Κυριακή 28 Ιουλίου 2013

Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι: Στα θεμέλια της Μπαρόκ 10:15, 28 Ιουλ 2013 | tvxsteam tvxs.gr

.................................................................

Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι: Στα θεμέλια της Μπαρόκ

tvxs.gr/node/86846
 

Σαν σήμερα το1741 φεύγει από τη ζωή Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι, βενετσιάνος συνθέτης και βιολονίστας, ένας από τους στυλοβάτες της Δυτικής Μουσικής. Το μεγάλο του ενδιαφέρον για τη μουσική επισκίασε την άλλη του ιδιότητα, αυτή του ιερωμένου, για την οποία ο ίδιος δεν έδειξε ιδιαίτερο ζήλο να τιμήσει.
Ο Αντόνιο Λούτσιο Βιβάλντι γεννήθηκε στη Βενετία στις 4 Μαρτίου του 1678. Βαφτίστηκε την ίδια ημέρα με προτροπή της μαμής του, η οποία φοβήθηκε ότι θα πεθάνει, λόγω των προβλημάτων υγείας που παρουσίασε. Αργότερα διαγνώσθηκε ότι έπασχε από άσθμα, αρρώστια που θα τον ταλαιπωρούσε σε ολόκληρη τη ζωή του.
Την τέχνη του βιολιού τη διδάχθηκε από τον πατέρα του Τζιοβάνι Μπατίστα Βιβάλντι, επαγγελματία κουρέα, αλλά και αξιόλογο βιολιστή, μουσικό της Ορχήστρας του Αγίου Μάρκου. Ο πατέρας του ήταν και έντονα θρησκευόμενος άνθρωπος και προετοίμαζε τον νεαρό γιο του για εκκλησιαστική σταδιοδρομία.
Το 1703 ο Αντόνιο χειροτονήθηκε ιερέας και σύντομα απέκτησε το προσωνύμιο «Ο κόκκινος παπάς», εξαιτίας των ξανθών μαλλιών του. Τον ίδιο χρόνο διορίστηκε καθηγητής βιολιού και αρχιμουσικός στο ορφανοτροφείο θηλέων «Οσπεντάλε ντι Πιετά» της Βενετίας. Δεν πέρασε πολύς καιρός και βρήκε την ευκαιρία να απαλλαγεί από τα θρησκευτικά του καθήκοντα, χωρίς να αποσχηματισθεί. Έτσι, αφιερώθηκε αποκλειστικά στη μουσική.
Άρχισε να συνθέτει πυρετωδώς και να γίνεται γνωστός έξω από τα στενά όρια της Βενετίας. Από το 1718 ταξίδευε διαρκώς για να παρουσιάζει τα έργα του, έχοντας ως βάση του τη Μάντοβα. Λέγεται, μάλιστα, ότι σε κάποια περιοδεία του έπαιξε και ενώπιον του Πάπα. Την εποχή εκείνη γνώρισε δύο ετεροθαλείς αδελφές, την Παολίνα Τρεβιζάνα, η οποία έγινε γραμματέας του και την κοντράλτο Άννα Τζίρο ή Ζιρό, η οποία τραγούδησε τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε πολλές όπερές του. Ο Αντόνιο φιλοξενούσε τις κοπέλες στο σπίτι του και οι ψίθυροι έδιναν κι έπαιρναν ότι διατηρούσε ερωτικές σχέσεις και με τις δύο. Ο Βιβάλντι διασκέδαζε με τη φημολογία και απαντούσε ότι η σχέση μαζί τους ήταν αυστηρά φιλική και επαγγελματική.
Το 1725 παρουσίασε μια σειρά κοντσέρτων για έγχορδα και μπάσο κοντίνουο, με τον τίτλο «Il cimento dell' armonia e dell' inventione» («Η δοκιμή της αρμονίας με τη νεωτερική σύνθεση»). Τα τέσσερα πρώτα από αυτά αποτελούν τις «Τέσσερις Εποχές», το πιο γνωστό έργο του και ένα από τα δημοφιλέστερα έργα της μουσικής. Ο συνθέτης αποδίδει με νότες τις τέσσερις εποχές του χρόνου και θεωρείται ως πρώιμο δείγμα προγραμματικής μουσικής.
Το 1737 ο καρδινάλιος της Φεράρας ακυρώνει μια παράστασή του, επειδή αρνήθηκε να ιερουργήσει και εξαιτίας της συμβίωσή του με τις δύο αδελφές, που σκανδάλιζε τους πιστούς. Με την πάροδο του χρόνου, η δημοτικότητά του στη Βενετία άρχισε να υποχωρεί και ο Βιβάλντι, απογοητευμένος από τους συμπατριώτες του, ξενιτεύτηκε στη Βιέννη (28 Ιουνίου 1741). Ένα μήνα αργότερα, στις 28 Ιουλίου  1741, έφυγε από τη ζωή πάμπτωχος, έχοντας σπαταλήσει όλη του την περιουσία.
Ο Βιβάλντι με το προσωπικό ύφος γραφής έθεσε τα θεμέλια του ώριμου κοντσέρτου μπαρόκ και επηρέασε συνθέτες, όπως ο Μπαχ και ο Τέλεμαν. Πολυγραφότατος, συνέθεσε περί τα 850 έργα, αλλά λίγο μετά τον θάνατό του ξεχάστηκε. Από την αφάνεια τον ανέσυρε πολύ αργότερα ο Μέντελσον , όταν ερευνούσε το έργο του Μπαχ, ο οποίος θαύμαζε απεριόριστα τον Βιβάλντι. Ουσιαστικά, όμως, ο Βιβάλντι ανακαλύφθηκε τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα και σήμερα θεωρείται ως ένας από τους δημοφιλέστερους συνθέτες της μουσικής μπαρόκ.

"Ας διαλέξουμε το off" της Γιωτας Συκκα ("Καθημερινή", 27/7/2013)

..........................................................



Ας διαλέξουμε το off




Tης Γιωτας Συκκα

Όποια ώρα και αν ανοίξεις την τηλεόραση, θα πέσεις πάνω της. Η Ελένη Ράντου εμφανίζεται μπροστά σου αλλάζοντας ρόλους και περούκες σαν «Εργαζόμενο κορίτσι», όπως ήταν ο τίτλος της παλιάς σειράς, και άλλοτε στο πολυπαιγμένο φωνακλάδικο «Κωνσταντίνου και Ελένης». Και εκεί που λέγαμε ότι δεν υπάρχει πια άλλη σειρά του παρελθόντος για να αναστηθεί, η οικονομία των καναλιών, αλλά και ο δισταγμός να δοκιμάσουν κάτι καινούργιο, επανέφερε στις οθόνες σίριαλ εικοσαετίας. Κάθε πρωί, μεσημέρι ή απόγευμα μοιάζει σαν να σου χαμογελά ειρωνικά η ίδια η τηλεόραση, που διάλεξες αυτή και όχι κάτι καλύτερο καλοκαιριάτικα για να του παραδοθείς. Η μικρή οθόνη, μικρότερη ακόμα, μπροστά στις χάρες μιας εξόδου, αποχαυνωμένη στη μετριότητα, μας καλεί αυτό τον καιρό σε μια μίζερη «Ζώνη τού λυκόφωτος». Οπου οι ηθοποιοί ακόμη κάπνιζαν σαν θεριακλήδες, οι πρωταγωνίστριες ακολουθούσαν την κιτς αισθητική των αρχών της δεκαετία του ’90, με το τονισμένο μακιγιάζ, τα περλέ κραγιόν, τις βάτες στα σακάκια, την υστερία στους διαλόγους. Από την τελευταία, βέβαια, δεν ξεφύγαμε ούτε την επόμενη δεκαετία – μόνο από τις βάτες.
Και είναι και τα παιχνίδια του χρόνου που σε μπερδεύουν. Να βλέπεις την ηθοποιό μεγαλύτερη τότε, 15 χρόνια πριν, από τώρα. Και τι θαύμα, με πυκνότερη χαίτη σήμερα παρά τότε. Και αυτά τα χαμόγελα, αστραφτερά σαν να άσπρισαν με χλωρίνη. Ρηχοί ρόλοι από σεναριογράφους μες στην ανύποπτη ανεμελιά, την ηρεμία αυτού που δεν γνωρίζει τι θα ακολουθήσει, να ξοδεύονται στα μπουζούκια και στην επίδειξη μιας εποχής που ξιπαζόταν για την αμετροέπεια της καθημερινότητας.
Κάπου διάβαζα ότι ερευνητές από το Πανεπιστήμιο του Buffalo υποστηρίζουν ότι ένα αγαπημένο τηλεοπτικό επεισόδιο μπορεί να τονώσει την αυτοπεποίθησή μας, να αυξήσει τον αυτοέλεγχο και να οξύνει τη μνήμη μας. Οι επιστήμονες ισχυρίζονται ότι η παρακολούθηση μιας αγαπημένης σειράς, ακόμη και σε επανάληψη, «έχει ευεργετική επίδραση αφού σε γεμίζει με ενέργεια».
Δεν ξέρω πόσο αξιόπιστη είναι η έρευνα, όμως αξίζει να δούμε και την αξία της άλλης πλευράς. Οσο αισθανόμαστε ότι έχουμε ξαναδεί το μέτριο παραμύθι, όσο μας ενοχλούν οι ηθοποιοί που ξεφωνίζουν χωρίς μέτρο και οι ζεν πρεμιέ που ναρκισσεύονται αυτάρεσκα με τον φακό, τόσο το καλύτερο! Ας διαλέξουμε το off και ας βγούμε έξω. Το ελληνικό καλοκαίρι είναι πάντα δωρεάν. Και σίγουρα μια βόλτα με καλή παρέα στην παραλία ή κάτω από την Ακρόπολη.
Αθελά τους, οι οικονόμοι των καναλιών μάς βοηθούν να θυμηθούμε ότι υπάρχει κάτι πιο πολύτιμο από τον τηλεοπτικό χρόνο. Είναι η ζωή που τρέχει. Και αυτή δεν έχει επαναλήψεις.

Παρασκευή 26 Ιουλίου 2013

"Το υψωμένο δάχτυλο του Σαββόπουλου" του Κώστα Λογαρά (http://www.protagon.gr, 26/7/2013) Μετά ημετέρου σχολίου...


.............................................................

Το υψωμένο δάχτυλο του Σαββόπουλου*

του Κώστα Λογαρά






(Ανάμεσα στα νυσταγμένα κεριά / στόματα πεινασμένα άσπρισαν κι όλο βογκάνε:
-Ποια ζωή χόρτασες, λαίμαργε Γαργαντούα;

 
Γιώργος Κοζίας, «41ος ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ», Στιγμή, 2012)

 

Γράφω ως θεατής καλόπιστος, όχι σαν κριτικός που βέβαια δεν είμαι. Κι άλλωστε, «ούτε ο Σαββόπουλος σκηνοθέτησε ως σκηνοθέτης που ασφαλώς δεν είναι, αλλά ως τραγουδοποιός» όπως ομολογεί στο προλογικό του σημείωμα.
Η ευφρόσυνη παράσταση του «Πλούτου» αποτελεί μια ενδιαφέρουσα πρόταση, αλλά προκαλεί συγχρόνως και εύλογη αμηχανία στο κοινό της, ένα μούδιασμα. Πρώτα απ’ όλα το γλωσσικό ήθος τής μετάφρασης συνιστά μιαν άλλη σχεδόν οπτική του Αριστοφάνη· το κείμενο μεταφρασμένο απ’ τον Σαββόπουλο διατηρεί την Αριστοφανική του αιχμηρότητα, και συγχρόνως διαπνέεται από μια ευγένεια γλώσσας (πλην της αυτοαναφορικότητας του Σαββόπουλου για την οποία θα μιλήσω παρακάτω). Έχουμε συνηθίσει ως τώρα τις πιασάρικες χυδαιότητες που καπελώνουν το κείμενο και κερδίζουνε τις εντυπώσεις. Αλλά αποκλείουν, αλίμονο, το στοχασμό.
Οι ερμηνείες των έμπειρων ηθοποιών στους πρωταγωνιστικούς ρόλους στηρίζουν την παράσταση. Ο Παπαδημητρίου, ο Κουρής, ένας ευφυής και αεικίνητος Λούλης (Καρίωνας) καθώς κι η Αμαλία Μουτούση ως Πενία· ο λόγος της σαφής και καθαρός: η διαφοροποίηση φιλοπατρίας και εθνικισμού περνάει μέχρι και στον τελευταίο θεατή, ενώ η εύληπτη επιχειρηματολογία της υπέρ «της έντιμης λιτότητας, όχι της εξαθλιωμένης φτώχειας» αυτή και μόνο θα μπορούσε να αποτελέσει πρόταση ζωής. (Ίσως, έπρεπε να απουσιάζει μια υποψία τραγικού στη φωνή της αλλά μπορεί και να κάνω λάθος). Και κοντά σ’ αυτούς τα μέλη του χορού, η πανδαισία των χρωμάτων, η ζωντανή ορχήστρα συμβάλλουν σ’ ένα ευφρόσυνο αποτέλεσμα.
Η παράσταση όμως δεν απογειώθηκε. Γιατί όλως παραδόξως η μουσική τού Σαββόπουλου δεν άφησε κανένα στίγμα, ενώ δυο μεγάλες κοιλιές χαλάρωσαν τον ρυθμό της. Το στοιχείο όμως που μουδιάζει τον θεατή και σχεδόν υποσκάπτει την παράσταση είναι η αυτοαναφορικότητα του Διονύση Σαββόπουλου. Γίνεται ιδιαίτερα ενοχλητική στο σημείο εκείνο που ως Άγγελος-εξάγγελος ο ίδιος απευθύνεται στο κοινό: «... εγώ όταν σας τα έλεγα τότε, εσείς με πήρατε με τις πέτρες».
Όντως τα έλεγε. Αλλά σε τι ωφελεί να το υπογραμμίζει τώρα σαν να ’τανε κάνας Πατέρας-θεός που τα γεγονότα τον δικαιώνουν και βρίσκει ευκαιρία να μας κάνει κήρυγμα; Η κωμωδία διδάσκει λοξά και με χιούμορ πικρό, δεν κάνει ηθικοδιδασκαλία. Κουνώντας ο Σαββόπουλος το δάχτυλο στον θεατή, αποκτά ύφος δασκαλίστικο και χάνει το παιχνίδι.  
Άλλωστε, όσοι θυμόμαστε -πολύ έντονα, βεβαίως- τον προφητικό χαρακτήρα της έγκαιρης καταγγελίας του στους Κωλοέλληνες, είναι περιττό να μας το ξαναθυμίζει. Ενώ όποιος δεν ξέρει, δεν πρόκειται να του προσθέσει απολύτως τίποτα (κυρίως τη στιγμή που σέρνεται στο πάτωμα). Ο μόνος που δικαιώνεται είναι ο Πατέρας-αφέντης, που μοιάζει να εκδικείται παίρνοντας τη ρεβάνς.
Επίσης, η κριτική του Σαββόπουλου για τους πολυέξοδους και γκλαμουριάρικους Ολυμπιακούς αγώνες του 2004 ή για τις κρατικοδίαιτες αναθέσεις, κανέναν δεν πείθει. Γιατί ο ίδιος είχε αναλάβει την τελετή λήξης, επιβάλλοντας τις δικές του επιλογές και αισθητική. Αλλά και οι περιοδείες του στα στρατόπεδα επί κυβερνήσεως Μητσοτάκη, με χρήματα από τον κρατικό κορβανά έγιναν. Κοντολογίς, ωραία είναι η κατακριτική, όμως κι η φωλιά μας πρέπει να ’ναι καθαρή.
Φεύγοντας απ’ την παράσταση, όλα τα μέτρησα. Κι ενώ δεν το μετάνιωσα που πήγα, όμως η αμηχανία και το μούδιασμα ζύγιασαν στην ψυχή μου περσότερο από την ευφορία της· βάρυναν μέσα μου σαν το κουρσούμι.
Υ.Γ.: Είδα την παράσταση στο Αρχαίο Ωδείο της Πάτρας κι η τιμή του εισιτηρίου (20 ευρώ) παραήταν τσουχτερή.
* Σχολιάζω: Βρίσκω εξαιρετικά ευγενική την κριτική του κ. Λογαρά, παρ' ότι δεν υπολείπεται σε ειλικρίνεια. Με την έννοια ότι δεν ξεχνά τα "έργα" του Σαββόπουλου, ιδιαίτερα στα χρόνια μετά τους "Κωλοέλληνες". Γιατί μετά τους "Κωλοέλληνες" συνέβησαν και τα στρατόπεδα (όπου περιεφέρετο ο Σαββόπουλος ενδεδυμένος την ελληνική σημαία για να ψυχαγωγήσει τα στρατευμένα μας νιάτα - είδαμε τι κατάφερε, απαθέστατη έμεινε όλη η γενιά των σημερινών 40άρηδων στην αισθητική της μουσικής του), μετά τους "Κωλοέλληνες" ήρθε και η τελετή λήξης στην Ολυμπιάδα του 2004, ενώ προηγουμένως τα καλά της προηγούμενης διακυβέρνησης που κατακεραύνωνε (δηλ. του ΠΑΣΟΚ) απόλαυσε - θυμίζω τη σειρά εκπομπών του στην κρατική τηλέόραση. Κι αν τότε νιώθαμε την ουσία της λαϊκής ρήσης "δάσκαλε που δίδασκες...", τώρα μόνο οργή και θυμό μπορούμε να νιώσουμε με την από άμβωνος και από σκηνής "διδασκαλία" του προς το ευκολόπιστο και αδρανές ποίμνιο. Τι διδασκαλία δηλαδή, μάλλον για χοντρό δούλεμα πρόκειται, και η τέχνη του πλέον τον καιροσκοπισμό του υπηρετεί.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Απεβίωσε ο συνθέτης Ν.Μαμαγκάκης (http://portal.kathimerini.gr, 24/7/2013)

..............................................................


Απεβίωσε ο συνθέτης Ν.Μαμαγκάκης

Eφυγε τα ξημερώματα από τη ζωή ο Νίκος Μαμαγκάκης, ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες.




Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες συνθέτες ο Νίκος Μαμαγκάκης, έφυγε τα ξημερώματα από τη ζωή, σε ηλικία 84 ετών, αφήνοντας πίσω του σπουδαίο έργο. Ο Νίκος Μαμαγκάκης έπασχε από καρκίνο και νοσηλευόταν στο Ερρίκος Ντυνάν όπου βρισκόταν σε κώμα.
Η εργογραφία του περιλαμβάνει όλα τα είδη: μουσική για το θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, όπερες, ηλεκτρονική μουσική, έργα για ορχήστρα, κύκλους τραγουδιών και άλλα.
Ο Νίκος Μαμαγκάκης γεννήθηκε στο Ρέθυμνο το 1929. Καταγόταν από οικογένεια λαϊκών μουσικών (μεταξύ των οποίων και ο «θρυλικός» λυράρης Ανδρέας Ροδινός). Ξεκίνησε τις σπουδές του από το Ωδείο Αθηνών με καθηγητές στα θεωρητικά τους Μ. Κουτούγκο, Α. Ευαγγελάτο, Μ. Βάρβογλη και Επ. Φασιανό και εν συνεχεία από το 1957 μαθήτευσε στην Ανώτατη Μουσική Σχολή του Μονάχου δίπλα στους Καρλ Ορφ και Γκέντσμερ. Μετά από παραμονή 8 ετών στην Ευρώπη, επέστρεψε οριστικά στην Αθήνα το 1965.
Το 1962 πήρε το Β' βραβείο του μουσικού διαγωνισμού «Μάνος Χατζιδάκις» του ΑΤΙ, με τον «Μονόλογο» για σόλο τσέλο (ερμηνευτής ο Σωτήρης Ταχιάτης). Δύο χρόνια αργότερα τιμήθηκε με το βραβείο μουσικής του Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Θεσ/νίκης για τη μουσική του στην ταινία «Μονεμβασιά» του Γιώργου Σαρρή και το 1968, απέσπασε το βραβείο των κριτικών του Φεστιβάλ Θεσ/νίκης για τη μουσική του στην ταινία Παρένθεση» του Τ. Κανελλόπουλου.
Οι αρχικές του αναζητήσεις αφορούσαν στην ανανέωση του ηχοχρώματος και τις δομικές και ρυθμικές σχέσεις που βασίζονται σε αριθμητικές αναλογίες, τόσο με βάση τα δυτικά πρότυπα όσο και με αναφορές στη δημοτική μας μουσική και κυρίως της ιδιαίτερης πατρίδας του. Σαν συνέπεια αυτής της αναζήτησης ήταν, η χρήση στα έργα του διαφόρων δημοτικών οργάνων (κρητική λύρα, σαντούρι, κ.α.) ή αντίθετα η χρήση και μόνο της ηχητικότητάς τους χωρίς αυτά καθ' εαυτά τα όργανα.
Από τα γνωστότερα έργα του είναι: Αναρχία για κρουστά και ορχήστρα, Σενάριο για δύο αυτοσχέδιους τεχνοκρίτες για ενόργανο σύνολο, ταινία και σκηνική δράση, Παραστάσεις για φλάουτο, φωνή και σκηνική δράση, Μουσική για τέσσερεις πρωταγωνιστές, Κασσάνδρα, Ερωτόκριτος, μουσική για τον Πλούτο του Αριστοφάνη, Τριττύς, Τετρακτύς, Εγκώμιο στο Ν. Σκαλκώτα και πρόσφατα, η σύγχρονη όπερα Οδύσσεια βασισμένη στο ομώνυμο έπος του Νίκου Καζαντζάκη. Ο Νίκος Μαμαγκάκης έγραψε μουσική και για τον ελληνικό κινηματογράφο όπως: Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά, Η νεράιδα και το παλικάρι, Η αρχόντισσα και ο αλήτης (όλες του Ντίνου Δημόπουλου), Λούφα και παραλλαγή, 'Αρπα-κόλλα, Βίος και Πολιτεία (του Νίκου Περάκη), Η λεωφόρος του μίσους (του Νίκου Φώσκολου) και πολλά άλλα.

Εδώ ένα σπουδαίο έργο του Νίκου Μαμαγκάκη που με συντρόφευε γύρω στα 18 μου χρόνια
 
 Μουσική για κιθάρα και φωνή για την ταινία ΕΚΔΡΟΜΗ του Τάκη Κανελλόπουλου με τον Γεράσιμο Μηλιαρέση στην κιθάρα και την Πόπη Αστεριάδη στο τραγούδι.

Track List:
01 ΕΙΣΑΓΩΓΗ
02 ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ Ι
03 ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΙΙ
04 ΦΥΓΗ - Πόπη Αστεριάδη
05 ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΙΙΙ
06 ΠΑΛΙΟΣ ΣΚΟΠΟΣ
07 ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ ΙV
08 ΤΟ ΣΥΝΝΕΦΟ - Πόπη Αστεριάδη
09 ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ V
10 ΕΡΩΤΙΚΟ
11 ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ VΙ
12 ΡΟΜΑΝΤΣΟ
13 ΤΕΛΙΚΗ ΠΑΡΑΛΛΑΓΗ






Σάββατο 20 Ιουλίου 2013

ΠΑΙΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ (http://n-tomaras.blogspot.gr, 20/7/2013)

..........................................................

ΠΑΙΣ ΕΝ ΚΑΜΙΝΩ

ΝΙΚΟΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ

Ο κηπουρός επέμενε: «Θα πιάσει».
Πάντως αν και κατσιασμένο ακόμη
ο μικρός το μασουλούσε με λύσσα.
Φωτιά στα χείλη… Ένα κοριτσάκι έκανε
τη μάνα.
Ένας γιατρός μιλούσε αργά.
Κανείς δεν είχε γείτονες στα κοντινά σπίτια
μόνον εγώ, περνώντας, κοίταζα τον αφύλακτο κήπo
εμπορικός αντιπρόσωπος, με κάτι Βίβλους σε μια τσάντα.

Από τη συλλογή ''ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ'', Εκδόσεις Ars Poetica

Παρασκευή 19 Ιουλίου 2013

Δημήτρης Μαρωνίτης: «φταίει η σχολική εκπαίδευση που ο μέσος Έλληνας γνωρίζει ελάχιστα την Ιλιάδα» (ΧΡΟΝΟΣ 03 (07.2013)

..............................................................



 

 

 

 

 

 Δημήτρης Μαρωνίτης:

«φταίει η σχολική εκπαίδευση που ο μέσος Έλληνας γνωρίζει ελάχιστα την Ιλιάδα»

 


Η πεντάωρη παράσταση της Ιλιάδας στο Φεστιβάλ Αθηνών,
αφορμή για μια συζήτηση περί μετάφρασης, θεατρικής διασκευής
και επιρροής των ομηρικών επών στη σύγχρονη λογοτεχνία 

Δημήτρης Μαρωνίτης
Συνέντευξη στη Νατάσσα Κανελλοπούλου-Μπελογιάννη

Τρεις χιλιάδες θεατές παρακολούθησαν τις πέντε παραστάσεις της πεντάωρης Ιλιάδας που ανέβασε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών 2013 (4-8.6.2013) ο Στάθης Λιβαθινός, πατώντας σε ένα ολοζώντανο κείμενο που έφερε τη μεταφραστική σφραγίδα του Δημήτρη Μαρωνίτη. Ο εκλεκτός φιλόλογος, ομότιμος σήμερα καθηγητής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, είχε τιμηθεί το 2011 για τη μετάφραση του έπους (που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Άγρα) με το Βραβείο Απόδοσης Έργου της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας στα Νέα Ελληνικά, και συνεργάστηκε στενά σε αυτό το εγχείρημα με τον ταλαντούχο σκηνοθέτη και πρώην υπεύθυνο από το 2001 έως το 2007 της Πειραματικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου. Αυτή ήταν και η αφετηρία της συνέντευξης που παραχώρησε στον ΧΡΟΝΟ, όπου και αναδεικνύει τα κλειδιά για την απήχηση των ομηρικών επών όχι μονάχα στη θεατρική πράξη αλλά και στη νεότερη ελληνική ποίηση.
Το στοίχημα του Λιβαθινού ήταν διπλό επειδή η βάση του έργου ήταν ένας λόγος ποιητικός και όχι θεατρικός, αλλά και επειδή η διάρκεια της παράστασης που αναπτύχθηκε σε τέσσερα μέρη χωρισμένα από τρία διαλείμματα ήταν διπλάσια από τη συνήθη. 
Δεν ήταν παρ’ όλα αυτά η πρώτη φορά που δοκιμαζόταν η αντοχή και η δεκτικότητα του ελληνικού κοινού σε τέτοια ανεβάσματα. Τα τελευταία χρόνια έχουμε δει στην Αθήνα πολύωρες παραστάσεις από τη Γαλλίδα Αριάν Μνουσκίν με τα έργα Το τελευταίο Καραβάν Σεράι (2006) που διαρκούσε πάνω από πέντε ώρες, Οι εφήμεροι (2007) και Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας –Αυγές (2011, τέσσερις ώρες). Επίσης ο Γερμανός Πέτερ Στάιν, καλεσμένος το 1985 από τη Μελίνα Μερκούρη, είχε ανεβάσει την Ορέστεια του Αισχύλου σε παράσταση εννέα ωρών στο Θέατρο Πέτρας (ενώ το 2000 παρουσίασε στο Αμβούργο τον Φάουστ του Γκαίτε, σε μια παράσταση είκοσι μιας ωρών με πρωταγωνιστή τον Ελβετό ηθοποιό Μπρούνο Γκαντς). Το 2001 και ο Γιάννης Κόκκος ανέβασε στο Εθνικό Θέατρο την Ορέστεια του Αισχύλου (τρεισήμισι ώρες). Αλλά και ο ίδιος ο Στάθης Λιβαθινός το 2007 είχε ανεβάσει στην Πειραματική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου ένα μυθιστόρημα, τον Ηλίθιο του Ντοστογέφσκι, σαν παράσταση εξάωρης διάρκειας με ένα διάλειμμα, η οποία μάλιστα ανέβηκε ξανά πέρσι στο θέατρο «Ακροπόλ». Στο φετινό Φεστιβάλ, τη σκυτάλη των πολύωρων παραστάσεων θα πάρει στις 29 Ιουνίου ο Γιάννης Κακλέας, που θα ανεβάσει το έργο Σάμουελ Μπέκετ, Μερσιέ και Καμιέ σε μια μαραθώνια παράσταση είκοσι τεσσάρων ωρών.
Η ομηρική Ιλιάδα σε μετάφραση Μαρωνίτη είχε ήδη κάνει ένα σκηνικό ντεμπούτο πριν από δύο χρόνια, όταν με πρωτοβουλία του τότε διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου Γιάννη Χουβαρδά οι 24 ραψωδίες της είχαν αναγνωστεί επί σκηνής από 24 γυναίκες ηθοποιούς. Τότε ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε στη χώρα μας ολόκληρη η Ιλιάδα, χωρίς περικοπές, και το εγχείρημα είχε στεφθεί από επιτυχία. Σε εκείνες τις ακροάσεις, λέει ο Δ. Μαρωνίτης, «ένα ορισμένο κοινό για πρώτη φορά άκουγε αυτό το έπος το οποίο στον νεοελληνικό μας χώρο ελάχιστοι φαίνεται να το έχουν διαβάσει ολόκληρο ή έστω εν μέρει…».
Το φετινό καλοκαίρι η Ιλιάδα ανεβάστηκε από τον Λιβαθινό με έναν θίασο 15 ηθοποιών της νεότερης γενιάς σε ένα εμπνευσμένο μινιμαλιστικό ντεκόρ της Ελένης Μανωλοπούλου (έκανε και τα κοστούμια) από λάστιχα φορτηγών, με φόντο μια σειρά γάντζους με κρεμασμένες χλαίνες. Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: Αγαμέμνονας ο Δημήτρης Ήμελλος, Αχιλλέας ο Γιώργος Χριστοδούλου, Έκτορας ο Άρης Τρουπάκης, Αίας ο Γεράσιμος Μιχελής. Στον ρόλο της Θέτιδας, της Εκάβης, της αφηγήτριας και της Μοίρας η Μαρία Σαββίδου. Ως Ήρα και Ανδρομάχη η Αμαλία Τσεκούρα. Τη σκηνική διασκευή του έπους έκανε ο Στάθης Λιβαθινός με τη δραματολόγο Έλσα Ανδριανού και τη συμβολή των ηθοποιών. Σύμβουλος για τη δραματολογία ο (και) ποιητής Στρατής Πασχάλης, και επιστημονικός σύμβουλος ο Μενέλαος Χριστόπουλος. Σε τούτη την εποχή που η παγκόσμια κρίση έχει προκαλέσει κοινωνική και πολιτική πόλωση, το έργο αυτό μίλησε για τον εμφύλιο σπαραγμό και έστειλε ένα μήνυμα αντιπολεμικό, ένα μήνυμα συμφιλίωσης.

Κύριε Μαρωνίτη, σχολιάσατε πως η Ιλιάδα είναι ένα έργο-ορόσημο, παρ’ όλα αυτά ο μέσος Έλληνας το γνωρίζει ελάχιστα. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Είναι από τα ενδεικτικά πράγματα της νεοελληνικής μας επιπολαιότητας και αυταρέσκειας και τεμπελιάς μαζί που εξηγεί και αυτού του είδους την αντίφαση, να μιλάει κανείς με πολύ καμάρι και τα λοιπά για κάτι, κι ωστόσο να το γνωρίζει ελάχιστα, ας το πω έτσι, εξ επαφής.
Η Ιλιάδα είναι ένα θεμελιακό έργο, πασίγνωστο υποτίθεται κατά φήμη, σε παγκόσμια πλέον κλίμακα, όχι μονάχα ευρωπαϊκή ή αμερικανική. Η κατάπληξή μου ήταν όταν είχανε την Ολυμπιάδα τους οι Κινέζοι και πήγαμε στο Πεκίνο και είδα ότι κυκλοφορούν τουλάχιστον τέσσερις μεταφράσεις της Ιλιάδας στα κινέζικα.
Στον τόπο μας, τη ζημιά την έχει κάνει σε μεγάλο βαθμό το σχολείο με τη διδασκαλία της Ιλιάδας, που αυτή τη στιγμή μάλιστα εντάσσεται στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα με την εντελώς ξεπερασμένη μετάφραση του Πολυλά. Επομένως και το σχολείο, το γυμνάσιο, κάνει ό,τι μπορεί για να απομακρύνει μάλλον τα νεαρά παιδιά από το έπος αυτό παρά για να τα προσελκύσει. 
Γι’ αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι οι απαγγελίες και οι αναγνώσεις που έγιναν στο Εθνικό, και πολύ περισσότερο τώρα η θεατρική παράσταση του Λιβαθινού, αποτελεί ένα γεγονός με γενικότερη σημασία, όχι μόνο πολιτισμική αλλά και εκπαιδευτική· θα έλεγα μάλιστα και πολιτική.

Η βάση του έργου όμως είναι ένα έπος προορισμένο να ακούγεται, όχι να παριστάνεται. Αυτό δεν δημιούργησε άραγε δυσκολίες στο θεατρικό ανέβασμα της Ιλιάδας;
Η απάντηση, αν θέλουμε λιγάκι να παίξουμε με τις λέξεις, είναι: «και ναι και όχι». Το θέμα είναι εάν και η πρόσληψη του έργου, η ακροαματική ή η αναγνωστική, πολύ περισσότερο η θεατρική, μας πείθει ότι το έπος αυτό στο εσωτερικό του διαθέτει ή δεν διαθέτει στοιχεία που θα έπρεπε με μια μεταγενέστερη ορολογία να τα ονομάζουμε θεατρικά. Ε λοιπόν, μπορώ να σας πω ότι διαθέτει πολλά τέτοια στοιχεία, και καίρια στοιχεία τέτοια, που καθιστούν την Ιλιάδα ουσιαστικά δραματικό έργο. Έχει σημασία η λέξη δράμα, η οποία μας πηγαίνει κατευθείαν στο θέατρο.
Τα στοιχεία αυτά αφορούν καταρχήν την πυκνότητα των διαλόγων. Πρόκειται για έντονους διαλόγους και με μεγάλη έκταση, που αναγνωρίστηκαν ύστερα σε αυτό το έπος ως στοιχείο, ας πούμε, de facto θεατρικό. Αφορούν επίσης και τη συμπύκνωση του χρόνου, ας το πούμε του μυθολογικού χρόνου, σε έναν εσωτερικό χρόνο του έπους, η οποία συμπύκνωση είναι πολύ μεγάλη. 
Για να καταλάβετε τι λέω: υποτίθεται ότι ο ποιητής της Ιλιάδας έχει πίσω του μια παράδοση προφορική μάλλον ολόκληρου του τρωικού μύθου που είχε διάρκεια δέκα χρόνων. Αυτός λοιπόν ο δεκάχρονος τρωικός πόλεμος μετακινείται σε αυτό το έπος και γίνεται ιλιαδικός πόλεμος, διαρκείας ούτε λίγο ούτε πολύ μόνον τεσσάρων μαχίμων ημερών. Αυτή η πύκνωση είναι επίσης ένα θεατρικό έργο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση ωστόσο ο σκηνοθέτης προχώρησε σε μια επιπλέον πύκνωση. Δεν είναι κάπως παρακινδυνευμένο αυτό;
Το θέμα είναι ποιες επιλογές γίνονται και πώς γίνονται αυτές οι επιλογές, ώστε να βγαίνει περίπου το σύνολο της Ιλιάδας. Νομίζω ότι ο Λιβαθινός έκανε μια επιτυχημένη συντόμευση.
Άλλες εξάλλου προσπάθειες με μυθιστορήματα θεμελιακά που μεταφέρθηκαν στο θέατρο, όπως έκανε ο Πέτερ Στάιν με το έργο Έγκλημα και τιμωρία, είχαν μια αντίστοιχη διάρκεια.
Μην ξεχνάμε επίσης ότι πολλά από τα πολύ σημαντικά έργα του θεάτρου, εάν δεν «κουτσουρευτούν», έχουν διάρκεια περίπου αυτής της τάξεως. Ας πούμε, αν είναι να παίξει κανείς ολόκληρο τον Βασιλιά Ληρ ή ολόκληρο τον Άμλετ, η διάρκεια θα είναι σίγουρα πάνω από τρεισήμισι ώρες. Επομένως, δεν είναι τόσο παράξενο μια παράσταση σαν την Ιλιάδα να κρατά τέσσερις ή τεσσερισήμισι ώρες.
Ας θυμηθούμε εξάλλου ότι στο σύγχρονο θέατρο, στο νεότερο θέατρο, υπάρχουν μεγάλης έκτασης μονόλογοι, οι οποίοι θυμίζουν λιγάκι τους μονολόγους που εν αφθονία έχουμε στο ομηρικό έπος. Λόγου χάριν, οι μονόλογοι στα δράματα του Σαίξπηρ έχουν μια πυκνότητα και μια ένταση και μια έκταση απροσδόκητη. Αλλά και σε έργα πιο σύγχρονα, πιο μοντέρνα, στα έργα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς ή του Άλμπυ ή του Μπέκετ, έχουμε μονολογικό στοιχείο που μπορεί να καλύπτει το σύνολο ενός θεατρικού έργου.
Επομένως, δεν υπάρχει θέμα μονοτονίας, ας πούμε, αυτής της παράστασης της Ιλιάδας κόντρα στο σύγχρονο θέατρο. Θα έλεγα μάλιστα ότι αποτελεί και ένα είδος δικαίωσης αυτού του στοιχείου που έχει και το σημερινό θέατρο και που κάποιοι συγγραφείς, πολύ σπουδαίοι, επιμένω, όπως ο Μπέκετ λόγου χάρη, το στοιχείο αυτό κυρίως, όχι απλώς το σεβάστηκαν, αλλά το άσκησαν φτάνοντάς το σε οριακή σχεδόν τελειότητα.
Ο ιλιαδικός πόλεμος και το ιλιαδικό έπος συμπυκνώνουν τον χρόνο τους σε τέσσερις μάχιμες ημέρες και θέλοντας και μη, και από τη συζήτηση που κάναμε με τον Λιβαθινό, η παράσταση οργανώθηκε σε τέσσερα «κεφάλαια», τα οποία αντιστοιχούν περίπου σε τέσσερις μάχιμες ημέρες. Ο λόγος ακούγεται πεντακάθαρα, όπως θα ακουγόταν, θα έλεγα, στην εποχή του. Αυτή η ακεραιότητα του λόγου, η οποία βγήκε από τα δεκαπέντε αυτά παιδιά δίχως αυταρέσκεια υποκριτική, έχει μια καθαρότητα που είναι στο όριο της αθωότητας.

Συμβάλλει οπωσδήποτε και η μετάφραση που «κατεβάζει στη γη» το επικό ύφος του έργου...
Δεν θέλω να μιλήσω εκτενώς για τη μετάφρασή μου. Θα πω όμως ότι τη χαρακτηρίζει ένα είδος λόγου ακροαματικού-οπτικού που, κατά τη γνώμη μου, καλύπτει σχεδόν όλη την γκάμα και των πέντε αισθήσεών μας. Και τη γεύση και την όσφρηση. Είναι ένας λόγος, όπως είναι και στο πρωτότυπο, πολυαισθησιακός και όχι μονοαισθησιακός. Δεν είναι μόνο ακουστικός, δεν είναι μόνο οπτικός-παραστατικός· είναι συγχρόνως κι ένας λόγος που τον γεύεσαι, που τον πιάνεις και που σε πιάνει.
Και κάτι ακόμα: στη μετάφρασή μου δεν φοβήθηκα να χρησιμοποιήσω ακόμη και πρωτότυπες λέξεις του κειμένου, εκεί που πίστευα ότι είναι δραστικές οι λέξεις αυτές. Δεν αγνόησα δηλαδή στοιχεία γλωσσικά, κι ας έφταναν ώς την παλαιότερη δυτική λογοτεχνία. Επομένως, δεν είναι μια μετάφραση που θέλει να καταργήσει τη χρονική της προοπτική προς τα πίσω – κάθε άλλο. Το θέμα είναι τι μπορεί να γίνει σήμερα από ένα κείμενο συνθεμένο στον όγδοο προχριστιανικό αιώνα. Τι μπορεί να προκύψει δηλαδή από τη συνάντηση, ας το πούμε έτσι, δύο γλωσσών: της ομηρικής γλώσσας αφενός και της νεοελληνικής, όπως διαμορφώνεται εδώ και χρησιμοποιείται για τη μετάφραση της Ιλιάδας.
Ίσως να πρέπει να ακουστεί κι αυτό. Τόσο στη θεωρία όσο και στη μεταφραστική πράξη εγώ διαφωνώ με την άποψη που θέλει την αρχαία ελληνική γλώσσα σταθερή και τη νέα ελληνική, κινούμενη, να τραβάει ντουγρού προς τα πίσω. Γι’ αυτό και η δική μου μετάφραση διαφοροποιείται από άλλες που γίνονται σήμερα. Διότι έχει γίνει με την εξής προοπτική και με την εξής προϋπόθεση: ότι και οι δύο γλώσσες, και η αρχαία γλώσσα και η νεοελληνική γλώσσα –και η μεταφραζόμενη γλώσσα δηλαδή και η μεταφραστική–, σε όλη αυτή την προσπάθεια κινούνται και οι δύο. Συν-κινούνται για να συναντηθούν σε ένα σημείο τριβής, στη μέση, λίγο πριν από τη μέση, λίγο μετά από τη μέση. Και το αποτέλεσμα είναι ότι από την τριβή αυτή βγαίνει ένα δυναμικό που λανθάνει και στη μία και στην άλλη γλώσσα. Όταν λοιπόν μεταφράζω, αυτό το σημείο τριβής των δύο γλωσσών με ενδιαφέρει πολύ. Διότι αυτό είναι και το καινούριο στοιχείο. Αυτό είναι και η αξία της μετάφρασης αυτής, αν έχει κάποια αξία. Νομίζω πως μπορεί να ωφελήσει τη σύγχρονη λογοτεχνία ως ένα είδος λόγου και ποιητικού, αν θέλετε, και πεζού, και διαλογικού και αφηγηματικού.

Κύριε Μαρωνίτη, στο σχολείο μαθαίνουμε για την Οδύσσεια του Καζαντζάκη και γνωρίζω τους περίφημους στίχους του Σεφέρη για την Ελένη. Αλλά και ο Καβάφης έχει εμπνευστεί από τον Όμηρο. Τελικά, σε ποιο βαθμό έχουν διεισδύσει τα ομηρικά έπη στη νεότερη ποίησή μας;
Πρέπει να σας πω ότι η ομηρική Οδύσσεια έχει ερεθίσει περισσότερο τους ποιητές μας από την Ιλιάδα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα το τεράστιο έργο των 33.333 στίχων της Οδύσσειας του Καζαντζάκη. Αλλά έχει ερεθίσει και μοντερνιστές ποιητές, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η Ιλιάδα: λ.χ. οι αναφορές στην ποίηση του Σεφέρη προς την Οδύσσεια είναι πολύ πυκνότερες μπροστά στις περίπου μηδενικές αναφορές στην Ιλιάδα. Από ό,τι ξέρω, έχουμε μια αναφορά του Πατρόκλου σε ένα ποίημα από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Γ΄. Και άλλους ποιητές όμως επηρέασε η Οδύσσεια, π.χ. με το θέμα της νέκυιας ή του Ελπήνορα.
Υπάρχει ωστόσο μια χαρακτηριστική εξαίρεση, κι αυτό είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον. Ο ποιητής που επέμεινε περισσότερο στην Ιλιάδα απ’ ό,τι στην Οδύσσεια κι έκανε ιλιαδικής προέλευσης ποιήματα είναι ο Καβάφης. Έχουμε τουλάχιστον τέσσερα ιλιαδικά ποιήματα του Καβάφη αφορμισμένα, και όχι μόνο αφορμισμένα αλλά χτισμένα έτσι με έναν δικό του τρόπο, πολύ τολμηρό ενίοτε ως προς τη χρήση του αλλά και πολύ σεβαστικό σε σχέση με το πρότυπο το ιλιαδικό, ενώ τα ποιήματά του που έχουν προέλευση την Οδύσσεια είναι δύο. Ας τα πούμε για να τα θυμηθούμε, έχουμε την «Πριάμου Νυκτοπορία», έχουμε «Τα άλογα του Αχιλλέως», έχουμε την «Κηδεία του Σαρπηδόνος» και έχουμε και τους «Τρώες». Τέσσερα καθαρώς ιλιαδικά ποιήματα. Το τελευταίο μάλιστα το έχει εντάξει ο Στάθης Λιβαθινός στην παράσταση, και είναι η σφραγίδα της.
Από την Οδύσσεια έχει επίσης δύο ποιήματα ο Καβάφης: είναι η «Δευτέρα Οδύσσεια» και η «Ιθάκη», η πασίγνωστη. Πάντως, είναι ο ποιητής που γενικότερα έχει γράψει πολύ σημαντικά ποιήματα με θέματα αρχαιοελληνικά από κείμενα σπουδαία. Έχουμε, λ.χ., σπουδαία ποιήματα του Καβάφη αφορμισμένα από τον Αισχύλο, από τους Πέρσες το ένα, από την Ορέστεια το άλλο. Έχουμε ποιήματά του αφορμισμένα και από τον Σοφοκλή. Είναι λοιπόν πολύ χαρακτηριστικό ότι αυτή τη στιγμή ο πιο προβεβλημένος ποιητής μας στο εξωτερικό, ίσως και στο εσωτερικό, έχει διασταυρωθεί επανειλημμένα με τα ομηρικά έπη και ειδικότερα με την Ιλιάδα, με τολμηρό μάλιστα τρόπο κυρίως σε ό,τι αφορά τη σημασιολόγησή τους.
Ο τρόπος που κάνει τη δουλειά του ο Καβάφης είναι πολύ ενδιαφέρων και πολύ τολμηρός. Τολμηρότερος λ.χ., θα έλεγα, απ’ ό,τι αυτός του Σεφέρη, ίσως λιγότερο τολμηρός απ’ ό,τι εκείνος του Ρίτσου. Διότι έχουμε και ποιήματα ομηρικά του Ρίτσου –εγώ τα λέω «Μικρά ομηρικά»–, και έχω γράψει ένα μελέτημα με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον και ως προς το στοιχείο το παραβατικό που έχουν. Δεν είναι τυχαία αυτή η συγγένεια Καβάφη και Ρίτσου σε ό,τι αφορά τις αφορμές των ομηρικών επών και όχι μονάχα των ομηρικών επών: γενικότερα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας.

Ποια θα ήταν η συμβουλή σας προς τους νέους ποιητές ή γενικότερα τους νέους λογοτέχνες;
Να διαβάσουν με προσοχή, να ακούσουν με προσοχή και να αφήσουν να ασκηθεί αυτό που περιμένουμε να ασκηθεί πάντα απ’ τα παλιά τα έργα, ως ζύμη. Για να ζυμωθεί και η νεοελληνική λογοτεχνία σε επίπεδα γλώσσας, ύφους, ήθους, μιας και αυτός είναι κι ο τελικός σκοπός. Δεν μαθαίνουμε τα παλιά κείμενα και τα παλιά έργα μονάχα για να πλουτίσουμε τις εγκυκλοπαιδικές μας γνώσεις!

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 ΧΡΟΝΟΣ 03 (07.2013)

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Κ.Π. Καβάφης (1863 - 1933) Τέσσερα κρυμμένα ποιήματα

.............................................................
 

          Κ.Π. Καβάφης (1863 - 1933)

     Τέσσερα κρυμμένα ποιήματα 

 

























Η τράπεζα του μέλλοντος

Την δύσκολη ζωή μου ασφαλή να κάνω
εγώ στην Τράπεζα του Μέλλοντος επάνω
πολύ ολίγα συναλλάγματα θα βγάλω.

Κεφάλαια μεγάλ' αν έχει αμφιβάλλω.
Κι άρχισα να φοβούμαι μη στην πρώτη κρίση
εξαφνικά τας πληρωμάς της σταματήσει.
[1897]

 

Πρόσθεσις

Αν ευτυχής ή δυστυχής είμαι δεν εξετάζω.
Πλην ένα πράγμα με χαράν στον νου μου πάντα βάζω--
που στην μεγάλη πρόσθεσι (την πρόσθεσί των που μισώ)
που έχει τόσους αριθμούς, δεν είμ' εγώ εκεί
απ' τες πολλές μονάδες μια. Μες στ' ολικό ποσό
δεν αριθμήθηκα. Κι αυτή η χαρά μ' αρκεί.
[1897]

 

Δυνάμωσις

Όποιος το πνεύμα του ποθεί να δυναμώσει
να βγει απ' το σέβας και την υποταγή.
Από τούς νόμους μερικούς θα τους φυλάξει,
αλλά το περισσότερο θα παραβαίνει
και νόμους κ' έθιμα κι απ' την παραδεγμένη
και την ανεπαρκούσα ευθύτητα θα βγει.
Από τες ηδονές πολλά θα διδαχθεί.
Την καταστρεπτική δεν θα φοβάται πράξι·
το σπίτι το μισό πρέπει να γκρεμισθεί.
Έτσι θ' αναπτυχθεί ενάρετα στη γνώσι.
[1903]

 

Κρυμμένα

Απ' όσα έκαμα κι απ' όσα είπα
να μη ζητήσουνε να βρουν ποιος ήμουν.
Εμπόδιο στέκονταν και μεταμόρφωνε
τες πράξεις και τον τρόπο της ζωής μου.
Εμπόδιο στέκονταν και σταματούσε με
πολλές φορές που πήγαινα να πω.
Οι πιο απαρατήρητές μου πράξεις
και τα γραψίματά μου τα πιο σκεπασμένα--
από εκεί μονάχα θα με νιώσουν.
Αλλά ίσως δεν αξίζει να καταβληθεί
τόση φροντίς και τόσος κόπος να με μάθουν.
Κατόπι--στην τελειοτέρα κοινωνία--
κανένας άλλος καμωμένος σαν εμένα
βέβαια θα φανεί κ' ελεύθερα θα κάμει.
[1908]


Πηγή: Κ.Π. Καβάφης, Κρυμμένα Ποιήματα, 1877;-1923, φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ίκαρος, 2000.
Εικόνα:http://www.tovima.gr/default.asp?pid=46&ct=47&artid=134303&dt=18/05/2003

"To κάστρο με τα πολλά ονόματα" της Άννας Δαμιανίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 16/7/2013)


............................................................


της Άννας Δαμιανίδη 

Παρόλη τη ζέστη συνεχίσαμε τον πολιτιστικό τουρισμό στην Πελοπόννησο πηγαίνοντας ξανά στο κάστρο Χλεμούτσι. Είναι κοντά στην εξ αγχιστείας πατρίδα μου και το παρακολουθώ εδώ και είκοσι χρόνια. Στην αρχή έβλεπα ένα ερείπιο χωρίς όνομα, μου πήρε καιρό να ταυτίσω τον γκρίζο όγκο με κάστρο, να του δώσω το όνομά του, μάλλον τα πολλά του ονόματα, γιατί λέγεται επίσης Καστέλ Τορνέζε και Κλερμόν και επι το ελληνικότερον και νεώτερον Κάστρο Κυλλήνης. Το κάθε όνομα έχει τη σημασία του. Σιγά- σιγά έβλεπα ξεπατωμένα παράθυρα να γεμίζουν και να ξαναγίνονται παράθυρα, οροφές να αποκαθίστανται, σωρούς απο πέτρες να ταχτοποιούνται, χώρους να καθαρίζονται, και τέλος, πρόπερσι, δυο αίθουσες να ανοίγουν με ευρήματα της περιοχής στο πρώτο και μοναδικό μουσείο Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα. Τώρα πια ξεχωρίζει σαν αυτό που είναι, μεγάλο, πέτρινο κάστρο σε περίοπτη θέση, που αναδείχθηκε μετά απο εξαιρετική δουλειά χρόνων και χρόνων. Α ναι, κάπου πήρε το μάτι μου λίγο αργότερα και ειρωνικά σχόλια, άκου μουσείο Φραγκοκρατίας στην Ελλάδα! Αυτό μας έλειπε! Ως γνωστόν οι Έλληνες μετά που έγιναν κάπως Ρωμαίοι, αναλήφθηκαν στους ουρανούς με κάποιο διαστημόπλοιο, μαζί με τα άγια τους χώματα, και έμειναν εκεί μέχρι να αποφασίσουν να επανεμφανιστούν φορώντας φουστανέλα και ανεμίζοντας λάβαρα. 
Ωστόσο το κάστρο αυτό δεν το επισκέπτομαι μόνο εγώ που έτυχε να διαβάσω μικρή την πριγκιπέσα Ιζαμπώ του Τερζάκη και αναζητώ απεγνωσμένα τους ψιθύρους του Σγουρού και τις διαδρομές επ' 'ονου της κυράς της Άκοβας. Ήταν γεμάτο κόσμο,  κάστρο και μουσείο, κυρίως παιδιά σε εφηβική ηλικία, διότι, πώς να το κάνουμε, τα παιδιά μαγεύονται με τα κάστρα. Ο Ντίσνεϋ το ήξερε καλά και επειδή στην Αμερική δεν μπορούσε να βρει κανένα αληθινό έφτιαξε τη Ντίσνεϋλαντ, μια χώρα κάστρων όλων των ειδών. Είναι το είδος του κτίσματος, ή είναι η εποχή που ασκεί τόση γοητεία; Ο Μεσαίωνας, οι ιππότες, η φεουδαρχία, οι πριγκίπισσες; Ποιο στοιχείο έλκει περισσότερο; Μήπως τα παραμύθια που πάντα έχουν σκηνικό μεσαιωνικό δημιουργούν αυτή τη μαγεία; Πρώτα έρχονται αυτά και μετά το σκηνικό, ή το ανάποδο; 
Φαίνεται πως κάτι υπάρχει εκεί που έχει να κάνει με το σήμερα. Κάτι που επιζεί στα τραγούδια, στους θρύλους, στις τοπικές συνήθειες, στα παιδικά παιχνίδια, κάτι που συνδέεται ίσως και με το χαρακτήρα των ανθρώπων σε κάθε χώρα και επαρχία της Ευρώπης πολύ περισσότερο από όσο το DNA για παράδειγμα, το οποίο διαρκώς επικαλούνται τα τελευταία χρόνια οι σχολιογράφοι. Η Ελλάδα έχει αρνηθεί γενικά να αντικρίσει τον εαυτό της στην μεσαιωνική ιστορία, και δεν είναι τυχαίο που κανείς δεν διανοήθηκε να ειρωνευτεί, ας πούμε, το δεύτερο και περίλαμπρο αρχαιολογικό μουσείο που χτίστηκε στην Ήλιδα λίγο πριν ή λίγο μετά τους Ολυμπιακούς αγώνες, διότι για τους αρχαίους πάντα λίγα κάνουμε και μόνο αυτούς αναγνωρίζουμε ως προγόνους. Έστω και σαν περαστικούς να τους δεις πάντως, οι Φράγκοι άφησαν αν μη τι άλλο στην Πελοπόννησο σκηνικά παραμυθιών σε μεσογειακό περιβάλλον, όπου τα δυο τρία τελευταία χρόνια γίνονται και αναπαραστάσεις γκιόστρας προς μεγάλη χαρά των παιδιών. 
Ελπίζω οι σύγχρονοι καβαλλάρηδες να προσέχουν. Λεπτομέρειες για τη γκιόστρα ελληνιστί θα βρείτε στο Β του Ερωτόκριτου.