λέω γελώντας:
— Δεν είναι τίποτα. Λάστιχα είναι, τρυπάνε. Αλλάχτε τα.
Μέχρι τα Μέγαρα γίνομαι πειραχτήρι. Μέχρι Μεγάλο Πεύκο, σαρκαστής. Γελούσα σαρδονίως μέσα στη μαύρη νύχτα. Έξω από τη «Χαλυβουργική», αισθάνθηκα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. Είπα να σταματήσω, αλλά επειδή ήταν σκοτεινά, αποφάσισα να το πάω μέχρι τα Διυλιστήρια, ώστε φέγγοντας η φλόγα του φωταερίου να δω τί συμβαίνει. Έκανα όμως τρακόσια μέτρα και στάθηκε αδύνατο να προχωρήσω. Αναγκάστηκα να κατέβω και ν’ ανάψω σπίρτα.
Τίποτα το σοβαρό. Λάστιχο με είχε πιάσει. Kαι τα λάστιχα τρυπάνε. Kαι όταν τρυπάνε, τ’ αλλάζεις. Kαι για να τ’ αλλάξεις γίνεσαι χάλια. Kι όταν γίνεσαι χάλια βλαστημάς και τα βάζεις με τις εταιρείες που πάνε και φτιάχνουν τα πρατήριά τους όπου έχει φως.
Τί έλεγα πριν; Πως θ’ ανοίξω κέντρο στην Νταλαμανάρα; Λοιπόν, σκέφτηκα πως θα κάνω κάτι καλύτερο. Θ’ ανοίξω βουλκανιζατέρ απέναντι από τη «Χαλυβουργική». Θα βάλω φωτεινή επιγραφή META TO ΦEΣTIBAΛ EΠIΣKEΦΘΕΙTE MAΣ - ΔIANYKTEPEYOMEN. Το κακό είναι πως μόλις τ’ ανοίξω εγώ, τότε είναι που θα κυκλώσουν 10 βουλκανιζατέρ κατά το Ρωμαίικο σύστημα. Σάμπως τα ίδια δεν κάνανε με τα σουβλάκια; Ένας πρωτάρχισε, και πλημμύρισε η Αθήνα. Tα ίδια μήπως δεν κάνανε και με τα παγωτά χωνάκια; Αλλά Ρωμιοί δεν είμαστε; Tί περιμένεις;
Μπάφιασα με την αλλαγή της ρόδας. Αισθάνθηκα να διψώ. Ήθελα να πλύνω και τα χέρια μου. Πουθενά δεν φαινόταν καφενείο. Aχ, να είχα ένα παγωτό, ευχαρίστως θα το ’τρωγα. Θα ’πρεπε σε μια τόσο μεγάλη διαδρομή να υπήρχαν μερικά καταστήματα, ώστε να δροσίζεται κανείς μ’ ένα παγωτό.
Το βουλκανιζατέρ το έβλεπα μάλλον παθητικό. Το παγωτό χωνάκι το ’βλεπα με προοπτική. Ας φτάσω με το καλό στην Αθήνα και βλέπουμε. Αυτά τα πράγματα δε θέλουν βιασύνη.
Έβαλα μπρος και συνέχισα. Ήταν μαγεία η θάλασσα. Ανέπνευσα το ζωογόνο ιώδιο. Μετά από τέτοια διαδρομή και μετά την απώλεια τόσων θερμίδων, ο οργανισμός του ανθρώπου ευχαρίστως δέχεται ένα σουβλάκι πικάντικο. Αλλά πού να βρεις σουβλάκι τέτοια ώρα.
Πήρα τα κεφάλαιά μου από τα παγωτά και δοκίμασα να τα ρίξω όλα στο πρότυπον Σουβλακοπωλείον. Έβλεπα κιόλας το κατάστημά μου γεμάτο καπνούς και κνίσες, την γυναίκα μου να μην προλαβαίνει να σερβίρει, εγώ στον πάγκο να τακτοποιώ τα λεφτά χωριστά τα πενηντάρικα και χωριστά τα κατοστάρικα και τα δυο μου παιδιά με καθαρά ρουχαλάκια να στέκονται στην πόρτα και να φωνάζουν: «Για περάστε κύριοι, που διανυκτερεύομεν... Για περάστε...».
Να δουλέψω 10 χρόνια έτσι, 10 φεστιβαλικές σεζόν γεμάτες, και κλείνοντας τα μάτια μου κάποτε ν’ αφήσω στους γιους μου μια ανθούσα επιχείρηση.
Ξημερώματα, από κάποιο λόφο του Σκαραμαγκά, αντίκρισα τα χώματα της Aθήνας. H καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Άραγε θα με γνώριζαν όταν θα έφτανα στο σπίτι μου έπειτα από τόσον καιρό; Σαράντα δύο ετών τους είχα εγκαταλείψει. Πώς να ’γιναν τα παιδιά μου έπειτα από τόσο μακρύ χωρισμό;
Έξω από το σπίτι μου ένα παλληκάρι ωραιότατο με περίμενε, ώς 20 ετών απάνω κάτω.
Το έσφιξα τρυφερά στην αγκαλιά μου.
— Παιδί μου, δεν με αναγνωρίζεις; Πώς μεγάλωσες έτσι;
Και φίλησα τον έκπληκτο γαλατά

Τρίτη 17 Οκτωβρίου 2017

"Το επείγον θέατρο της Λούλας Αναγνωστάκη" έγραψε ο Θωμάς Τσαλαπάτης (http://tsalapatis.blogspot.gr, 17/10/2017)

.............................................................

Το επείγον θέατρο της Λούλας Αναγνωστάκη 

 

 



Ελισάβετ: Έχω την εντύπωση πως ούτε καν μ’ ακούς. Όταν σκοτείνιαζε εντελώς ανεβαίναμε στην ταράτσα. Μου ’δειχνε μακριά τις παλιές συνοικίες και τα κάστρα που τις περιβάλλουν… Τα’ χεις δει ποτέ αυτά τα κάστρα;
Κίμων: Δε φαίνονται από το παράθυρο.
Ελισάβετ: Όχι, δε φαίνονται από το παράθυρο. Μόνο από ψηλά – πολύ ψηλά. Αυτά τα κάστρα που άλλοτε ήταν το φρούριο της πόλης και τώρα έχουν γίνει φυλακές.
Κίμων: Φυλακές;
Ελισάβετ: Ναι, υγρές, σκοτεινές φυλακές.
Κίμων: Τι κάνατε στην ταράτσα;
Ελισάβετ: Κοιτάζαμε. Εκείνος τέντωνε το δάχτυλό του σε ένα σημείο. «Εκεί», μου έλεγε, «εκεί πέρα, τα χαράματα ντουφεκίζουν τους καταδικασμένους σε θάνατο». Δεν καταλάβαινα γιατί επέμενε να μου το λέει αυτό κάθε βράδυ και να μου δείχνει τεντώνοντας το δάχτυλό του προς το βορρά. Έπειτα χαθήκαμε κι έπειτα μια μέρα διάβασα το όνομά του στην εφημερίδα. Ήταν κι αυτός ανάμεσα στους καταδικασμένους σε θάνατο και είχε εκτελεστεί την αυγή. Δεν είναι παράξενο;

 
(Λούλα Αναγνωστάκη, Η Πόλη)


Έρχεται κάποια στιγμή που φτάνει η ώρα του απολογισμού. Η ώρα αυτή που η ζωή, το έργο μπορούν να συσσωρευτούν σε μια πυκνή φράση που θα εμπερικλείει τις αξίες, τις επιτυχίες και την ουσία, μιλώντας γρήγορα, αλλά όχι βιαστικά, για την αυλακιά που αφήνει ο καλλιτέχνης στο σώμα της τέχνης που διάλεξε να υπηρετεί. Πολλές φορές η ώρα αυτή έρχεται με το θάνατο του συγγραφέα. Σε επικήδειους, άρθρα απολογισμού, αναμνηστικά αφιερώματα. Για την Λούλα Αναγνωστάκη η ώρα αυτή δεν έχει φτάσει. Πάντοτε είχα την αίσθηση πως παρά τη δημοφιλία των έργων της, τις συχνές παραστάσεις και επαναλήψεις τους, την καθολική αποδοχή της αξίας τους η σημασία της, η θεατρική και η λογοτεχνική προσφορά της δεν έχουν αναγνωριστεί στο βαθμό που τους αντιστοιχεί, παρά μόνο ως ένα βαθμό. Το όλο και μεγαλύτερο ενδιαφέρον της νέας γενιάς για τα έργα της, ο όλο και αυξανόμενος αριθμός παραστάσεων από νεότερους σκηνοθέτες, το αγκάλιασμα του έργου της από νεότερους ηθοποιούς και συγγραφείς συντείνουν στο γεγονός πως αυτό θα αλλάξει.
Η Λούλα Αναγνωστάκη έφυγε στις 8 του Οκτώβρη. Υπήρξε η μικρότερη αδελφή του ποιητή Μανόλη Αναγνωστάκη, γυναίκα του Γιώργου Χειμωνά και μητέρα του Θανάση Χειμωνά. Έκανε την πρώτη της εμφάνιση το 1965 στο Θέατρο Τέχνης του Κάρολου Κουν το 1965 με την τριλογία της Πόλης, τα μονόπρακτα Η διανυκτέρευση, Η Πόλη, Η Παρέλαση σκηνοθετημένα από τον Κάρολο Κουν σε μια ενιαία παράσταση. Σχεδόν όλα τα χαρακτηριστικά που συναντούμε στην μετέπειτα εργογραφία της είναι κυρίαρχα και εδώ. Η Αναγνωστάκη εμφανίζεται ως έτοιμη συγγραφέας με ξεχωριστή δική της γλώσσα ήδη από την πρώτη της εμφάνιση.
Τα έργα της που θα ακολουθήσουν θα μας χαρίσουν μια σειρά από παραστάσεις- σταθμούς μέσα από εξαιρετικές σκηνοθεσίες. Από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Κάρολου Κουν οι παραστάσεις «Αντόνιο ή το Μήνυμα» (1972), «Η νίκη» (1978), «Η κασέτα» (1982) και «Ο ήχος του όπλου» (το 1987, τελευταία σκηνοθεσία του Κάρολου Κουν). Το 1990 ο θίασος Τζένης Καρέζη – Κώστα Καζάκου παρουσίασε το έργο «Διαμάντια και μπλουζ», σε σκηνοθεσία Βασίλη Παπαβασιλείου. Το 1995 ανέβηκε το «Ταξίδι μακριά» από το Θέατρο Τέχνης, σε σκηνοθεσία Μίμη Κουγιουμτζή. Το 1998 το μονόπρακτο «Ο ουρανός κατακόκκινος» από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Βίκτορα Αρδίττη και το 2003 το έργο «Σ’ εσάς που με ακούτε» από τη Νέα Σκηνή, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή και πολλές ακόμη. Τα έργα της Αναγνωστάκη μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες και παίχτηκαν σε πολλές σκηνές εκτός Ελλάδας (Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, Γερμανία, Κύπρο, Ισπανία, ΗΠΑ).

Ρεαλισμός και παράλογο

Αν θέλουμε να τοποθετήσουμε το έργο της Αναγνωστάκη σε κάποια θεατρική κατηγορία αυτό θα ήταν το θέατρο του παραλόγου. Έστω ως αφετηρία. Πολύ συχνά ο χρόνος και ο χώρος (ακόμη και όταν αναφέρονται) είναι σχετικοί. Οι ήρωες βιώνουν το υπαρξιακό κενό ως ατομική, αλλά και ως συλλογική συνθήκη. Αυτό που διαχωρίζει την Αναγνωστάκη από τους υπολοίπους εκπροσώπους του είδους είναι η κοινωνική της γείωση και η πολιτική διάσταση των έργων της. Οι αναφορές σε ένα κατοχικό και εμφυλιακό παρελθόν και ένα παρόν συχνά αστυνομοκρατούμενο. Είναι σε πολλές περιπτώσεις που έχεις την αίσθηση πως η πληγή του εμφυλίου (μοτίβο κοινό σχεδόν σε όλα τα έργα της) είναι το ίδιο το παράλογο για την Αναγνωστάκη.
Σε αντίθεση με το θέατρο του παραλόγου, τα έργα της Αναγνωστάκη δεν έχασαν ποτέ το ρεαλιστικό τους περίβλημα. Πολύ συχνά ελλειπτικά, ποιητικά, με συμβάντα στα όρια του πιθανού είναι έργα αυτού του κόσμου. Το ίδιο και η γλώσσα της. Η ποιητική της Αναγνωστάκη προκύπτει από μια γλώσσα ειπωμένη, πατημένη από καθημερινές φωνές και φράσεις που ακόμα και όταν φτάνουν στο όριό τους ελέγχονται και επικοινωνούνε πλήρως. Η χαμηλόφωνη μουσική των τσεχωφικών ηρώων, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η αποτύπωσή τους σε εξωτερικά γεγονότα, οι απογοητεύσεις, η μοναξιά και η μελαγχολία, ο αποκλεισμός και η πληγή του παρελθόντος έχουν κλίμακα ανθρώπινη. Ταυτόχρονα, όμως, η καθημερινή συνύπαρξη με το θάνατο και τη σκληρότητα, η διάλυση των ταυτοτήτων και η διάχυση των χαρακτήρων, η υπερβατική παρουσία της ιστορίας και ο τρόπος που ορίζει τις ανθρώπινες μοίρες γεννούν γεγονότα και καταστάσεις που ανήκουν στις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του θεατρικού παραλόγου.
Ίσως σε αυτή τη συνύπαρξη ρεαλισμού και παραλόγου να οφείλεται το γεγονός πως τα καλύτερά της έργα προκύπτουν όταν τα στοιχεία του παραλόγου, του ρεαλισμού και της κοινωνίας υπάρχουν ισόποσα σε ένα αρμονικό σύνολο. Στο αριστούργημά της, την «Κασέτα» του 1982, η συνύπαρξη αυτή είναι απόλυτη. Το παράλογο συνυπάρχει με το απολύτως ρεαλιστικό, το παγκόσμιο με το απολύτως ελληνικό, το αφηρημένο με το απολύτως συγκεκριμένο σε ένα σύνολο με πλήρη έλεγχο των εκφραστικών μέσων, της θεατρικής οικονομίας, της ανάπτυξης των χαρακτήρων. Καταφέρνοντας να εντυπώσει ταυτόχρονα και με απόλυτη ακρίβεια τους μεταπολιτευτικούς ελληνικούς ανθρωπότυπους με το αδιέξοδο του ανθρώπου στις δυτικές μεταπολεμικές κοινωνίες. Τον κοινωνικό αποκλεισμό ενός ήρωα σε μια συγκεκριμένη συνθήκη με το υπαρξιακό άγχος του ανθρώπου συνολικά.

Η θέση που της αναλογεί

Όχι λοιπόν, η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη δεν έχει φτάσει. Θα έλθει μόλις λάβει τη θέση που της αξίζει, όχι μόνο στο χώρο του θεάτρου, αλλά και στην ιστορία της ελληνικής λογοτεχνίας. Μια ιστορία που συστηματικά υποβαθμίζει το θεατρικό κείμενο σε σχέση με μυθιστόρημα ή την ποίηση, προσπαθώντας να αγνοήσει συγγραφείς που δεν γίνεται πια να αγνοηθούν. Η ώρα του απολογισμού για τη Λούλα Αναγνωστάκη θα έλθει μόλις αποκτήσει τη θέση που της αναλογεί στην ιστορία αυτή: ως μια από τους σημαντικότερους εκπροσώπους ενός σημαντικού λογοτεχνικού είδους και μια από τις σημαντικότερες συγγραφείς της ελληνικής γλώσσας.

(στην εφημερίδα Εποχή)

Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

"Η πηγή των δακρύων. Ο Νίκος Γκάτσος για τον Λόρκα..." (http://tvxs.gr, 20/8/2017)

.............................................................

Η πηγή των δακρύων. Ο Νίκος Γκάτσος για τον Λόρκα...


 

                                                   http://tvxs.gr, 20/8/2017

Ο Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, ένας από τους λίγους αυθεντικούς ποιητές του αιώνας μας, γεννήθηκε τον Ιούνιο του 1898 στο μικρό χωριό της Ανδαλουσίας Φουέντε Βακέρος, κάπου δεκαοχτώ χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Γρανάδας.
Ο πατέρας του, άνθρωπος με φιλελεύθερες αρχές, είταν πλούσιος κτηματίας της περιοχής που, όταν η πρώτη του γυναίκα πέθανε άτεκνη, παντρεύτηκε σε δεύτερο γάμο τη νεαρή αλλά γνωστική και καλλιεργημένη δασκάλα του χωριού, κόρη μιας φτωχής οικογένειας από τη Γρανάδα.
Απόκτησε μαζί της πέντε παιδιά με πρωτότοκο τον Φεδερίκο. Έτσι ο κατοπινός ποιητής, εκτός από ένα μικρό διάστημα που για λόγους υγείας υποχρεώθηκε να συνεχίσει το σχολείο του στην Αλμερία, έζησε τα παιδικά του χρόνια στον εύφορο κάμπο της Γρανάδας, το σταυροδρόμι τόσων φυλών, με τα γραφικά χωριά και τους παράξενους θρύλους, με τους τσιγγάνους και τους αυτοσχέδιους μουσικούς, με αμαρτωλούς έρωτες και τα βίαια πάθη, μ’ όλα εκείνα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν την ευαισθησία του μικρού ανδαλουσιάνου και σφράγισαν για πάντα τον χαρακτήρα και την υφή του έργου του.
Όταν ο Φεδερίκο έγινε έντεκα χρονών, ο πατέρας του αποφάσισε ν’ αφήσει τον κάμπο και να εγκατασταθεί με την οικογένειά του στη Γρανάδα για μια καλύτερη ζωή, όπως έλεγε. Εκεί ο γιος του, μετά τις εγκύκλιες σπουδές, γράφτηκε στη Φιλοσοφική και στη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου απ’ όπου, μερικά χρόνια αργότερα, κατόρθωσε να πάρει το δίπλωμα που φυσικά δεν τον ενδιέφερε. Τον ενδιέφερε μόνο η ποίηση και οι πρώτες του προσπάθειες να γράψει θέατρο που το θεωρούσε ύψιστη μορφή ποίησης αφού, όπως έλεγε, «το θέατρο παίρνει τα λόγια από το άψυχο χαρτί και τα μεταμορφώνει ζωντανή ανθρώπινη έκφραση». Και, όσο κι αν η σκέψη του είταν πάντα δεμένη με τις αναμνήσεις του κάμπου και του πατρικού του χωριού, στην πρωτεύουσα άνοιξαν καινούργιοι ορίζοντες για τη φαντασία του.
Γνωρίστηκε με τους νέους συγγραφείς και καλλιτέχνες της ισπανικής πόλης και, έχοντας αρχίσει από χρόνια να σπουδάζει μουσική, ήρθε σ’ επαφή με τους ανθρώπους του ρυθμού και της μελωδίας, ιδιαίτερα με τον διάσημο Μανουέλ ντε Φάλια, που κατοικούσε τότε στη Γρανάδα και που η διαφορά της ηλικίας δε στάθηκε εμπόδια να γίνουν στενοί φίλοι και αργότερα συνεργάτες. Στο μεταξύ ο πατέρας του αγόρασε στην άκρη της πόλης ένα μεγάλο σπίτι με θαυμάσιο κήπο που το προόριζε για θερινή κατοικία της οικογένειας. Από τα παράθυρα και τα μπαλκόνια αυτού του σπιτιού φαινόταν κάτω χαμηλά ο απέραντος κάμπος της Γρανάδας και στην αντίθετη μεριά η Σιέρρα Νεβάδα με τις χιονισμένες κορφές, που έφερναν από μακριά μια ανάσα της Μεσογείου κι από το βάθος τα’ ουρανού μια υποψία της Αφρικής. Σ’ αυτό το σπίτι, και τότε και αργότερα, ο Λόρκα έγραψε πολλά από τα ωραιότερα ποιήματά του. Εκεί ολοκλήρωσε της Τσιγγάνικες Πσραλογές(Romancero Gitano) στην οριστική τους μορφή κι εκεί τελείωσε πολλά από τα γνωστά θεατρικά του έργα.
Αλλά η Γρανάδα είταν πια μικρή για να χωρέσει κάποιον που η φήμη του είχε αρχίζει ν’ απλώνεται σ’ ολόκληρη την Ισπανία. Έτσι, ο ποιητής έφυγε ακόμη μια φορά για τη Μαδρίτη, όπου με το πρόσχημα πάντοτε των σπουδών γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο και εγκαταστάθηκε στη Φοιτητική Εστία της Ισπανικής πρωτεύουσας. Εκεί γνώρισε κι έγινε φίλος με τους περισσότερους εκκολαπτόμενους συγγραφείς και καλλιτέχνες της νέας γενιάς (της λεγόμενης γενιάς του ’27), όπως είταν ο Δάμασο Αλόνσο, ο Σαλβαδόρ Νταλί, ο Χόρχε Γιλιέν, ο Ραφαέλ Αλμπέρτι, ο Λουί Μπουνιουέλ, ο Χεράρδο Διέγκο, και πολλοί άλλοι. Είταν μια περίοδος εξαιρετικά δημιουργική για τους νέους πνευματικούς ανθρώπους της Ισπανίας, γεμάτη ζωντάνια και πρόκληση για καινούργιες αξίες και κατακτήσεις.
Στα 1929 ο Λόρκα αποφάσισε να πραγματοποιήσει το μεγάλο ταξίδι του στις Ηνωμένες Πολιτείες που τα μελετούσε από καιρό. Πέρασε πρώτα από τη Γαλλία και κατόπι από την Αγγλία, όπου πήρε το πλοίο για την υπερατλαντική του περιπέτεια. Οι αεροπορικές συγκοινωνίες είταν ακόμα κάτι το άγνωστο. Όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη είδε πως η ζωή εκεί δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη ζωή στην Ισπανία. Ωστόσο του χάρισε καινούργια κίνητρα και συγκινήσεις, όπως φαίνεται καις το έργο του Ποιητής στη Νέα Υόρκη, που δείχνει μια άλλη πτυχή του ταλέντου του και περιλαμβάνει μερικά από τα πιο χαρακτηριστικά του ποιήματα. Οι άλλες του δραστηριότητες στην ήπειρο του παλιού θαλασσοπόρου συμπατριώτη του δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο. Μερικές γνωριμίες, μερικές διαλέξεις, ένα φεγγάρι στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια, κι ένα σύντομο ταξίδι στην Κούβα, που του θύμισε την Ανδαλουσία και τον ενθουσίασε.
Όταν έπειτα από ενάμισι χρόνο ξαναγύρισε στην Ισπανία, κάτι είχε αρχίσει ν’ αλλάζει στην πολιτική ζωή του τόπου. Την πτώση του Πρίμο ντε Ριβέρα και τη φυγή του βασιλιά Αλφόνσου ακολούθησε η ανακήρυξη της Δημοκρατίας. Ο Φερνάντο ντε Ρίος, υπουγρός Παιδείας στη νέα κυβέρνηση και στενός φίλος του Λόρκα, ανέθεσε στον Ισπανό ποιητή και δραματουργό να ολοκληρώσει μαζί με τον Εδουάρδο Ουγάρτε έναν περιοδεύοντα φοιτητικό θίασο, ένα είδος Άρματος Θέσπιδος, για να παρουσιάσει και να γνωρίσει σ’ όλη τη χώρα τα δραματικά αριστουργήματα της ισπανικής παράδοσης. Ο θίασος, με την επωνυμία Η Μπαρράκα και με τον ενθουσιασμό των συντελεστών του, άρχισε να περιοδεύει με μεγάλη επιτυχία σε πάμπολλες πόλεις και κωμοπόλεις της Ισπανίας, παρουσιάζοντας έργα του Θερβάντες, του Λόπε ντε Βέγα, του Καλδερόν, του Τίρσο ντε Μολίνα, και πολλών άλλων παλιών και νεώτερων.
Η Μπαρράκα κράτησε κάπου δυο χρόνια, όσο περίπου και η δημοκρατική κυβέρνηση. Αλλά ο Λόρκα, σα σκηνοθέτης πια, σχημάτισε ένα θίασο με παλιούς και νέους ηθοποιούς και ταξίδεψε για λίγο καιρό στην Αργεντινή, όπου παρουσίασε διάφορα έργα του ισπανικού ρεπερτορίου. Ανάμεσά τους και το δικό του Ματωμένο γάμομε πρωταγωνίστρια τη μεγάλη Καταλανή ηθοποιό Μαργαρίτα Ξίργου, τη γυναίκα που μετά την άνοδο του Φράγκο στην εξουσία διάλεξε για καινούργια πατρίδα της την Αργεντινή, όπου έζησε ως τα βαθιά της γεράματα χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει στην Ισπανία. Στα 1935 ο Λόρκα δημιούργησε το γνωστό ελεγείο για το φίλο του ποιητή και ταυρομάχο Ιγνάθιο Σάντσιεθ Μεχίας, που σκοτώθηκε από τον ταύρο στην αρένα. Και στις αρχές του 1936 διάβασε σ’ ένα στενό κύκλο φίλων του το τελευταίο θεατρικό του έργο Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμα, που δεν πρόφτασε να το δει να παίζεται στη σκηνή.
Έτσι σε γενικές γραμμές είχαν τα πράγματα και έτσι προχωρούσε η ζωή όταν τον Ιούλιο του 1936, τα σύννεφα στον ισπανικό ουρανό έγιναν πυκνότερα. Το χάσμα ανάμεσα στις εθνικιστικές δυνάμεις και στις δυνάμεις της νέας κυβέρνησης του «λαϊκού μετώπου», που είχε εκλεγεί στις αρχές του χρόνου, ήταν αδύνατο να γεφυρωθεί πια. Πολλές φρουρές επαναστάτησαν, άλλες άρχισαν να παραδίδουν τον οπλισμό τους και αρκετές αντιστάθηκαν. Ο εμφύλιος σπαραγμός της Ισπανίας είχε κιόλας αρχίσει σαν γενική δοκιμή για τον επερχόμενο Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η Ισπανική Φάλαγγα, η οργάνωση που είχε ιδρύσει ο Πρίμο ντε Ριβέρα κατά το πρότυπο των φασιστικών ταγμάτων του Μουσολίνι και που τώρα βρισκόταν κάτω από τις διαταγές του Φράνκο, τρομοκρατούσε τη χώρα και ήταν παντοδύναμη.
Ο Λόρκα εκείνο τον καιρό βρισκόταν στη Μαδρίτη κι ετοιμαζόταν όπως κάθε καλοκαίρι να κατέβει στη Γρανάδα για να δει τους δικούς του και να ξαναζήσει λίγες μέρες στα γνώριμα πατρικά του χώματα. Οι φίλοι του στη Μαδρίτη, ξέροντας πόσο επικίνδυνη ήταν η Γρανάδα, όπου βασίλευε ο φανατισμός και η τρομοκρατία, τον συμβούλεψαν και μάλιστα τον πίεσαν να μην κάνει αυτό το ταξίδι και να μείνει στην πρωτεύουσα. Αλλά εκείνος δεν τους άκουσε. Γιατί, παρά τον ατίθασο χαρακτήρα και τις ελεύθερες ιδέες του, δεν είχε ποτέ ανακατευτεί στην πολιτική και ο φανατισμός για τη μία ή την άλλη παράταξη ήταν κάτι ξένο για την ιδιοσυγκρασία του και τις δημοκρατικές του πεποιθήσεις. Δεν είχε υποπτευθεί ότι στις εποχές της μισαλλοδοξίας και της εξάρτησης οι άνθρωποι δεν ανέχονται την ελευθερία του άλλου και δεν παραδέχονται ότι μπορεί κάποιος να μην ανήκει σε κανένα στρατόπεδο. Έτσι, ξεκίνησε για την ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου βρήκε τα πράγματα πολύ χειρότερα απ’ όσο περίμενε. Μια θανάσιμη απειλή κρεμόταν πάνω από την πόλη και η Φάλαγγα κρατούσε τις πρωτοβουλίες δικές της. Έντρομος ο κόσμος μάθαινε κάθε μέρα για απαγωγές και εκτελέσεις αθώων πολιτών, που είχαν την ατυχία ή να είναι αριστεροί ή ν’ ανήκουν στη δημοκρατική παράταξη. Ο Λόρκα τότε μόνο κατάλαβε τον μεγάλο κίνδυνο, αλλά ήταν αργά πια για να προσπαθήσει να φύγει. Θα ήταν σαν να ομολογούσε μια ανύπαρκτη ενοχή, ποιος ξέρει με ποιες συνέπειες για τον ίδιο και την οικογένειά του.
Στο μεταξύ, έξω από το σπίτι του περίεργα πρόσωπα παρακολουθούσαν την κάθε κίνηση και κανείς δεν ήξερε τι γυρεύανε. Τότε ο πατέρας του κι όλη μαζί η οικογένεια σκέφτηκαν ότι το πιο σίγουρο καταφύγιο για τον γιο τους ήταν το σπίτι της φιλικής οικογένειας των Ροσάλες που είχαν δεσμούς με τη Φάλαγγα και μεγάλη κοινωνική και πολιτική ισχύ. Μάλιστα ο Λουίς Ροσάλες, ποιητής ο ίδιος και σπουδαίος θαυμαστής του Λόρκα, που είναι σήμερα γνωστός Ισπανός συγγραφέας και μέλος της Βασιλικής Ισπανικής Ακαδημίας, εγγυήθηκε με προσωπική του ευθύνη την ασφάλεια του ποιητή στο σπίτι του. Έτσι, ένα μεσημέρι ο Φεδερίκο και ο νεότερος στην ηλικία Λουίς πέρασαν από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και φτάσανε στο σπίτι των Ροσάλες, όπου όλοι υποδέχτηκαν τον φιλοξενούμενο σαν παιδί τους. Οι φαλαγγίτες παρακολουθούσαν τα πάντα, αλλά δεν μπορούσαν να επέμβουν φανερά, γιατί οι Ροσάλες είχαν δύναμη και επιρροή.
Καιροφυλακτούσαν όμως περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή. Και η κατάλληλη στιγμή ήρθε κάποια μέρα που οι άντρες έλειπαν και στο σπίτι είχαν μείνει οι γυναίκες και ο ποιητής. Αδιαφορώντας για τις διαμαρτυρίες των γυναικών, οι άνθρωποι της Φάλαγγας όρμησαν στο σπίτι και κυριολεκτικά άρπαξαν τον Φεδερίκο με τη δικαιολογία ότι θα τον πήγαιναν για ανάκριση και θα τον ξανάφερναν αργότερα. Όταν γύρισαν οι Ροσάλες στο σπίτι και έμαθαν από τις κάτωχρες γυναίκες τα γεγονότα, κατάλαβαν τον τρομερό κίνδυνο και εξαπολύθηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις για να προλάβουν το κακό. Αλλά παντού οι υπεύθυνοι δήλωναν άγνοια. Ούτε η αστυνομία, ούτε η πολιτοφυλακή, ούτε η Φάλαγγα, ούτε καμιά άλλη αρχή μπορούσαν να δώσουν πληροφορίες. Κανείς δεν ήξερε ή έκανε πως δεν ήξερε τίποτα. Οι φίλοι και προστάτες του Λόρκα κατάλαβαν τότε καθαρά ότι κάποιοι που κινούσαν τα νήματα πίσω από τα ηλίθια εκτελεστικά όργανα είχαν αποφασίσει να εξοντώσουν τον προκλητικό και ανορθόδοξο Ανδαλουσιανό ποιητή, που είχε πολλές φορές στο παρελθόν κρίνει και επικρίνει την απολιθωμένη και φαρισαϊκή τότε κοινωνία της Γρανάδα.
Όπως εξακριβώθηκε αργότερα, οι φαλαγγίτες, όταν πήραν τον Λόρκα από το σπίτι των Ροσάλες, φρόντισαν να τον απομακρύνουν αμέσως από την πόλη για να μην μπορέσει να τον βοηθήσει κανείς. Τον τράβηξαν σε μια ερημιά κοντά στο χωριό Βιθνάρ και τον έκλεισαν σ’ έναν παλιό νερόμυλο, που σήμερα δεν υπάρχει και που τότε τον είχαν μετατρέψει σε κρατητήριο. Εκεί, αφού τον κράτησαν δυο τρεις μέρες μαζί με άλλους προγραμμένους που τους έπαιρναν και τους εκτελούσαν κατά ομάδες, ήρθε κάποια ώρα και η δική του σειρά. Κι ένα αυγουστιάτικο πρωινό, προτού η μέρα χαράξει, λίγα εικοσιτετράωρα μετά την εκτέλεση του άντρα της αδερφής του, που ήταν εκλεγμένος δημοκρατικός δήμαρχος της Γρανάδα, τον πήραν μαζί με έναν κουτσό δάσκαλο και το ανήλικο παιδί του, και σε μικρή απόσταση από τον νερόμυλο, τους πυροβόλησαν και τους τρεις πισώπλατα και τους σώριασαν νεκρούς στη μέση του δρόμου.
Όπως είπαν αργότερα οι φονιάδες, φλυαρώντας μεθυσμένοι σε μια ταβέρνα της Γρανάδα, δεν προχώρησαν ως το καθορισμένο σημείο, γιατί είχαν κουραστεί από τις πολλές εκτελέσεις εκείνη την ημέρα και δεν άντεχαν να περπατήσουν περισσότερο. Το έγκλημα έγινε κάπου διακόσια μέτρα μακριά από μια παράξενη πηγή με παγωμένο αναβράζον νερό, που σήμερα αποτελεί τουριστικό αξιοθέατο και που οι Ισπανοί την ονομάζουν «Φουέντε Γκράντε», δηλαδή Μεγάλη ενώ οι Άραβες στον καιρό τους την ονόμαζαν «Αϊναδαμάρ», δηλαδή Πηγή των Δακρύων.


Νίκος Γκάτσος, από τον τόμο: Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Θέατρο και ποίηση, μτφρ. Νίκος Γκάτσος, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 1990.

ΠΗΓΗ: dimartblog.com

Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun (youtube, 17 Μαρ 2016)

....................................................

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun  

(excerpt from the NPR Music Tiny Desk Concert 2016)


Our love's a complex vintage wine 
All rotted leaves and lemon rind 
I'd spit you out but now you're mine 

We bit the fruit, it seemed a lie 
I'll never know which way was right 
Now side by side we face the night 

And I love you 
And I love you 

We walked the pier and back again 
It was the most scared 
I've ever been 
 You held my hand until the end 

And I love you 
And I love you 

Don't tell me we've got time 
The subtle thief of life 
It slips away when we pay no mind 
We pulled the weeds out til the dawn 
Nearly too tired to carry on 
Someday we'll linger in the sun 

And I love you 
And I love you


Δημοσιεύτηκε στις 17 Μαρ 2016
 
 
This is an original song by Gaelynn Lea entitled "Someday We'll Linger in the Sun". Gaelynn Lea is a musician, fiddle teacher, and public speaker from Duluth, MN.



Παρασκευή 17 Ιουνίου 2016

«Θα λέμε και θα κάνουμε μόνο τα καλά. Περίσσεψαν τα άσχημα και οι συνέπειές τους». συνέντευξη του Μιχαήλ Μαρμαρινού στη Ματίνα Καλτάκη (www.lifo.gr, 16/6/2016)


............................................................

«Θα λέμε και θα κάνουμε μόνο τα καλά. Περίσσεψαν τα άσχημα και οι συνέπειές τους».*




Στο τραπέζι των προβών της «Λυσιστράτης», πάνω στη σκηνή, με θέα τη θαυμάσια, αν και άδεια, αγκαλιά της πλατείας και του διπλού εξώστη της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, η συζήτηση με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό είναι σαν μια παρένθεση στον χώρο και στον χρόνο. Εδώ μπορούμε να μιλάμε ώρες για πράγματα που και οι δυο αγαπάμε, για αρχαία έργα και για αρχαία θέατρα. Γύρω τριγύρω διάσπαρτα αντικείμενα, κάποια εκ των οποίων θα χρησιμοποιηθούν στη σκηνογραφία της «Λυσιστράτης» που ετοιμάζει για το μεγάλο θέατρο της Επιδαύρου. Ένας μεγάλος καθρέφτης κυριαρχεί. «Είναι το αγαπημένο σημείο των κοριτσιών του θιάσου. Με κάθε ευκαιρία βρίσκονται μπροστά του, μόνες ή σε μικρά σύνολα, κοιτάζονται και σχολιάζουν». «Είναι η φύση των γυναικών;», τον ρωτώ. «Δεν υπάρχει αμφιβολία». «Μα, τότε, δεν ισχύει το σύνθημα "Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι" που έπαιξε πολύ πρόσφατα στις αφίσες του Athens Pride;». «Κοίτα, έχω σπουδάσει Βιολογία και μπορώ να σου πω μετά βεβαιότητας ότι, αν εξετάσουμε τα χρωμοσώματα, θα δούμε το ΧΧ να αντιστοιχεί στο θήλυ, το ΧΥ στο άρρεν. Υπάρχει γενετική διαφορά και η Βιολογία την εξηγεί. Το ζήτημα δεν είναι αν γεννιέσαι ή γίνεσαι, αλλά πώς να είσαι καλά με τον εαυτό σου, και βέβαια και με τους άλλους γύρω σου, όσο πιο βαθιά και ουσιαστικά είναι δυνατόν». Η Βιολογία θα επανέλθει αρκετές φορές στην κουβέντα μας, μια που ο σκηνοθέτης δεν αντιμετωπίζει τη «Λυσιστράτη» με τους συμβατικούς «διονυσιακούς» όρους ούτε και ως πρωτοφεμινιστικό έργο. Γι' αυτόν η κωμωδία του Αριστοφάνη είναι μια αφορμή να μιλήσουμε για τις δυνάμεις της φύσης και για τη λυτρωτική δύναμη της ομορφιάς.

— Βλέπω πως δίπλα στην καινούργια μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη έχεις την αγγλική έκδοση τσέπης της κλασικής σειράς Loeb. Γιατί;


Σ' αυτήν τη φιλολογική έκδοση του αρχαίου κειμένου υπάρχει δίπλα η καθαρή και ακριβής απόδοση του λόγου στην Αγγλική – επιβεβαιώνω, όποτε έχω κάποια απορία, την ακρίβεια της δικής μας μετάφρασης. Κοίτα, υπάρχει ένα ζήτημα που μας απασχόλησε με τον Δημήτρη Δημητριάδη. Και στην τραγωδία, αλλά πολύ περισσότερο στην κωμωδία, οι μεταφράσεις γίνονται με παραστασιακή πρόθεση. Πρώτα ξεκαθαρίζει η πρόθεση του σκηνοθέτη και μετά ολοκληρώνεται η μετάφραση. Έχει τη λογική του αυτό, αλλά και τις συνέπειές του. Επειδή ο Αριστοφάνης είναι συνυφασμένος με την έννοια «κωμωδία», το κυρίαρχο ζητούμενο είναι οι μεταφράσεις να προκαλούν γέλιο. Γι' αυτό και συχνά υιοθετούνται αντιστοιχίες με πρόσωπα και πράγματα γνωστά, της επικαιρότητας, για να κατανοεί το κοινό τη σάτιρα, σε περίπτωση που αγνοεί κάποια πραγματολογικά στοιχεία του πρωτοτύπου. Έτσι, η απόδοση του λόγου προσαρμόζεται στα καθ' ημάς, λύση που μετατρέπει την αριστοφανική κωμωδία σε επιθεώρηση. Δεν μου αρέσει αυτή η επιλογή. Είναι άλλου τύπου το χιούμορ του Αριστοφάνη. Ειδικά στη «Λυσιστράτη» δεν είναι περισσότερα από δύο τα σημεία που μπορεί να πει κανείς ότι είναι σκοτεινά από πραγματολογική άποψη, ότι δεν ξέρεις για τι μιλάει. Είναι απολύτως καθαρή και εύκολα κατανοητή στο σύγχρονο κοινό.


— Άρα, προτείνετε κάτι άλλο ως προς την απόδοση του αριστοφανικού λόγου;


Ο Δημητριάδης, με τον οποίο εξαρχής είχαμε την ίδια άποψη, επιδίωξε η απόδοση να είναι όσο πιο ακριβής γίνεται ως προς το πρωτότυπο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί ο Αριστοφάνης συχνά χρησιμοποιεί λέξεις αμφίσημες και διφυείς, ενίοτε και τριφυείς, το παιχνίδι με τα νοήματα των οποίων ο αρχαίος θεατής το έπιανε αμέσως. Το «διαβαίνω» π.χ. σημαίνει περνώ από το ένα μέρος στο άλλο, σημαίνει όμως και δρασκελώ, ανοίγω τα πόδια μου. Ή η λέξη «κέλης-ητες», που σήμαινε τα άλογα ιππασίας, τα πλοιάρια, και στη φράση «επί των κελήτων», ιππαστί, καβάλα, με σαφή την παραπομπή στη σεξουαλική πράξη. Στη μετάφραση του Δημητριάδη ο ένας στόχος είναι η ακρίβεια και ο άλλος να μη χαθεί η ποιητικότητα του πρωτοτύπου. Υπάρχουν σημεία όπως το εξής: «Μα, αυτά ακριβώς θα μας σώσουν / Οι κρόκοι και τα μύρα / Οι άζωστοι χιτώνες / Τα κοκκινάδια και τα πέπλα τα διάφανα − είναι ακριβής η απόδοση των στίχων και η σαφής ποιητικότητά τους θα ήταν κρίμα να χαθεί. Αν επικεντρώσεις στη σάτιρα και στο σεξουαλικώς νοούμενο ή υπονοούμενο, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η ποίηση των έργων του να εξαφανιστεί. Γιατί ο Αριστοφάνης ήταν ποιητής κι αυτή είναι μια διάστασή του που αγνοούμε. Επιπλέον, αν αφήσεις το πρωτότυπο στην ησυχία του, παίρνεις μια γεύση επί του πραγματικού της εποχής του. Ο Αριστοφάνης μας δίνει μια εκπληκτική ανταπόκριση του τι συνέβαινε στην Αθήνα στα χρόνια του. Ήθελε κάποιος στις Συρακούσες να μάθει πώς ήταν η ζωή στην Αθήνα και ο Πλάτων τον παρότρυνε να διαβάσει Αριστοφάνη. Ώρες-ώρες νιώθεις την ανάγκη να κάνεις ένα στοπ, διερωτώμενος «τώρα ποιος μιλάει», γιατί αυτά που ακούς γεφυρώνουν 2.000 χρόνια, χωρίς καμιά ουσιαστική διαφορά ως προς τη γενικότερη ανθρώπινη συνθήκη. Η μόνη διαφορά είναι η τεχνολογία των κινητών και των υπολογιστών.



Το ιδιοφυές που κάνει ο Αριστοφάνης είναι ότι μιλάει για πολιτική, για την ανάγκη να σταματήσει ο πόλεμος, χρησιμοποιώντας τους αδέκαστους όρους της Βιολογίας και της Ενδοκρινολογίας. Η ανάγκη ικανοποίησης του γενετήσιου ενστίκτου αποτελεί αδιάσειστο επιχείρημα − όταν πεινάς, με κάθε έννοια, πρέπει να φας



— Υπάρχει διαφορά: σε σχέση με τους αρχαίους Αθηναίους είμαστε πολύ πιο συντηρητικοί ως προς τα θέματα σεξουαλικής φύσης. Στη «Λυσιστράτη», π.χ., στη συζήτηση μεταξύ γυναικών γίνεται, μεταξύ άλλων, ανοιχτά λόγος για τα υποκατάστατα που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για την αυτοϊκανοποίησή τους, τα οποία κατασκευάζονταν στη Μίλητο και λόγω του πολέμου και της αποστασίας της Μιλήτου δεν μπορούσαν πια να τα προμηθευτούν!


Να σου πω κάτι; Επειδή κάνουμε πρόβες στην Κεντρική Σκηνή, πολλά σημεία του έργου που μιλούν απροκάλυπτα για την ανθρώπινη φύση μάς φαίνονται «απρεπή». Παρεμβάλλεται η αυτολογοκριτική σκέψη: «Ναι, αλλά είναι παράσταση του Εθνικού Θεάτρου». Και τότε πρέπει να πω: «Ναι, αλλά κι αυτή είναι μια κωμωδία του Αριστοφάνη». Υπάρχει, δηλαδή, μια σύγκρουση, ενδοοικογενειακή θα την έλεγα, σχετικά με τον βαθμό που εμείς, ως θίασος του Εθνικού Θεάτρου, μπορούμε ν' αφήσουμε τον λόγο του Αριστοφάνη ως έχει! Χωρίς να τον λογοκρίνουμε! Όταν λέει η Λαμπιτώ, στην πρώτη σκηνή, «Δύσκολο μεν, μα τους δίδυμους θεούς, / να πέφτουν για ύπνο οι γυναίκες δίχως ψωλή, μόνες,/ έλα όμως που γι' αυτό χρειαζόμαστε εξάπαντος ειρήνη», με το που πέφτει η λέξη «ψωλή», που υπάρχει ακριβώς έτσι στο πρωτότυπο, αρχίζουμε το γκροτέσκο γιατί δεν αντέχουμε τη λέξη. Θα μπορούσε η επίμαχη φράση να αποδοθεί «χωρίς αγκαλιά», αλλά γιατί να μην τολμάμε την κυριολεξία; Αποδεικνύεται εμπράκτως ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός δεν έχει και μεγάλη σχέση με τον δικό μας. Οι περισσότερες παραστάσεις υιοθετούν το γκροτέσκο λόγω σεμνοτυφίας, δημιουργείται ένα πλαίσιο υπερβολής στο οποίο η κυριολεξία, η ευθυβολία του λόγου του Αριστοφάνη, δεν ενοχλεί. Δεν υπάρχει τίποτα για να μετανιώνει κανείς, κάθε εποχή έχει τις δικές της ανάγκες, αλλά κάποια στιγμή ο κύκλος κλείνει και ό,τι ίσχυε πρέπει να τελειώνει. Για μπορέσουμε να βρούμε τι άλλο υπάρχει, να φωτίσουμε τα κρυμμένα.

— Ναι, και για να αντιμετωπίσουμε ψυχρά την οπισθοχώρηση που σήμαινε η επικράτηση του χριστιανισμού και της ηθικής του.

«Αν εμείς περιφερόμασταν στο σπίτι περιποιημένες, κυκλοφορούσαμε με πέπλα διαφανή της Αμοργού, γυμνές, με ξυρισμένο το δέλτα μας, οι άνδρες δεν θα παθαίναν στύση; Δεν θα πέθαιναν να μας γαμήσουν; Εμείς, όμως, αν δεν τους πλησιάζαμε, αν απείχαμε, τρέχοντας θα έκαναν ειρήνη, ξέρω τι λέω». Αυτό είναι το επιχείρημα της Λυσιστράτης σε πιστή μετάφραση. Κανένα γκροτέσκο, καμιά υπερβολή, πρόκειται για ένα επιχείρημα διατυπωμένο με απόλυτη ακριβολογία. Μιλάμε για έναν πολιτισμό, στον οποίο το γυμνό ήταν μέρος της καθημερινότητας των πολιτών. Οι νέοι γυμνάζονταν γυμνοί κι αυτό συνέβαινε ως άσκηση στο «γνώθι σαυτόν». Πρέπει να ξέρεις πώς είναι το σώμα σου, να δεχθείς τον εαυτό σου όπως είναι – πρόκειται για ρητό που έχει σωματική αφετηρία και, δευτερευόντως, ηθικοπλαστική.

— Σε απασχόλησε το ζήτημα της έμφυλης διαμάχης; Στη «Λυσιστράτη» τα δύο φύλα βρίσκονται σε πόλεμο...

 Η Λυσιστράτη δεν είναι αρχαία φεμινίστρια και το έργο δεν αφορά την έμφυλη διαμάχη. Το ζήτημα είναι ο πόλεμος, και μάλιστα ο εμφύλιος πόλεμος, ο πικρός διχασμός ανάμεσα στους Έλληνες. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι το έργο παρουσιάστηκε δύο χρόνια μετά την καταστροφική για τους Αθηναίους Σικελική Εκστρατεία και ενώ ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν σε εξέλιξη. Και βγαίνει ο Αριστοφάνης σε μια κοινωνία που ήθελε τις γυναίκες στο σπίτι και θέτει το ερώτημα: μια που οι άνδρες τα έχουν κάνει χάλια, μήπως να αναλάβουν οι γυναίκες; Το σεξ, εν προκειμένω η αποχή από το σεξ, είναι το μέσο. Το ζήτημα που τίθεται είναι πολιτικό, αφορά το ευ ζην της πολιτείας, γι' αυτό και οι γυναίκες κάνουν κάτι ακόμη: καταλαμβάνουν το δημόσιο ταμείο. Το ιδιοφυές που κάνει ο Αριστοφάνης είναι ότι μιλάει για πολιτική, για την ανάγκη να σταματήσει ο πόλεμος, χρησιμοποιώντας τους αδέκαστους όρους της Βιολογίας και της Ενδοκρινολογίας. Η ανάγκη ικανοποίησης του γενετήσιου ενστίκτου αποτελεί αδιάσειστο επιχείρημα − όταν πεινάς, με κάθε έννοια, πρέπει να φας. Και ενώ οι δύο πλευρές δεν μπορούν με τίποτα να συμφωνήσουν, πώς ξεκινά η συμφιλίωση ανδρών και γυναικών; Από μια κίνηση που δεν είναι πολιτική −μια γυναίκα προσφέρει ρούχο στον άνδρα να σκεπάσει τη γύμνια του και του βγάζει ένα μυγάκι από το μάτι−, από την κίνηση του πραγματικού αγγίγματος (στιχ. 1.020-1.035). Το θυμάσαι εσύ αυτό το σημείο; Γιατί εγώ έχω την εντύπωση ότι σημαντικά σημεία του έργου δεν τα έχουμε δει στις παραστάσεις της «Λυσιστράτης». Όχι ότι δεν έχω ευχαριστηθεί παραστάσεις αριστοφανικής κωμωδίας, κυρίως από το Θέατρο Τέχνης, αλλά υπάρχουν πράγματα που συνήθως χάνονται πίσω από ιδεολογήματα.


— Ο Φρόιντ είχε πει ότι το πρόβλημα είναι τι θέλει η γυναίκα. Εσύ, που έχεις γνωρίσει και ζήσει πολλά, έχεις απαντήσει στο ερώτημα;


Εδώ δεν το απάντησε ολόκληρος Φρόιντ, εγώ θα το απαντήσω (γέλια)! Δεν ξέρω καν τι θέλει ο άνδρας. Δεν υπάρχει απάντηση.


— Στην παράστασή σου πώς ισορροπούν τα αντιθετικά στοιχεία που εντοπίζεις; Η αριστοφανική ακριβολογία, η χριστιανικών καταβολών σεμνοτυφία μας, η επιθυμία να είσαι κοντά στο κείμενο, αλλά χωρίς γκροτέσκο και υπερβολές;

Τώρα που μιλάμε είμαι στη διαδικασία διαμόρφωσης της παράστασης. Ακόμα μου αποκαλύπτονται πράγματα και, παρότι υπάρχουν κριτήρια επιλογής, δεν μπορώ να πω τι μορφή θα έχει τελικά. Δεν μπορώ να μιλήσω γι' αυτά που θα συμβούν. Αυτό που προσπαθώ είναι να μην προσεγγίζω το έργο με πρόσημο (αυτό είναι κωμικό, αυτό είναι δραματικό). Θέλω να καταλήξουμε σε ό,τι μας αρέσει πιο πολύ και μας αποκαλύπτει, σχεδόν σωματικά, ενορμητικά, το νόημα των πραγμάτων. Σ' αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε καλά και προκαλεί ωραίες σκέψεις. Για μένα, η «Λυσιστράτη» είναι μια καλή αφορμή να σκεφτούμε για το κάλλος. Νιώθω ότι είναι καιρός να μιλήσουμε για τη σημασία της ομορφιάς, εν τη ευρεία εννοία. Υπάρχει δίπλα μας και δεν τη βλέπουμε. Και τη χάνουμε.


— Μου φαίνεται ότι βρίσκεσαι σε φάση ντοστογιεφσκική. «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», είχε πει ο ανεπανάληπτος Ντοστογιέφσκι.

Αυτό πιστεύω κι εγώ. Είναι μια φράση στη «Λυσιστράτη», προς το τέλος, που λέει: «Θα λέμε και θα κάνουμε μόνο τα καλά. Περίσσεψαν τα άσχημα και οι συνέπειές τους». Παρ' όλα αυτά, η «Λυσιστράτη», ως ένα έργο για την ομορφιά, θα προκαλέσει σε πολλούς απορία... Είπα ότι η ιδιοφυΐα του Αριστοφάνη φαίνεται στο ότι κάνει πολιτικό επιχείρημα τις φυσικές δυνάμεις, το γενετήσιο ένστικτο. Το επιχείρημα της Λυσιστράτης ποντάρει στη φυσική ομορφιά των γυναικών. Το στοίχημα, λοιπόν, είναι το εξής δύσκολο: με αναλόγως φυσικό τρόπο να αποκαλύψουμε το επιχείρημα της ομορφιάς, που όμως δεν παίζεται − υπάρχει και εμφανίζεται. Και δεν προβάλλεται, δεν επιδεικνύεται, γιατί τότε μεταπίπτει σε κάτι άλλο, με τον τρόπο που οι προκλητικές γυναίκες δεν είναι όμορφες, είναι κάτι άλλο.

— Να σου θέσω το γνωστό, παλιό ερώτημα: τι γίνεται με τη «θεά» (ή τον «θεό», αντιστοίχως) που η ομορφιά της σε αφήνει άφωνο, αλλά, όταν ανοίξει το στόμα της, αποδεικνύεται «ακατοίκητη»;

Το κάλλος το εξωτερικό το βάζεις σε εξέδρα και το κοιτάς. Υπάρχει η αυταξία της ομορφιάς, της ευ-μορφής, η οποία είναι κι αυτή κινητοποιός δύναμη. Η καλλονή μπορεί να κάνει τον ποιητή να γράψει ένα ποίημα, το ποίημα θα μιλήσει σε κάποιους, θα καλλιεργήσει το εσωτερικό τους κάλλος και να πώς αυτό που υποτιμάς ως «εξωτερικό» δικαιολογεί τον λόγο της ύπαρξής του. Εάν δε αυτή η ομορφιά που λες είναι σε θέση να αρθρώσει και κάποιες σκέψεις, τότε βρίσκεσαι υπό την επήρεια σοβαρών δυνάμεων, φυσικών και μεταφυσικών.

— Με ποια κριτήρια διάλεξες τις ηθοποιούς της παράστασης (Αθηνά Δημητρακοπούλου, Λένα Δροσάκη, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Άννα Κλάδη, Σοφία Κόκκαλη, Ειρήνη Μαρκή, Αθηνά Μαξίμου, Ελένη Μπούκλη, Ηλέκτρα Νικολούζου, Αγλαΐα Παππά, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Σκουλά, Έλενα Τοπαλίδου) και την Κιτσοπούλου για Λυσιστράτη;
Ήθελα το προσωπικό επιχείρημα (και δεν χρησιμοποιώ τη λέξη με τη ρητορική έννοια) των συγκεκριμένων γυναικών, να τους δώσω βήμα να μιλήσουν για την πόλη και για τα αισθήματά τους. Θέλω να βγει αυτό που εκφράζουν ως προσωπικότητες, γιατί είναι όλες μία και μία. Και απ' όσο μπορώ να κρίνω από τις πρόβες, είναι κάτι που συμβαίνει: καθεμιά τους καταθέτει την προσωπική ποιότητά της και όλες μαζί συνθέτουν αυτό που είναι η έλξη, η σαγήνη, η ομορφιά του γυναικείου φύλου.

— Η Κιτσοπούλου έχει προκαλέσει «θόρυβο», και περιέργεια, με τα προκλητικά έργα της τα τελευταία χρόνια. Είναι κι αυτός ένας λόγος που την επέλεξες για τον ρόλο της Λυσιστράτης;

 Έχει να κάνει με το ακριβώς αντίθετο: αυτό που με ελκύει πολύ στη Λένα είναι η αισχύνη της, η ντροπαλότητά της. Η πρόκληση είναι μια αναγκαία έκρηξη για να ξεπεραστεί αυτή η ντροπαλότητα. Ταυτόχρονα, είναι ένα πρόσωπο που έχει περιεχόμενο, έχει αυτό που λένε οι Κορεάτες «χαν». Δεν ξέρω αν έχουμε λέξη στην οποία να μεταφράζεται αυτή η έννοια. Θα σου την εξηγήσω με μια μικρή ιστορία. Πηγαίνουν σ' έναν δάσκαλο και του λένε: «Μάστερ, σου φέραμε μια γυναίκα με καταπληκτική φωνή, να την ακούσεις». Την ακούει ο μάστερ και λέει: «Πραγματικά, θαυμάσια φωνή. Επτά χρόνια φυλακή και μετά ξαναφέρτε την». Έτσι και γίνεται. Την ακούει έπειτα από επτά χρόνια και λέει: «Ελεύθερη. Πριν είχε απλώς μια ωραία φωνή. Τώρα έχει χαν». Πολλά στοιχεία συνθέτουν έναν άνθρωπο, άνισα μεταξύ τους, άλλα είναι όμορφα, άλλα όχι. Ακόμη και στις προκλήσεις, στα εκρήγματα, υπάρχουν ποιότητες που χρειάζονται διερεύνηση, υπάρχουν εντός τους διαμάντια. Η Λένα είναι ένα πρόσωπο που μπορεί να καταθέσει παρουσία και λόγο και μια ποιότητα πολύ ενδιαφέρουσα.

— Ας μιλήσουμε για τον χρόνο που περνά. Σε ώριμη ηλικία πια (γέλια), καθηγητής στο πανεπιστήμιο που διδάσκει νεαρά παιδιά, σκηνοθέτης που επίσης συνδιαλέγεται με νεαρούς ηθοποιούς, φαντάζομαι ότι μπορείς να μου μιλήσεις για το «χάσμα των γενεών» − τι λογής είναι σήμερα, που δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ ενός 20άρη κι ενός 40άρη. Μοιάζει η ηλικία, η γενιά, να μην αποτελεί πια εμπόδιο επικοινωνίας. Είναι, όμως, έτσι;

Ο καλλιτέχνης είναι μια «θεσμοθετημένα» ανώριμη προσωπικότητα. Αρνείται να μεγαλώσει. Είπες ότι είμαι σε ώριμη ηλικία και, ακούγοντάς το, σκέφτηκα αυθόρμητα «Για μένα μιλάει;». Ε, λοιπόν, η τέχνη θεσμοθετεί την παιδικότητα σε μια κοινωνία που επιβάλλει να είμαστε σοβαροί και ώριμοι για να είμαστε αξιόπιστοι. Κι έρχεται η τέχνη και σου λέει: «Εδώ μπορείτε να λύσετε τις βαλβίδες, αγάπες μου». Αυτό κάνει η τέχνη, γι' αυτό και στον ευρύτερο χώρο της επιτρέπονται τα πάντα. Ο κοινωνικός ρόλος της είναι ανεκτίμητος για την ισορροπία του ατόμου γιατί οι καλλιτέχνες, λειτουργώντας πιο ελεύθερα και φανερά, νομιμοποιούν αυτό που όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη: μια «εξω-συμβατική» ελαφρότητα, την ανάγκη του παιχνιδιού που υποτίθεται ότι από μια ηλικία και μετά είναι ανάρμοστη.

 — Όταν συνδιαλέγεσαι με δημόσιες υπηρεσίες, τι επάγγελμα δηλώνεις;

Δημόσιος υπάλληλος (γέλια)! Λέω ότι εργάζομαι για το δημόσιο καλό. Κοίτα, το να δηλώσεις σκηνοθέτης δεν είναι απλό, γιατί πρόκειται για ιδιότητα περίπλοκη ως προς τα εργασιακά χαρακτηριστικά της. Πήγα μια φορά σ' έναν ράφτη στη Θεσσαλονίκη, μεγάλη μορφή, για να μου κοντύνει ένα παντελόνι. Του λέω τι και πώς, γυρίζει, με κοιτάει πάνω από τα γυαλιά του και με ρωτάει: «Καλλιτέχνης;». Του λέω «γιατί ρωτάτε;» και μου απαντά «ε, μ' αυτές εδώ τις λεπτομέρειες που μου λες, το φαντάστηκα». Είναι ένας απ' αυτούς τους σπάνιους ανθρώπους που μέσα από τη δουλειά τους έχουν σπουδάσει την ανθρώπινη κατάσταση. Και μου λέει: «Εδώ ο κόσμος έρχεται για να τον διορθώνω. Μου έφερε τις προάλλες κάποιος ένα κοστούμι που αγόρασε έτοιμο κι ενώ το παντελόνι ήρθε στα μέτρα του μια χαρά, το σακάκι δεν έστρωνε. Επί μία εβδομάδα δεν μπορούσα να κοιμηθώ − γιατί όποιος έρχεται εδώ, πρέπει να φύγει με το χαμόγελο στο στόμα. Ε, αν δεν το καταφέρω, απέτυχα. Εσύ είσαι καλλιτέχνης, ξέρεις για ποιο πράγμα σού μιλάω». Έχω ηχογραφήσει έναν μονόλογό του κι έστειλα τους φοιτητές μου (της Σχολής Θεάτρου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου) να πάνε να τον γνωρίσουν και να του μιλήσουν. Για να καταλάβουν πράγματα που αφορούν την καλλιτεχνική διάσταση των πραγμάτων, πέρα από τα στενά όρια των σπουδών τους. Ένας ράφτης, απλώς – κι όμως, διορθώνει τη φύση και τη μορφή των πραγμάτων.

— Έχεις ένα ταλέντο να βρίσκεις γωνιές κι ανθρώπους των πόλεων ιδιαίτερους, με μεγάλη ιστορία ζωής κι όμως αφανείς ή/και ξεχασμένους. Είναι κάτι που αναζητάς ή αφορά ένα είδος όρασης, ένα εκπαιδευμένο βλέμμα που εντοπίζει το σημαντικό που είναι αόρατο για τους πολλούς;

Κινούμαι με τον τρόπο που λέει ο Μπαρτ στον «Φωτεινό Θάλαμο», ό,τι τραβήξει την προσοχή μου, ό,τι με ερεθίζει με καθαρά αισθητηριακούς όρους, το αφήνω να με οδηγεί, πάω κοντά να δω τι είναι. Κι έτσι εντοπίζω πράγματα που συνήθως τα προσπερνάμε. Είμαι άνθρωπος περίεργος. Είχα κάποτε μια φίλη, Δανέζα. Ήμασταν σ' ένα νησί, πηγαίναμε για μπάνιο, βρίσκαμε μια ωραία παραλία κι εγώ έλεγα: «Πάμε και στην επόμενη, να δούμε πώς είναι». Οπότε μου λέει: «Θα σε λέω "Τhe next beach is better" (γέλια)». Όταν ψάχνεις, βρίσκεις πράγματα που δεν περιμένεις, που σε εκπλήσσουν. Και όταν εκπλήσσεσαι, ανανεώνεσαι.
— Είναι τρίτη φορά, μετά την «Ηλέκτρα» και τον «Ηρακλή Μαινόμενο» (τέταρτη, αν συνυπολογίσουμε και την περσινή «Νέκυια» – και δεν μετρώ τις φορές που έπαιξες ως ηθοποιός), που κάνεις παράσταση για την Επίδαυρο. Αν θεωρήσουμε ότι κι εσύ, όπως όλοι οι σύγχρονοι σκηνοθέτες, είσαι δημιουργός του κλειστού χώρου, τι σημαίνει να κάνεις θέατρο σ' αυτό το υπέροχο αρχαίο θέατρο;
Η Επίδαυρος είναι τόπος της προσωπικής μου μυθολογίας και δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξεπερνάμε τις μυθολογίες μας. Λυπάμαι αυτούς που ξεπέρασαν τις μυθολογίες τους, εκεί επέρχεται το τέλος της ιστορίας (τους). Μέχρι στιγμής, η πιο συγκλονιστική εμπειρία ήταν οι πρόβες της «Ηλέκτρας» το 1998. Ξεκινούσαμε στις 8 το βράδυ και φεύγαμε στις 7.30 το πρωί (τώρα πια δεν επιτρέπεται να μείνεις στον χώρο του θεάτρου μετά τις 12, το πολύ μέχρι τη 1 π.μ.). Όντας η πρώτη φορά που δούλευα εκεί, ήταν σαν να ανακάλυπτα έναν άλλο κόσμο – αν και κάθε φορά η Επίδαυρος είναι ανακάλυψη, πάντα υπάρχουν πράγματα που ανακαλύπτεις (ή νιώθεις ότι ανακαλύπτεις) για πρώτη φορά. Ξανάζησα ανάλογη εμπειρία πέρσι με τη «Νέκυια», αφού για το τελετουργικό κάλεσμα του θιάσου στον ήλιο, που έγινε το ξημέρωμα του Σαββάτου (25 Ιουλίου), η πρόβα ξεκινούσε στις 6 το πρωί. Έζησα όλο τον κύκλο του τόπου (αλλά και τον κόσμο και τα αντικείμενα που ενοικούν σ' αυτόν) μέσα στη μέρα, στο διαφορετικό φως και στη διαφορετική ατμόσφαιρα κάθε ώρας. Είναι μια απόλυτη εμπειρία, ό,τι παίρνει ο θεατής που έρχεται να δει μια παράσταση είναι πολύ μικρότερο απ' αυτό που εισπράττουμε εμείς. Και δεν μεταβιβάζεται. Ο χώρος του Ασκληπιείου ήταν ιερός κι ευτυχώς, με το να μην περνάνε αυτοκίνητα, η αίσθηση της ιερότητας έχει διασωθεί. Σε τέτοια μέρη πρέπει να υπάρχουν κανόνες, ναι, και απαγορεύσεις, πρέπει να υποδεικνύεται ο σεβασμός σε αυτό που δεν χωράει στα δικά μας, μικρά μεγέθη. Χωρίς κανόνες, δεν υπάρχει μυθολογία.

— Ούτε και τελετές. Το έλεγε ο Κομφούκιος, ξανά και ξανά: «Όποιος δεν γνωρίζει τις τελετές, ποτέ δεν θα σταθεί στη θέση του» (Ανάλεκτα, 20.3).

Ακριβώς. Και τελετές χωρίς κανόνες δεν υπάρχουν. Στην Επίδαυρο μπορείς να βιώσεις τη μόνωση της νύχτας και του τόπου, να αισθανθείς την ηλικία της πέτρας, να κινητοποιηθεί μέσα σου ένας ολόκληρος πολιτισμός, αυτό που λέω «βιωματική μυθολογία». Γιατί σ' ένα άλλο αρχαίο θέατρο, στους Φιλίππους, που επίσης είναι μέρος μεγάλης ομορφιάς, ο δρόμος είναι σε κοντινή απόσταση και ο θόρυβος από αυτοκίνητα και φορτηγά δεν σου επιτρέπει να αποκοπείς. Δεν γίνεται να περνάνε οι δρόμοι κοντά στα αρχαία θέατρα. Πρέπει κάποια στιγμή να υπάρξει μια πολιτική απόφαση και να βρεθούν λύσεις, αν θέλουμε να αποδώσουμε σ' αυτά τα πολύτιμα σημεία του τόπου μας την αξία και την αίγλη που τους αναλογεί. Γιατί κανένα από τα αρχαία θέατρα δεν χτίστηκε σε τυχαίο σημείο. Θα σου πω κάτι: πήγαμε πέρσι να παίξουμε τον «Φιλοκτήτη» στο Αρχαίο Θέατρο Μεσσήνης. Δεν είχα βρεθεί ξανά σ' εκείνα τα μέρη. Καθώς πηγαίναμε με το αυτοκίνητο από την Καλαμάτα να δούμε το θέατρο, είδα μπροστά μου έναν μεγάλο λόφο και εντυπωσιάστηκα από την ομορφιά του. Λέω: «Τι ομορφιά. Πώς ξέφυγε στους αρχαίους!». Δεν τους ξέφυγε, όμως, η Μεσσήνη ήταν ακριβώς από πίσω! Εκπληκτικός τόπος. Στη Μεσσήνη, όπως και στην Επίδαυρο, περπατούσα στον αρχαίο τόπο, απολάμβανα την αρμονία των γραμμών και το μόνο που ήθελα να πω ήταν: «Αφήστε με να βλέπω. Αφήστε με να αισθάνομαι. Αφήστε μου τις αισθήσεις, είναι ό,τι έχω».

...Μπαίνει ο κύριος που είναι υπεύθυνος για το θέατρο, περασμένες 11, είναι ώρα να φύγουμε, να κλείσει. Εντάξει, άλλη φορά όσα δεν προλάβαμε να πούμε. Θα δοθούν ευκαιρίες: τον χειμώνα ο Μιχαήλ Μαρμαρινός θα σκηνοθετήσει «Δον Ζουάν» στη Στέγη, του χρόνου Τενεσί Ουίλιαμς στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Και ο «Μισάνθρωπος» στριφογυρίζει στο μυαλό του – θέλει να τον ερμηνεύσει ο ίδιος. Έξω, η πόλη καλοκαιρινή.

Λυσιστράτη
05/08 -06/08 Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Πηγή: www.lifo.gr





*Σημείωση: Μιχαήλ Μαρμαρινός: Η Λυσιστράτη δεν είναι αρχαία φεμινίστρια, το έργο δεν αφορά την έμφυλη διαμάχη

Ο ευρηματικός σκηνοθέτης μιλάει για το αιώνια παρεξηγημένο έργο του Αριστοφάνη με όρους ενδοκρινολογίας, υπενθυμίζει στίχους βαθύτατου αγγίγματος που επαναπροσδιορίζουν την πολιτική του στόχευση και σέβεται τον ράφτη του για όχι προφανείς λόγους  

16.6.2016 | Πηγή: www.lifo.gr