Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανά τας ρίμας και τας στροφάς της ποιήσεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ανά τας ρίμας και τας στροφάς της ποιήσεως. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Ιουνίου 2023

"Αντίσταση", "Παραλλαγή σ’ ένα θέμα", "Λαϊκό ζευγάρι". Τρία ποιήματα του ποιητή Χρίστου Λάσκαρη (1931-11.6.2008)

 ...............................................................



Χρίστος Λάσκαρης (1931 - 11.6.2008)





Αντίσταση

Το ακατόρθωτο επιχειρεί η ψυχή
σ’ αυτή τη ζωή
της πολυκατοικίας.
Τη μέρα αντιστέκεται στο ασανσέρ,
το βράδυ στις τηλεοράσεις.
Και τα μεσάνυχτα,
που εξαντλείται ο θάνατος,
πληγώνει τα φτερά της στο φωταγωγό
για λίγο παιδικό φεγγάρι



Παραλλαγή σ’ ένα θέμα


Μέρες πάνω στις μέρες,
κι από κάτω να στενάζει πλακωμένη
μια ζωή. 




Λαϊκό ζευγάρι


"Μπορεί να λέγεται Ολυμπία
και να μην έχει πάει στο γυμνάσιο,
να 'ναι χοντρή
και ν' αγοράζει βερεσέ από το περίπτερο,
να μασουλάει τσίχλα
και να τραγουδάει.
Κι αυτός να λέγεται Αποστόλης
και να μην έχει πάει στο γυμνάσιο,
να 'χει συνήθειες λαϊκές,
να πίνει
και να κάνει μεθυσμένος έρωτα
κι όμως εσύ ο ανώτερος
να τους ζηλεύεις

Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2016

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ / ΒΑΤΡΑΧΟΙ (ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ)

.....................................................







Αριστοφάνης
(445 - 386 π.Χ.)









 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΒΑΤΡΑΧΟΙ

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.

Όταν καίει ο ήλιος, πιάστε
βράχια, νούφαρα και βούρλα
και στου τραγουδιού την ζούρλα,
το πλατσούρισμα χορτάστε -
όπως τον παλιό καιρό.

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.

Κι όταν της βροχής τις στάλες
στέλνει ο Ζευς, σαν κουκουνάρες,
κάντε στον βυθό της λίμνης
μπουρμπουληθροτραγουδάρες –
όπως τον παλιό καιρό.

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.





ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

"Άσκηση" ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου (1924 - 2008)

............................................................





Γιώργης Παυλόπουλος 
(1924-2008)



 

Άσκηση

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια
Η μορφή του σαν του πνιγμένου
κάτω από το νερό
κυμάτιζε περνώντας ολοένα
μέσα στον καθρέφτη
χωρίς να βουλιάζει.

Σιγά-σιγά φανερωνόταν
πιο καθαρά το πρόσωπό του

Ξαφνικά το είδε
να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας
και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει
καθώς χανότανε σβησμένο
σε μια καταχνιά

Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά
πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο
μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης
Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα
ψάχνοντας για το πρόσωπό του
φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του
και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.

Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι
σε μιαν αόρατη σκηνή
χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν
έτοιμος ν’ αρχίσει
υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.



Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

"Οι γάτες των φορτηγών" ποίημα του Νίκου Καββαδία μαζί με τη μελοποίησή του από τους "Ξέμπαρκους"

...........................................................


Οι γάτες των φορτηγών


Οι ναυτικοί στα φορτηγά* πάντα μια γάτα τρέφουν,
που τη λατρεύουνε, χωρίς να ξέρουν το γιατί,
κι αυτή, σαν απ' τη βάρδια τους σχολάνε κουρασμένοι,
περήφανη στα πόδια τους θα τρέξει να τριφτεί.

Τα βράδια, όταν η θάλασσα χτυπάει τις λαμαρίνες,
και πολεμάει με δύναμη να σπάσει τα καρφιά,
μέσα στης πλώρης τη βαριά σιγή, που βασανίζει,
είναι γι' αυτούς σα μια γλυκιά γυναίκεια συντροφιά.

Είναι περήφανη κι οκνή,* καθώς όλες οι γάτες,
κι είναι τα γκρίζα μάτια της γιομάτα ηλεκτρισμό·
κι όπως χαϊδεύουν απαλά τη ράχη της, νομίζεις
πως αναλύεται σ' ένα αργό και ηδονικό σπασμό.

Στο ρεμβασμό και στο θυμό με τη γυναίκα μοιάζει
κι οι ναύτες περισσότερο την αγαπούν γι' αυτό·
κι όταν αργά και ράθυμα* στα μάτια τους κοιτάζει,
θαρρείς έναν παράξενο πως φέρνει πυρετό.

Της έχουν πάντα στο λαιμό μια μπακιρένια γύρα,*
για του σιδέρου την κακήν αρρώστια* φυλαχτό,
χωρίς όμως, αλίμονο, ποτέ να κατορθώνουν
να την φυλάξουν απ' το μαύρο θάνατο μ' αυτό.

Γιατί είναι τ' άγρια μάτια της υγρά κι ηλεκτρισμένα
κι έτσι άθελα το σίδερο το μαύρο τα τραβά,
κι ουρλιάζοντας τρελαίνεται σ' ένα σημείο κοιτώντας
φέρνοντας δάκρυα σκοτεινά στους ναύτες και βουβά.

Λίγο πριν απ' το θάνατο από τους ναύτες ένας,
-αυτός οπού 'δε πράματα στη ζήση του φριχτά-
χαϊδεύοντάς την, μια στιγμή στα μάτια την κοιτάζει
κι ύστερα μες στη θάλασσα την άγρια την πετά.

Και τότε οι ναύτες, που πολύ σπάνια λυγά* η καρδιά τους,
πάνε στην πλώρη να κρυφτούν με την καρδιά σφιχτή,
γεμάτη μια παράξενη πικρία που όλο δαγκώνει,
σαν όταν χάνουμε θερμή γυναίκα αγαπητή. 


Ν. Καββαδίας, Μαραμπού, Άγρα
img
    

Νίκη Ελευθεριάδη, Γυναίκα και γάτα
Νίκη Ελευθεριάδη, Γυναίκα και γάτα


 Το ποίημα ανήκει στην πρώτη συλλογή του ποιητή Νίκου Καββαδία Μαραμπού (1933), και αναφέρεται στη στενή συναισθηματική σχέση των ναυτικών με τη γάτα του πλοίου.

 * φορτηγά: εμπορικά πλοία * οκνή: αργοκίνητη * ράθυμα: παθητικά, νωχελικά * μπακιρένια γύρα: χάλκινο περιλαίμιο * κακή αρρώστια: η τρέλα, από τη συνεχή θέα του σιδήρου * λυγά: λυγίζει

Δες εδώ

..........................................................


Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2014

Ένα λίμερικ του Γιώργου Σεφέρη (1900-1971) ("ΑΥΓΗ", 27/8/2014)

........................................................




Γιώργος Σεφέρης (1900 - 1971)

Λίμερικ*


Ήταν ένα παιδόπουλο στο Αίγιο
Κι ένας λόρδος περνώντας τού λέγει : Ω!
Αν μ' αφήσεις πριν φύγω
Να σ' τον κάτσω για λίγο
Θα σε στείλω μετά στο Κολλέγιο.

                            ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

από το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ" της "ΑΥΓΗΣ" (27/8/2014)
με ανθολόγο του Αυγούστου του 2014 τον Θωμά Τσαλαπάτη

............................................................
 
*Λίμερικ: Τα λίμερικ (limerick) είναι ποιήματα σύντομα, σατιρικά ή απλώς κωμικά, "δίχως νόημα". Ξακουστά είναι εκείνα του Έντουαρντ Λιρ (Edward Lear), που το 1864 δημοσίευσε μια ποιητική συλλογή με λίμερικ, με τον τίτλο The book of nonsense. Τον Λιρ τον μιμήθηκαν μεγάλοι συγγραφείς, όπως ο Σουίνμπερν, ο Τένυσον, ο Κίπλινγκ, αλλά μάλλον δεν μπόρεσαν να τον φτάσουν.
Να ένα λίμερικ του Λιρ :

Υπήρχε ένας γέρος στο έλος
από τη φύση του ήταν ασήμαντος κι ανέμελος
καθισμένος σ' ένα πετραδάκι
τραγουδούσε δημοτικά σ' ένα βατραχάκι
αυτός ο διδακτικός γέρος στο έλος.

Στην Ελλάδα, πρώτος που αποπειράθηκε να γράψει λίμερικ είναι ο Γιώργος Σεφέρης. Μάλιστα, πήγε να αποδώσει τον όρο στα ελληνικά με τη λέξη "ληρολόγημα", συνδυάζοντας το όνομα του Λιρ με τη λέξη "λήρος", που σημαίνει τρελή κουβέντα, ασυνάρτητα λόγια. Το 1975 εξέδωσε μια συλλογή από λίμερικ, με τον τίτλο Ποιήματα με ζωγραφιές σε μικρά παιδιά.

Εδώ το πρώτο της συλλογής :

Ήταν μια κοπέλα από τη Σάμο
που έχωσε το δεξί της στην άμμο
και με τ' άλλο χέρι
εκρατούσε ένα αστέρι
ετούτη η κοπέλα απ' τη Σάμο.

Τα λίμερικ ομοιοκαταληκτούν συνήθως αα-ββ-α.

Ο πρώτος στίχος περιέχει την παρουσίαση του πρωταγωνιστή

Στον δεύτερο αποκαλύπτεται η ιδιότητά του.

Στον τρίτο και τέταρτο έχουμε την πραγματοποίηση κάποιας ενέργειας.

Ο πέμπτος στίχος είναι αφιερωμένος στην εμφάνιση ενός τελικού επιθέτου ή παραλόγου.

Παρασκευή 8 Αυγούστου 2014

"Έτσι που τραύλισα…" ποίημα του Βύρωνα Λεοντάρη (1932-2014)

...........................................................








                     
 Βύρων Λεοντάρης
(1932-2014)











Έτσι που τραύλισα…

                                                VI

Εδώ, στο συνοικιακό νεκροταφείο
που μαζευτήκαμε να κεραστούμε
καφέ, παξιμαδάκι και κονιάκ
για τον αγαπημένο μας που χάθηκε νέος πολύ
εν αρετή και θλίψει
και λίγο πριν απιθώσαμε το σώμα του
-το βάρος μιας νεότητας ασήκωτο σα μεταμέλεια…-
η σύναξη ετερόκλητη
φίλοι και συγγενείς εγγύτεροι και απώτεροι οι συμμετασχόντες
-σε τι συμμετασχόντες
και ποιοι τώρα οι «εγγύς»  και ποιοι οι απώτεροι…-
λόγια συμβατικά για τον νεκρό, τριμμένα κι άλλα που
σωπαίνονται
και εγκώμια σε παληά ελληνικά όπως συνηθίζεται
«αναλωθείς…», «διαπρέψας…», «υπερακοντίσας…»

Το τελευταίο αυτό με λύγισε
Τι λέξη, αλήθεια, και τι μοίρα
γι’ αυτούς που ξεπεράσανε το στόχο
κι έτσι, υπερακοντίσαντες αστόχησαν

Τι έγινε η ορμή τους
πού καρφώθηκε το ακόντιο…
Δε μέτρησε η βολή τους τίποτε δε μέτρησε

                                                           ΒΥΡΩΝ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

από τη συλλογή «Εν γη αλμυρά», 1996

Από το "ΠΟΙΗΤΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ" της "ΑΥΓΗΣ" (31/5/2014) με ανθολόγο του Μαΐου του 2014 τον Θωμά Ιωάννου

Σάββατο 12 Απριλίου 2014

ΜΩΒ ΤΩΝ ΚΕΡΑΣΙΩΝ - από την ποιήτρια Ευγενία Βάγια (http://literarybistro.blogspot.gr/2012/09/blog-post_23.html)α

..........................................................

 

ΜΩΒ ΤΩΝ ΚΕΡΑΣΙΩΝ - Ευγενία Βάγια



1.
Άλλες φορές ξεχνάω, άλλες φορές πονάω.
Δεν υπάρχουν άλλες φορές.
It’s a play
Τα δάκρυα είναι καλλυντικά
Τα αισθήματα επαναφορτιζόμενα
Ζητείται δεύτερο πρόσωπο
(για να του γράφω)



2.
Νύχτα διαστάσεων υπνοδωματίου
χωρίς τον ύπνο
Νύχτα στον πάτο άδειας δεξαμενής
Οξειδωμένη χημεία στις ακμές
Σάπια σκάλα τοιχώματα εκκωφαντικά
Τώρα σε αγαπώ μόνο σαράντα κυβικά.

Κάποιες νύχτες καταφέρνω να περιορίζομαι
Με όνειρα γεωμετρικής περιόδου, αυστηρά.
(τόσο νερό κι ούτε τα χείλη σου έβρεξες)

Με ξέχασες. Και συνεχώς μου το υπενθυμίζεις.



3.  Μεσημβρινή Απώλεια Υλικών
Φαγώθηκα
Στο λατομείο του στήθους
Από τις μυστικές
Ηλιακές σου εκρήξεις.




4.  Πλατεία Συντριβανίου

Η συνεχής βουή της πόλης
στης μνήμης τους 40 βαθμούς
Στήθος του καπνιστή να βράζει
σε χαμηλές οκτάβες στεναγμών
Και το ένα μάτι έτοιμο
να καμακώσει τη στιγμή
Φλερτ με φεγγάρι κι έτσι
και με τα φωτοστέφανα
των όσων αστεριών.

Αν δεν μπορείς να με αλλάξεις, αντάλλαξέ με
Με την αιωνιότητα.
Αν δεν μπορείς για πάντα, κάνε με να ζηλέψω
Έστω για μια στιγμή.

Κάθε παραχώρηση και μια αγκαλιά
Πιο βαθιά.
Έως ότου με διαπεράσεις.

Υπέροχο πλεχτό
Νήματα δένονται θηλιές, κόκκινες λύνονται γλώσσες.
Καλή σου νύχτα αγάπη μου
Ο ήλιος τα ξέρει όλα.

Ξηλώστε τις προειδοποιητικές πινακίδες ομίχλης.
Ξημέρωσα εν αιθρία.




5. Ν.Κ.

Ανασχηματισμό ζητώ
από τα χάδια ενός τυφλού
Νυχτερινή ξηρότητα δαχτύλων νικοτίνης
Πιάσε με αν θέλεις ποιητή
(με το τυφλό σου σύστημα στο στήθος
γραφομηχανή)

Νησιά κάτω απ’τα πόδια σου
Πότε σχηματιστήκαν;
Πριν απ' τον τελευταίο μου σεισμό;

Όποιος το πιάσει θάλασσα.
Σωσίβια πετάει ο ουρανός.
Είχες τύχη;
Είχα πάντα.

Αδιάβλητο το ήθος του νεκρού
Κι εμείς οι ζωντανοί όλο τρύπες.




6. Νανούρισμα

Με παίρνει ο ύπνος απ’ το χέρι
με τ' αναπαυμένα αρώματα
σαν προσευχή με κομποσκοίνι απαριθμώ
τη λεία της μέρας
του λύκου τα περάσματα.

Ξυνές ανατολές το μωβ των κερασιών στο νύχι
Σκίνος
Σαπούνι
Του δαχτυλιδιού σκουριά
Χωρίστρα καπνοχώραφα στον δείκτη
(τσιμπούν τα γένια, με γδέρνει η μυρωδιά)
Πού είσαι;

Απ' την παλάμη μου θα σε φιλέψω
ενός σπασμού γλυφή
κι ανεμελιά

Λαγωνικά μου όνειρα κινήστε.
Η Ευγενία Βάγια γεννήθηκε στο Βόλο το 1963. Σπούδασε βιολογία και θέατρο. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα