Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Από τον "Ριχάρδο τον Β'" του Σαίξπηρ (από τον http://www.paramithas.gr, 23/2/2008)

...............................................................

Από τον "Ριχάρδο τον Β'" του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (1564 - 1616)  

(πράξη Ε', σκηνή.5, μτφ. ΚΏΣΤΑΣ ΚΑΡΘΑΙΟΣ)




05-w-shakespeare.jpg
Έλεγα πως μπορώ να παρομοιάσω
τούτη τη φυλακή μου με τον κόσμο.
Μα επειδή μέσα στον κόσμο υπάρχουν άνθρωποι,
και εδώ δεν υπάρχει άλλη ψυχή από εμένα,
δεν το πετυχαίνω.
Κι όμως θα το βρω.
Το μυαλό μου,
θα γίνει για το πνεύμα μου η γυναίκα
.
Το πνεύμα μου ο πατέρας.
Κι' από το γάμο αυτό,
θα ‘ρθει ένα γένος στοχασμών,
που ολοένα θα γεννούνε.
Κι όλοι αυτοί οι στοχασμοί
θα πλημμυρήσουν το μικρό τούτον κόσμο,
ταραγμένοι καθώς του κόσμου οι άνθρωποι.
Γιατί ευχαριστημένοι στοχασμοί δεν υπάρχουν.
Ακόμη κι οι καλύτεροι,
όπως οι στοχασμοί μας για τα Θεία,
είναι γεμάτοι δισταγμούς
και βάζουν ως και το Θείο το Λόγο
αντίθετα στον ίδιο το Θείο Λόγο, όπως:
«Αφήστε τα παιδιά να “ρθούνε» από τη μια,
κι από την άλλη: «Είν” έτσι δύσκολο να “ρθει κανένας,
όπως να περάσει μια καμήλα από το
μάτι της βελόνας»!
Στοχασμοί με φιλόδοξους σκοπούς
σχεδιάζουν θαύματα ακατόρθωτα:
πώς θα μπορούσαν τ' αδύνατα αυτά νύχια
ν' ανοίξουν ένα πέρασμα
μες από τα πετρένια του σκληρού τούτου κόσμου πλευρά,
τους άγριους τοίχους αυτής της φυλακής,
και μην μπορώντας,
πεθαίνουν από
την ίδια τους την περηφάνια.
Στοχασμοί που γυρεύουν ησυχία
κολακεύονται, τάχα,
πως δεν είναι ούτε οι πρώτοι που ‘ναι σκλάβοι της τύχης,
ούτε θα ‘ναι κι οι τελευταίοι.
Σαν τους άθλιους αλήτες που δεμένοι στο στύλο,
αποξεχνούνε τη ντροπή τους
με τη σκέψη πώς κι άλλοι έχουν σταθεί
στον ίδιο στύλο όπως αυτοί
και βρίσκουν σ' αυτόν το στοχασμό κάποια ανακούφιση,
βαστώντας τη δική τους δυστυχία
με τις πλάτες εκείνων
που υποφέρανε το ίδιο πριν απ' αυτούς.
Κι έτσι εγώ, μόνος, παίζω πολλά πρόσωπα
και ούτ' ένα απ' τα πολλά ευχαριστημένο.
Καμιά φορά είμαι βασιλιάς, και τότε
ή προδοσία με κάνει να ποθώ
τη ζωή του ζητιάνου.
Γίνομαι ζητιάνος,
Κι η ανυπόφορη στέρηση με πείθει
πως πιο καλά ήμουν βασιλιάς.
Και να: ξαναφορώ το στέμμα.
Μα σε λίγο,
θυμάμαι πώς μου το ‘χει πάρει ο Μπόλιμπροκ,
κι ευθύς δεν είμαι τίποτα.
Όμως ό,τι κι αν είμαι,
μήτε εγώ, μήτε κανένας άνθρωπος ποτέ,
θα ‘ναι ευχαριστημένος από τίποτα,
ώσπου να βρει την ησυχία του,
βλέποντας πως τίποτα δεν είναι.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

"Ψιλοκομμένος Καβάφης;" από τον Νίκο Σαραντάκο (http://sarantakos.wordpress.com, 17/10/2013)

.............................................................

Ψιλοκομμένος Καβάφης;

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 17 Οκτωβρίου, 2013


cavafy-kefali 1378836_10151924243693151_1677093202_n


Εδώ και μερικές μέρες, τα τρόλεϊ της Αθήνας κυκλοφορούν έχοντας πάνω τους στίχους του Καβάφη, σαν κι αυτόν που βλέπετε εδώ αριστερά. Αν δεν το βλέπετε καλά, ο στίχος είναι “Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά”, κι αν δεν σας μοιάζει για καβαφικός στίχος δεν είστε μόνος σας -κι εγώ όταν τον διάβασα μου θύμισε τον στίχο του Σουρή: δεν έχω κέφι για δουλειά, πάλι με δέρνει τεμπελιά και κάθομαι στο στρώμα. Κι αν πάλι δεν θυμάστε τον στίχο του Καβάφη, μην αισθανθείτε μειονεκτικά, ούτε εγώ τον θυμόμουν. Άλλωστε, είναι παρμένος από ένα από τα Κρυμμένα ποιήματα του ποιητή, δηλαδή ένα ποίημα, το “Συμεών”, που δεν ανήκει στα 154 “αναγνωρισμένα” ποιήματα του Καβάφη. Δεν βάζω λινκ προς το ποίημα γιατί θα επανέλθω, αλλά προς το παρόν ας πάρουμε μια ανάσα για να πούμε λίγα πράγματα περισσότερα γι’ αυτή την πρωτοβουλία.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Βήματος:
Στίχοι του αλεξανδρινού ποιητή Κ. Π. Καβάφη «ταξιδεύουν» από την περασμένη Δευτέρα σε όλη την Αθήνα με λεωφορεία, τρένα, τραμ και μετρό.
Πρόκειται για μια πρωτοβουλία του Αρχείου Καβάφη, το οποίο έχει περιέλθει στο Ίδρυμα Ωνάση, η οποία προσκαλεί το κοινό μέσα από τη σύγχρονη ματιά του βραβευμένου δημιουργικού γραφείου Beetroot να συνομιλήσει με τον αλεξανδρινό ποιητή.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ, έχουν επιλεγεί, ανάμεσα σε άλλους, οι στίχοι:
«Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά»
«Ξένος εγώ ξένος πολύ»
«Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις»
«Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός»
«Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό»
«Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή»
Είναι κι άλλοι στίχοι στο πρόγραμμα, κι έναν θα δούμε παρακάτω, αλλά τη γενική εικόνα την πήρατε. Όπως θα προσέξατε ίσως, όλα τα αποσπάσματα έχουν από 4 έως 7 λέξεις! Το ξέρω ότι ζούμε στην εποχή της συντομίας, αλλά και πάλι με τόσες λίγες λέξεις είναι πολύ δύσκολο να εκφραστούν ολοκληρωμένα νοήματα.
Κάτι που χειροτερεύει τα πράγματα, είναι ότι η ποίηση του Καβάφη δεν επιδέχεται τον τεμαχισμό, δεν είναι εύκολο να απομονώσεις μεμονωμένους στίχους της. Δεν είναι Σολωμός ο Καβάφης, που στα σχεδιάσματά του βρίσκει κανείς εξαίσιους μεμονωμένους στίχους που δεν πρόλαβαν να γίνουν ποίημα. Είναι τέτοια η ποιητική του, που το σύνολο είναι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα των μερών. Σε ένα σχόλιο του ποιητή Κ. Κουτσουρέλη, είδα μια γνώμη του Ελύτη, που δεν την ήξερα, και που μου φαίνεται να έχει βάση, ότι “αποσπασμένοι οι στίχοι του Καβάφη, μοιάζουν κουβέντες του δρόμου”.
Ωστόσο, θα μπορούσε να διαλέξει κανείς, έστω και μέσα στους ασφυκτικούς περιορισμούς του χώρου, κάποιους στίχους του Καβάφη που να μη χάνουν (πολύ) όταν απομονωθούν. Καταρχάς, μερικούς γνωστούς στίχους, ας πούμε “ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω” ή “κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις”. Έπειτα, έστω και σπαραγμένους, μερικούς στίχους που αντέχουν στην απομόνωση, όπως, “τα δύσκολα και ανεκτίμητα Εύγε” ή “Άλλα ζητεί η ψυχή σου, γι’ άλλα κλαίει” (από το ίδιο ποίημα είναι, αλλά πρέπει να το σπάσουμε σε πολλά κομμάτια λόγω του Προκρούστη). Και το «Τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή» είναι πετυχημένη επιλογή, ίσως η μοναδική από τους στίχους που όντως επιλέχτηκαν, μαζί και με τον στίχο «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις».
Το θέμα βέβαια είναι ότι έτσι κι αλλιώς η πρωτοβουλία, κατά την ταπεινή μου γνώμη, κάπου πάσχει. Το εξωτερικό των οχημάτων μαζικής μεταφοράς προσφέρεται περισσότερο για διαφημιστικά μηνύματα και ατάκες, όχι για ποιήματα. Αντίθετα, θα ήταν ευχής έργο να αναρτηθούν ποιήματα στο εσωτερικό των οχημάτων, είτε λεωφορεία ή τρόλεϊ είναι αυτά, είτε βαγόνια του μετρό. Εκεί μπορεί κανείς να έχει μικρότερα γράμματα, άρα και περισσότερο χώρο, και να διαλέξει είτε ολόκληρα μικρά ποιήματα, είτε αποσπάσματα 4-5 στίχων, που να δίνουν ένα ολοκληρωμένο νόημα, έτσι που αφενός  να μπορεί ο επιβάτης με την άνεσή του να διαβάσει ολόκληρο το ποίημα (νομίζω πως κάτι τέτοιο έχει ξαναγίνει) αλλά και αφετέρου να μην αδικείται ο ποιητής.
Γιατί τώρα, έτσι ψιλοκομμένος, σαφώς αδικείται. Ας επιστρέψουμε στον αρχικό στίχο “δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά”. Έτσι ξεκομμένος, σε τι διαφέρει από τον στίχο του Σουρή “δεν έχω κέφι για δουλειά”; Σε τίποτα, θα έλεγα (να κάνω την παρένθεση: εκτιμώ τον Σουρή, αλλά όχι όπως τον Καβάφη). Το υπερβολικό ψιλόκομμα δεν αφήνει να φανούν οι διαφορές. Αν πάρετε μια νότα μεμονωμένη, μπορεί να είναι Μπετόβεν, μπορεί να είναι κι η γάτα που περπατάει πάνω στα πλήκτρα του πιάνου (για να μην αναφέρω συνθέτες και παρεξηγηθούμε). Ένα τετραγωνικό εκατοστό πίνακα μπορεί να είναι Ραφαήλος, μπορεί και κάποιος χιμπατζής που βρήκε πινέλο, μπογιά και καναβάτσο.  Μια πρόταση ξεκομμένη, το ίδιο. Για του λόγου το αληθές, ιδού ολόκληρο το ποίημα, και πείτε μου ειλικρινά, με το χέρι στην καρδιά, αν αυτός ο στίχος αποδίδει το κλίμα ολόκληρου του ποιήματος:
Συμεών
Τα ξέρω, ναι, τα νέα ποιήματά του·
ενθουσιάσθηκεν η Βηρυτός μ’ αυτά.
Μιαν άλλη μέρα θα τα μελετήσω.
Σήμερα δεν μπορώ γιατ’ είμαι κάπως ταραγμένος.
Aπ’ τον Λιβάνιο πιο ελληνομαθής είναι βεβαίως.
Όμως καλύτερος κι απ’ τον Μελέαγρο; Δεν πιστεύω.
A, Μέβη, τι Λιβάνιος! και τι βιβλία!
και τι μικρότητες!….. Μέβη, ήμουν χθες—
η τύχη το ’φερε— κάτω απ’ του Συμεών τον στύλο.
Χώθηκα ανάμεσα στους Χριστιανούς
που σιωπηλοί προσεύχονταν κ’ ελάτρευαν,
και προσκυνούσαν· πλην μη όντας Χριστιανός
την ψυχική γαλήνη των δεν είχα—
κ’ έτρεμα ολόκληρος και υπόφερνα·
κ’ έφριττα, και ταράττομουν, και παθαινόμουν.
A μη χαμογελάς· τριάντα πέντε χρόνια, σκέψου—
χειμώνα, καλοκαίρι, νύχτα, μέρα, τριάντα πέντε
χρόνια επάνω σ’ έναν στύλο ζει και μαρτυρεί.
Πριν γεννηθούμ’ εμείς —εγώ είμαι είκοσι εννιά ετών,
εσύ θαρρώ είσαι νεότερός μου—
πριν γεννηθούμ’ εμείς, φαντάσου το,
ανέβηκεν ο Συμεών στον στύλο
κ’ έκτοτε μένει αυτού εμπρός εις τον Θεό.
Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά.—
Πλην τούτο, Μέβη, κάλλιο να το πεις
που ό,τι κι αν λεν οι άλλοι σοφισταί,
εγώ τον παραδέχομαι τον Λάμονα
για πρώτο της Συρίας ποιητή.
Δεν είναι το καλύτερο ποίημα του Καβάφη -άλλωστε ο ποιητής το κρατούσε κρυμμένο, θα είχε τους λόγους του. Ωστόσο, ενταγμένος μέσα στο ποίημα, ο στίχος λειτουργεί, έτσι όπως έρχεται σαν συνέχεια όσων προηγούνται. Ξεκομμένος, είναι μια ασήμαντη “κουβέντα του δρόμου”, σαν που θα έλεγα εγώ στον συνάδελφο του διπλανού γραφείου, μια μέρα που θα έφτανα στο γραφείο ξενυχτισμένος.

kavafy-bia 

Θα μπορούσα να τελειώσω εδώ, και μάλιστα, παρά τις ενστάσεις μου, να πω ένα μπράβο στο Ίδρυμα Ωνάση, ευχόμενος βέβαια την άλλη φορά να είναι πιο μελετημένη η πρωτοβουλία τους -ωστόσο υπάρχει και κάτι άλλο που με εξοργίζει. Υπάρχουν δυο στίχοι που με κανέναν τρόπο δεν θα έπρεπε να συμπεριληφθούν στην επιλογή, γιατί είναι εντελώς αντιδεοντολογικό, είναι, θα έλεγα, απάτη προς τους αναγνώστες και ύβρις προς τον ποιητή. Ο ένας στίχος είναι ο: «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός», ενώ τον άλλο τον βλέπετε εδώ αριστερά: Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Οι στίχοι, είναι παρμένοι από το ίδιο ποίημα, το “Εν μεγάλη ελληνική αποικία, 200 π.Χ.”. Γιατί με εξοργίζει η χρήση τους; Αφενός επειδή στον στίχο της εικόνας, ή μάλλον στον μισό στίχο της εικόνας, η λέξη “βία” δεν έχει  τη σημασία της βίας “απ’ όπου κι αν προέρχεται”, αλλά της βιασύνης! Αρκεί να παραθέσουμε έναν, μόνο έναν, στίχο ακόμα από το ποίημα:
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός. Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Και ο μισός στίχος θα αρκούσε, το “να μη βιαζόμεθα”. Είναι θαρρώ φανερό ότι ο πετσοκομμένος στίχος που εμφανίζεται τώρα πάνω στα λεωφορεία διαστρεβλώνει το νόημα και μετατρέπει τον Καβάφη σε… Κεδίκογλου. (Το αστείο είναι ότι και πριν από μερικά χρόνια είχε γίνει συζήτηση για τη λέξη “βία” που μπορεί να σημαίνει είτε την υλική ή ψυχική πίεση που ασκούμε σε κάποιον -violence αγγλιστί- είτε τη βιασύνη, τη σπουδή, τότε με τον Αλαβάνο και το “που με βια μετράει τη γη” του εθνικού ύμνου).
Θα μου πείτε, γιατί διαφωνώ και θεωρώ απάτη την παράθεση του άλλου στίχου από το ίδιο ποίημα, του: «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός». Μήπως με ενοχλεί επειδή, ξερωγώ, θυμίζει το… πρωτογενές πλεόνασμα που τάχα θα πετύχουμε; Όχι. Με ενοχλεί η παράθεση και των δύο στίχων από αυτό το ποίημα επειδή, απλούστατα, ο ποιητής εδώ ειρωνεύεται. Δεν βολεύει να παραθέσω ολόκληρο το ποίημα, γιατί είναι από τα πιο εκτεταμένα του Καβάφη (ίσως και το πιο εκτεταμένο, δεν είμαι καλός στις ποιητικές στατιστικές) και θα μας πάει μακριά, αλλά μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Θα συμφωνήσετε πιστεύω μαζί μου, ότι η ειρωνεία είναι ολοφάνερη.
Αφήνω που έχει και μερικές ανατριχιαστικές ομοιότητες με τη σημερινή μας κατάσταση -δείτε:
Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία είναι που κάμνουνε μια ιστορία μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι, για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν, κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν, με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.
Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες. Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη· η κατοχή σας είν’ επισφαλής: η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες. Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή, κι από την άλληνα την συναφή, κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική· είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει; σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.
ή μήπως κάτι σας θυμίζουν αυτοί οι στίχοι:
Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε, βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε· πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.
Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία, κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς, απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία, να δούμε τι απομένει πια, μετά τόση δεινότητα χειρουργική.—
Οπότε, η κατακλείδα του ποιήματος, από την οποία είναι αντλημένοι οι στίχοι, έρχεται σαν το αποκορύφωμα της ειρωνείας:
Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός. Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία. Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια. Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία. Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια; Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.
Δεν έχω εποπτεία της καβαφικής βιβλιογραφίας και δεν ξέρω τι έχει γραφτεί για το ποίημα αυτό από άλλους αξιότερους, αν δηλαδή γίνεται γενικά παραδεκτό ότι αποτελεί παράδειγμα της περίφημης “καβαφικής ειρωνείας” -αλλά μου φαίνεται πως έτσι είναι. Η ειρωνεία συνίσταται στο ότι ο ποιητής υιοθετεί την οπτική γωνία των ηρώων του, των οποίων όμως την άποψη δεν συμμερίζεται, το αντίθετο μάλιστα. (Τώρα βρίσκω μια εργασία φιλολόγου, στην οποία το συγκεκριμένο ποίημα χαρακτηρίζεται πράγματι παράδειγμα καβαφικής ειρωνείας).
Όταν όμως ένα ποίημα είναι ειρωνικό, είναι εντελώς αντιδεοντολογικό να απομονώσεις έναν (ή και μισόν!!) στίχο του γιατί, προφανώς, η ειρωνεία αποσιωπάται, και έτσι μεταδίδεις το αντίθετο μήνυμα από αυτό που ήθελε να δώσει ο ποιητής. Γι’ αυτό λέω ότι, εκτός από απάτη, η απομόνωση αυτών των συγκεκριμένων στίχων αποτελεί επίσης ύβρη προς τον ποιητή.
Για να δώσω ένα κλασικό παράδειγμα από τη Γραφή, τι θα έλεγε η εκκλησία αν έβγαζα αφίσες που να έγραφαν “Ουκ εστιν Θεός” [δεν υπάρχει Θεός] και από κάτω, την παραπομπή: Ψαλμοί, 13.2 ή την άλλη παραπομπή “Κατά Μάρκον Ευαγγέλιον 12.27.1″; Θα με αφόριζε, διότι στη μια περίπτωση το χωρίο είναι “είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού: Ουκ εστιν Θεός” και στην άλλη “ουκ έστιν Θεός νεκρών αλλά ζώντων”. Ίσως όχι εξίσου διαστρεβλωτική, αλλά όχι πολύ διαφορετική, βρίσκω και την απόσπαση στίχων από ένα ειρωνικό ποίημα, για να μη μιλήσουμε για τη συσκότιση της σημασίας της λέξης “βία”.
Γι’ αυτό δεν μπορώ να συγχαρώ το Ίδρυμα Ωνάση, τουλάχιστον όχι μέχρι να αναγνωρίσουν ότι η χρήση των συγκεκριμένων δύο στίχων είναι αντιδεοντολογική και ενάντια με το νόημα που ήθελε να δώσει ο ποιητής, και να φροντίσουν για την απόσυρσή τους. Δεν είναι κακό να παραδεχτεί κανείς ότι κάπου έσφαλε. Και βέβαια, πρέπει να το πω, εξακολουθώ να έχω ενδοιασμούς σε σχέση με το κατά πόσον η ποίηση του Καβάφη προσφέρεται για τόσο λεπτό ψιλόκομμα.
Υστερόγραφο:
Για να ευθυμήσουμε λίγο, θα αντιγράψω ένα σχόλιο φίλου στο Φέισμπουκ, όπου έχει διαλέξει κάποιους καβαφικούς στίχους που κατά τη γνώμη του προσφέρονται για να γραφτούν είτε πάνω σε λεωφορεία είτε σε στάσεις λεωφορείων. Τα σχόλια είναι δικά του.
1. “Είναι κι αυτή μια στάσις. Νιώθεται” (στις στάσεις)
2. Στους δρομους θα γυρνάς τους ίδιους (…) Για τα αλλού -μη ελπίζεις-
3. Να εύχεσαι ναναι μακρύς ο δρόμος
4. Το φθάσιμον εκεί ειν’ ο προορισμός σου
5. Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά [αυτό μπορεί να βγαίνει όταν συναντούν π.χ. πορεία ή διαδήλωση]
6. Εδώ ας σταθώ [αυτό μπαίνει σε παλιά λεωφορεία]
7.Επέστρεφε συχνά και παίρνε με
8. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα [κι αυτό για στάσεις]
9. Εδώ που έφθασες, λίγον δεν είναι [παει παντού, σε στάσεις λεωφορεία κλπ.]
Έχω κι έναν δεύτερο λόγο που αντέγραψα το σχόλιο του φίλου μου. Όχι μόνο για να ευθυμήσουμε, αλλά και για να δείξω πόσο ευάλωτη είναι η ποίηση στη διακωμώδηση, όταν μεμονωμένοι στίχοι ξεκόβονται από τα συμφραζόμενά τους. Εξίσου εύκολα μπορεί να διακωμωδηθεί και ο στίχος «Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά» ή «Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό», που έχουν επιλεγεί για την εκστρατεία. Και δεν την αξίζει ο Καβάφης τη διακωμώδηση.
Υστερόγραφο 2: Και πάλι ευτράπελο. Βλέποντας αποφθέγματα τεσσάρων-πέντε λέξεων και την υπογραφή Καβάφης, θυμήθηκα ένα Λούκι Λουκ, στο οποίο ένας ήρωας πέταγε όλο “σεξπιρικά αποφθέγματα” του τύπου “Πάμε να φάμε” – Μάκβεθ, πράξη 2η, σκηνή 3η. “Τι ώρα είναι;” – Άμλετ, πράξη 1η, σκηνή 4η.
Υστερόγραφο 3: Φυσικά, οι φωτοσοπάδες έδρασαν. Τα κοινωνικά μέσα έχουν πλημμυρίσει με φωτογραφίες λεωφορείων που έχουν άλλους κι άλλους στίχους -γέλασα πολύ με μερικές φωτοσοπιές.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Για σκεφθείτε το, γονείς...: "Ποιοί κόπροι του Αυγεία;" της Κρυσταλίας Πατούλη (02 Δεκ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

..............................................................

Ποιοί κόπροι του Αυγεία;

tvxs.gr/node/144310
 
 
[…] Ποιοί κόπροι του Αυγεία; Ούτε ο Ηρακλής πια δεν μας σώζει, αν δεν αποφασίσουμε πως ότι μας αφορά, δεν το εσωτερικεύουμε αγνοώντας το, σαν να το αφοδεύουμε, ούτε το κρύβουμε στα άδυτα της Ιστορίας μας, αλλά το διαχειριζόμαστε, το φροντίζουμε, και κυρίως έχουμε την ευθύνη και το χρέος να μην το φορτώσουμε στους επόμενους, νίπτοντας για άλλη μια φορά τας χείρας μας και πέφτοντας σε ύπνο υπέρ δικαίων(αλλά όχι κατά αδίκων) […]
Από την Κρυσταλία Πατούλη
«Τα λεφτά δεν κάνουν την ευτυχία, αλλά σε γλυτώνουν από πολλές δυστυχίες» αυτό λέει ο σοφός λαός. Και όταν μιλάει αυτός ο λαός, το έχει τσεκάρει πρώτα στο πετσί του.

Η ζωή έτσι κι αλλιώς έχει τόσες ματαιώσεις, τόσες μεταβάσεις, τόσες απώλειες και τόσα τραύματα, που για να τα διαχειριστεί κάποιος χρειάζεται όλες τους φιλοσόφους μαζί σε συνέδριο, όλους τους βούδες σε διαλογισμό, και τους καλλιτέχνες σε ντελίριο δημιουργικότητας.

Επιπλέον, δεν γεννιούνται και όλοι στις καλύτερες συνθήκες. Κάποιο πένθος κουβαλάνε με το καλημέρα σας, κάποιο χωρισμό γονιών, ή κάποια χρόνια ασθένεια αγαπημένου προσώπου, ακόμα και προσωπική, δική τους.

Όλα αυτά αν προσθέσεις και την αγωνία της επιβίωσης, όπως και τις απογοητεύσεις, τις συνεχείς δυσκολίες εναλλαγής ευθυνών, εκπαιδεύσεων, εργασιών, γίνονται ένα εκρηκτικό μείγμα… ζωής, από συνεχείς κρίσεις, δηλαδή συνεχείς αλλαγές.

Στα 18 του ένας μέσος πολίτης εκτός από το προσωπικό αυτό κοκτέιλ, οικογενειακών και κοινωνικών τιτάνιων προβλημάτων, που περιέχει μία τεράστια γκάμα από γιγαντιαία πασλ σπαζοκεφαλιάς, καλείται να αποχαιρετίσει και να πενθήσει τον προηγούμενο ανήλικο τρόπο ζωής του για να επενδύσει σε έναν νέο μέσα στην «κοινότητα» των ενηλίκων(την αγγελικά πλασμένη).
Τα οποία πασλ πρέπει μάλιστα πρώτα να τα ανακαλύψει, να τα αποδεχτεί, και κατόπιν να αφιερώσει τη ζωή του για να βρει τις λύσεις ώστε να συνθέσει τα κομμάτια, αφού -λέμε τώρα- ξεπεράσει το φόβο των αλλαγών κάθε τέτοιας κρίσης και την δήθεν επικινδυνότητά τους.

Μια απλή μετάβαση ζωής, θα πεί κανείς. Η πρώτη σημαντικότερη, ίσως, μετά το πέρασμα από την προσχολική στην οργανωμένη σχολική ζωή που προστέθηκε κι αυτή σε αντιστοιχία με το σχετικό ή ολοκληρωτικό οικογενειακό του χάος.

Δεν γνωρίζω κανέναν άνθρωπο χωρίς μικρά ή μεγάλα προβλήματα, και δυστυχώς, μέσα σε αυτούς τους ανθρώπους, πάρα πολλοί, χρειάζονταν να ψάχνουν καθημερινά και την τροφή τους…

Και η κυριότερη τροφή του ανθρώπου, εκτός από τον επιούσιο, είναι οι σχέσεις του, και δεν ξεκινά κανείς τη ζωή του –επίσης- με τις καλύτερες των συνθηκών και σε αυτόν τον τομέα.

Λίγοι, ελάχιστοι γονείς γνωρίζουν όταν αποφασίζουν να γεννήσουν ένα παιδί, ότι το άλλο παιδί, εκείνο που έχουν μέσα τους -το συνήθως αυτοεξόριστο στη μαύρη τρύπα του ασυνειδήτου τους- θα καθορίσει εν πολλοίς το μελλοντικό νεογέννητό τους, που φορτώνεται επιπλέον στις περισσότερες περιπτώσεις να τους ενηλικιώσει, αντί για το ακριως αντίθετο.

Νομίζουν, οι άνθρωποι, ότι επειδή βρήκαν έναν κάποιο τρόπο της διαβίωσης -κι αν τον βρήκαν κι αυτόν- αυτόματα έχουν γίνει ειδικοί στην αναπαραγωγή ενήλικης ζωής, και άξιοι στην διαιώνιση του είδους τους.

Ελάχιστους γονείς όμως έχουν συναίσθηση τι κάνουν. Οι περισσότεροι αυτοσχεδιάζουν εξ αρχής, με δραματικά αποτελέσματα, που τα παιδιά τους επιβαρύνονται να τα διαλευκάνουν.

Η απουσία συνείδησης της σοβαρότητας που απαιτεί η πραγματικότητα και κάθε κίνηση που αφορά όχι μόνον εκείνον που την επιχειρεί, αλλά υποχρεωτικά και τους γόνους του, είναι ο κανόνας.

Μανάδες και πατεράδες ανέτοιμοι να μεγαλώσουν παιδιά, ουστικά ανέτοιμοι να μεγαλώσουν τους ίδιους τους εαυτούς τους, με τις καλύτερες -ομολογουμένως προθέσεις, που γίνονται να μεγαλύτερα εγκλήματα- γεννάνε ζωές κυρίως για να τις φορτώσουν τελικά με την ευθύνη και το δικό τους χρέος.
Χρήζονται συνήθως μάλιστα κάποιοι από αυτούς και ήρωες -όσοι αναγκάζονται να γίνουν, επειδή μεγάλωσαν παιδιά εν τέλει σε αντίξοες συνθήκες- μη έχοντας γνώση ότι αναγκάζουν με αυτόν τον τρόπο και τα παιδιά τους να γίνουν διπλά ήρωες.

Τα περισσότερα παιδιά, μεγαλώνουν τα ίδια τους γονείς τους, πολλές φορές θυσιαζόμενα στην κυριολεξία, παίρνοντας τη θέση που θα έπρεπε οι ίδιοι αυτοί γονείς να πάρουν, ακόμα και σε ένα ψυχιατρείο ή και σε έναν τάφο.

Και βέβαια το ίδιο ακριβώς έκαναν και οι ίδιοι αυτοί γονείς, για τους δικούς τους με τη σειρά τους, αλλά και οι γονείς των γονιών τους, και πάει λέγοντας μέχρι τον Αδάμ και την Εύα...  Η κάθε γενιά ες αεί μεταφέρει τα προβλήματά της στην άλλη, όπως και τις ύβρεις της, άρα και τη μοίρα της.

Ελαχιστοι εργάζονται στην ανθρωπότητα για να σταματήσουν αυτή την αέναη σκυταλοδρομία της Ατρόπου, αυτού του κακού που σέρνεται από γενεόγραμμα σε γενεόγραμμα, και οι πλείστοι από αυτούς το κάνουν από έσχατη ανάγκη, και όχι από επίγνωση.

Γιατί ελάχιστοι επίσης άντεξαν να αναγνωρίσουν μέσα τους όλα αυτά που απέκτησαν από τους προηγούμενους ώστε να προσπαθήσουν να τα διαχειριστούν για να διαφοροποιηθούν, να μην ταυτιστούν μαζί τους, να μην συνεχίσουν τα δράματά τους, και κυρίως να μην τα κληροδοτήσουν με τη σειρά τους στους επόμενους.

Τα σκληρά μηνύματα των παιδιών, που ενστικτωδώς στέλνουν, πριν γίνουν σαν τα μούτρα μας, ακόμα και μέσα από βίαιες κινήσεις, κι όχι μόνο στους δρόμους, στο σχολείο, αλλά και στο σώμα τους και στην ψυχή τους (ως ψυχοσωματικές ασθένειες ή ακόμα και πολλών ειδών επίσης ψυχοσωματικές εξαρτήσεις) σαν καθρέφτισμα των γονεϊκών αλλά και των κοινωνικών τους συστημάτων, ερμηνεύεται από εμάς τους μεγάλους ως ανωριμότητα, και όχι ως ιερή σοφία, σύμπτωμα - καμπάνα διάγνωσης του επικίνδυνα άρρωστου περιβάλλοντός μας.

Ο Δεκέμβρης του 2008, ήταν μια τέτοια ηχηρή καμπανιά για την νοσηρή κοινωνία μας, αλλά για άλλη μια φορά οι... μεγάλοι την εξέλαβαν ως ασθένεια εκείνων που την... βάρεσαν.

Στον 21ο αιώνα, μετά από τόσες επιστημονικές ανακαλύψεις, τόση γνώση, και τόση πρόοδο τεχνολογική, το ασυνείδητο των ανθρώπων, όπως και το συλλογικό ασυνείδητο, μοιάζει να είναι το μεγαλύτερο ταμπού.

Αν σκεφτούμε γιατί, τότε θα αναγκαστούμε να δεχτούμε, ότι τελικά την πραγματικότητα την άντεξαν αυτοί οι πολύ λίγοι σε αυτόν τον πλανήτη, και ακόμα πιο λίγοι την διαχειρίστηκαν γι’ αυτό και τους χρωστάμε σχεδόν όσα καταφέραμε να έχουμε, σχεδόν δηλαδή τα πάντα.

Μην αναρωτιόμαστε λοιπόν σήμερα, γιατί φτάσαμε σε αυτό το παγκόσμιο αδιέξοδο της κρίσης(που απαιτεί αλλαγή), όταν γύρω μας ο κόσμος μοιάζει σχεδόν εκτός πραγματικότητας, όταν οι εξουσίες μοιάζουν εν πολλοίς λοβοτομημένες, οι πνευματικοί ταγοί αυτιστικά παιδιά, οι εκπαιδευτικοί σε νεύρωση, και οι καλλιτέχνες σε μετατραυματικό στρες.

Όταν ψάξει κανείς τον εαυτό του, δεν θα βρει τον εαυτό του αλλά όλους τους άλλους, τους μικρούς και τους μεγάλους, γιατί ο κόσμος είναι ένας, και δεν πέθανε κανένας, λέει το τραγούδι. Και οι περισσότεροι ενήλικοι έχουν χάσει τον εαυτό τους προ καιρού, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Άρα, έχουν χάσει και την ολοκληρωμένη εικόνα της πραγματικότητας.

Κι όταν ο καθένας από εμάς, απαξίωσε κάποτε να κοιτάξει μέσα του, γιατί δεν άντεξε αυτήν την πραγματικότητα που κληρονόμησε αλλά και που ο ίδιος έφτιαξε, και που ο ίδιος διαχειρίστηκε αν και στο ελάχιστο,  μην έχει απορία που γύρω του συμβαίνει ήδη το αδιανόητο.

Ναι, η πραγματικότητα δεν αντέχεται σήμερα. Κι αν δεν αντέχεται, είναι γιατί τόσα χρόνια η ανθρωπότητα, δεν άντεξε να την διαχειριστεί πραγματικά. Μια ζωή την πέταγε στους επόμενους. Μια ζωή την πέταγε στη μαύρη τρύπα του ασυνειδήτου, που το κατάντησε χωματερή ζωής.

Την πηγή της δημιουργικότητάς μας, των βασικών δεξιοτήτων της ζωής μας, τη δύναμη των βιωμάτων μας, ότι πιο πολύτιμο είχαμε, έχουμε και θα έχουμε, το μετατρέψαμε σε φρεάτιο απορριμμάτων.

Από γενιά σε γενιά, κρύβουμε αυτόν τον τάφο όλων των αδιαχείριστων απωθημένων μας, και σήμερα ήρθε η ώρα να τον ανοίξουμε, να τον αντιμετωπίσουμε, να τον ξεκαθαρίσουμε, γιατί αλλιώς απλά θα πνιγούμε μέσα σ' αυτόν το βόθρο που φτιάξαμε μόνοι μας.

Ποιοί κόπροι του Αυγεία; Ούτε ο Ηρακλής πια δεν μας σώζει, αν δεν αποφασίσουμε πως ότι μας αφορά, δεν το εσωτερικεύουμε αγνοώντας το, σαν να το αφοδεύουμε, ούτε το κρύβουμε στα άδυτα της Ιστορίας μας, αλλά το διαχειριζόμαστε, το φροντίζουμε, και κυρίως έχουμε την ευθύνη και το χρέος να μην το φορτώσουμε στους επόμενους, νίπτοντας για άλλη μια φορά τας χείρας μας και πέφτοντας σε ύπνο υπέρ δικαίων(αλλά όχι κατά αδίκων).-

 

Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι: Ο «πατέρας» του φουτουρισμού (02 Δεκ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

..............................................................

Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι: Ο «πατέρας» του φουτουρισμού

tvxs.gr/node/49456
 

«O Φουτουρισμός βασίζεται στην πλήρη ανανέωση της ανθρώπινης ευαισθησίας, που προκαλείται από τις μεγάλες επιστημονικές ανακαλύψεις. Oι άνθρωποι που χρησιμοποιούν τον τηλέγραφο, το τηλέφωνο, το φωνόγραφο, το ποδήλατο, τη μοτοσικλέτα, το αυτοκίνητο, το υπερωκεάνιο, το πηδαλιοχούμενο, το αεροπλάνο, τον κινηματογράφο, τη μεγάλη εφημερίδα δεν έχουν ανακαλύψει ακόμη πως αυτά τα μέσα επικοινωνίας, μεταφοράς και πληροφόρησης ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ψυχή τους»
 
Δημιουργός του ιδρυτικού μανιφέστο του φουτουρισμού το 1909, ο Ιταλός ποιητής Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι αποτέλεσε τη βασική μορφή του φουτουριστικού κινήματος. Βασική του αρχή είναι πως πρέπει να αφήσουμε το ρομαντισμό, τις παλιές μορφές και σχήματα, την παράδοση, την ηθική και την αρχαιολογία, τα μουσεία κλπ., και να υμνήσουμε τη δύναμη, την ταχύτητα, τον πόλεμο –που θεωρείται υγεία του κόσμου-, την πολυτέλεια, τις μηχανές.
Γεννημένος στις 22 Δεκεμβρίου 1876 στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, ο Φίλιππο Τομάσο Μαρινέτι, έλαβε την εκπαίδευσή του σε Αίγυπτο, Γαλλία, Ιταλία και Ελβετία. Η λογοτεχνική του καριέρα ξεκίνησε από ένα ιταλογαλλικό περιοδικό στο Μιλάνο. Το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στη Γαλλία, παρότι επισκεπτόταν συχνά την Ιταλία και έγραφε και στις δύο γλώσσες.
Η επίσημη ημερομηνία γέννησης του Φουτουρισμού θεωρείται ότι αποτελεί η 20η Φεβρουαρίου του 1909, όταν ο Μαρινέτι δημοσιεύει στην γαλλική εφημερίδα Le Figaro το μανιφέστο του φουτουρισμού. Το τελυαταίο θεωρείται και το σημαντικότερο έργο του ποιητή, πηγή έμπνευσης και για άλλους Ιταλούς καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο Κάρλο Καρά, ο Ουμπέρτο Μποτσιόνι και ο Τζιάκομο Μπάλα.
Στα τελευταία έργα του Μαρινέτι επαναλαμβάνονται τα θέματα που εισήγαγε το 1909 με το μανιφέστο του. Το 1910, εκδίδει ένα χαοτικό μυθιστόρημα, υπό τον τίτλο Mafarka le Futuriste, όπου αντικατοπτρίζεται και αναπτύσσεται διεξοδικώς η θεωρία του. Στην συλλογή ποιημάτων Guerra sola igiene del mundo (1915) ο Μαρινέτι χαιρέτησε το ξέσπασμα του Α' παγκοσμίου πολέμου και ενθάρρυνε την συμμετοχή της Ιταλίας.
Το 1918 ιδρύει το Φουτουριστικό Πολιτικό Κόμμα (Partito Politica Futurista) και ο ίδιος αποτελεί έναν από τους πρώτους υποστηρικτές του φασιστικού ιταλικού κόμματος που θεωρεί ως μία φυσική συνέχεια του φουτουρισμού. Παρότι οι θέσεις του Μαρινέτι θεωρείται ότι βοήθησαν σημαντικά την έξαρση του ιταλικού πατριωτισμού, ο ίδιος έχασε τους περισσότερους υποστηρικτές του τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα. Το τελευταίο αποδίδεται στο γεγονός ότι ο φουτουρισμός έπαψε να υφίσταται ως οργανωμένο κίνημα τη δεκαετία του 1920, εξαιτίας του χαμού πολλών εκφραστών του στη διάρκεια των πολέμων, με τον Μαρινέτι να έχει απομείνει ο μοναδικός υποστηρικτής.
Ο «πατέρας» του φουτουρισμού έφυγε από τη ζωή στις 2 Δεκεμβρίου 1944 στην Ιταλία.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Ευγένιος Ιονέσκο, ο θεμελιωτής του Θεάτρου του Παραλόγου (26 Νοε 2013 | Κατερίνα Κοντίνη tvxs.gr)

..............................................................


Ευγένιος Ιονέσκο, ο θεμελιωτής του Θεάτρου του Παραλόγου

tvxs.gr/node/49113
 
 
Ο Ευγένιος Ιονέσκο καθόριζε ως εξής την ταυτότητα του θεάτρου: «Τα πάντα είναι κωμικά, τίποτα δεν είναι τραγικό, όλα είναι πραγματικά και μη, δυνατά και αδύνατα, σοβαρά και γελοία». Λογική είναι η τρέλα των δυνατών, έλεγε ο ίδιος. 
Γεννήθηκε στη Σλάτινα της Ρουμανίας από Ρουμάνο πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, στις 26 Νοεμβρίου του 1909, ωστόσο το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του έζησε στη Γαλλία. Μάλιστα, για την καταγωγή του είχε ξεσπάσει διαμάχη μερικά χρόνια πριν, ανάμεσα στην κόρη του και τον θεατρικό κόσμο της Ρουμανίας.
Η Ένωση Ρουμάνων συγγραφέων κατήγγειλε τότε την «απαράδεκτη στάση» της κόρης του Ιονέσκο, Μαρί-Φρανς, τονίζοντας ότι προκειμένου να δώσει την έγκρισή για να ανεβεί στη Ρουμανία το έργο «Η Φαλακρή Τραγουδίστρια», έθετε ως όρο να μην ειπωθεί ότι ο πατέρας της ήταν Ρουμάνος.
«Οι Ρουμάνοι ξέρετε, με το σύμπλεγμα των μικρών λαών, θέλουν να τον σφετεριστούν. Αλλά, όχι. Δεν έχω καμία αντίρρηση να παίζονται τα έργα του στη Ρουμανία, αλλά όπως και στις άλλες χώρες, όπως σε οποιαδήποτε άλλη χώρα, τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο», δήλωνε από την πλευρά της η Μαρί-Φρανς Ιονέσκο.
Στην πραγματικότητα, ο Ιονέσκο πέρασε την παιδική του ηλικία στη Γαλλία, αλλά επέστρεψε στη Ρουμανία με τον πατέρα του το 1925, μετά το διαζύγιο των γονιών του. Μετά τις σπουδές του στο κολέγιο, σπούδασε Γαλλική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Βουκουρεστίου από το 1928 ως το 1933 και έγινε καθηγητής της γαλλικής γλώσσας.
Το 1938 επέστρεψε όμως πάλι στη Γαλλία με τη σύζυγό του Ροντίκα Μπουριλεάνου και την κόρη τους, προκειμένου να τελειώσει τη διδακτορική του διατριβή. Κατά το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου το 1939 βρισκόταν στη Γαλλία. Παρέμεινε στη Μασσαλία κατά τη διάρκεια του πολέμου, ενώ μετά το 1944 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι. «Ονομάζομαι Ιονέσκο σαν τον πατέρα μου. Ιονέσκο σημαίνει ο γιος του Γιάννη.
Ο πατέρας μου ήταν Ρουμάνος», είχε δηλώσει ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1960, ενώ είχε προσθέσει ότι: «Είμαι γάλλος πολίτης. Έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου στη Γαλλία. Η παιδική μου ηλικία είναι γαλλική».
Η λογοτεχνική του σταδιοδρομία ξεκίνησε στο Βουκουρέστι, με τη δημοσίευση στίχων το 1931 και ενός φυλλαδίου με τον τίτλο «Όχι» (Νu 1934), το οποίο προκάλεσε έντονες αντιδράσεις εξαιτίας της απόλυτα αυστηρής λογικής με την οποία ο συγγραφέας του υποστήριζε διαδοχικά θέσεις διαμετρικά αντίθετες. Για αυτό το έργο βραβεύτηκε και με το βραβείο Βασιλικών Εκδόσεων.
Στον χώρο του θεάτρου εμφανίστηκε το 1950 με τη «Φαλακρή Τραγουδίστρια». Για το έργο του αυτό έλεγε: «O αυτοματισμός της γλώσσας, η συμπεριφορά των ανθρώπων, το να μιλάμε για να μη λέμε τίποτα, να μιλάμε γιατί δεν έχουμε τίποτα να πούμε προσωπικό, μου αποκάλυπτε την έλλειψη εσωτερικής ζωής, το μηχανισμό του καθημερινού, τον άνθρωπο που πλέει μέσα στο κοινωνικό του περιβάλλον, το ότι δεν ξεχωρίζουμε πια τίποτα».
Τα πρώτα και πιο καινοτόμα έργα του Ιονέσκο ήταν θεατρικά μονόπρακτα: «Η Φαλακρή Τραγουδίστρια» (1950), «Το Μάθημα» (1951), «Οι Καρέκλες» (1952). Το 1959, παρουσιάζεται το έργο του «Δολοφόνος χωρίς αμοιβή», όπου πρωταγωνιστεί για πρώτη φορά ο κεντρικός του ήρωας, Μπερανζέ, ο οποίος εμφανίζεται σε μια σειρά έργων του (Ρινόκερος, Ο βασιλιάς πεθαίνει, Ο πεζός στον αέρα). Ο Μπερανζέ αποτελεί μια σχεδόν αυτοβιογραφική φιγούρα, η οποία εκφράζει την απορία και την αγωνία του Ιονέσκο για την παράδοξη πραγματικότητα.
Όπως περιγράφει η βιογράφος του Deborah B. Gaensbauer, κατά την παιδική του ηλικία είχε μία εμπειρία η οποία, όπως υποστήριζε, επηρέασε καθοριστικά την αντίληψή του για τον κόσμο: «Περπατώντας στην καλοκαιρινή λιακάδα σε ένα επαρχιακό χωριό κάτω από ένα έντονο μπλε ουρανό, ο Ιονέσκο άλλαξε ριζικά από το φως». Σύμφωνα με τη βιογραφία, τον διαπέρασε ξαφνικά ένα αίσθημα έντονης φωτεινότητας, ένα αίσθημα ότι αιωρείται και ταυτόχρονα ένα αίσθημα έντονης ευεξίας. «Όταν ‘επέστρεψε’ στο έδαφος και το ‘φως’ εξαφανίστηκε, είδε ότι συγκριτικά ο πραγματικός κόσμος ήταν σάπιος, γεμάτος διαφθορά και ανούσια επαναλαμβανόμενη δράση». Αυτό συνέπεσε με την προσωπική συνειδητοποίηση ότι ο θάνατος έρχεται για όλους στο τέλος.
Μεγάλο μέρος του μετέπειτα έργου του, αντικατοπτρίζει αυτή την εμπειρία και δείχνει μια αποστροφή για τον απτό κόσμο, δυσπιστία στην επικοινωνία, ενώ εκφράζει και την αίσθηση ότι ένας καλύτερος κόσμος βρίσκεται σε απόσταση αναπνοής. Τα παραπάνω είναι εμφανή σε αναφορές και θέματα σημαντικών έργων του: ήρωες των έργων μαραζώνουν για μια ανέφικτη ‘πόλη του φωτός’ (Οι Καρέκλες) ή αντιλαμβάνονται έναν άλλο κόσμο (Ο πεζός στον αέρα,1961), πρωταγωνιστές μπορούν και πετούν (Ο πεζός στον αέρα, Amédée), ενώ η κοινοτοπία του κόσμου τους οδηγεί στην κατάθλιψη (όπως ο ήρωας Μπερανζέ), εκστατικές αποκαλύψεις ομορφιάς πραγματοποιούνται σε ένα απαισιόδοξο πλαίσιο (Amédée, οι Καρέκλες, Μπερανζέ) ή ήρωες συνειδητοποιούν το του θανάτου (Ο βασιλιάς πεθαίνει)».
«Οι άνθρωποι στριφογυρίζουν μέσα στο κλουβί τους που είναι η γη, γιατί ξέχασαν πως μπορούν να στρέψουν το βλέμμα τους προς τον ουρανό», είχε πει ο ίδιος.
Ο Ιονέσκο έγινε μέλος της Γαλλικής Ακαδημίας το 1970, ενώ κέρδισε πολυάριθμα βραβεία και τιμητικές διακρίσεις. Έφυγε από τη ζωή στις 29 Μαρτίου 1994.

An Interview with Eugene Ionesco - Screener



Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Σαν σήμερα, εκδίδεται «Η Καταγωγή των Ειδών» του Δαρβίνου (24 Νοε 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

............................................................

Σαν σήμερα, εκδίδεται «Η Καταγωγή των Ειδών» του Δαρβίνου

tvxs.gr/node/48925
 
 
 
Σαν σήμερα, το 1859 εκδόθηκε το πασίγνωστο έργο του Κάρολου Δαρβίνου «Η Καταγωγή των Ειδών», επιστημονικό σύγγραμμα που θεωρείται ότι έθεσε τις βάσεις της εξελικτικής βιολογίας. Το έργο προκάλεσε αντιδράσεις στην εποχή του, καθώς ερχόταν σε σύγκρουση με τις θρησκευτικές θεωρίες περί δημιουργίας του κόσμου, ωστόσο η αποδοχή της δαρβινικής θεωρίας είναι πλέον καθολική.
Με το έργο του «Η Καταγωγή των Ειδών» , ο Βρετανός φυσιοδίφης, γεωλόγος και συγγραφέας παρουσίασε πρώτη φορά τη θεωρία του σχετικά με την εξέλιξη των ειδών. Εισήγαγε την άποψη ότι οι πληθυσμοί εξελίσσονται από γενιά σε γενιά με τη διαδικασία της φυσικής επιλογής, βασιζόμενος σε σειρά από στοιχεία που προέρχονταν από παρατηρήσεις, πειράματα και επιστημονικές συζητήσεις. Η θεωρία της εξέλιξης αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της βιολογίας σήμερα. Ο Δαρβίνος είχε αναπτύξει τη θεωρία του μετά από πολυετείς μελέτες, ιδιαίτερα στο πενταετές ταξίδι του με το πλοίο Beagle (Ιχνηλάτης) που εξερευνούσε τις ακτές της Νοτίου Αμερικής. Εκεί μελέτησε την ποικιλομορφία των ειδών μέσα από απολιθώματα, ζώντες οργανισμούς και γεωλογικά χαρακτηριστικά. Η θεωρία του είχε σχηματιστεί χρόνια πριν την έκδοσή της, ωστόσο η επίγνωση ότι οι ιδέες του θα θεωρούνταν «αιρετικές» τον ώθησαν να κρατήσει τη μελέτη του μυστική.
Πολλοί επιστήμονες είχαν υποστεί τιμωρίες και είχαν καταστρέψει την καριέρα τους για παρόμοιες ιδέες, επομένως ο ίδιος ήθελε να συγκεντρώσει όσο ισχυρότερες αποδείξεις μπορούσε. Ο λόγος που ο Δαρβίνος αποφάσισε να δημοσιεύσει την «Καταγωγή των Ειδών» νωρίτερα απ’ότι υπολόγιζε, ήταν ένας άλλος επιστήμονας, ο Άλφρεντ Γουάλας. Ο Γουάλας αλληλογραφούσε με το Δαρβίνο και κάποια στιγμή του έστειλε ένα χειρόγραφο 20 σελίδων με τη θεωρία του για την προέλευση των ειδών, ζητώντας του να το προωθήσει σε επιστημονικό περιοδικό. Ο Δαρβίνος εξεπλάγη που κάποιος είχε τις ίδιες απόψεις με αυτόν, έστω και πολύ πιο συμπυκνωμένες, σαν περίληψη ολόκληρης της μελέτης του. Αυτό τον έκανε να ανησυχήσει και να επισπεύσει την ολοκλήρωση του έργου του, εκδίδοντάς το στις 24 Νοεμβρίου του 1859. Την εποχή εκείνη, διάφορες θεωρίες αναπτύσσονταν γύρω από την «εξέλιξη».
Η λέξη είχε καταλήξει να θεωρείται αιρετική, καθώς υπονοούσε δημιουργία χωρίς θεϊκή παρέμβαση, επομένως ο Δαρβίνος απέφυγε κάθε αναφορά στη λέξη στο έργο του. Το ύφος της γραφής ήταν απλό, ώστε να γίνεται κατανοητό από τον απλό αναγνώστη, γι’ αυτό και προσέλκυσε το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης, παρά τις αρχικές αντιδράσεις από κύκλους της Εκκλησίας. Πριν τη θεωρία του Δαρβίνου, τα ερωτήματα περί καταγωγής των ειδών έβρισκαν εξηγήσεις στα πλαίσια της θεολογίας που είχε διαμορφωθεί από φιλοσόφους και θεολόγους το 17ο αιώνα. Επομένως η Εκκλησία αποδοκίμασε το έργο του, πυροδοτώντας μια δημόσια διαμάχη. Αντιμετωπίστηκε με ειρωνεία από τους επικριτές του, οι οποίοι δημοσίευαν καρικατούρες του με σώμα πιθήκου και ρωτούσαν αν ήταν απόγονος των πιθήκων από τη μεριά του παππού ή της γιαγιάς του, ή εάν τα καρότα μπορούν να εξελιχθούν σε ανθρώπους. Η επιστημονική κοινότητα, είτε από άγνοια είτε από συνειδητή υποτίμηση, δεν έδωσε μεγάλη σημασία στη θεωρία τότε.
Ο πρόεδρος της Linnaean Society, μιας από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές επιστημονικές εταιρείες της εποχής, είχε αναφέρει ότι η χρονιά εκείνη δε σημαδεύτηκε από κάποια εντυπωσιακή ανακάλυψη «που να επιφέρει επανάσταση στο πεδίο της επιστήμης». Ο Δαρβίνος απέδωσε την αδιαφορία αυτή στην πρόχειρη μορφή του έργου. Ωστόσο, παρά τις επικρίσεις της Εκκλησίας και την αδιαφορία της επιστημονικής κοινότητας, το βιβλίο προκάλεσε το ενδιαφέρον του κοινού και συζητήθηκε έντονα. Η θεωρία του για την καταγωγή των ειδών , ανέδειξε το Δαρβίνο σε κορυφαία επιστημονική φιγούρα και εντός 20 ετών από τη δημοσίευσή της είχε γίνει αποδεκτή στον επιστημονικό κόσμο. Στη συνέχεια προέκυψαν πολλές παραλλαγές και εξελίξεις της αρχικής θεωρίας, ενώ το βιβλίο μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και ανατυπώθηκε πολλές φορές. Έγινε ένα εμπορικό επιστημονικό κείμενο, που ανταποκρινόταν τόσο στην περιέργεια της νέας «μέσης τάξης» όσο και στην «εργατική τάξη». Θεωρήθηκε το πιο αμφιλεγόμενο και πολυσυζητημένο επιστημονικό βιβλίο που είχε γραφτεί ποτέ.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

"ΑΣ ΛΗΞΟΥΝ" ποίημα του ΜΑΝΟΛΗ ΠΟΛΕΝΤΑ (http://n-tomaras.blogspot.gr, 15/11/2013)

.............................................................



ΜΑΝΟΛΗΣ ΠΟΛΕΝΤΑΣ (γ.1955)

 

 

ΑΣ ΛΗΞΟΥΝ

Ας λήξουν
ας λήξουν τώρα
οι ερμηνείες όλες
τώρα ας λήξουν
ας λήξουν τώρα
οι δυνάστες του στείρου λόγου
τώρα ας λήξουν
ας καταλήξουν
οι στεριανοί
οι ασυνήθιστοι εις τα θαλάσσια ταξίδια
του ουρανού
οι συγκροτημένοι νόες
που γεννούν σκουριασμένα μέλλοντα
τώρα ας καταλήξουν
τα ηλεκτρόδια εκπομπής των ειωθότων
οι χαμηλοί τόνοι και τα προφίλ
των φιδιών της κοινωνίας της γης
τώρα ας καταλήξουν
τώρα ας λήξουν τα θεσπισμένα
όλα τα θεσπισμένα διατάγματα
τα ψηφίσματα και οι νομοθετικές πράξεις
η ψεύτικη συγκίνηση
τα περιτοιχίσματα και οι περίβολοι
που κρύβουν τον ουρανό
τώρα ας έρθει ο ουρανός
και ας κρεμάσει
τους χαμηλούς τόνους και τα προφίλ
των φιδιών της κοινωνίας της γης
τις παρθένες
που φυλάγουν την ευτυχία της ηδονής μέχρι
να βρουν να την πουλήσουν
στην υψηλότερη δυνατή τιμή
ας τις εμφιαλώσουν οι αλήτες του Θεού στη γη
μέχρι να λήξει η σπέκουλα,
τα κέρδη, οι απολαβές, οι αμοιβές,
οι μισθοί και οι αποζημιώσεις
οι εκμισθωτές επιπλωμένων δωματίων
ας λήξουν τώρα
τώρα ας ανθίσουν
τα πάθη, τα έντονα συναισθήματα
οι μανίες, οι έντονες ροπές
οι εκρήξεις οργής, τα ξεσπάσματα θυμού, η θέρμη
οι δραματικές αναπαραστάσεις των παθών
τώρα ας ανθίσουν
οι λύκοι της στέπας τώρα ας κατασπαράξουν
αστούς, μικροαστούς, μεγαλοαστούς,
τώρα να λήξουν
οι έρευνες που μπολιάζουν τα ειωθότα
τώρα ας δείξουν οι δορυφόροι
τους καρτερικούς πεζόδρομους του ουρανού
τους αλήτες του Θεού ας δείξουν
τώρα ας τους δείξουν
τώρα να λήξουν
οι απαθείς, οι ψυχροί, οι αδιάφοροι
οι άνευ πάθους, οι παθητικοί, οι αδρανείς
οι ουδέτεροι, οι μη αντιδρώντες
οι διπλωμάτες
που συγκλίνουν κάτω από το βλέμμα του Θεού
κάτω από το βλέμμα των αλητών του Θεού
τώρα ας καταλήξουν
τώρα ας λήξουν
οι στέγες των λιπαρών κάφρων
τα λιπαρά τσουτσέκια που διανύουν ανενόχλητα
την άσφαλτο του κέρδους
το κέρδος ας λήξει.

Το χάσμα,
μέσα εκεί που λάμπει η υπεραξία της καρδιάς
ας λάμψει για όλους τις σπέκουλες
της κοινωνίας της γης
και ύστερα ας λήξουν καθώς και ο άνθρωπος
που παίρνει χρώμα ζωντανό λίγο προτού πεθάνει
έτσι και οι αστοί, μικροαστοί, μεγαλοαστοί
τα γραφεία των υπουργών
ας λήξουν τώρα
και ας συσσωρευτούν υπό του ανέμου
οι κομψοί αθεϊστές
οι αλήτες του Θεού
που γέννησε ο Θεός
που αγαπούν και αγνοούν το πέρασμα του κοπαδιού
και τους γύπες που το καθοδηγούν
μες το τεράστιο μαντρί του παγκόσμιου χωριού
για να το αρμέξουν, να το μπολιάσουν να μεγαλώσει
να το βιάσουν ξανά και να του καταστρέψουν
την ψυχή.

Τώρα ας ανθίσουν
οι φίλοι μου που συγκινούνται άνευ λόγου,
τα αγόρια που ερωτεύονται όλα τα κορίτσια
τα κορίτσια που ερωτεύονται όλα τα αγόρια
οι νευρικοί και οι εύθικτοι, οι ευερέθιστοι,
οι κομψοί εξυβριστές
τώρα ξανά ας ανθίσουν
όσοι υποψιάστηκαν πως πάντα είχαν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του παρελθόντος
πως πάντα θα έχουν συντρόφους
σε κάθε σάπια εποχή του μέλλοντος
να βγω κι εγώ στο φως
που τόσα χρόνια μόνος περιμένω να δω τον πατέρα μου
και να του πω κι εγώ, να συνεχίσω,
ας λήξουν όλα τα ποιήματα
που πίστεψαν στον εαυτό τους περισσότερο από τη ζωή
οι Ακαδημίες των ληγμένων ψυχών
που τα βραβεύουν καθώς πιστεύουν
πως οι μικροί καρτέσιοι έχουν κάτι να δώσουν
από τις μικρές οπτασίες εδώ χάμου κι εκεί χάμου
που χαμουρεύονται
ας λήξουν
ας ανθίσουν τα νεύρα του ανθρώπου
οι νότες οι μινόρες ας γίνουν μηνόρροια
οι μη όροι της ψυχής που αγαπάει ex nihilo
ας γίνουν όρια
δάκρυα χαράς στη δημόσια ζωή
φάκες στους μπολιαστές, ερευνητές, ποντίκια
ας λήξουν οι πονηροί Πατέρες
οι εργατοπατέρες
οι μέλλοντες υπουργοί
οι εκπρόσωποι ας καταλήξουν
οι εργασιομανείς,
οι ατάλαντοι τελειομανείς του τίποτα
και της ανούσιας έρευνας
που αξίζει λιγότερο από την επιχορήγησή της
της θέσης που εξασφαλίζει ασφάλεια και σταθερότητα
ας λήξουν
και ας ανθίσουν τα παλικάρια
που ψήνονται όλη μέρα
και όλη νύχτα πετούν τον κόπο τους
και δε νοιάζονται για αποταμιεύσεις
και ξαναψήνονται την άλλη μέρα
και διατηρούνται νέοι μόνο για ν’ αγαπούν
και να δίνουν τον κόπο τους
σ’ ένα ζεϊμπέκικο
η Λίλια για πάντα
που πέταξε στα σκουπίδια τα λεφτά
ενώ ήταν φτωχή και ορφανή
μόνο γιατί την προσέβαλαν άδικα
η Λίλια για πάντα ας ανθεί
η Λίλια
η μόνη του κόσμου ελπίδα.


Ποίημα από τη συλλογή Evil I,
Εκδόσεις Ταξιδευτής 2012