Δευτέρα 17 Φεβρουαρίου 2014

"Η μαρίνα των βλάχων" υπό Mario Vagman (http://palabourtzi.blogspot.gr, Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014)

...............................................................


 
Η μαρίνα των βλάχων


http://palabourtzi.blogspot.gr, Κυριακή, 16 Φεβρουαρίου 2014

Το γεγονός της εβδομάδας καλέ μου ιστορικέ του μέλλοντος, εσύ που με διαβάζεις επιμελώς κάπου στο άγνωστό μου μέλλον, για να μάθεις για τους δικούς σου ίσως ψυχασθενικούς λόγους την συναισθηματική γεωγραφία της πόλης και της εποχής μου, είναι ένα:

H κόντρα των δύο τιτανοτεράστιων πολιτικών ανδρών και υποψηφίων για τον δημαρχιακό θώκο, του κυρίου Κωστούρου και του κυρίου Γραμματικόπουλου.

Δεν θα γίνει το λιμάνι έλεγε ο ένας ιστορικέ μου, θα γίνει να λέει ο άλλος. Ποια μαρίνα μας λέτε να φωνάζει ο ένας, δεν είπα ποτέ για μαρίνα να λέει ο άλλος.

Και να σου πω κάτι ιστορικέ μου; Εσένα που τώρα ψάχνεις στο μακρινό παρελθόν τις σκέψεις και τα συμβάντα της ζωής των τότε ναυπλιωτών και ξέρεις τι απ’όλα ετούτα έχουν γίνει, εμείς, οι άνθρωποι του τώρα χεστήκαμε ιστορικέ μου και για την μαρίνα και για το λιμάνι. Ειλικρινά στο λέω. Χεστήκαμε.

Σε αυτήν την εποχή που εσύ διαβάζεις πως πάνε να χτιστούνε μεγαλειώδη έργα και σύγχρονα αναπτυξιακά πρότζεκτ, εσύ που θα νομίζεις πως η ζωή μας κινείται σε ρυθμούς ευημερίας και καθημερινής απόλαυσης και πως όλα μας τα προβλήματα είναι τελείως μα τελείως λυμένα και γουστάρουμε να φτιάξουμε και μια μαρίνα για να απογειωθούμε ολοκληρωτικά, θα κάνεις μέγα σφάλμα. Και δη, ιστορικό σφάλμα.

Γιατί ενώ καλέ μου ιστορικέ αυτοί οι δύο μαλλιοτραβιούνται για τα ψηφαλάκια, τις εντυπώσεις και τα μεγάλα έργα, εμείς δεν έχουμε ακόμα πόσιμο νερό. Και δεν μιλάμε για τα χωριά του Δήμου μόνο, που αν κάνεις τη μαλακία και πιείς δυο γουλιές θα βγάλεις ουρά και τρίχες στον αστράγαλο. Μιλάμε για την πόλη. Τη πόλη που το νερό της είναι λέει γάργαρο αλλά κανένας δεν κοτάει να το πιεί. Την πόλη λοιπόν του εμφιαλωμένου ύδατος. Δεν πά να κατέβει ο Θεός ο ίδιος και να μας πεί πως το νερό είναι βελούδο; Άντε λίγο τα ποδαράκια μας να πλύνουμε, τα πιάτα, να ποτίσουμε καμιά δυστυχισμένη γλάστρα και να βράσουμε και κανά μακαρόνι καθότι ο βρασμός λειτουργεί στο υποσυνείδητο ως καθαριστικό όλων των μολύνσεων και ιών. Μέχρις εκεί θα φτάσει η θεία ομιλία του. Μετά θα πάμε ωραία και καλά στο μπακάλικο της γειτονιάς για να αγοράσουμε την εξάδα μας και φυσικά να σώσουμε την ζωή μας.

Πάμε στα σκουπίδια καλέ μου ιστορικέ. Θα περίμενες πως με ένα σύγχρονο λιμάνι προ των πυλών και μια πολυτελή μαρίνα μεγάλων σκαφών, η πόλη μας θα φαντάζει κόσμημα καθαριότητας και υγιεινής. Πόσο μικρός και αθώος είσαι τελικά! Πόσα ψέμματα τελικά φορτώνουν σε κάθε εποχή τα χρόνια! Δεν έφτανε λοιπόν η παράνομη χωματερή μας κοντά στην θάλασσα, δεν έφτανε που η οικολογική συνείδηση θεωρείται από την πλειοψηφία των κατοίκων συνώνυμο της ομοφυλοφιλίας, φτιάχνουμε πλέον και επίσημη, νόμιμη χωματερή στην παραλιακή μας οδό. Δίπλα από τον υδροβιότοπό μας, δίπλα από αρχαιολογικό χώρο, ανάμεσα σε δύο Δήμους και πού σαι ιστορικέ…σχεδόν δίπλα από την πολυτελή μαρίνα που πρόκειται να φιλοξενήσουμε!

Συνεχίζουμε το μαγικό μας ταξίδι στην σούπερ τουριστική μας πόλη με τις τουριστικές της και όχι μόνο υποδομές. Μια πόλη που ετοιμάζεται να υποδεχτεί πλήθος κρουαζιερόπλοιων και πολυτελών σκαφών δεν θα ήταν δυνατό να μην έχει κάνει μια στοιχειώδη προτετοιμασία στις υποδομές, τις υπηρεσίες της και φυσικά το ιστορικό και πολιτιστικό της κάλλος. Έτσι δεν είναι καλέ μου ιστορικέ; Και όμως, δεν είναι έτσι.

Η πόλη δεν έχει ποδηλατόδρομο. Ένα το κρατούμενο. Δεν έχει ένα αξιοπρεπές δημοτικό γραφείο τουριστικών πληροφοριών. Δεν έχει τουριστικά περίπτερα. Δεν έχει τουριστικούς χάρτες. Δεν έχει οργανωμένο σύστημα ξενάγησης. Δεν έχει τρένο. Δεν έχει σταθμό λεωφορείων που βλέπεται ή έστω αντέχεται. Δεν έχει τακτικά δρομολόγια προς τους αρχαιολογικούς χώρους. Έχει σαπισμένες Μπανιέρες. Ημιγκρεμισμένο και χιλιοβρωμισμένο Μπούρτζι. Έχει μια Ακροναυπλία σε εγκατάλειψη. Μια Αρβανιτιά ημιθανή. Μια Καραθώνα γεμάτη κωλοβακτηρίδια ελέω χωματερής. Ένα Πί έτοιμο για βύθιση. Πολιτιστική δραστηριότητα του κατά Λουκά, του κατηχητικού, του ροζ γιαουρτιού με γεύση σούσι και της Δημοτικής Μπάντας! Τουριστικές υπηρεσίες του άρπα κόλα, του «χελόου μαντμαζέλ-κομ του σιτ εντ ντρινκ», του ό,τι τιμή τσιμπήσουμε,  και ελάχιστη μα ελάχιστη λαογραφική, γαστρονομική, κομπολογάδικη και φολκλορική τέχνη από τα χέρια ελάχιστων ερασιτεχνών και μερακλήδων.

Μέτρησες κρατούμενα ιστορικέ γιατί εγώ τον έχασα τον λογαριασμό.

Και πες πως καταφέρνουμε και τι φτιάχνουμε αυτή τη ρημαδομαρίνα. Και πες πως δεν μας ενδιαφέρουν καθόλου όλα της τα ελαττώματα που έχουν κατά καιρούς αναφερθεί. Ούτε η θέα που χάνεται από τη παραθαλάσσια είσοδο της πόλης λόγω των ψηλών κτιρίων μας νοιάζει ούτε η μόλυνση που πρόκειται να φέρει λόγω των ρύπων από τα μεγάλα σκάφη. Και πες πως τα καταφέρνουμε και έρχεται μέγα πλήθος κουτόφραγκων στην πόλη μας. Λαοθάλασσα πραγματική.

Τί νομίζουμε ότι θα γίνει; Θα μας γιομίσουν φράγκα και χρυσά; Θα έρθουν, θα δούν τα χάλια μας και τον πρωτογονισμό μας, και όπως ακριβώς έκαναν οι Ισπανοί θαλασσοπόροι με τις πρωτόγονες φυλές της Νότιας Αμερικής, θα μας αποικήσουν κανονικότατα. Θα μας αγοράσουν όλους, τα σπίτια μας, τα μαγαζιά, τους δρόμους και τις πλατείες μας, τα κάστρα και τα βράχια μας, τα σοκάκια, τα σκαλιά και τα μυαλά μας και θα μας αφήσουν σε μια γωνία να τρώμε πασατέμπα και να τους χαζεύουμε να μας κατακτούν ανήμποροι κι ανίκανοι να αντιδράσουμε καθότι ιθαγενείς. Αυτόχθονες ιθαγενείς.

Θα βάλουν και στην άκρη του λιμανιού μια τεράστια ταμπέλα «Η μαρίνα των βλάχων» έτσι για την ιστορία.  Γιατί σε αντίθεση με εμάς ιστορικέ μου, όπως ήδη ξέρεις, αυτοί οι κουτόφραγκοι, την ιστορία τους θέλουν να την θυμούνται. 

palamidi.gr

Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Πριν απ’τα μάτια μου ήσουν φως... Της Μαρίας Τριαντοπούλου (13 Φεβ 2014 | tvxsteam tvxs.gr)

............................................................

Πριν απ’τα μάτια μου ήσουν φως...

Της Μαρίας Τριαντοπούλου

tvxs.gr/node/148832
 
Φωτογραφία: Αλέξανδρος Κατσής/ FosPhotos
 
Η σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα και ο παραλογισμός της επικαιρότητας, τα όλο και χειρότερα αποτελέσματα της ύφεσης και των απάνθρωπων και καταστροφικών μέτρων της κυβέρνησης για την υποτιθέμενη αντιμετώπιση της, οι απαιτήσεις των δανειστών και η νεά ευρωπαϊκή πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά έχει σαν αποτέλεσμα – παράπλευρη απώλεια θα την αποκαλούσα – την αδυναμία μας να απασχοληθούμε, να προβληματιστούμε ή και να θορυβυθούμε με τα τεράστια προβλήματα που μαστίζουν την ανθρωπότητα παρά μόνο για να τα «σκανάρουμε» ξώφαλτσα και επιφανειακά. Πόλεμοι, λιμοί και καταποντισμοί, οικολογικές και κοινωνικές καταστροφές μαίνονται σε ολόκληρο τον πλανήτη αλλά όταν καίγεται το σπίτι μας μόνο ως αποστασιοποιημένοι θεατές καταφέρνουμε τις περισότερες φορές να εμπλακούμε με αυτά. Σήμερα λοιπόν, και σε μια προσπάθεια να πάω ανάποδα σε αυτήν την θλιβερή πραγματικότητα θα στρέψω αλλού τη σκέψη μου όχι για να ξεχαστώ αλλά, αντίθετα, για να αφυπνισθώ. Η Μαρία Τριαντοπούλου γράφει την Σκέψη της Ημέρας
Διάβαζα πρόσφατα ότι τα τελευταία 50 χρόνια έχουν πεθάνει περισσότερες γυναίκες, μόνο και μόνο από το ίδιο το γεγονός οτι είναι γυναίκες, από ότι όλοι οι άνδρες μαζί που πέθαναν σε όλους τους πολέμους του 20ου αιώνα. Αν σκεφτεί κανείς πόσο φρικιαστικό είναι αυτό, όχι μόνο ως στατιστικό στοιχείο αλλά και ως απεικόνιση μιας συνεχιζόμενης τραγικής πραγματικότητας, δεν μπορεί παρά να ανατριχιάσει. Και όμως αν σε αυτά τα στοιχεία προστεθούν και εκείνα για τις γυναίκες που ζουν σε κατάσταση απόλυτης υποτέλειας, βίας και κατατρεγμού, για τις γυναίκες που βασανίζονται και βιάζονται, για τις γυναίκες που αποτελούν εμπορικό προϊόν στα χέρια των σύγχρονων δουλέμπορων, για τις γυναίκες που ακρωτηριάζονται...τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα χειρότερα. Ας αναλογισθούμε για μια στιγμή τα κορίτσια στην Κίνα, εκείνα που η ζωή τους δεν έχει καμμία αξία, που θανατώνονται πριν καν καλά καλά γεννηθούν για να μπορέσει η οικογένεια να αποκτήσει τον πολυπόθητο γιό αφού επιτρέπεται να έχει μόνο ένα παιδί, ας αναλογισθούμε τα κορίτσια εκείνα στην Αφρική που υφίστανται κλειτοριδεκτομή κάτω από τραγικες συνθήκες υγιεινής για να μην τους επιτραπεί ποτέ να νιώσουν ηδονή, ας αναλογισθούμε τα κορίτσια εκείνα που παντρεύονται στα 8 στα 10 και στα 12 και κάνουν παιδιά συχνά πεθαίνοντας στη διαδικασία, ας αναλογισθούμε τα κορίτσια εκείνα που κλεισμένα σε κάποιο κοντεϊνερ μεταφέρονται σε κάθε άκρη του κόσμου για να γίνουν πόρνες, τα κορίτσια εκείνα που βασανισμένα από την εξαθλίωση και τις αρρώστιες πουλάνε το κορμί τους για ένα κομμάτι ψωμί, ας αναλογισθούμε τα κορίτσια που βιάζονται, κακοποιούνται και μετά θανατώνονται από τους δικούς τους γιατί τους «ατίμασαν», τα κορίτσια και τις γυναίκες που παραμορφώνονται και τυφλώνονται από βιτριόλι, λιθοβολούνται, πυρπολούνται και βασανίζονται, ας αναλογισθούμε τις μανάδες εκείνες που χάνουν τα παιδιά τους από τις αρρώστιες και την πείνα, που πνίγονται ή σκοτώνονται στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από καταστροφικούς εμφύλιους που εκείνες δεν ξεκίνησαν, από έναν κατατρεγμό για τον οποίον εκείνες δεν φέρουν την ευθύνη.
Και τέλος ας αναλογισθούμε εμείς οι «φιλόξενοι» Ελληνες, εμείς οι πεφωτισμένοι δυτικοί, εμείς οι σύγχρονοι ευρωπαίοι τι κάνουμε όταν κάποιες, λίγες, από αυτές τις γυναίκες φτάνουν στις χώρες μας κυνηγημένες, απελπισμένες και εξαθλιωμένες. Τις αφήνουμε να πνιγούν στην Λαμπετούσα και το Φαρμακονήσι, τις εκδίδουμε για την τέρψιν των ημετέρων ενώ τις εξευτελίζουμε ως οροθετικές σε όλα τα μήντια, τις κλείνουμε σε απάνθρωπα στρατόπεδα «φιλοξενίας» μεταναστών και προσφύγων, τις ευτελίζουμε, τις περιφρονούμε και τις ποδοπατάμε.

«Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως, πριν απ’τον Ερωτα έρωτας, κι όταν σε πήρε το φιλι Γυναίκα» ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

"Το να ερμηνεύεις είναι να πεθαίνεις..." από τον Γιώργο Κιμούλη ("ΑΥΓΗ", 09.02.2014)

..............................................................



Το να ερμηνεύεις είναι να πεθαίνεις...

  •  από τον Γιώργο Κιμούλη
  • "ΑΥΓΗ", 09.02.2014
 
[Τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει; Μα ακριβώς αυτό που όλοι οι άλλοι έλεγαν "μεταμόρφωση". Αυτό που εύκολα λένε: "πουθενά δεν ήταν ίδιος"!]

Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν είναι νεκρός! Προσπαθώντας, με κόπο, είναι αλήθεια, να κλείσω μάτια και αυτιά σ' όλο αυτό το πανηγύρι που έχει στηθεί γύρω από τον θάνατό του (ναρκωτικά, σύριγγες σε μπράτσα, τοξικολογικές αναλύσεις που αργούν να βγουν στη δημοσιότητα, ερωτικοί σύντροφοι που διεκδικούν σχέσεις, χωρισμοί και κροκοδείλια δάκρυα δημοσιογράφων, θαυμαστών και ομοτέχνων) αναρωτιέμαι πότε και πώς θα αποδοθεί σ' αυτήν την τέχνη -την τέχνη του ηθοποιού- η αξία που της αξίζει; 
Κατ' αρχάς ο ηθοποιός, στην οικονομική ροή, είναι η μοναδική εργασία στην οποία μέσον παραγωγής, εργάτης και προϊόν ταυτίζονται, και στην αμερικανική βιομηχανία του θεάματος είναι βασικό αυτό. Η συνύπαρξη αυτών των τριών στο ίδιο σώμα, στον ίδιο άνθρωπο, δημιουργεί μία άλλου τύπου αλλοτρίωση. Η διαρκής εναγώνια συνάντηση του ηθοποιού με τον Άλλο και τους Άλλους, που αντικατοπτριζόμενοι βρίσκονται εντός του, και η προσπάθεια να κάνει έργο τέχνης αυτή τη συνάντηση παραμένει έως τώρα σχεδόν ανεξερεύνητη ή τουλάχιστον αποφεύγεται η ανάλυσή της. Μόνον η ποίηση κατορθώνει να την κλείσει ερμητικά μέσα σ' ένα στίχο: Εγώ είναι ένας Άλλος. Ο Ρεμπώ το κατέθεσε, μας άφησε κι έφυγε.
Η ετυμολογία της λέξης μίμηση, όσο κι αν οι λεξικογράφοι και οι ασχολούμενοι με την ετυμολογία των λέξεων δεν συμφωνούν απόλυτα με τις σκέψεις του Αλεξανδρινού λεξικογράφου Ησύχιου, παραμένει η πιο σωστή: η μίμηση προέρχεται από το μέμνησο! Σαν κάτι να προστάζει τη μνήμη μας και να ζητάει να βγει στο φως ξανά. Οι άνθρωποι έχουν εγκατεστημένες στη μνήμη τους όλες τις μάσκες συμπεριφοράς που γνωρίζουν στον έξω απ' αυτούς κόσμο. Με τη μνήμη τους τις αναγνωρίζουν! Τις γνωρίζουν ξανά, δηλαδή. Οι Άλλοι είναι μέσα μας, λοιπόν. Δεν έχουν όμως όλοι τη δύναμη να εμφανίσουν τις μάσκες που αναγνωρίζουν. Περί δύναμης ο λόγος. Τη δύναμη αυτή ο ηθοποιός οφείλει να την έχει. Και είναι μια δύναμη επώδυνη, όχι για τους άλλους, αλλά για τον ίδιο του τον εαυτό. Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν είχε αυτή τη δύναμη. Το πόσο άντεξε την οδύνη είναι το θέμα.
Τι ήταν αυτό που τον έκανε να ξεχωρίζει; Μα ακριβώς αυτό που όλοι οι άλλοι έλεγαν "μεταμόρφωση". Αυτό που εύκολα λένε: "πουθενά δεν ήταν ίδιος"! Κι όμως, δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην είναι ίδιος με τον εαυτό του. Υπάρχουν άνθρωποι που συμπεριφέρονται μονοδιάστατα, χρησιμοποιώντας στη ζωή τους τρεις ή τέσσερις μάσκες συμπεριφοράς, είτε για έτσι έχουν μάθει είτε γιατί τους τις έχουν επιβάλει είτε γιατί πιστεύουν πως έτσι είναι αρεστοί, και υπάρχουν κι αυτοί που τολμούν να δείξουν το πολυδιάστατο της ανθρώπινης ύπαρξης. Ε, ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ήξερε πως η σπουδαία υποκριτική πάνω απ' όλα είναι να αποδεικνύεις και να επιδεικνύεις το πολυδιάστατο του Ανθρώπου. Ήξερε πως όταν το υποκριτικό γεγονός δεν είναι αναπαραστατικό, δηλαδή δεν αντιστοιχεί στην προσποίηση -στη μίμηση ενός πρωτότυπου που εκτελεί χρέη βάσης και σταθεράς-, γίνεται το μέσο που φέρει το προνόμιο της έκφρασης της διαφοράς, δηλαδή της αληθινής εμπειρίας.
Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ήξερε πως η κατατονία κινεί την υποκριτική της σκέψης, τη στιγμή που η εμπειρία ανατρέπει το πλαίσιο της αναπαράστασης. Ήξερε πως η υποκριτική είναι η προσπάθεια να κάνεις καλλιτεχνικό έργο τον παρόντα χρόνο. Κάθε μέρα η ίδια προσπάθεια, σε κάθε σκηνή, σε κάθε πλάνο, σε κάθε φράση, σε κάθε λέξη. Ήξερε ότι αυτό που φαίνεται στους άλλους επανάληψη δεν είναι τίποτε άλλο απ' τη συμφιλίωση του ηθοποιού με το ατελέσφορο. Μ' αυτήν την "αιώνια επιστροφή", η οποία δεν φέρει ούτε νοσταλγία, ούτε θάνατο, αλλά αντιθέτως φέρει όλη τη θνησιμότητα του γεγονότος. Amor fati.
Ο σπουδαίος ηθοποιός που ξέρει -και ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ήταν σπουδαίος ηθοποιός- πως η υποκριτική είναι η τέχνη της στιγμής, είναι ο μόνος που έχει συμφιλιωθεί με τον θάνατο, γιατί ζει τον φυσικό θάνατο της κάθε στιγμής. Ο Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν ήξερε πως το να ερμηνεύεις είναι να πεθαίνεις. Και το να πεθαίνεις είναι να μάχεσαι ηδυπαθώς τον θάνατο. Λυπημένο, και όχι κακό, είναι το επάγγελμα αυτό.
Καλό του ταξίδι, λοιπόν. Μακάρι κάποια στιγμή οι πολύ δικοί του άνθρωποι να καταλάβουν πόσο επώδυνο ήταν να επαναλαμβάνεις βιώνοντας την κάθε στιγμή όλων αυτών που έχεις στη μνήμη σου και πως η αναγκαία ενικότητα της καλλιτεχνικής έμπνευσης σχοινοβατεί επικίνδυνα και σε καθημερινή βάση με την πληθυντικότητα της θεατρικής και κινηματογραφικής κατασκευής και η πτώση έχει σχέση μόνο με τη χρονική αντοχή του καθενός.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Μανώλης Σειραγάκης: "Ο αντισυμβατικός θεατρικός Καζαντζάκης" Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη ("ΑΥΓΗ", 02.02.2014)

............................................................

Μανώλης Σειραγάκης: Ο αντισυμβατικός θεατρικός Καζαντζάκης

 

 

 

 

 

 

 


  • "ΑΥΓΗ", 02.02.2014
Συνέντευξη στον Σπύρο Κακουριώτη


«Κωμωδία, τραγωδία μονόπρακτη». Αυτός είναι ο τίτλος ενός ιδιότυπου έργου του Νίκου Καζαντζάκη, που βρίσκει για πρώτη φορά τον δρόμο για το θεατρικό σανίδι, έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του, χάρη στην ομάδα «Αντίβαρο», που δημιούργησαν μαζί φοιτητές και πολίτες στο Ρέθυμνο. Για τον Καζαντζάκη και το περιφρονημένο από τη σκηνική πρακτική έργο του, καθώς και την υποδοχή της καλλιτεχνικής δημιουργίας σε μια μικρή πόλη, μιλά στην "Αυγή" ο σκηνοθέτης της παράστασης, λέκτορας θεατρολογίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης Μανώλης Σειραγάκης.
* Παρουσιάζετε ένα μάλλον άγνωστο έργο του Καζαντζάκη. Τι σας παρακίνησε να το ανεβάσετε;
Η Κωμωδία έχει παιχτεί μόνο στο εξωτερικό. Εδώ είχε παρουσιαστεί στην κρατική τηλεόραση το 1997, με τον Πέτρο Φυσσούν στον ρόλο του Ασκητή. Απ' όσο γνωρίζω, το δικό μας είναι το πρώτο θεατρικό ανέβασμα στην Ελλάδα. Η προσοχή μας επικεντρώθηκε στο έργο χάρη σε μια σειρά μελέτες που έχουν γραφτεί για τον πρωτοποριακό χαρακτήρα, την αντισυμβατικότητα και την πρωτοτυπία του και το πόσο θα μπορούσε να έχει επηρεάσει το θέατρο της εποχής που γράφτηκε (γύρω στα 1908) ή και της μετέπειτα, ακόμα και της μεταπολεμικής.
* Τα έργα του παρουσιάζονται σπάνια και είναι πρακτικά άγνωστα σε σχέση με το πεζογραφικό του έργο. Πού οφείλεται αυτό;
Πράγματι, τα δραματικά του έργα δεν έχουν γνωρίσει πλατιά απήχηση. Αυτό έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση για το κατά πόσον ο Καζαντζάκης έχει θεατρικότητα ή κατά πόσον γνώριζε ικανοποιητικά τις θεατρικές τεχνικές της εποχής του. Το οξύμωρο πάντως είναι ότι κυρίως τα μυθιστορήματά του τράβηξαν μετά τον πόλεμο την προσοχή των Ελλήνων, κυρίως όμως των ξένων σκηνοθετών. Αυτό δείχνει ότι κάποιο πρόβλημα υπάρχει είτε με τον τρόπο που είναι γραμμένα τα θεατρικά του είτε με τον τρόπο που τα προσεγγίζουμε ώς τώρα. Τα μυθιστορήματά του έφτασαν με μεγάλη επιτυχία όχι μόνο στη μεγάλη οθόνη αλλά και στη θεατρική σκηνή, ακόμα και του μιούζικαλ. Δεν μιλώ μόνο για τον περίφημο Zorba the Greek. Μου έρχεται τώρα πρόχειρα στον νου κι ένα μιούζικαλ που είχε γίνει στις ΗΠΑ εμπνευσμένο από τον Τελευταίο πειρασμό, αρκετά πριν ο Σκορσέζε καταπιαστεί με το θέμα. Αυτό δείχνει ότι για να τον προσεγγίσει κανείς καλό θα ήταν να ξανασκεφτεί τα προβλήματα θεατρικότητας που έχουν τα έργα του και να την ανακαλύψει ξανά σε στοιχεία τους που μοιάζουν αντιθεατρικά: στη στατικότητα, στην έλλειψη σασπένς, στην απουσία ζωηρής εξωτερικής δράσης, στην πιθανή έλλειψη του μεγάλου αβανταδόρικου ρόλου, όπως συμβαίνει για παράδειγμα στο δικό μας έργο.
* Αναφέρετε ότι το έργο παρουσιάζει συγγένεια με κατοπινότερα έργα της ευρωπαϊκής πρωτοπορίας. Σε τι έγκειται αυτή; Είναι κάτι που επηρεάζει και τη σκηνοθετική γραμμή που ακολουθείτε;
Έχει υποστηριχτεί από τον Καρλ Κερένυι ότι η Κωμωδία έχει κοινά στοιχεία με το Κεκλεισμένων των θυρών του Σαρτρ και το Περιμένοντας τον Γκοντό του Μπέκετ, δυο έργα που γράφτηκαν δεκαετίες αργότερα. Φαίνεται πάντως ότι δεν επηρεάστηκαν από το αντίστοιχο του Καζαντζάκη, το οποίο άλλωστε το είχε κι ο ίδιος σχεδόν λησμονήσει. Παρότι η άποψη αυτή του Κερένυι έχει ζωηρά αμφισβητηθεί, νομίζω ότι μια ομοιότητα, έστω εξωτερική, υπάρχει. Αυτή η σχέση μάς επηρέασε σαφέστατα στο ανέβασμα, μας ώθησε σε μια παράσταση που συγγενεύει περισσότερο με το μοντέρνο μεταπολεμικό ευρωπαϊκό θέατρο, γιατί όντως η γραφή του Καζαντζάκη σ' αυτό το στάδιο της διαμόρφωσής του είναι απολύτως αντισυμβατική, με όσες δυσκολίες μπορεί να σημαίνει αυτό για το ανέβασμα. Ποιος θίασος ακόμα και σήμερα θα δεχόταν ένα έργο στο οποίο ο σημαντικότερος, ίσως, ρόλος είναι βουβός;
* Το ενδιαφέρον σας για το έργο είναι στενά θεατρολογικό ή έχει να προσφέρει κάτι και στη σημερινή σκηνική πράξη;
Η μελέτη μας στον Καζαντζάκη έχει ένα χαρακτήρα πρακτικού πειράματος. Παίρνει σαν βάση τη μεγάλη συζήτηση στους κόλπους των μελετητών για τη θεατρικότητα ή την έλλειψή της στα έργα του κι έρχεται να πειραματιστεί μαζί της επί σκηνής. Γιατί στη σκηνή είναι, νομίζω, που κρίνεται τελικά ένα τέτοιο ζήτημα. Αυτή η αφετηρία μπορεί να μοιάζει σχολαστική, στην ουσία όμως το ιδιόρρυθμο αυτό έργο του Καζαντζάκη είναι κι ένα ενδιαφέρον δοκίμιο για το σημερινό, αντισυμβατικό θέατρο και τη θέση του λόγου, της υποκριτικής και του ηθοποιού μέσα σ' αυτό. Η θέση αυτή έχει αλλάξει άρδην τα τελευταία χρόνια, στα μάτια πολλών έχουν εκπέσει τα στοιχεία αυτά, σύμφωνα με την οπτική άλλων έχουν αναβαθμιστεί και εκσυγχρονιστεί. Με βάση αυτό τον προβληματισμό βλέπουμε στον Καζαντζάκη μια πηγή που μπορεί να μας προσφέρει και με άλλα αντίστοιχα έργα, όπως Ο Οθέλλος ξαναγυρίζει.
 
* Η ομάδα σας, το Αντίβαρο, είναι φοιτητική, συμμετέχουν όμως και πολίτες του Ρεθύμνου, Τι δυσκολίες παρουσιάζει αυτό το εγχείρημα και πώς γίνεται δεκτό;
Ιδρυθήκαμε τον περασμένο Μάη, αρχίσαμε πρόβες το φθινόπωρο. Είναι η παρθενική μας εμφάνιση και δεν ξέρω πώς θα την αντιμετωπίσει το πανεπιστήμιο και η πόλη. Αν κρίνω όμως από τα πρώτα δείγματα, πολύ θετικά. Ήδη έχουμε πολύ καλή αντιμετώπιση από όσους φορείς απευθυνθήκαμε για βοήθεια ή συνεργασία: τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, το Μουσείο και τις εκδόσεις Καζαντζάκη, την Π.Ε. Ρεθύμνου. Μας συγκινεί ότι, ήδη πριν την πρεμιέρα, μας ζητούν να παίξουμε σε άλλες ελληνικές πόλεις, εντός και εκτός Κρήτης. Για κάτι τέτοιο θα χρειαστεί φυσικά επιπλέον στήριξη, γιατί η ομάδα είναι μηδενικών πόρων. Η πρώτη μεγάλη μας δυσκολία έχει σχέση με το έργο που ανεβάζουμε: Ήταν να αντιμετωπίσουμε την Κωμωδία σαν να μην την έχει γράψει ο Καζαντζάκης που ξέρουμε, γιατί, όπως καταλαβαίνετε, για την Κρήτη ο Καζαντζάκης δεν είναι ένας ακόμα συγγραφέας αλλά ένας άλλος συγγραφέας.
 
info
ΚΩΜΩΔΙΑ, του Νίκου Καζαντζάκη. Σκηνοθεσία: Μανώλης Σειραγάκης. Μουσική: Στέλιος Ζουμαδάκης. Χορογραφία: Ειρήνη Μοσχάκη. Φωτισμοί: Γιώργος Πριναράκης. Ερμηνεία: Σπύρος Αλυσανδράτος, Κατερίνα Απλαδά, Δημήτρης Βαρελάς, Στέλιος Ζουμαδάκης, Ευθύμης Καρουζάκης, Μάνος Κελιγιαννάκης, Βασιλική Μάρκου, Ειρήνη Μοσχάκη, Ίλια Μοττάκη, Βασίλης Πελαντάκης, Γιώργης Σηφακάκης, Βασίλης Σταματάκης. ΘΕΑΤΡΙΚΟΣ ΠΕΡΙΠΛΟΥΣ, 5-9/2.

3 φωτογραφίες του Fred Lyon για τη μουσική από τις αναμνήσεις από το ασπρόμαυρο Σαν Φρανσίσκο (http://www.lifo.gr, 9/2/2014)

...............................................................

3 φωτογραφίες του Fred Lyon για τη μουσική από τις αναμνήσεις από το ασπρόμαυρο Σαν Φρανσίσκο



































...και ο φωτογράφος εδώ:

http://www.lifo.gr/team/lola/45839






"Η ερωμένη μεγαλούπολη" Toυ Κωστή Παπαγιώργη (www.lifo.gr, 10/2/2014)

.............................................................

Η ερωμένη μεγαλούπολη. 

Toυ Κωστή Παπαγιώργη

Η πόλη αποτελεί ένα είδος ερωμένης που καθημερινά βγαίνουμε ραντεβού μαζί της. Ξέρουμε τις μοναξιές κάποιων παραλιακών δρόμων, την ξετρελαμένη πολυκοσμία των σικ βραδυνάδικων, μυστικές κρύπτες της νύχτας και κοσμικά καφενεία της ημέρας. Εκείνο που δεν σκεπτόμαστε είναι ότι στα μύχια διατηρούμε ένα παρήγορο απόθεμα της πόλης. Όπου κι αν βρεθούμε, όπως κι αν βρεθούμε, η πόλη δεν μας εγκαταλείπει.


 


Πόλεις δεν υπήρχαν στην Ευρώπη, αλλά και απανταχού της υφηλίου, όλες ξεπήδησαν από τα χωριά. Το χωρίον δήλωνε το χωράφι του αγρότη, άρα στην πόλη, όπου συγκεντρώνονταν σιγά σιγά οι πληθυσμοί, κάτι διαφορετικό επωαζόταν. Το χρήμα, το εμπόρευμα και ο έμπορος μπορούν να θεωρηθούν ιδρυτές της πολυκοσμίας που άρχισε να αυτονομείται από τις άμεσες ανάγκες της γης και από γεωπόνος εξελίχθηκε σε θαλασσοπόνο, ταξιδεύτρια και κερδοσκόπο. Ο αγροίκος ήταν ο άνθρωπος ξωμάχος, που μαχόταν έξω, στο ξώμπουργκο, σε αντίθεση με τον άνθρωπο της χώρας, που εργαζόταν μεν αλλά ανακάλυψε και τις απολαύσεις της σχόλης - άρα και τα αστεία (άστυ) και τα χωρατά.

Στον σημερινό πρωτευουσιάνο, ο οποίος κυκλοφορεί μέσα στην πόλη του με την αίσθηση ότι δεν του λείπει τίποτα (νερό, τροφή, στέγη, χρήμα, νοσοκομεία, σχολεία, αναψυκτήρια), δύσκολα μπορούμε να διαγνώσουμε αυτήν τη λησμονημένη αρχαιολογία. Κανείς δεν υποψιάζεται ότι κάτω από τις μεγάλες λεωφόρους θάφτηκαν σταροχώραφα, ότι κάτω από οικοδομικά τετράγωνα μπαζώθηκαν ποτάμια, ότι όλη η πόλη τέλος πάντων κάποτε ήταν βοσκοτόπια και κυνηγότοποι. Αλλά η μεγάλη ευτυχία στη μεγαλούπολη, πέρα από τα υλικά αγαθά και δαιμόνια, είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Μεγάλη φιλολογία αναπτύχθηκε κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα γύρω από το πρόσωπο του επαρχιώτη που επιτέλους καταφθάνει στην πόλη. Εμβληματική μορφή ήταν ο Ρουσώ. Φευγάτος από την Ελβετία και μέγας περιπατητής, θα φτάσει κάποτε στο Παρίσι σαν προσκυνητής. Για την ακρίβεια, η άφιξή του δήλωνε τον άνθρωπο που αναζητεί τη μοίρα του ανάμεσα σε ένα άγνωστο πλήθος· η σημερινή συνθήκη δεν διαφέρει. Πηγαίνουμε στις μεγαλουπόλεις διότι εκεί υπάρχει εν δυνάμει το ίδιο μας το πρόσωπο που εκτός των τειχών αδυνατεί να ανθοφορήσει.

Να είναι κανείς άγνωστος μεταξύ αγνώστων αποτελούσε νεοφανή κατάσταση. Όπου τα μάτια είναι πολλά, δεν βλέπουν, αντίθετα, τα λίγα μάτια της επαρχίας διακρίνουν τα πάντα. Άρα δεν είναι υπερβολή αν πούμε ότι ο επαρχιώτης μεταναστεύει για να σωθεί από τα μάτια που τον κατασκοπεύουν μέρα νύχτα. Άλλωστε γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα μόνο στις πόλεις θα μπορούσε να σκηνοθετηθεί; Ο παραβάτης θέλει να είναι άγνωστος, διαβάτης χωρίς ταυτότητα, να μη διεγείρει την προσοχή, να βλέπει άλλα να μην τον βλέπουν. Μέσα στο αχανές Λονδίνο το έγκλημα τελεσφορεί, αναδιπλώνεται, αξιοποιεί το χρόνο του εκ του αφανούς. Στην κωμόπολη είσαι δαχτυλοδεικτούμενος, εκεί ακόμα και οι τοίχοι είναι διάφανοι, ενώ μέσα στο μέγα πλήθος η απομόνωση σε κάνει να επιστρέφεις στον εαυτό σου για να αντλήσεις δύναμη από το εγώ σου.


Magnify Image


Πολλοί νέοι που καταφθάνουν στην Αθήνα το πρώτο που κάνουν είναι να πλέξουν το εγκώμιο της πολυκοσμίας. Εθισμένοι στην υπνοβατική επαρχία όπου οι κινήσεις έχουν καταμετρηθεί και η επανάληψη λαμβάνει διάσταση προσωπικής δυστυχίας, κινούμενοι πλέον μέσα σε εκατοντάδες χιλιάδες και εκατομμύρια συμπολίτες, αισθάνονται ότι αναγεννήθηκαν. Πώς να μη λατρέψουν τη διαφορά και την ανανεούμενη επανάληψη! Παντού τα πάντα αλλά συνάμα όλα καινούργια. Καθένας αξίζει επειδή είναι ένας και δεν αξίζει επειδή είναι μόνο ένας. Η απλή κίνηση στους κεντρικούς δρόμους προσφέρει την αίσθηση του απείρου.

Ως εκ τούτου, φαίνεται ευνόητο ότι ο αρτισύστατος Αθηναίος πρωταγωνιστεί σε φιλοδοξία. Μεγάλη τύχη να ξεκινάς από το μηδέν. Να είσαι μηδέν. Να έχεις κάτι να ζηλέψεις μέχρι τρέλας. Οπότε τάχιστα η πόλη μεταμορφώνεται σε μεγάλη γκανιότα. Ευκαιρίες, σχέσεις, πρόσωπα, φιλίες, συμμαχίες και αντιπάθειες ζώνουν τον φιλόδοξο, ο οποίος ανακαλύπτει με πόνο ότι η αρχική ευεργετική του ανωνυμία τώρα πια αποτελεί φριχτό ελάττωμα. Ενώ χαιρόταν που δεν τον ήξεραν, τώρα δυστυχεί για τον ίδιο λόγο. Χωρίς όνομα δεν είναι τίποτα, το πρόσωπό του δεν θυμίζει τίποτα ιδιαίτερο. Άρα πρέπει πάση θυσία να γίνει ιδιαίτερος, να τον αναφέρουν ονομαστί, να περάσει από την αφάνεια στη διασημότητα. Μιλήστε για μένα, κάντε με να νιώθω «κάποιος»!

Αλλά πέρα από το δράμα του αριβίστα που θέλει να πατήσει σε ψηλό σκαλί, η πόλη αποτελεί ένα είδος ερωμένης που καθημερινά βγαίνουμε ραντεβού μαζί της. Ξέρουμε τις μοναξιές κάποιων παραλιακών δρόμων, την ξετρελαμένη πολυκοσμία των σικ βραδυνάδικων, μυστικές κρύπτες της νύχτας και κοσμικά καφενεία της ημέρας. Εκείνο που δεν σκεπτόμαστε είναι ότι στα μύχια διατηρούμε ένα παρήγορο απόθεμα της πόλης. Όπου κι αν βρεθούμε, όπως κι αν βρεθούμε, η πόλη δεν μας εγκαταλείπει. Δεν είναι συμπτωματικό ότι σιγά σιγά όλοι μιλάμε με τον ίδιο τρόπο, καταλαβαίνουμε τα ίδια και σιχαινόμαστε επίσης τα ίδια. Οι πρωτευουσιάνοι συνιστούν «φυλή». Τα καλοκαίρια, όταν όλοι παίρνουν άδεια από τη σημαία και ξενιτεύονται στα νησιά, ένα μόνο σκέπτονται· ότι θα επιστρέψουν. Σε περιπτώσεις αιφνίδιων θαλασσοταραχών ή καθυστερήσεις πλοίων, διαβάζει κανείς στο πρόσωπό τους μιαν ειδική πικρία: Για μερικές ώρες νιώθουν ότι τους καταδίκασαν σε επαρχιακή κράτηση. Μέγιστη προσβολή!

Οι ρεαλιστές βέβαια, που έχουν το μυαλό πεσκέσι, γνωρίζουν ότι η πόλη αγκαλιάζει τούς πάντες, αλλά δεν αγαπά κανέναν. Πιο σωστά, δεν ανήκει σε κανέναν. Αυτό που προδίδει τους θνητούς είναι ο χρόνος. Τα οικοδομήματα της πόλης παραμένουν, αλλά ο χρόνος ξεπροβοδίζει όλα τα έμψυχα. Δρόμοι, πλατείες, χώροι θα μείνουν εκεί που ήταν. Πώς να φανταστείς μια πόλη όπου όλοι θα πέθαιναν ξαφνικά; Και όμως όλοι πεθαίνουν με τη σειρά τους, συνειδητοποιώντας ότι έζησαν σε πολυτελή σαρκοφάγο.

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

η σιωπή ακολουθεί πάντα τη μουσική / Claudio Abbado (26 Ιουνίου 1933–20 Ιανουαρίου 2014) γράφει ο Γιώργος Φλωράκης (http://www.chronosmag.eu, ιανουάριος 2014)


............................................................

η σιωπή ακολουθεί πάντα τη μουσική

 


Claudio Abbado (26 Ιουνίου 1933–20 Ιανουαρίου 2014)

Γιώργος Φλωράκης

«Ο όρος “σπουδαίος μαέστρος” δεν έχει κανένα νόημα για μένα.Είναι ο συνθέτης που είναι σπουδαίος»

Η εποχή που ζούμε χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από μια σειρά συνεχών ανεξάρτητων –ίσως και ασυνάρτητων– μονολόγων, ειδικά από κάθε είδους πρόσωπα κύρους. Από την άλλη πλευρά, ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος, ο Claudio Abbado, θεωρούσε ότι «το να ακούμε είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Να ακούμε ο ένας τον άλλον, να ακούμε αυτό που λένε οι άνθρωποι, να ακούμε μουσική». Και τελικά, αυτό αναδεικνύεται σε πράξη επαναστατική, σε πράξη που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο: Ακούω προσεκτικά. Και όταν μιλώ, όταν πράττω, συμπεριλαμβάνω στον λόγο και τις πράξεις μου την οικουμενικότητα.
Ο Claudio Abbado αποφάσισε από πολύ μικρός να διευθύνει ορχήστρα. Ήταν κάτω από δέκα ετών όταν άκουσε για πρώτη φορά ζωντανά τα Νυκτερινά του Debussy και καθώς ο πατέρας του, ο Michelangelo Abbado, ήταν βιολονίστας και συνθέτης, είχε στη συνέχεια την ευκαιρία να παρακολουθήσει στη γενέτειρά του, το Μιλάνο, πρόβες ορχήστρας με διευθυντές όπως ο Arturo Toscanini και ο Wilhelm Furtwängler. Μάλιστα, ο δεσποτικός τρόπος συμπεριφοράς του Furtwängler τον είχε ενοχλήσει τόσο, που αποφάσισε από πολύ νωρίς να συμπεριφέρεται με απόλυτο σεβασμό και αγάπη στους μουσικούς κάθε ορχήστρας που θα διηύθυνε, συμπεριφορά που ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής του.
Μετά από πολλά χρόνια σπουδών, βραβείων και τιμητικών διακρίσεων, ο Abbado έκανε το ντεμπούτο του στη Σκάλα του Μιλάνου το 1960, όπου και εργάστηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής από το 1968 μέχρι το 1986. Εκεί, δεν ασχολήθηκε μόνο με το ιταλικό ρεπερτόριο αλλά κάθε χρόνο φρόντιζε να παρουσιάζει μία όπερα του 20ού αιώνα αλλά και ορχηστρικά έργα, ειδικά του Alban Berg και του Modest Mussorgsky, στους οποίους αφιέρωσε σειρές συναυλιών. Στη Βιέννη διηύθυνε για πρώτη φορά τη Φιλαρμονική της πόλης το 1965, και από το 1986 μέχρι το 1991 ήταν διευθυντής της Κρατικής Όπερας. Στο Λονδίνο δούλεψε με την ορχήστρα Halle και τη Συμφωνική της πόλης, ενώ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού βρέθηκε για να διευθύνει τη Συμφωνική του Σικάγου από το 1982 μέχρι το 1986. Όμως, μία από τις μεγαλύτερες στιγμές στην καριέρα του ήταν όταν, το 1989, διαδέχθηκε τον Herbert von Karajan στη Φιλαρμονική του Βερολίνου. Ήδη από το 1998 είχε δηλώσει ότι δεν θα ανανέωνε το συμβόλαιό του στη μεγάλη αυτή ορχήστρα και ότι το 2002 –που αυτό έληγε– θα έφευγε οριστικά. Στην εποχή της απόλυτης ωριμότητας πλέον, ο Abbado ένιωθε καλύτερα με ορχήστρες νέων μουσικών που δημιουργούσε ο ίδιος, όπως ήταν η Ορχήστρα Νέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ορχήστρα Νέων Gustav Mahler.
Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Claudio Abbado ηχογράφησε έργα από όλες τις εποχές της λόγιας μουσικής. Αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς από έναν Ιταλό μαέστρο, να μείνει δηλαδή προσκολλημένος στην παράδοση της ιταλικής όπερας, και παρά τη σπουδαία ηχογράφηση του Simon Boccanegra με τους Piero Capuccilli, Nicolai Ghiaurov και Mirella Freni, ο Abbado ηχογράφησε εξαιρετικά τις Συμφωνίες του Mahler, ειδικά την Τρίτη, την Έκτη και την Ενάτη, τις Συμφωνίες του Schubert –με την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης– αλλά και πολλά ακόμη έργα από διαφορετικές εποχές. Εξαιρετικές ήταν οι ερμηνείες του στις Σκηνές από τον Φάουστ του Schumann, το Te Deum του Berlioz, τον Boris Godunov του Mussorgsky. Ιδιαίτερα παράξενο ήταν το γεγονός ότι οι δύο ηχογραφήσεις του στις Συμφωνίες του Beethoven πέρασαν απαρατήρητες. Δύο κύκλοι, τόσο με τη Φιλαρμονική της Βιέννης, όσο και με αυτήν του Βερολίνου, δεν βρήκαν ιδιαίτερη ανταπόκριση από κοινό και κριτικούς. Όμως, δεν είναι λίγες οι φορές στην ιστορία της λόγιας μουσικής που ερμηνείες ανακαλύπτονται μετά από πολλά χρόνια. Εκεί όμως που ο Abbado τα κατάφερε όσο κανείς ίσως άλλος μαέστρος της γενιάς του, ήταν στη μουσική του 20ού αιώνα. Ένας σπουδαίος Wozzeck αλλά και πολλά ακόμη έργα του Alban Berg, ένα εξαιρετικό Gruppen του Stockhausen αλλά και το έργο που τον ώθησε στη μουσική, τα Νυκτερινά του Debussy μαζί με τη Δεύτερη Σουίτα από το έργο Δάφνις και Χλόη του Ravel, αποτελούν μία από τις καλύτερες ηχογραφήσεις του.
Θα μπορούσαν να γραφτούν σελίδες επί σελίδων για καθεμιά από τις ηχογραφήσεις του Claudio Abbado. Όμως όσο σημαντικό κι αν είναι το σώμα των ηχογραφήσεων, και ευρύτερα των ερμηνειών του, ίσως το πιο σπουδαίο στοιχείο, αυτό που τον μετατρέπει από σπουδαίο μαέστρο σε μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της μουσικής του 20ού αιώνα, είναι όχι μόνο το πάθος αλλά η υπομονή και η αγάπη με την οποία δίδαξε τους νέους μουσικούς, αφήνοντας έτσι πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Ο Claudio Abbado έφυγε λίγο καιρό μετά τα ογδοηκοστά του γενέθλια, στις 20 Ιανουαρίου 2014, αφήνοντας πίσω του τον κόσμο πολύ πιο πλούσιο απ’ ό,τι τον βρήκε. 


Επιλογή δισκογραφίας

1. Claude Debussy: Nocturnes / Maurice Ravel: Daphnis et Chloé SuiteNo. 2; Pavane / Alexander Scriabin: LePoèmedelexstase, Claude Debussy, Maurice Ravel, Alexander Scriabin, Claudio Abbado and Boston Symphony Orchestra (Deutsche Grammophon, 1970).
2. Karlheinz Stockhausen: Gruppen; Kurtág: Stele; Grabstein füStephan, Berlin Philharmonic (Deutsche Grammophon, 1994).
3. Franz Schubert: The Symphonies, Chamber Orchestra of Europe (Deutsche Grammophon, 1986-87).
4. Alban Berg: Wozzeck, Franz Grundheber, Hildegard Behrens, Walter Raffeiner, Heinz Zednik, Aage Haugland, Vienna State Opera (Deutsche Grammophon, 1987).
5. Gustav Mahler: Symphony No. 3, Anna Larsson, London Symphony Chorus/Berliner Philharmoniker (Deutsche Grammophon, 1999).
6. Giuseppe Verdi: Simon Boccanegra, Mirella Freni, Piero Cappucilli, José Careras, Nicolai Ghiaurov, José van Dam, Teatro della Scala (Deutsche Grammophon, 1977).

Youtube Links


files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png


  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Επιστολή του Επίκουρου προς τον Μενοικέα (01 Φεβ 2014 | tvxsteam tvxs.gr)

 ...........................................................

Επιστολή του Επίκουρου προς τον Μενοικέα

tvxs.gr/node/148094
 
 
Ο Επίκουρος (341 π.Χ. – 270 π.Χ.) , προτομή στο μουσείο 
του Λούβρου
 
 
 
Ο Επίκουρος (341 π.Χ. - 270 π.Χ.) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Ίδρυσε δική του φιλοσοφική σχολή, με το όνομα Κήπος του Επίκουρου, η οποία θεωρείται από τις πιο γνωστές σχολές της ελληνικής φιλοσοφίας.
Στην περίφημη επιστολή προς τον Μενοικέα διαβάζουμε:
«Κοίτα να συνηθίσεις στην ιδέα ότι ο θάνατος για μας είναι ένα τίποτα. Κάθε καλό και κάθε κακό βρίσκεται στην αίσθηση μας · όμως θάνατος σημαίνει στέρηση της αίσθησης. Γι’ αυτό η σωστή εκτίμηση ότι ο θάνατος δεν σημαίνει τίποτα για μας, μας βοηθά να χαρούμε τη θνητότητα του βίου: όχι επειδή μας φορτώνει αμέτρητα χρόνια αλλά γιατί μας απαλλάσσει από τον πόθο της αθανασίας. Δεν υπάρχει, βλέπεις, τίποτα το φοβερό στη ζωή του ανθρώπου που ‘χει αληθινά συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχει τίποτα το φοβερό στο να μη ζεις. Άρα είναι ανόητος αυτός που λέει ότι φοβάται το θάνατο, όχι γιατί θα τον κάνει να υποφέρει όταν έρθει αλλά επειδή υποφέρει με την προσδοκία του θανάτου. Γιατί ό,τι δεν σε στεναχωρεί όταν είναι παρόν, δεν υπάρχει λόγος να σε στεναχωρεί όταν το προσδοκείς. Το πιο ανατριχιαστικό, λοιπόν, από τα κακά, ο θάνατος, είναι ένα τίποτα για μας, ακριβώς επειδή όταν υπάρχουμε εμείς αυτός είναι ανύπαρκτος, κι όταν έρχεται αυτός είμαστε ανύπαρκτοι εμείς.
Γεννηθήκαμε μια φορά και δε γίνεται να γεννηθούμε και δεύτερη, κι είναι βέβαιο πως δεν θα υπάρξουμε ξανά στον αιώνα τον άπαντα. Εσύ όμως, ενώ δεν εξουσιάζεις το αύριο, αναβάλλεις την ευτυχία γι’ αργότερα. Κι η ζωή κυλά με αναβολές και χάνεται, κι ο καθένας μας πεθαίνει μες στις έγνοιες.” (Επίκουρος)
Ο θάνατος λοιπόν δεν έχει να κάνει ούτε με τους ζωντανούς ούτε με τους πεθαμένους, αφού για τους ζωντανούς δεν υπάρχει, ενώ οι τελευταίοι δεν υπάρχουν πια. Βέβαια, οι πολλοί άλλοτε πασχίζουν ν’ αποφύγουν το θάνατο σαν να ‘ναι η πιο μεγάλη συμφορά, κι άλλοτε τον αποζητούν για να αναπαυθούν από τα δεινά της ζωής. Απεναντίας ο σοφός ούτε τη ζωή απαρνιέται ούτε την ανυπαρξία φοβάται. Γιατί δεν του είναι δυσάρεστη η ζωή αλλά ούτε και θεωρεί κακό το να μη ζει. Κι όπως με το φαγητό δεν προτιμά σε κάθε περίπτωση το πιο πολύ μα το πιο νόστιμο, έτσι και με τη ζωή: δεν απολαμβάνει τη διαρκέστερη μα την ευτυχέστερη. Κι είναι αφελής όποιος προτρέπει τον νέο να ζει καλά και τον γέρο να δώσει ωραίο τέλος στη ζωή του· όχι μόνο γιατί η ζωή είναι ευπρόσδεκτη αλλά γιατί το να ζεις καλά και να πεθαίνεις καλά είναι μία και η αυτή άσκηση. Όμως πολύ χειρότερος είναι εκείνος που λέει πως καλό είναι να μη γεννηθείς αλλά μίας και γεννήθηκες, βιάσου να διαβείς τις πύλες τον Άδη (Θέογνις)
 
Στη στήλη μας για την Παιδεία, παρουσιάζουμε απόψεις για τον πολιτισμό και την εκπαίδευση καθώς και προτάσεις εναλλακτικής διδασκαλίας στα σχολεία. Μπορείτε να μας στείλετε γνώμες και προτάσεις σας, στο paidia@tvxs.gr.
Αν το λέει επειδή το πιστεύει, γιατί δεν αυτοκτονεί; Στο χέρι του είναι να το κάνει, αν το ‘χει σκεφτεί σοβαρά. Αν πάλι το λέει στ’ αστεία, είναι ελαφρόμυαλος σε πράγματα που δεν σηκώνουν αστεία. Ένα τίποτα είναι για μας ο θάνατος. Γιατί ό,τι αποσυντίθεται παύει να αισθάνεται. Κι ό,τι δεν αισθάνεται δεν μας αφορά.
Αυτά λοιπόν, κι όσα σχετίζονται μαζί τους, να τα στοχάζεσαι μέρα και νύχτα, μόνος σου ή με κάποιον σαν και σένα, και ποτέ σου δεν πρόκειται να ταραχτείς, είτε στον ύπνο σου είτε στον ξύπνιο σου• και θα ζήσεις σαν θεός ανάμεσα σε ανθρώπους.»(Εραν)

Δείτε περισσότερα: Ο Επίκουρος και η φιλοσοφία της ευτυχίας (ΙΙ)
Πηγή: Ερανιστής


Πέθανε ο σκηνοθέτης Μίκλος Γιάντσο - ο σκηνοθέτης που επηρέασε με την κινηματογραφική γραφή του πολλούς ευρωπαίους συναδέλφους του.*

.............................................................
 
Πέθανε ο σκηνοθέτης Μίκλος Γιάντσο

 Πέθανε ο πολυβραβευμένος ούγγρος σκηνοθέτης Μίκλος Γιάντσο
 
Εφυγε την Παρασκευή από τη ζωή, σε ηλικία 92 ετών, ο Ούγγρος σκηνοθέτης Μίκλος Γιάντσο, ο οποίος είχε βραβευθεί στο Φεστιβάλ των Καννών και στη Μόστρα της Βενετίας.

Ο Μίκλος Γιάντσο είχε κερδίσει το βραβείο σκηνοθεσίας το 1972 στις Κάννες για τον «Κόκκινο Ψαλμό» και το 1990 τιμητικό Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία για το σύνολο της σταδιοδρομίας του. Ο εκλιπών σκηνοθέτης είχε κερδίσει επίσης δύο φορές το βραβείο Κόσουτ, τη μεγαλύτερη καλλιτεχνική διάκριση της Ουγγαρίας.
Ο Γιάντσο σπούδασε νομικά, εθνολογία και ιστορία της τέχνης στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Η πρώτη του επαφή με τον κινηματογράφο ήταν στη Ρουμανία, όταν σκηνοθετούσε εθνολογικά ντοκιμαντέρ για την τεκμηρίωση των επιστημονικών του ερευνών.
Το 1958 αποφάσισε να στραφεί οριστικά προς το σινεμά και άρχισε να σκηνοθετεί. Οι ταινίες του επηρέασαν την σύγχρονη αισθητική του ευρωπαϊκού σινεμά, εισάγοντας εικαστικές και αφηγηματικές καινοτομίες. Μερικές από τις ταινίες του είναι: «Αστραφτεροί άνεμοι» (1969), «Κόκκινος ψαλμός» (1972), «Ηλέκτρα, αγάπη μου» (1975), ΄"Ιδιωτικά βίτσια, δημόσιες αρετές" (1976), «Ουγγρική Ραψωδία» (1978).

*Σημείωση:   Ο πιο σαφώς επηρεασμένος ηταν ο δικός μας Θόδωρος Αγγελόπουλος. Ο "Θίασος", η καλύτερη, κατ' εμέ, ταινία του Αγγελόπουλου αποτελεί επιτομή της κινηματογραφικής γραφής του Μίκλος Γιάντσο αλλά και προχώρημά της, καθώς "παντρεύτηκε" με το μαρξιστικό ιστορικό φιλοσογικό της νόημα. Αν ξαναδείτε τον "Θίασο", προσέξτε ιδιαίτερα τα κυκλικά πλάνα που χρησιμοποιούνται για τις αλλαγές των ιστορικών περιόδων και συγκυριών. Είναι γραφή, πρώτα χρησιμοποιημένη από τον Ούγγρο σκηνοθέτη που μας "αποχαιρέτησε" χθες