Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

"Πιστεύω στα Χριστούγεννα" της Άννας Δαμιανίδη ("Ημερολόγιο Οδοστρώματος", 25/12/2012)

...................................................

Πιστεύω στα Χριστούγεννα


Χριστός γεννάται σήμερον
εν Βηθλεέμ τη πόλει
οι ουρανοί αγαλλονται
χαίρε η φύσις όλη. 
 
Τα δυο αδερφάκια αλβανικής καταγωγής που ξέρω από μωρά, με μάθανε καλά. Μου τα τραγούδησαν ολόκληρα τα κάλαντα κι ανταμείφθηκαν αναλόγως. Ποιος ξέρει τι θα λένε μεταξύ τους για μένα, αυτή είναι πολύ χριστιανή! Έχω και κάτι εικόνες στο χωλ, πού να φανταστούν το δικό μου σύμβολο πίστεως. Χρηματοδότησα και φέτος τα γενναία μικρά που μου χτύπησαν την πόρτα, παιδιά μεταναστών όλα, τους έδειξα πώς να κρατάνε σωστά το τρίγωνο, τους προμήθευσα κορδελίτσες, τα κέρασα μελομακάρονα. Σε άλλες συνθήκες, σε άλλους καιρούς μάλλον, θα ήμουν πολύ θρήσκο άτομο, το έχω καταλάβει. Καθολική θα μου πήγαινε νομίζω, να φοράω και μαύρες δαντέλες στα μαλλιά, και γενικά να εκδηλώνομαι περισσότερο και να ψάλλω τακτικά αυτούς τους δυτικούς ύμνους που μ’ αρέσουν.  
Οχι καλέ δεν πιστεύω στο Χριστό, ούτε και στο θεό, πόσο μάλλον. Πιστεύω όμως στα παιδιά που λένε κάλαντα. Αφού το λένε πως γεννάται, έτσι είναι. Μέσα στη μεγάλη νύχτα γεννιέται ο θεός του ήλιου. Πιστεύω στην αναβίωση πανάρχαιων εθίμων. Ας ξέρουμε ότι κανένας δεν γεννιέται, υποδεχόμαστε το θείο βρέφος με ενθουσιασμό. Πιστεύω στις γιορτές, στην ανθρώπινη σοφία που έφτιαξε τα ημερολόγια, παρατήρησε τον ήλιο και άναψε φώτα, έμαθε να ελπίζει, να προγραμματίζει τη χαρά, έμαθε να χορεύει και να τραγουδά. Πιστεύω στους χορούς και στα τραγούδια. Επίσης στο κρασί, στο τσίπουρο και στο ουίσκι. Πιστεύω με φανατισμό στα μανταρίνια και στα ρόδια.
Πιστεύω στα έλατο που μένει πράσινο, πιστεύω στα στόλίδια που κρεμάμε κάθε χρόνο για να φέρουν αφθονία και γενναιοδωρία. Πιστεύω στα μελομακάρονα, τα γλυκά που έτρωγαν στις γιορτές των μακάρων, για τους νεκρούς που γαλήνεψαν, και πάλι φαγητό τους φτιάχνανε, γλυκό για τη μακαριότητα. Δεν πιστεύω αντίθετα στους κουραμπιέδες, αλλά δεν ξέρω γιατί. Είναι θέμα γούστου. Πιστεύω φυσικά στο γούστο, καθώς και στην καλλιέργεια του γούστου.
Με δυο λόγια δεν πιστεύω στο Χριστό, αλλά πιστεύω στα Χριστούγεννα με πάθος και αφοσίωση. Και κάθε χρόνο αλλάζω το σύμβολο της πίστεως αυτό, αν και στα βασικά του σημεία μένει το ίδιο. Είναι σωστό να είναι στον πληθυντικό, χωράνε μέσα τόσες ποικιλίες.
Χρόνια πολλά, ευχές για καλυτέρευση της ζωής, καλλιέργεια της ψυχής, του πνεύματος και του σώματος, ευχές για εξάσκηση στη βελτίωση των ανθρωπίνων σχέσεων καθημερινά για όλο το χρόνο.
 
 

Δευτέρα 24 Δεκεμβρίου 2012

Οι ιστορίες πίσω από τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ (athensvoice.gr & http://n-tomaras.blogspot.gr, 20/12/2012)

 ...........................................................

Οι ιστορίες πίσω από τα παραμύθια των Αδελφών Γκριμ

Ένα μυθικό, κυριολεκτικά και μεταφορικά, ντουέτο που χάραξε τη φαντασία, τα όνειρα και τους εφιάλτες των παιδιών όλου του κόσμου, τα τελευταία 200 χρόνια: οι Γερμανοί Αδελφοί Γκριμ. Παραμυθάδες, αλλά και αριθμολόγοι, περιπετειώδεις και, με έναν μαγικό τρόπο, πάντα καθηλωτικοί.

Οι αδελφοί Γιάκομπ και Βίλχελμ Γκριμ ήταν συλλέκτες παραμυθιών στα οποία ο Βίλχελμ έδινε μία νέα, λογοτεχνική προσαρμογή, για παιδιά. Το πρώτο τους βιβλίο «Παιδικά παραδοσιακά παραμύθια» εκδόθηκε τον Δεκέμβριο του 1812 και μέχρι σήμερα έχει μεταφραστεί σε 160 γλώσσες. Πρόκειται για ένα από τα μεγαλύτερα μπεστ σέλερς. Χειρόγραφα αντίγραφα της πρώτης έκδοσης φυλάσσονται στο Μουσείο των Αδελφών Γκριμ, στην πόλη Κάσσελ και από το 2005 αποτελούν τμήμα του Προγράμματος Παγκόσμιας Κληρονομιάς, ασφαλισμένα με ένα ανάλογο, μυθικό ποσό – 15 εκατομμύρια ευρώ.

 Τα δύο αδέλφια, μέχρι το 1850 είχαν καταγράψει περισσότερα από 210 παραμύθια. Οι φήμες έλεγαν ότι τα παραμύθια αυτά τους τα είχε διηγηθεί μία Γερμανίδα χωριάτισσα, η αλήθεια όμως είναι ότι επρόκειτο για ιστορίες που τους διηγούνταν νεαρές κυρίες της αριστοκρατίας, με τις οποίες συναναστρέφονταν. Πολλές από αυτές, Γαλλικής καταγωγής. Η «Κοκκινοσκουφίτσα και ο Λύκος» καθώς και ο «Παπουτσωμένος Γάτος» ήταν δύο από τα πιο χαρακτηριστικά παραμύθια που έμαθαν από αυτές τις κυρίες, αν και είχαν εμφανιστεί 100 χρόνια νωρίτερα, σε μία ανθολογία παραμυθιών του Γάλλου Σαρλ Περό.

Αρχικά, η συλλογή των παραμυθιών είχε ακαδημαϊκό χαρακτήρα. Η εξέλιξη της κοινωνίας όμως ήταν τέτοια, ώστε στον 19ο αιώνα πια, οι μητέρες άρχισαν να αναζητούν βιβλία για τα παιδιά τους. Ζητήθηκε από τους Αδερφούς Γκριμ να προσαρμόσουν τα παραμύθια τους και να αφαιρέσουν κάθε σεξουαλικό υπονοούμενο και να «απαλύνουν» κάποια σημεία, όπως π.χ. η μητέρα του «Χάνσελ και της Γκρέτελ» που αφήνει τα παιδάκια στο δάσος, έγινε μητριά τους, για να μη διαστρεβλώνεται η μητρική εικόνα, μίας τόσο μητριαρχικής κοινωνίας, εκείνης της εποχής. Οι αλλαγές που ζητούσε ο εκδότης τους δεν ενθουσίασαν τους δύο Γκριμ, αλλά κατάφεραν και δημιούργησαν τον μεγαλύτερο παιδικό μύθο του αιώνα τους.

Ιδανικός συνεχιστής των παραμυθιών τους, υπήρξε φυσικά ο Γουόλτ Ντίσνεϊ. Από άποψη επιτυχία τουλάχιστον. Πέντε παραμύθια των Γκριμ έγινα ταινίες από τα στούντιο Ντίσνεϊ με πρώτη και σημαντικότερη τη «Χιονάτη και τους Επτά Νάνους» που κυκλοφόρησε το 1937 και έφερε στα ταμεία 6,5 εκατομμύρια δολάρια, τεράστιο ποσό τότε, τόσο ώστε να κάνει την ταινία το πιο πετυχημένο για την εποχή του, «talkie» («ομιλούν» φιλμ). Βέβαια, ο Ντίσνεϊ χρειάστηκε να κάνει μερικές αλλαγές. Π.χ. στην ταινία, η κακιά μητριά ζητάει από τον κυνηγό να της φέρει την καρδιά της Χιονάτης, ενώ στην αυθεντική εκδοχή ζητάει τα πνευμόνια και το συκώτι της Χιονάτης, για να τα μαγειρέψει και να τα φάει…

Τα δύο αδέρφια ήταν πραγματικά αχώριστα. Ο Γιάκομπ και Βίλχελμ ζούσαν και δούλευαν μαζί σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Το 1803, όταν χρειάστηκε να χωρίσουν για λίγο διάστημα, ο Γιάκομπ έγραψε ένα γράμμα στον αδερφό του: «Αγαπητέ Βίλχελμ, ποτέ δεν πρόκειται να μας χωρίσουν. Έχουμε τόσο πολύ συνηθίσει ο ένας τη συντροφιά του άλλου ώστε ακόμα και ο πιο μικρός χωρισμός μας θλίβει μέχρι θανάτου». Και έτσι έγινε. Ο Βίλχελμ πέθανε τον Δεκέμβριο του 1859, και ο Γιάκομπ ακολούθησε τέσσερα χρόνια αργότερα. Επί 73 χρόνια έζησαν μαζί και θάφτηκαν ο ένας δίπλα στον άλλο σε ένα νεκροταφείο στο Βερολίνο.

 Οι Αδερφοί Γκριμ πίστευαν στον αριθμό 7. Από τον «Λύκο και τα Επτά Κατσικάκια» μέχρι τα έξη αδερφάκια του «Κοντορεβιθούλη» (+ ένας αυτός = επτά) και τις μαγικές του μπότες που διένυαν ένα μίλι με επτά μόνο βήματα, φαίνεται ότι ο αριθμός αυτός παίζει ρόλο κλειδί στις ιστορίες τους. Αντίληψη που έχει τις ρίζες της στην αριθμολογία της Ιουδαϊκής - Χριστιανικής θρησκείας και σαν άθροισμα του 3 με το 4 συμβολίζει το κάθε τι ανθρώπινο. Στη Βίβλο, ο αριθμός 3 αντιπροσωπεύει την ψυχή και κάθε τι πνευματικό. Το 4 συμβολίζει τον υλικό κόσμο που, σύμφωνα με τους αρχαίους, προκύπτει από τα τέσσερα στοιχεία της φύσης.

Και όπως φαίνεται εκεί βρίσκεται η γοητεία των παραμυθιών των Αδερφών Γκριμ. Στις ιστορίες που δεν φαίνονται, υπονοούνται και είναι κρυμμένες μέσα στις ιστορίες τους.

Πηγή: athensvoice.gr

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2012

Τζον Στάινμπεκ: Ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα 11:12, 20 Δεκ 2012 | tvxsteam tvxs.gr/node/50600

.........................................................

Τζον Στάινμπεκ: Ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα

tvxs.gr/node/50600
 

Σαν σήμερα, στις 20 Δεκέμβρη 1968, έφυγε από τη ζωή ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο πολυβραβευμένος και πολυγραφότατος Τζον Στάινμπεκ χάρισε στην αμερικανική πολιτισμική κληρονομιά αριστουργήματα, όπως τα «Σταφύλια της οργής» (1938), για το οποίο απέσπασε το βραβείο Πούλιτζερ το 1940, ενώ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962. «Σε απόλυτη μοναξιά, ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα», είχε πει ο ίδιος.
Ο Τζον Ερνστ Στάινμπεκ ο Νεότερος γεννήθηκε στην πόλη Σαλίνας της Καλιφόρνια. Η καταγωγή του ήταν από Γερμανία και Ιρλανδία. Μάλιστα, το όνομα του Γερμανού προπάππου του από την πλευρά του πατέρα του ήταν Γιόχαν Άντολφ Γκροστάινμπεκ, αλλά το συντόμευσε μετά τη μετανάστευσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μεγαλωμένος σε μία μικρή αγροτική πόλη, με τον πατέρα του, Τζον Στάινμπεκ τον Πρεσβύτερο, ο οποίος δούλευε ως ταμίας και τη μητέρα του, Όλιβ Χάμιλτον, πρώην δασκάλα, ο μικρός Στάινμπεκ δούλευε και ο ίδιος τα καλοκαίρια σε κοντινά κτηνοτροφικά αγροκτήματα. Το 1919 τελείωσε το Λύκειο, ενώ το 1920 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα, με διαλείμματα, στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ μέχρι το 1925, χωρίς τελικά να καταφέρει να πάρει πτυχίο.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 τον ανάγκασε να αλλάξει διάφορα επαγγέλματα, όπως αυτό του ξεναγού, του επιστάτη στο ιχθυοτροφείο του Ταχόε Σίτυ και του μεταφορέα σε μία αποθήκη εμπορευμάτων στο Σαν Φρανσίσκο. Ο πατέρας του τον βοήθησε οικονομικά παρέχοντας του δωρεάν στέγαση και δάνεια, ώστε να αφιερωθεί στο πάθος για συγγραφή. Εκείνη την περίοδο δημοσιεύτηκε το πρώτο μυθιστόρημα του με τίτλο «Η Χρυσή Κούπα» (Cup of Gold). Παράλληλα, παντρεύτηκε τη πρώτη του γυναίκα, Κάρολ Χέννινγκ, τον Ιανουάριο του 1930.
Η πρώτη συγγραφική του επιτυχία ήρθε το 1935 με το μυθιστόρημα «Η Πεδιάδα της Τορτίλια» (Tortillia Flat), το οποίο του χάρισε το Χρυσό Μετάλλιο της Λέσχης της Κοινοπολιτείας της Καλιφόρνια και έγινε ταινία το 1942. Η εμπειρία του Κραχ τον ενέπνευσε να γράψει μία σειρά από έργα, ανάμεσά τους το «Άνθρωποι και Ποντίκια» (Of Mice and Men) και «Τα Σταφύλια της Οργής» (The Grapes of Wrath), τα οποία γνώρισαν τεράστια επιτυχία και τον καθιέρωσαν στην αμερικάνικη λογοτεχνική σκηνή.
Συγκεκριμένα, το έργο «Άνθρωποι και ποντίκια», μετά τη θεατρική μεταφορά, στην οποία ο Στάινμπεκ αρνήθηκε να παρευρεθεί για να μην απογοητευτεί από το αποτέλεσμα, μεταφέρθηκε το 1939 στον κινηματογράφο. Αντίστοιχα, «Τα Σταφύλια της Οργής», το οποίο θεωρείται από πολλούς ως το καλύτερο έργο του, απέσπασε το βραβείο Πούλιντζερ το 1940, ενώ χάρισε στον Χένρι Φόντα μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, όταν μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Τζον Φορντ. Μάλιστα, το βιβλίο αυτό θεωρήθηκε άσεμνο και παραπλανητικό και απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του στα δημόσια σχολεία και τις βιβλιοθήκες της επαρχίας του Κερν από τον Αύγουστο του 1939 ως τον Ιανουάριο του 1941.
Το 1943 υπήρξε μία σημαντική χρονιά για τον Στάινμπεκ, καθώς διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για την εφημερίδα New York Herald Tribune, δούλεψε με το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (τον πρόγονο της CIA) και παντρεύτηκε τη δεύτερη του γυναίκα Γκουίντολιν "Γκουίν" Κόνγκερ, με την οποία απέκτησε τους δύο γιους του.
Το 1948 έγινε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας, ενώ τον Δεκέμβριο του 1950 παντρεύτηκε την τρίτη και τελευταία του γυναίκα Ελέιν Σκοτ, η οποία έμεινε μαζί του ως το τέλος της ζωής του.
Ο πόλεμος άφησε στον Στάινμπεκ πολλά ψυχολογικά τραύματα, τα οποία προσπάθησε να γιατρέψει μέσα από το γράψιμό του. Στο σύνολο της συγγραφικής του καριέρας, ο Στάινμπεκ έγραψε 17 μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα. Δύο από τα πιο σημαντικά τελευταία του δημιουργήματα ήταν η συγγραφή του κινηματογραφικού σεναρίου «Viva Zapata!», το οποίο γυρίστηκε σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο και Άντονι Κουίν και το «Ανατολικά της Εδέμ» (East of Eden), στην κινηματογραφική μεταφορά του οποίου έκανε το ντεμπούτο του ο Τζέημς Ντην.
Χρόνιος καπνιστής, ο 66χρονος Τζον Στάινμπεκ απεβίωσε στις 20 Δεκεμβρίου 1968 στη Νέα Υόρκη από καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ του διαγνώστηκε πλήρη απόφραξη των κυρίων στεφανιαίων αρτηριών. Μετά από επιθυμία του, το σώμα του αποτεφρώθηκε και η τεφροδόχος με τις στάχτες του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο, μαζί με την οικογένεια της μητέρας του, στο Garden of Memories Memorial Park στην πόλη Σαλίνας.




Τα σταφύλια της οργής (1940) από tvxorissinora

Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012

"O μάγος – δώρο" Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Χρήστου Χωμενίδη ("Καθημερινή", 24-25/12/2011)

..........................................................
 

O μάγος – δώρο 

Χριστουγεννιάτικο διήγημα του Χρήστου Χωμενίδη
 



Κόντευαν να συμπληρωθούν δύο χρόνια από τον θάνατο του πατέρα μου και η μάνα μου φορούσε ακόμα μαύρα. Τα έβγαζε μονάχα όταν όρθια εμπρός στον χάρτη έλεγε το δελτίο καιρού. Με σοβαρότητα κι επιστημονική ακρίβεια, δίχως ψήγμα απ’ το μπρίο και το κλείσιμο του ματιού προς το λιγούρικο κοινό που υιοθέτησαν τα επόμενα χρόνια οι περισσότερες διάδοχοί της. Μετεωρολόγος ήταν άλλωστε η μάνα μου, αποσπασμένη από την ΕΜΥ στην κρατική τηλεόραση. Την είχαν ασφαλώς διαλέξει για να βγαίνει στο γυαλί χάρη στη δωρική της ομορφιά, ο αποκλειστικός ωστόσο λόγος που η ίδια δεν εγκατέλειψε μετά τη συμφορά τα στούντιο ήταν οικονομικός. Μη φανταστείτε τίποτα πολλά λεφτά. Για ένα αξιοπρεπές επίδομα μιλάμε που –προστιθέμενο στον μισθό της– επέτρεπε στη διμελή μας πλέον οικογένεια να διατηρεί τα προνόμια ενός αυτοκινήτου κι ενός συμπαθητικού ρετιρέ στο Παγκράτι. Οταν θα τελεσιδικούσε και η απόφαση για τον μπαμπά και θα πλήρωνε επιτέλους ο φορτηγατζής που τον είχε παρασύρει μέρα-μεσημέρι στο φανάρι της Σόλωνος την αποζημίωση που ζητούσαμε, τότε θα εξασφαλίζονταν και οι σπουδές μου στην Αμερική. «Στο καλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου θα σε στείλω!», με διαβεβαίωνε η μαμά και προσδοκούσε να δει το πρόσωπό μου να φωτίζεται, λες κι ήταν ποτέ δυνατόν ένα αγοράκι στα δεκατρία να σχεδιάζει ή να ονειρεύεται με ορίζοντα πενταετίας…
Εμένα με χαροποιούσαν ή με απέλπιζαν –κυρίως το δεύτερο– πολύ πιο χειροπιαστά πράγματα: Η έλλειψη κοριτσιών απ’ το σχολείο μου. Η αδυναμία μου να συγκεντρωθώ στα Μαθηματικά. Και τα σπυριά που ξεπετάγονταν στα πιο περίοπτα σημεία του προσώπου μου όποτε ήμουν καλεσμένος σε κάνα πάρτι. «Μπαίνεις στην “άχαρη ηλικία” …», αποφαινόταν –καθησυχαστικά υποτίθεται– η μαμά. «Δεν θα πιάσω γκόμενα στον αιώνα τον άπαντα…», συλλογιζόμουν εγώ.
Την απουσία του πατέρα μου προσπαθούσα να μην τη σκέφτομαι και ούτε να αναπολώ τα παιχνίδια που παίζαμε και τις πλάκες που κάναμε οι δυο μας, τα όσα μου είχε τάξει – «θα σε πάω στο τάδε μέρος, θα σου διηγηθώ τη δείνα ιστορία» – και δεν θα τα εκπλήρωνε ποτέ. Αγωνιζόμουν γενικά να μη συγκρίνω το τώρα με το πριν. Κι αν κάποιες όψεις της καινούργιας μας ζωής με διαόλιζαν, ήταν εκείνες οι οποίες δεν αποτελούσαν –κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον– αναπόδραστες συνέπειες της συμφοράς: Ο οίκτος κάτι μακρινών συγγενών και κάτι τύπων της γειτονιάς, σαν τον βενζινά που με αγκάλιασε από τους ώμους –ποιος του ’χε δώσει το θάρρος; – και με πληροφόρησε ότι και ο ίδιος είχε μείνει ορφανός απ’ τα έντεκα, «χέστηκα!», μου ’ρθε να του απαντήσω αλλά κώλωσα. Η διακριτική (όχι όμως τόσο διακριτική ώστε να μην την έχω πάρει χαμπάρι) συνήθεια της μάνας μου να χαμηλώνει αργά το βράδυ τα φώτα του σαλονιού, να βάζει ιταλικά τραγούδια και να ξεφυλλίζει στον καναπέ άλμπουμ με φωτογραφίες από παλιότερες ευτυχισμένες στιγμές. Η συμπεριφορά –το πλέον ντροπιαστικό– της παρέας τους.
Πού είχαν σκορπίσει όλα εκείνα τα φιλικά ζευγάρια, που μαζί τους γλεντούσαν από σπίτι σε σπίτι και από ταβέρνα σε ντισκοτέκ τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα, βρέξει-χιονίσει; Γιατί μαζί με τις συλλυπητήριες επισκέψεις αραίωσαν και τα τηλεφωνήματα και οι προσκλήσεις; Το πρώτο Πάσχα μετά τον θάνατο του μπαμπά πήγαμε –όπως είχε προκανονιστεί– μαζί με τους υπόλοιπους εκδρομή στην Κέρκυρα. Ούτε όμως στα εξοχικά τους μας κάλεσαν το καλοκαίρι ούτε καν στην πορεία του Πολυτεχνείου, όπου κατέβαιναν μαζί οι γονείς μου και οι κολλητοί τους από τα φοιτητικά τους χρόνια…
Εκείνο τον καιρό εγώ νόμιζα ότι μας αποφεύγουν λόγω πένθους, πως δεν ανέχονταν να βαραίνει την εύθυμη ατμόσφαιρα της συντροφιάς τους η παρουσία μιας χήρας και ενός ορφανού. Πολλά χρόνια αργότερα μου αποκαλύφθηκε η τρισχειρότερη αλήθεια: Οι φιλενάδες της μάνας μου, οι «αφοσιωμένες» και «προοδευτικές» της φιλενάδες, ήταν που ευθύνονταν για τον αποκλεισμό μας. Για ποιο λόγο να βάζουν τα στεφάνια τους στον διαρκή πειρασμό μιας ωραίας, νέας και ελεύθερης (αδιάφορο για ποιο λόγο) γυναίκας; Λίγες φορές η αναξιοπαθούσα χαροκαμένη εξελίσσεται σε ύπουλη αντροχωρίστρα; Φύλαγε άρα τα ρούχα σου για να ’χεις τα μισά. Ετσι σκέφτονταν, σας το ορκίζομαι.
Το πιο εξωφρενικό; Κατά το ήμισυ είχαν δίκιο. Οι σύζυγοι –που σαν τις κότες υποτάσσονταν στη βούλησή τους– δεν δίσταζαν πίσω απ’ την πλάτη τους να πολιορκούν πλαγίως –ή και ανοιχτά ακόμα– τη μάνα μου. Να τη συνοδεύουν με το έτσι θέλω στο νεκροταφείο, να της πουλάνε κάθε λογής καλοσύνες κι εξυπηρετήσεις, να της υπενθυμίζουν –άκουσον, άκουσον! – πως ο Μανόλης είχε υπάρξει εξαιρετικά ανοιχτόμυαλος κι ότι το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσε η ψυχούλα του θα ’τανε να τη νιώθει μόνη και μαραζωμένη… Η μάνα μου τους άφηνε να εκδηλωθούν καλά καλά, να εκτεθούν, και έπειτα τους απέρριπτε γελώντας τους κατάμουτρα. Την είχε καταλάβει –θεωρώ– μια παράξενη κακία, μια λαχτάρα να μειώνει τα αρσενικά που είχαν επιβιώσει του δικού της. Με εξίσου περιφρονητικό τρόπο απέκρουε τις προτάσεις διάφορων πολύφερνων γαμπρών, οι οποίοι τη γνώριζαν από την τηλεόραση. Πολιτικών, μεγαλοδημοσιογράφων, επιχειρηματιών. Δεν υπήρχαν ακόμα τότε κινητά – την παρακολουθούσα να τους μιλάει από το τηλέφωνο του σπιτιού, να τους ερεθίζει σχεδόν με την ελαφρά βραχνάδα της φωνής της προτού τους στείλει στον αγύριστο. Οι χυλόπιτες που έριχνε την ηδόνιζαν – γελούσε σαν διαβολοκόριτσο. Εγώ αντιλαμβανόμουν το νοσηρό του πράγματος. «Δεν θα πιάσει γκόμενο ποτέ…», σκεφτόμουν, μάλλον μελαγχολικά. Ωσπου εμφανίστηκε στη ζωή της ο Ερικ.
Μου τον αποκαλούσε εναλλάξ «Σουηδό» και «Χιονάνθρωπο». Κανένα από τα δύο δεν αλήθευε ακριβώς. Ο Ερικ είχε γεννηθεί από Ελληνίδα και είχε μεγαλώσει στον Χολαργό. Κι αν είχε εκπαιδευτεί στο Χόνινγκσβαγκ, την αρκτικότερη πόλη της Ευρώπης, εδώ και δύο χρόνια ήταν συνάδελφός της στην ΕΜΥ. Εγώ διασκέδαζα πάντως να τον φαντάζομαι Βίκινγκ, να την ανεβάζει στο έλκηθρο και να την τρέχει στο ιγκλού του – «ιγκλού έχουν οι Εσκιμώοι!», με διόρθωσε με παράλογα αυστηρό ύφος η μαμά– «σε πειράζει να έρθει ο Ερικ να κάνουμε Χριστούγεννα μαζί;», με ρώτησε με την ίδια ανάσα.
Γιατί να με πείραζε; Τι να με πείραζε; Που δεν θα περνούσαμε την Αγια Νύχτα οι δυο μας υπό το βλέμμα του μακαρίτη όπως πρόπερσι; Ή που δεν θα πηγαίναμε σαν πέρυσι στον παππού και στη γιαγιά, για να «απολαύσουμε» στη διαπασών –αμφότεροι βαρήκοοι– την ίδια κασέτα με κάλαντα του Πόντου και των λοιπών χαμένων πατρίδων; Και μόνο το γεγονός ότι επιτέλους θα ’μπαινε στο σπίτι μας ένα καινούργιο πρόσωπο αποτελούσε λόγο γιορτής.
«Μην τυχόν ετοιμάσετε τίποτα προτού έρθω – θα τα στολίσουμε και θα τα μαγειρέψουμε όλα μαζί!», διεμήνυσε ο Ερικ και ανήγγειλε την άφιξή του για τις πέντε το απόγευμα. Της 24ης Δεκεμβρίου 1988. Χτύπησε το κουδούνι ένα τέταρτο νωρίτερα. Εγώ ήμουν ακόμα με τη φόρμα, η μάνα μου μόλις που ’χε περάσει στον λαιμό της το περιδέραιο με τις πέρλες, αρμονικός συνδυασμός με το μαύρο της φόρεμα, «αυτοκρατορικόν πένθος» σάρκαζε η ίδια, μιμούμενη το πομπώδες ύφος μιας θειάς της, τραγουδίστριας της οπερέτας… Το κεφάλι του Ερικ μετά βίας διακρινόταν στο βάθος του ασανσέρ, πίσω από κουτιά και σακούλες που περιείχαν τα σέα και τα μέα των Χριστουγέννων.
Μέσα στις επόμενες πέντε ώρες, ο Ερικ –με εμάς στις προσταγές του– έστησε και στόλισε το δέντρο, παραγέμισε τη γαλοπούλα και την έχωσε στον φούρνο, συναρμολόγησε ένα στερεοφωνικό τελευταίας τεχνολογίας (με σιντί αντί για δίσκους βινυλίου και με φωτάκια που αναβόσβηναν) και προγραμμάτισε τη μουσική υπόκρουση της βραδιάς. Ηταν αεικίνητος –νευρόσπαστο θα τον έλεγε κάποιος κακοπροαίρετος– μάλλον λόγω τρακ. Και έμοιαζε πράγματι με Βίκινγκ. Πανύψηλος, με σωματική κατασκευή ξυλοκόπου, ξανθιά αλογοουρά και παλάμες-κουπιά. Μολονότι είχε πατημένα –με διαβεβαίωσε– τα είκοσι οκτώ, δύσκολα θα τον έκανε κανείς μεγαλύτερο από είκοσι τρία. Περισσότερο θα έπειθε για μεγάλος μου αδελφός παρά για πατριός μου. Κι όμως, τα δώρα που είχε φέρει ο υπερβόρειος εκείνος μάγος δεν προορίζονταν για το θείο βρέφος αλλά για την Παναγία...
Παρακολουθούσα το βλέμμα της μάνας μου. Τις διαδρομές του. Απ’ τη φωτογραφία του πατέρα μου – απολογητικά, σε μένα – τρυφερά, στον Ερικ – φευγαλέα, και δώσ’ του απ’ την αρχή. Δεν την είχα δει ποτέ άλλοτε με άντρα για να μπορώ να διαγνώσω τα αισθήματά της. Το γεγονός ότι τραβιόταν και στο πιο τυχαίο άγγιγμά του σήμαινε το προφανές ή μήπως το ακριβώς αντίθετό του; Και για ποιο λόγο άραγε είχε προκρίνει απ’ τους επίδοξους μνηστήρες εκείνον τον πιτσιρικά, ο οποίος μίλαγε για ορειβασίες, καταδύσεις και κομπιούτερ, δεν είχε εν ολίγοις τίποτα κοινό ούτε με τον μπαμπά μου ούτε και με κανέναν άλλον απ’ το περιβάλλον μας;
Κατά τις δέκα, κάτσαμε στο τραπέζι. Ο Ερικ άνοιξε μια μπουκάλα κατακόκκινο κρασί και γέμισε –δίχως να πάρει άδεια από τη μάνα μου– και το δικό μου ποτήρι. Εγώ είχα ήδη κατεβάσει, στη ζούλα, τρεις δαχτυλήθρες παγωμένη φινλανδική βότκα. Ρούφηξα το κρασί άσπρο πάτο και –άμαθος καθώς ήμουν– άρχισα να τα βλέπω θολά. Ενα μπούτι κραδαίνοντας, με σάλτσες να κυλούν στο πηγούνι μου, κούρνιασα στον καναπέ και βάλθηκα να παίζω «πάκμαν» (πεσκέσι του Ερικ) στην οθόνη της τηλεόρασης. Ωσπου άρχισα να βυθίζομαι σε μια γλυκιά νάρκη.
Οταν ξανάνοιξα τα μάτια –ώρες μετά– ήμουνα τέζα, ντυμένος, στο κρεβάτι μου, με ένα στόμα στεγνό σαν παπούτσι. Σηκώθηκα και έσπευσα προς την κουζίνα για να ξεδιψάσω. Μα στο κατώφλι του σαλονιού κοκάλωσα.
Τα λαμπάκια του χριστουγεννιάτικου δέντρου τούς φώτιζαν ειδυλλιακά. Φιλιόντουσαν μπροστά στην μπαλκονόπορτα, με μακρινό φόντο τον Λυκαβηττό. Το φουστάνι της μάνας μου είχε κατηφορίσει, το στήθος της διακρινόταν κάτασπρο, όπως δεν το ’χα ξαναδεί. Ο Ερικ δεν φορούσε πλέον πουκάμισο.
Παρά την έξαψή μου, θα οπισθοχωρούσα –πιστεύω– εάν η ατμόσφαιρα δεν άλλαζε δραματικά.
«Μα τι βλακείες κάνουμε!», ψιθύρισε αίφνης στη διαπασών η μάνα μου και τον έσπρωξε μακριά της. «Δεν το καταλαβαίνεις πως δεν έχει νόημα; Ντύσου!», τον διέταξε ανάβοντας τσιγάρο. Ο Βίκινγκ είχε προφανώς μείνει άναυδος. Δεν έβγαζε κιχ. «Ντύσου και δρόμο! Και τα δώρα που μας κουβάλησες ξεστόλισέ τα, σε παρακαλώ, και πάρ’ τα. Δεν ταιριάζουν εδώ μέσα! Δεν έχουν καμιά σχέση…». Σήκωσε από το πάτωμα το ρούχο του, «έλα, φόρα το, σε ικετεύω…», ψευτομαλάκωσε.
«Μην την αφήσεις να σου το φορέσει!», λαχταρούσα να του φωνάξω. «Μην την ακούς – γράπωσ’ την, ξάπλωσέ την!». Ο Ερικ έδειχνε έτοιμος να βάλει την ουρά στα σκέλια και να φύγει. Εμένα με είχε πιάσει η λύσσα του προπονητή που βλέπει το ματς να χάνεται εξαιτίας της δειλίας των παικτών του.
Μου ’ρχεται ξάφνου έμπνευση. Στις μύτες των ποδιών σέρνομαι τοίχο τοίχο ώς την εξώπορτα. Τριπλοκλειδώνω όσο γίνεται πιο σιωπηλά και παίρνω το κλειδί. Επιστρέφω το ίδιο μουλωχτός στην κάμαρά μου.
Κάτι φωνές αφουγκράστηκα, κάτι απειλές – «θα καλέσω κλειδαρά!» – αλλά μετά σιωπή. Για την ακρίβεια πνιχτοί, υγροί ήχοι.
Αντικρίζοντας το πρωί από την κλειδαρότρυπα την αλογοουρά του Ερικ στα σεντόνια της μαμάς, πλημμύρισα από ένα αίσθημα θριάμβου. Λες κι είχε γίνει ο μάγος ένα με τα δώρα του. Ή σαν να είχα χτίσει την καμινάδα, με τον Αη-Βασίλη μέσα στο σπίτι.

Το διήγημα γράφτηκε από τον Χρήστο Χωμενίδη και εικονογραφήθηκε από τον Ανδρέα Δεβετζή για τη χριστουγεννιάτικη έκδοση της «Κ».

Τρίτη 11 Δεκεμβρίου 2012

"Η ιερόσυλη κωλοτούμπα του τσαρλατάνου" Του Γρηγόρη Ιωαννίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών", 10/12/2012)

.......................................................


Η ιερόσυλη κωλοτούμπα του τσαρλατάνου


Του Γρηγόρη Ιωαννίδη



Η παράσταση του Θησείου προτάσσει -όπως οφείλει- μια σύντομη «διάλεξη» σχετικά με την προϊστορία του έργου του Φο. Και η αλήθεια είναι πως αν το «Κωμικό μυστήριο» υπήρξε το αποφασιστικό βήμα για την παγκόσμια αναγνώριση του σπουδαίου Ιταλού θεατράνθρωπου, αυτό οφείλεται όχι μόνο στην ευφυΐα και την πρωτοτυπία του, αλλά και στην εξαιρετικά σπάνια στην περίπτωσή του σύντηξη δύο δρόμων:

Από τη μια, της σχολαστικής μακροχρόνιας αναδίφησης του συγγραφέα στα μεσαιωνικά χρονικά και σε όσες δυσεύρετες πηγές αφορούν την παρουσία μιας συντεχνίας λιμπερτίνων του θεάτρου, μίμων, τρελών και τσαρλατάνων, που από την αρχαιότητα μέχρι τον Μεσαίωνα, και από εκεί μέχρι την Αναγέννηση και το Διαφωτισμό -κι ώς τις μέρες μας με άλλες μορφές, χάραξαν τη μορφή του λαϊκού θεάματος άλλοτε στις άκριες, άλλοτε στις παρυφές και άλλοτε στη σκιά του επίσημου θεάτρου.

Και από την άλλη, της συνεχούς άσκησης του καλλιτέχνη στην τεχνική της σάτιρας, της άμεσης επικοινωνίας με το ακροατήριο, της παραβολής και ανατροπής. Ο Ντάριο Φο υπήρξε, με άλλα λόγια, ένας ερευνητής και θεατράνθρωπος, διανοούμενος και μάστορας, τσαρλατάνος και λόγιος στο ίδιο σώμα. Αυτό το δίπολο τίμησε άπαξ η επιτροπή του Βραβείου Νόμπελ το 1997 και στο διηνεκές το κοινό του θεάτρου.

Ο Ντάριο Φο, λοιπόν, αναζήτησε την πηγή ενός λαϊκού θεάτρου όχι εκεί που λιμνάζει ο συμβιβασμός με τα γούστα των πολλών, αλλά εκεί που βρίσκεται η τρικυμία της καταπιεσμένης συλλογικής βούλησης.

Δίπλα στα ιερά μυστήρια και στις αναπαραστάσεις του Μεσαίωνα, κοντά στις ηθολογίες και στα απόκρυφα ευαγγέλια, υπάρχει ως ιστορικό γεγονός η παρουσία μιας πλάγιας λαϊκής αφήγησης του Κώδικα, ιερόσυλη και ανατρεπτική, με διπλό στόχο: πρώτα, την εκτόνωση του λαού από τη σοβαροφανή εξιστόρηση των σχολαστικών. Και ύστερα την υπόγεια διάδοση μιας απόκρυφης ιστορίας, που διασώζει την παρουσία και βάσανο των αφανών.

Ο αιώνιος μίμος, που στον Μεσαίωνα ακούει στον όνομα τσαρλατάνος, με όλες τις παραδρομές του στον κάθε τόπο της Ευρώπης, διασώζει στο πείραγμα, το σχόλιο και την κωλοτούμπα του την ψυχολογία του συλλογικού φόβου, της προσαρμογής του αδύνατου στον δυνατό, αλλά και της επανάστασης του δίκαιου απέναντι στον άδικο.

Την ψυχολογία του μεσαιωνικού Ελπήνορα αναπλάθει και ο Φο στο δικό του κωμικό μυστήριο, κι αυτή διασώζει και μεταφέρει στο σήμερα. Κατηγορήθηκε βέβαια πως διαστρέφει τις πηγές και το νόημά τους – αλλά πότε το λαϊκό θέατρο σεβάστηκε τις πηγές και το νόημα του οτιδήποτε; Φτιάχνει με τα υλικά τους, με απλότητα και αμεσότητα, μια παραβολική εξιστόρηση της Βίβλου και των διαδεδομένων Παραβολών, με στόχο τη συνειδητοποίηση της πορείας καταπίεσης των λαών στους αιώνες.

Μπρεχτικότερος του Μπρεχτ

Αυτό το τελευταίο είναι που πρέπει να μας προβληματίσει: Το έργο του Φο είναι βέβαια μια εξαιρετική ευκαιρία, ένα όπως λέγεται «pièce de resistance», μια αφορμή για ρεσιτάλ εκ μέρους του ηθοποιού. Είναι ακόμα μια παράσταση με καθαρό γέλιο, μπόλικους αυτοσχεδιασμούς και πικάντικη θεματολογία. Είναι επόμενο λοιπόν να αρέσει – και αρέσει πολύ.

Παραμένει όμως μια ακραιφνώς διδακτική παράσταση σχεδιασμού και διαλεκτικής, μπρεχτικότερη του ίδιου του Μπρεχτ, μια αντι-επιθεώρηση που οφείλει να ενταχθεί στο πλαίσιο της ανταριασμένης δεκαετίας του 1960 για να γίνει κατανοητή. Αλλιώς παραμένει λαμπρό κι άδειο κέλυφος.

Και έρχομαι στην παράσταση του Θησείου. Που είναι βέβαια από μόνη της υπέροχη. Και που, χωρίς αμφιβολία, θυμίζει σε όλους πως ο σύγχρονος ηθοποιός πλάθεται και δημιουργείται εντός της ομάδας, της αδιάλειπτης ανταλλαγής συναδέλφων και καλλιτεχνικών συντρόφων.

Είναι η ομάδα που λάμπει στο «Θησείον» κάτω από την μπαγκέτα του Θωμά Μοσχόπουλου, μέσα από τα μέλη της, ακόμα και σε ένα έργο σαν το έργο του Φο. Γιατί αν θέλετε να μιλήσουμε για θέατρο συνόλου, κοιτάξτε εκτός από τους ηθοποιούς που επί σκηνής διαπρέπουν, τον τρόπο με τον οποίο κοιτούν όταν κάθονται παραδίπλα –με τι αφοσίωση, τι συντροφική αγωνία- τους συναδέλφους τους, την ώρα που εκείνοι παίζουν.

Ενας ρόλος μαθαίνεται από τον χαρισματικό σε μερικούς μήνες. Αυτό το βλέμμα όμως θέλει χρόνια για να σμιλευθεί: Αννα Καλαϊτζίδου, Αννα Μάσχα, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου.*

Αυτό που μου έλειψε από την παράσταση δεν είναι η φλέβα του θεάτρου. Αλλά η πολιτική προέκταση, το αντικληρικό και ανατρεπτικό του στοιχείο (που κανονικά θα έπρεπε να το μυριστούν και κάποιοι άλλοι…). Και αν υπήρξαν, ήταν διακριτικά, αφημένα στη δική μας εκ των υστέρων κρίση. Δεν είναι κατ’ ανάγκην κακό αυτό, είναι όμως ως προς τον στόχο του Φο αποπροσανατολιστικό.

Γνωρίζω ότι είμαστε όλοι κουρασμένοι από την ανατροπολογία πολλών καλλιτεχνών, την αρπαχτή μιας κρίσης, που στις μέρες μας έχει γίνει πουρές στο στόμα του καθενός πια. Δεν φταίει όμως γι” αυτό ο Φο. Με αυτόν πορευόμαστε πέραν των φαινομένων, στο κέντρο του προβληματισμού.

Δεν υπάρχει άλλος χώρος για την άχαρη θέση της κριτικής σε αυτό το θεατρικό χάρμα. Εξάλλου, πρέπει να βιαστείτε. Εντός ολίγου δεν θα βρίσκετε ούτε καρέκλα στο «Θησείον».
10/12/2012 

 *: η υπογράμμιση με την έντονη - και άλλου χρώματος - γραμματοσειρά, είναι από μένα. Και ο νοών νοείτω...

Τετράδιο με ράγες.......κυριάκος σάμιος......: ....."....ιδίως οταν συνηθίζεται ..." Διαχρονι...

 ..........................................................


.....Ακρογωνιαίος  λίθος  της  αλήθειας  και  της  αδολης  σκέψης  μπορει  κανείς  να  θεωρήσει   τα  λόγια  και  τις  σκέψεις   του  ΜΠΕΡΤ...


Κυριακή 9 Δεκεμβρίου 2012

"Άννα Μάσχα: Δεν χρειαζόμαστε ηγέτες, αλλά να μάθουμε να γελάμε και με τον πόνο μας" 08 Δεκ 2012 | Ελένη Μπέλλου tvxs.gr

..........................................................

Άννα Μάσχα: Δεν χρειαζόμαστε ηγέτες, αλλά να μάθουμε να γελάμε και με τον πόνο μας

tvxs.gr/node/113452
 

«Mistero Buffo» δηλαδή «Κωμικό Μυστήριο». Ο Ντάριο Φο ξαναδιαβάζει με τραγικωμικό τρόπο και με έντονο κοινωνικοπολιτικό σχόλιο, αλλά και καυστική σάτιρα το θείο και ανθρώπινο δράμα και η θεατρική ομάδα Επτάρχεια ανεβάζει στο Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες, ένα έργο πιο επίκαιρο από ποτέ. Η ηθοποιός Άννα Μάσχα μιλάει στο tvxs.gr για την παράσταση αλλά και για τα όρια της ελευθερίας του λόγου και της τέχνης με φόντο την οικονομική και κοινωνικοπολιτική κρίση. 

Στις ανατρεπτικές δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 ο Ντάριο Φο έκανε τη σάτιρά του όπλο πολιτικής συνειδητοποίησης μέσω της θεατρικής πράξης και της ποίησης. Η λαϊκότητα του θεάματος που ευαγγελίζεται μακράν απέχει από το λαϊκισμό που συχνά συγχέεται με τη σάτιρα. Η σάτιρα για τον Ντάριο Φο λειτούργησε στο έργο του ως όπλο πολιτικής συνειδητοποίησης. «Όπως έλεγε ο ίδιος ο Ντάριο Φο, μέσα από τη σάτιρα οι άνθρωποι μπορούν να καταλάβουν με μεγάλη σαφήνεια τη διαφθορά αυτών που τους κυβερνούν. Η σάτιρα είναι το μεγάλο όπλο που έχει ο λαός για να καταλάβει και όχι το δράμα», σχολιάζει η Άννα Μάσχα.
Όντας ένα ιδιαίτερα καυστικό κείμενο, γραμμένο το 1969, το «Mistero Buffo», δεν θα μπορούσε να μην προκαλέσει τις αντιδράσεις της Παπικής Εκκλησίας. Στα τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα η Ιταλική Κρατική τηλεόραση αποφάσισε να μαγνητοσκοπήσει το θεατρικό έργο ερμηνευμένο εξ ολοκλήρου από τον ίδιο τον Φο. Η εκκλησία ζήτησε να απαγορευτεί η αναμετάδοση του. Ο Φο κάλεσε τότε μια επιτροπή καρδιναλίων να παρακολουθήσει πρώτα το έργο και ύστερα να το κρίνει. Όταν οι εκπρόσωποι της εκκλησίας δεν κατάφεραν να συγκρατήσουν τα γέλια τους συνεπαρμένοι από την εφυία της πένας του Φο, του ανακοίνωσαν ότι το έργο μπορεί να παιχθεί. Ωστόσο, δεν παίχθηκε για τα επόμενα 7χρόνια.
Στην Ελλάδα του 2012 οι πρόσφατες εξελίξεις μυρίζουν... μεσαίωνα. Μόλις πριν λίγο καιρό μέλη παραθρησκευτικών οργανώσεων αλλά και της Χρυσής Αυγής βρέθηκαν έξω από το θέατρο Χυτήριο, προπηλακίζοντας και χλευάζοντας τους θεατές και τους συντελεστές της παράστασης «Corpus Christi». Διαμαρτυρίες λάμβαναν χώρα κάθε φορά που είχε προγραμματιστεί να παιχτεί το έργο, με αποτέλεσμα η παράσταση τελικά να κατέβει και να ασκηθεί ποινική δίωξη κατά των συντελεστών της για καθύβριση θρησκεύματος και κακόβουλη βλασφημία από κοινού και κατ' εξακολούθηση. Ο ίδιος ο Ντάριο Φο μάλιστα πρόσφατα συνυπέγραψε μαζί με άλλους ευρωπαίους διανοούμενους κείμενο του Ευρωπαϊκού Αντιρατσιστικού Κινήματος το οποίο καταφέρεται κατά της ρατσιστικής βίας στην Ελλάδα και στην Ευρώπη και πιο συγκεκριμένα κατά της δράσης της Χρυσής Αυγής.
Η έκρυθμη κατάσταση που προκλήθηκε στο Χυτήριο με αφορμή τη θρησκευτική σάτιρα, δεν άφησε ούτε τους συντελεστές του «Mistero Buffo» απροβλημάτιστους. Όπως δηλώνει η ΄Αννα: «Για μένα είναι πολύ δυσάρεστα πράγματα αυτά. Μου θυμίζουν μεσαιωνικές καταστάσεις, αλλά παρόλα αυτά δε φοβάμαι, με την έννοια ότι αν θες να πεις κάτι, θα το πεις και δε θα σε φιμώσει κανείς. Και αν φιμώσει εσένα, θα υπάρχει κάποιος άλλος που δεν θα μπορέσει να τον φιμώσει. Τελικά δε φοβάμαι. Θέλω να πω ότι η αντιφασιστική παρουσία είναι εξίσου δυνατή με τη φασιστική και απλώς πρέπει να οργανωθείς. Δε φοβάμαι τελικά ότι αυτοί οι άνθρωποι θα φιμώσουν τον ελεύθερο τρόπο. Τα περιστατικά είναι πολλά και δυσάρεστα και θέλει την παρουσία αυτών που δεν συμφωνούν, για να δουν ότι υπάρχουν - Παιδιά, εσείς είσαστε 5; Υπάρχουν άλλοι 25 που δε συμφωνούν μαζί σας! Απλώς αυτό!»
Το «Mistero Buffo» πραγματεύεται σκηνές από τον χριστιανισμό. Πιο συγκεκριμένα παρουσιάζονται ειδωμένες μέσα από μια σύγχρονη, διεισδυτική και ανθρώπινη ματιά οι σκηνές της σταύρωσης, του μυστικού δείπνου, του γάμου της Κανά, κ.α. Στην εκλεπτυσμένη σάτιρα του Ντάριο Φο ο Χριστός γίνεται άνθρωπος σαν όλους του άλλους με όνομα και επίθετο... Ιησούς ΘεούΥιός. Ο εξανθρωπισμός των θείων ωστόσο, δεν συνεπάγεται και την προσβολή τους σύμφωνα με την ηθοποιό. «Ο Ντάριο Φο δεν τα βάζει με τη θρησκεία, δεν τα βάζει με την πίστη του καθενός. Τον Χριστό σαν μορφή τον αγαπάει πολύ, αλλά ως μέρος του λαού. Τον αντιλαμβάνεται ως λαϊκό άνθρωπο, ως έναν από μας. Με το Θεό υπάρχει πρόβλημα! Τα βάζει πολύ με το Θεό και σίγουρα τα βάζει με το σύστημα, με το παπαδαριό».
Με αυτό το καθαρά πολιτικό αλλά και ψυχαγωγικό έργο ο Ντάριο Φο επιτίθεται μέσα, από τη φιγούρα του γελωτοποιού, όχι μόνο στην αυθαιρεσία της εκκλησίας που μετέτρεψε τη χριστιανικότητα σε αστική απασχόληση αλλά και σε όλο το σύστημα και εν τέλει σε κάθε σύστημα. «Ο χριστιανισμός όπως κάθε άλλο σύστημα, όταν πια έγινε σύστημα, έγινε έτσι για να καταπιέζει ακόμα περισσότερο το μέσο άνθρωπο και όχι για να του δίνει ελευθερία. Ιστορικά, αν δεν κάνω λάθος, η εκκλησία αντικατέστησε στην ουσία τη διοίκηση όταν έπεσε η ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Διαλύθηκε το σύμπαν, η μόνη δομή που υπήρχε οργανωμένη ήταν η εκκλησία και όλοι συσπειρώθηκαν γύρω της και έτσι έγινε σύστημα. Έγινε δηλαδή μία άλλη μορφή εξουσίας. Ο παπάς είναι η ίδια μορφή εξουσίας με τον δικηγόρο, με τον αστυνόμο, με το δάσκαλο, με τον αφέντη, το αφεντικό. Τα βλέπει πολύ λαϊκά ο Ντάριο Φο τα πράγματα. Υπάρχει ένα ωραίο περιστατικό από τον Μεσαίωνα. Κάποια στιγμή, σε κάποια πόλη παίζανε μια σκηνή, τον Βαραββά και τον Χριστό μπροστά στον Πόντιο Πιλάτο. Και λέει ο Πόντιος Πιλάτος: «Ποιον θέλετε να σταυρώσω, τον Βαραββά ή τον Χριστό; Και ο λαός από κάτω φώναζε: το δήμαρχο!»
Με τα περιστατικά λογοκρισίας να πολαπλασιάζονται η Άννα Μάσχα εκφράζει την έντονη αποδοκιμασία της στη φίμωση του ελεύθερου λόγου και της τέχνης και αμφισβητεί τα όρια της σάτιρας. «Δε νομίζω ότι έχει όρια η σάτιρα. Γενικά νομίζω ότι η τέχνη δεν έχει όρια. Εμείς τα βάζουμε τα όρια και αυτό δεν το χω πει εγώ, το χει ένας μεγάλος σπουδαίος. Δεν υπάρχει πραγματικά τρόπος να κρίνεις ποια σάτιρα είναι σωστή και ποια σάτιρα ξεπερνάει που λέμε το όριο και γίνεται χυδαία. Μπορεί να γίνει και χυδαία, ναι, να ξεπεράσει ένα όριο αλλά και αυτό δεν πρέπει να κάνει η σάτιρα; Παρόλα αυτά και χυδαία να είναι μια σάτιρα, δε νομίζω ότι κάποιος μπορεί να πει εδώ την κόβω. Εγώ δεν πιστεύω στη λογοκρισία καθόλου, δεν συμφωνώ. Νομίζω ότι η τέχνη είναι ελεύθερη να κάνει ότι της γουστάρει και από κει και πέρα το παιχνίδι παίζεται στο αν αυτό το πράγμα έχει απήχηση στον κόσμο. Δηλαδή αν ο κόσμος το θέλει, να το δει. Μπορεί ο κόσμος να του γυρίσει την πλάτη για κάποιους λόγους. Εκεί παίζεται το παιχνίδι. Δεν παίζεται στο αν υπάρχει μία αρχή η οποία θα πει «αυτό κόβεται εκείνο κόβεται». Δε συμφωνώ καθόλου. Νομίζω ότι η τέχνη πρέπει να της επιτρέπεται να λέει ότι θέλει. Η Guardian νομίζω έγραψε ότι μια χώρα που λογοκρίνει το Dowton Abbey, που είναι σαπούνι τώρα έτσι, έχει πρόβλημα. Και συμφωνώ απολύτως. Εγώ νομίζω ότι είμαστε συντηρητική κοινωνία, δεν είμαστε η πιο συντηρητική κοινωνία από όλες ούτε η μόνη. Η Αμερική, ας πούμε, είναι για μένα μια συντηρητική κοινωνία στο σύνολό της. Νομίζω ότι αυτού του τύπου οι δράσεις πηγάζουν από το κενό που αφήνουν πολλά πράγματα, όπως π.χ. η παιδεία».
Όσον αφορά το επίπεδο της δημοκρατίας μας, υπογραμμίζει πως «όλοι μπορουν να πιστεύουν ό,τι θέλουν, αλλά πρέπει και να αφήνουν τον διπλανό να πιστεύει αυτό που θέλει». Τονίζει ωστόσο πως «όσον αφορά το φασισμό, εκεί έχω ένα πρόβλημα. Άντε πες ο φασίστας έχει τις ιδέες του να τις πιστεύει. Άμα όμως οι ιδέες του είναι ακριβώς ότι οι δικές μου ιδέες είναι κακές και επικίνδυνες και πρέπει να με σκοτώσει για να απαλλαγεί από αυτές εκεί έχουμε ένα θέμα». «Η δημοκρατία είναι δυστυχώς μάλλον ουτοπική και ανέφικτη, αλλά είναι ό,τι καλύτερο έχουμε», θα πει.
Σε μια σκηνή του έργου ένας φτωχός γεωργός μετά από ένα θείο θαύμα βλέπει τη γη του να γίνεται έυφορη, μοχθώντας την καλλιεργεί κι εκείνη αρχίζει να καρποφορεί. Η απληστία του όμως αλλά και το σύστημα μέσα στο οποίο ζει τον οδηγούν σύντομα να χάσει τα πάντα. Ο γεωργός τα βάζει τότε με τον Θεό και αποφασίζει να γίνει γελωτοποιός. Η σκηνή ειδωμένη μέσα από πολιτικό πρίσμα θα μπορούσε να περιγράφει την πορεία που οδήγησε την Ελλάδα στη σημερινή της κατάσταση.
«Θα μιλήσω με τα λόγια του έργου, ας πούμε όταν ο γελωτοποιός λέει στο Θεό: Ήθελες να δείξεις ότι όποιος γεννιέται δουλοπάροικος θα πεθάνει δουλοπάροικος; Αυτό είναι πολύ σκληρό πολιτικό σχόλιο, δηλαδή φτωχέ μη σηκώνεις το κεφάλι γιατί δεν υπάρχει περίπτωση, στα σκατά θα πέσεις πάλι, θα πεθάνεις φτωχός, δεν μπορείς να ονειρευτείς τίποτα καλύτερο για τον εαυτό σου, η μοίρα είναι αυτή. Τώρα αυτό όμως είναι πολύ ανατρεπτικό κατά τη γνώμη μου, γιατί πως μπορείς να πεις σε έναν άνθρωπο που είναι γεννημένος σε πολύ χαμηλή κοινωνική τάξη ότι φίλε δε θα σηκώσεις κεφάλι ή ότι θα σου δώσω τώρα ένα δάνειο και μ’ αυτό μπορείς να αγοράσεις  ένα αυτοκίνητο και ένα σπίτι αλλά μετά θα στα  πάρω. Είναι το όλο σύστημα σκατένιο, γιατί εγώ όταν το ακούω αυτό το κείμενο είμαι με τη μεριά αυτού που τα λέει, είμαι με τη μεριά του γελωτοποιού που οργίζεται στο Θεό. Ο Θεός μπορεί να ναι οτιδήποτε, μπορεί να είναι το αφεντικό, μπορεί να είναι όλη η εξουσία στο πρόσωπο του Θεού. Όταν όμως μιλάω για την κρίση και τους Έλληνες, που εμείς όλα αυτά τα χρόνια ζούσαμε μια επίφαση και λοιπά και λοιπά, καμιά φορά πιάνω τον εαυτό μου να μη μας λυπάμαι. Δεν είμαι με το μέρος μας, κατάλαβες όταν το σκέφτομαι έτσι, ενώ όταν τα λέει αυτός αυτά εγώ είμαι με το μέρος του».
Στην ιστορία της γέννησης του γελωτοποιού κρύβεται και ένα ουσιαστικό μήνυμα αλληλεγγύης που θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη της και η ελληνική κοινωνία. «Υπάρχει μία διαφορά, γιατί αυτός ο καημένος μόχθησε για να φτιάξει το περιβόλι του, έχυσε τον ιδρώτα του, έκανε χιλιόμετρα για να φέρει το νερό. Το λάθος του το μοναδικό ήταν ότι από τη στιγμή που το έφτιαξε, το έκλεισε κιόλας. Έγινε και αυτός ιδιοκτήτης. Δεν έβαλε άλλους μέσα. «Εγώ για τη γυναικούλα μου και τα παιδιά μου» λέει ο γελωτοποιός στο έργο και του λέει ο Θεός ότι «μπα; Πήρες σβάρνα τους άλλους, τα αγροτόσπιτα να τους ρωτήσεις;» Αυτό είναι πολύ σαφές πολιτικό μήνυμα, της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας με τους ομοίους σου. Δεν μπορείς μόνος σου και εμείς οι Έλληνες κλειστήκαμε πάρα πολύ στον εαυτό μας . Δεν ξέρω, δεν έχω μνήμη για πιο παλιά χρόνια που λένε ζούσαν οι Έλληνες μαζί κτλ. Εμένα πάντως αυτό στη ζωή μου δε μου συμβαίνει εύκολα. Υπάρχει ας πούμε μια αλληλοβοήθεια σχετική αλλά στην πραγματικότητα είμαστε μόνοι μας, στους μικρόκοσμούς μας ο καθένας με το προσωπικό του όνειρο».
Το «Mistero Buffo» είναι ένα έργο που βρίθει μηνυμάτων προς το θεατή.  Ένα από τα πιο ουσιαστικά μηνύματα που θέλει να περάσει σύμφωνα με την Άννα, διατυπώνεται δια στόματος γελωτοποιού και είναι η φράση «Μάθε να γελάς». «Αλλά όχι μ’ αυτή την χαζοχαρούμενη έννοια του «σκέψου τη θετική πλευρά της ζωής». Δεν είναι αυτό το μάθε να γελάς. Μάθε να γελάς με τον πόνο, όχι χαζοχαρούμενα για το ότι «η ζωή είναι ωραία». Όχι δεν είναι πάντα ωραία η ζωή, είναι και σκατά. Πρέπει να μάθεις να γελάς με τα σκατά, και αυτό θέλει πολύ πόνο. Κάπου αναφέρει ο Ντάριο Φο ότι ο γελωτοποιός δεν έχει ψυχή, αν είχε ψυχή θα ήταν βαριά σα μολύβι, γιατί έχει υποφέρει. Από τον πάτο του πόνου βγαίνει και αποφασίζει να το παίξει τρελός. Εμάς μας έφαγε λίγο το χαζοχαρούμενο. Όλη τη δεκαετία του 90, ήμουνα και 20-30 χρόνων, έτσι τη θυμάμαι, πολύ χαζοχαρούμενη, επιπόλαιη. Οκ ναι και αυτό, αλλά πώς μπορεί να πιστέψεις ότι η ζωή είναι μόνον αυτό».
Μηνύματα όμως περνάει το έργο με τη βοήθεια πάντα και της προσεγμένης μετάφρασης του σκηνοθέτη Θωμά Μοσχόπουλου ο οποίος προσαρμόζει για την Άννα, με ιδιαίτερα ποιητικό τρόπο το πνεύμα του Ντάριο Φο αλλά και μέσα από τη λιτή σκηνοθεσία, δίχως κουστούμια και σκηνικά. «Νομίζω ότι προσπαθώντας κι εμείς να μπούμε σ ’αυτήν τη γραμμή του γελωτοποιού ας πούμε δε χρειαστήκαμε πολλά πράγματα. Στην πορεία σκεφτήκαμε μήπως χρειαζόμαστε μερικά αντικείμενα, αλλά και αυτά τα αφαιρέσαμε. Νομίζουμε ότι ο αυτοσχεδιασμός και η γλώσσα του σώματος είναι πιο δυνατά από όλα αυτά. Αλλά νομίζω ότι θέλουμε να πούμε ότι είναι δύσκολες οι εποχές που ζούμε και ότι αυτή η φτωχή τέχνη ας πούμε, εκτός του ότι είναι μία ανάγκη είναι και επιλογή. Η ανάγκη σε οδηγεί σε μία σαφέστατη επιλογή που λέει ναι, μπορώ να κάνω θέατρο και με τίποτα, με ένα καλό κείμενο, έναν ηθοποιό και τίποτα άλλο. Ούτε καν θέατρο δε χρειάζεται. Δεν ξέρω αν πρέπει να απλουστεύσουμε τη ζωή μας, οδηγείσαι σε τέτοιες λύσεις ας πούμε, δεν ξέρω αν πρέπει. Είναι μία επιστροφή στα πολύ απλά πράγματα και μας αρέσει και μας που το κάνουμε και νομίζω ότι αρέσει και στους ανθρώπους που το βλέπουν».
Τον Φεβρουάριο του 2012 ο Ντάριο Φο απηύθυνε μήνυμα προς τους αγανακτισμένους. Για την Άννα διαφαίνεται μέσα από τα λόγια του διάσημου συγγραφέα ένα μήνυμα προσωπικής επανάστασης. «Διαβάζοντάς το μου φαίνεται ότι έχει δίκιο και ότι στην ουσία εμείς είμαστε όλοι δουλοπάροικοι και ότι πάντα ήμασταν, απλώς δεν το είχαμε καταλάβει. Δηλαδή κάνουμε όλα αυτά που κανονικά έπρεπε να μη γίνονται. Δε ζούμε τη δική μας ζωή. Ζούμε για να πληρώνουμε κάποιον αόρατο αφέντη, που αυτήν τη στιγμή δεν ξέρεις και ποιος είναι, το ΔΝΤ και πίσω από το ΔΝΤ υπάρχουν κάποιοι άλλοι που έχουν αποφασίσει ότι άντε πολύ μας κουνηθήκανε αυτοί οι μικροαστοί η μεσαία τάξη, να τους πάρει ο διάολος τώρα που θέλουνε και τέτοια αφού είναι δουλοπάροικοι στην ουσία. Το γεγονός αυτό με το χρέος τώρα, ας πούμε, είμαστε χρεωμένοι μέχρι τα εγγόνια μας; Ναι! Γενιές δουλοπάροικων. Το μήνυμα είναι αυτό που λέει και ο ίδιος: «Άμα βρεις έναν καπιταλιστή, να τον πάρεις στον καμπινέ και να του χώσεις το κεφάλι μέσα στην λεκάνη!» Ίσως το μήνυμα πρέπει να είναι: «Επανάσταση λαέ!» Νομίζω ότι το στοίχημα είναι η προσωπική απελευθέρωση του καθενός, η πραγματική χειραφέτησή μας. Δεν είμαστε χειραφετημένοι και είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να είμαστε, αν δεν κάνουμε προσωπικά υπαρξιακές χειραφετήσεις ο καθένας. Όταν οι άλλοι ερχόντουσαν και μας μοίραζαν λεφτά δε ρώτησε κανείς «ρε ποιος τα δίνει αυτά τα λεφτά; δε θα μου τα ζητήσει μετά αυτός που τα δίνει; Θα μου τα ζητήσει σίγουρα, δεν υπάρχει περίπτωση!» Δεν είμαστε χειραφετημένοι από πολλά, από την ύλη, από πολλά».
Πολλές φορές έχουμε ακούσει ιδιαίτερα σε περιόδους όξυνσης κοινωνικοπολιτικών κρίσεων να διατυπώνεται η άποψη ότι για να τα καταφέρουμε χρειαζόμαστε την καθοδήγηση ενός ηγέτη. Η Άννα δεν συμφωνεί. «Γενικά το κακό μας ξέρεις ποιο είναι; όχι μόνο των Ελλήνων αλλά γενικά των ανθρώπων. Ότι ψάχνουμε πάντα έναν ηγέτη, να μας συμπαρασύρει, δεν μπορούμε να είμαστε ηγέτες του εαυτού μας, ας πούμε, ο καθένας με την προσωπική του πορεία, την ακεραιότητά του, τις αρχές του. Το πώς θα βρει τη δύναμη να τις υπερασπιστεί όταν χρειαστεί γιατί και αυτό είναι ένα μεγάλο θέμα. Εγώ καταλαβαίνω τους ανθρώπους που δεν μιλούν γιατί φοβούνται. Θέλει να δείξει ο Ντάριο Φο ότι πρέπει να πιστεύεις στον εαυτό σου και στη δύναμη του συνόλου, των ανθρώπων που είναι μαζί, των ανθρώπων που είναι μαζί χωρίς ηγέτη! Και εγώ πιάνω τον εαυτό μου, λέω δεν υπάρχει ένας ηγέτης, ναι, γιατί και εγώ όλοι μας, χρειαζόμαστε κάποιον να μας πει τη μεγάλη κουβέντα».
Σε αυτό το πνεύμα οι συντελεστές του  Mistero buffo θέλησαν να διατηρήσουν τον απλό και καθαρό πολιτικό λόγο του συγγραφέα προφυλάσσοντας το έργο από κάθε πολιτικό «χρωματισμό». «Καταρχήν θέλω να αποσαφηνίσω κάτι. Επειδή και ο τρόπος που το παρουσιάζουμε στο Mistero buffo είναι πολύ απλός, σαφώς έχουμε την επίγνωση ότι είναι πολιτικό το κείμενο μαζί με ψυχαγωγικό καθαρά, ωστόσο προσπαθούμε να μην το πουλήσουμε. Δεν είναι δηλαδή ελάτε εδώ κάνουμε επαναστατικό θέατρο. Εγώ προσωπικά αν έβλεπα κάτι τέτοιο, ακόμη και σε περίοδο κρίσης, μπορεί και να μην ήθελα να πάω να δω κάτι τέτοιο, κάτι δηλαδή που θα μου πει τι να πιστέψω. Δε θα μου άρεσε. Δεν είναι μία στρατευμένη επιλογή. Θέλω να πω ότι η τέχνη μπορεί να ακολουθεί και άλλους δρόμους. Σαφώς δε μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη αλλά δεν είναι ανάγκη να είναι πάντα στρατευμένη.»
Αγαπημένες της φράσεις από το έργο; «Μάθε να γελάς» και  «Ιησού είσαι Θεός!»
 
Mistero Buffo info:
Θησείον, Ένα Θέατρο Για Τις Τέχνες
Παραστάσεις: Βραδ: Δευτ., Τρ. 9 μ.μ. Από 7/12 και Παρ. 11.30 μ.μ., Κυρ. 9.30 μ.μ. Διάρκεια: 90'
Μετάφραση – Σκηνοθεσία: Θωμάς Μοσχόπουλος Παίζουν οι ηθοποιοί: Αννα Καλαϊτζίδου, Αννα Μάσχα, Κώστας Μπερικόπουλος, Αργύρης Ξάφης, Θάνος Τοκάκης, Γιώργος Χρυσοστόμου
Συμπαραγωγή της ομάδας Επτάρχεια με τη Λυκόφως του Γιώργου Λυκιαρδόπουλου
 
Συνέντευξη: Ελένη Κωνσταντινίδου
Επιμέλεια κειμένου: Αλεξία Κωνσταντινίδου

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2012

"Με ποιούς πηγαίνω και ποιούς αφήνω" της Βένας Γεωργακοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 6/12/2012) Ή όταν παίρνεις δρόμους σκοτεινούς, θεοσκότεινους...*

..........................................................


Με ποιούς πηγαίνω και ποιούς αφήνω



Της Βένας Γεωργακοπούλου

«Μπράβο του», είπα. «Μπράβο στον Θέμη Μουμουλίδη, που μέσα σ” αυτό το όργιο του ρατσισμού τολμάει και διασκευάζει για το θέατρο το «Μαουτχάουζεν» του Ιάκωβου Καμπανέλλη».

Το αυτοβιογραφικό χρονικό του μεγάλου μας συγγραφέα αφορά ,ως γνωστόν, τα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκεί όπου κυρίως Εβραίοι εξολοθρεύονταν με τις γνωστές μεθόδους, που ο μέγας ιστορικός Μιχαλολιάκος σφόδρα αμφισβητεί.

Δεν είχαν τότε οι ναζί τους δικούς μας φίλτατους Πακιστανούς, Αφρικανούς και Αλβανούς για να εξασφαλίσουν την καθημερινή τους υγιεινή. Αλλά έστω κι έτσι, σκεφτόμουνα, τη δίνει την απάντηση η παράσταση του «Μπάντμιντον» στους ερωτοχτυπημένους με τη Χρυσή Αυγή συμπατριώτες μας.

Αλλωστε δεν είναι και λίγα τα περιστατικά αντισημιτισμού σ” αυτήν την άγια χώρα, λίκνο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Και εβραϊκά μνημεία βεβηλώνονται και συνθήματα γράφονται. Κι ας μη συνδέονται με την κρίση. Είμαστε ρατσιστές με τα όλα μας. Οχι μόνο για το συμφέρον της τσέπης μας.

Διάβασα όμως τη συνέντευξή του Θεμη Μουμουλίδη στην Εφη Μαρίνου, εδώ στην εφημερίδα μας, και προς στιγμήν νόμισα ότι κάτι είχαν πάθει τα μάτια μου. Καθάρισα τα γυαλιά μου και τις ξαναδιάβασα τις δηλώσεις του. Δεν είχε προλάβει καλά καλά να ολοκληρώσει τον αντιρατσιστικό του λόγο και έπεσε στη λούμπα βέβαιος ότι τα αντιμνημονιακά του αισθήματα του εξασφαλίζουν το ακαταλόγιστο.

Δεν ταύτισε απλώς τη Μέρκελ με την αναβάθμιση του Γ” Ράιχ σε Δ” (σιγά την πρωτοτυπία, οι μισοί και πάνω Ελληνες, κι ας μην έχουν την κουλτούρα του, το ίδιο πιστεύουν). Αλλά με λογική που θα ζήλευε και ο ίδιος ο Χίτλερ, απαξίωσε συλλήβδην όλους τους Γερμανούς. «Σκέφτομαι ότι, ίσως, αφορά το DNA ενός λαού. Ο φανατισμός, σε συνδυασμό με την πειθαρχία μπορούν να παράξουν ένα πολύ επικίνδυνο κοκτέιλ» απεφάνθη ο σύγχρονος Αριος.

Δεν είχα βέβαια σκοπό να πάω στην παράστασή του (με ενοχλεί αυτή η νέα μόδα: λίγα τραγουδάκια, λίγα βιντεάκια, μπόλικα συνθήματα και έξω απ” την πόρτα). Αλλα μου έδωσε την άδεια και ο ίδιος ο κ. Μουμουλίδης με την προτροπή του: «Σήμερα ο καθένας πρέπει να μετρήσει με ποιους θα πάει και ποιους θ” αφήσει».

Κι εκεί που νόμιζα ότι είχα ξεμπερδέψει με την πολιτική αφέλεια των καλλιτεχνών, με αποτελείωσε, πάλι απο τις δικές μας σελίδες, η Αλίκη Δανέζη-Κνούτσεν. Αυτή μεταφέρει στο θέατρο μια ταινία που θα μου μείνει αξέχαστη, τις «Ζωές των άλλων».

Δεν θέλει συστάσεις, πολλές χιλιάδες Αθηναίοι παρακολούθησαν τα κατορθώματα της Στάζι, το όργιο χαφιεδισμού στην Αν. Γερμανία, τις κατεστραμμένες ζωές. Η καλή μας σκηνοθέτις όμως έπρεπε να τη συνδέσει με το σήμερα.

Δεν το πολυβασάνισε το πράγμα. «Το καθεστώς τού Χόνεκερ ήταν απολυταρχικό» μάς πληροφόρησε. «Τι να πούμε για όσα συμβαίνουν στις Δημοκρατίες;» Τίποτα να μην πείτε, κυρία μου. Γιατί θα σας ακούσει ο προσωπικός σας χαφιές.


* Σχολιάζω: Είναι. φαντάζομαι, προφανές ότι σκοτεινούς δρόμους και ατραπούς έχουν πάρει τα μυαλά, στην προκειμένη περίπτωση, του κ. Μουμουλίδη. Τι τον οδήγησε προς τα κει; Η γοητεία των ιδεών περί DNA; Η υποκρυπτόμενη πίστη για την ανωτερότητα της φυλής μας; (Ξέρετε, αυτή η νοστιμιά "Όταν οι Έλληνες έκτιζαν Παρθενώνες, οι Ευρωπαίοι έτρωγαν βελανίδια";) Τρικυμία εν κρανίω; Οργή για την άδικη στάση των Γερμανών εταίρων μας; 
   Φρονώ τίποτε απ' όλ' αυτά. Μόνο ο ίδιος καιροσκοπισμός που οδηγούσε τους έλληνες διανοουμένους τα τελευταία 30-40 χρόνια να εναρμονίζονται με το αίσθημα του μέσου Έλληνα, είτε πρόκειται για τις χαρές του 2004, είτε για τη συμφορά της τελευταίας τριετίας. Μόνο τα ψίχουλα που έπεφταν και πέφτουν από το τραπέζι του "πολιτισμού", είτε πάροχος και χορηγός ήταν το κράτος στους καλούς καιρούς των Πολιτιστικών Ολυμπιάδων και Πρωτευουσών, είτε ο Μπαντμιντον, είτε ο κοσμάκης που δυσπραγεί οικονομικά στους τωρινούς της συμφοράς. Ιδιαίτερα ο τελευταίος, πώς αλλιώς να "τσιμπήσει" για να κόψουμε και κανένα εισιτηριάκι; Ας του πετάξουμε και το "δόλωμα" του αντιγερμανικού αισθήματος με τις μνήμες του "Ολοκαυτώματος"! Και με το DNA του Μπρεχτ, του Μάρξ και του Ένγκελς, του Γκαίτε και του Κλάιστ, του Χάντκε και του Στάιν, τι θα κάνουμε; Α, αυτό θα το υμνήσουμε άλλη φορά, όταν θα το 'χουμε ανάγκη και θα μας συμφέρει...