Κυριακή 7 Απριλίου 2013

"Η κατάθεση της απελπισίας μάς λυτρώνει" ο Δημήτρης Λιγνάδης στην Έφη Μαρίνου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 6-74/2013)

.........................................................

Η κατάθεση της απελπισίας μάς λυτρώνει


Ο Δημήτρης Λιγνάδης αντιμέτωπος ως σκηνοθέτης και ηθοποιός με τον Σάμιουελ Μπέκετ

Αγάπησε το «Τέλος του παιχνιδιού» όταν το είδε πολύ νέος με τον Αλέξη Μινωτή. Δουλεύοντάς το τώρα για το Από Μηχανής Θέατρο δηλώνει ότι ξαναβρήκε τη δύναμη του θεάτρου κι ας έχασε τον ύπνο του

Της Εφης Μαρίνου  Φωτογραφία: Μάριος Βαλασόπουλος



Δεν έκανε λίγα φέτος ο Δημήτρης Λιγνάδης: τον «Ανθρωπο της βροχής» στο Γκλόρια, το «Ξύπνημα της άνοιξης» στην Κύπρο, το «Επος του Διγενή» στο Εθνικό Θέατρο. Κι ενώ προετοιμάζει την επανάληψη της «Εύθυμης χήρας» στη Λυρική Σκηνή και συμμετέχει με μια παράσταση στο Low Budget Festival, τα δύσκολα τον περιμένουν στις 9 Απριλίου: το «Τέλος του παιχνιδιού» του Σάμιουελ Μπέκετ στο Από Μηχανής Θέατρο. Σκηνοθετεί, αλλά και παίζει τον Κλοβ, με τον Ακι Βλουτή στον ρόλο του Χαμ. Εργο που, όπως λέει, αγάπησε όταν πολύ νέος το παρακολούθησε με τον Αλέξη Μινωτή.

- Κλοβ, λοιπόν, καταδικασμένος σε διαρκή κίνηση, στην υπηρεσία του ακινητοποιημένου σε καροτσάκι και τυφλού Χαμ.

«Μεταφέραμε στη σκηνή ένα πάτωμα παρκέ. Κινούμαι ασταμάτητα πάνω σε πατάκια, αυτά που είχαν κάποτε οι νοικοκυρές. Τη θέση της σκούπας έχει η παρκετέζα. Σκέψου πόσο μπροστά ήταν ο Μπέκετ το 1958 τοποθετώντας τους γεννήτορες του Χαμ σε σκουπιδοντενεκέδες, σ’ ένα θέατρο μπούκας, με βελούδινες κουρτίνες. Σήμερα τα έχουμε δει όλα στη σκηνή: ιδρώτα, σπέρμα, αίμα, ούρα. Τι ορίζεις λοιπόν ως σκουπίδι; Σκέφτηκα το γκισέ ενός ταμείου. Αυτό το άνοιγμα από το οποίο βλέπεις τον άνθρωπο που εισπράττει, από τη μέση και πάνω. Μέσα εκεί έβαλα τους γεννήτορες, φορώντας αποκριάτικες μάσκες. Ξήλωσα τους φωτισμούς. Εμειναν τέσσερα φώτα που χειρίζεται ο Κλοβ».

- «Το τέλος του παιχνιδιού» ή «Τέλος του παιχνιδιού», δηλαδή τέλος παρτίδας;

«Πράγματι και εκ του τίτλου δηλώνεται ότι η μεγάλη τραγωδία είναι το μη τέλος. Ο Κλοβ και ο Χαμ το επιθυμούν και το αποφεύγουν. Ενα ατέρμονο παιχνίδι τέλους, το μαρτύριο του Σισύφου, η μεγαλύτερη τραγωδία. Χαρακτηρίζουμε το έργο μηδενιστικό, υπαρξιακό, φιλοσοφικό. Κυρίως είναι ένας ύμνος -και βλάσφημος- του θεάτρου στη δομή και στο περιεχόμενο. Η αποθέωση του μηχανισμού της θεατρικής πράξης».

- Που προκύπτει μέσα από τις αινιγματικές ατάκες, τις παύσεις, το θεατρικό παιχνίδι των δύο;

«Ακριβώς. Ο Χαμ λέει: “I play”. Δηλαδή: “Εγώ παίζω”. Ολα είναι υπονοούμενα. Πίσω από την πλοκή των δύο κρυπτοκλόουν, κάτω από όλα τα ερωτήματα, υφέρπει ο έντονος κρυφός φωτισμός της θεατρικής πράξης με τις εξουσιαστικές σχέσεις πάνω στη σκηνή. Επίσης του αδιεξόδου του ηθοποιού όταν αναρωτιέται: “Γιατί βρίσκομαι εδώ;”. Τότε που δεν ξέρεις αν το θέατρο είναι “πρέζα” ή αγάπη. Πρόκειται για θεατρική ελεγεία. Δυστυχώς μια παροιμία λέει: “Σφάξε τη μια ομορφιά να πιει το αίμα η άλλη”. Ή θα παρατηρούμε τη ζωή ή θα τη ζούμε. Και τα δυο δεν γίνονται».

- Η ζωή του ηθοποιού είναι στη σκηνή;

«Που κόβει την ψυχή του κομμάτια. Οι ήρωες μέσα σ’ αυτό το καταφύγιο-σκηνή λένε: “Μας αρέσει η ζωή, έλα όμως που δεν υπάρχει”. Οπως και οι ηθοποιοί: πληρωνόμαστε για να μιμούμαστε τη ζωή, να υποκρινόμαστε ότι τη ζούμε και οι θεατές να υποκρίνονται ότι μας πιστεύουν. Ενα αμοιβαίο ψέμα. Κάτω από την πρώτη στρωμάτωση του έργου ενοικεί το αδήριτο ερώτημα: Τι είναι θέατρο, αγάπη ή ανάγκη; Ο ηθοποιός ζει εκτός σκηνής; Υπάρχουν αληθινά αισθήματα ή όλα είναι κατασκευές;».

- Ενας τέτοιος ρόλος λοιπόν πρέπει να σας καταρρακώνει.

«Είναι τόσο ισχυρά ραδιενεργό το κείμενο που στις πρόβες λέω: “Δεν το κάνουμε αναλόγιο;”… Εχω πολλά χρόνια να νιώσω τέτοιο βάρος ρόλου. Μπαίνει στο πετσί μου, μένω άυπνος. Ξαναείδα τη δύναμη του θεάτρου. Αφησα τον σκηνοθέτη παράμερα. Ο Κλοβ λέει: “Φοβάμαι μήπως αποκτήσουμε κάποιο νόημα”. “Εμείς νόημα;!”, απαντά ο Χαμ. “Κι αν μας δει κάποιος στο μέλλον και πει: Α, κατάλαβα…”. Ο Μπέκετ αναποδογυρίζει χλευαστικά το σύμπαν. Γι’ αυτό χαίρομαι. Εγκαταλείπομαι στο έργο».

- Αφήνει κανένα ίχνος ελπίδας;

«Την περικλείει η κατάθεση της απελπισίας. Διατυπώνοντας το γκρίζο –ο Μπέκετ τα θέλει όλα γκρίζα, τον φωτισμό σταχτή-, κάνεις το πρώτο βήμα προς την ελπίδα. Ο,τι σε τραυματίζει, σε γιατρεύει. Ισως ο θεατής πέσει στην παγίδα να μην καταλάβει πως όταν η μαυρίλα διατυπώνεται, λυτρώνει. Είναι το οξύμωρο: “Φχαριστήθηκα κλάμα”»…

- Ο Μπέκετ καταθέτει επίσης την αθεΐα του μέσω μιας ανίερης «προσευχής». Κι αυτό στοίχισε στην αγγλόφωνη παραγωγή του έργου το 1968 την παρέμβαση λογοκριτών. Αλλά μήπως δηλώνοντας άθεος, δηλώνεις συγχρόνως μια πίστη;

«Ακριβώς. Ο Μπέκετ μέσα στην αθεΐα του είναι εκπληκτικά ένθεος. Βρίζει τον Θεό επειδή δεν αποκρίνεται (“τον μπάσταρδο, δεν υπάρχει”). Τα νοήματά του είναι πολύ κρυπτικά. Δικαίως αναφέρεται ως 4ος σύγχρονος τραγικός».

-Συμμετέχετε και στο Low Budget Festival μαζί με άλλους τρεις νέους σκηνοθέτες, ανεβάζοντας το έργο «Η θύελλα επιμένει» του Ενζό Κορμάν. Νέος κι εσείς;…

«Φαίνεται ότι τα νιάτα είναι κατάσταση, όχι κατάκτηση… Μέσα σ’ αυτή την αγωνία της εποχής αισθάνομαι δημιουργικός. Να συνειδητοποιήσουμε όμως, και να γίνει σεβαστό, ότι η τέχνη είναι και επάγγελμά μας».

- Τι εννοείτε;

«Σε μια συνέντευξη πρέπει να λες αυτά που σκέφτεσαι. Η ιδιοκτήτρια λοιπόν του θεάτρου Γκλόρια, ενώ έχει πληρώσει τους υπόλοιπους συντελεστές της παράστασης “Ο άνθρωπος της βροχής”, στον σκηνοθέτη που μόχθησε, αντιμετωπίζοντας μάλιστα πλήθος υλικοτεχνικών δυσκολιών, δεν έδωσε ούτε μισό ευρώ. Δεν γίνεται η μια πλευρά να είναι συνεπής και η άλλη ασυνεπής. Εγώ να πετιέμαι στον ύπνο μου από το άγχος της παράστασης και η άλλη να λέει “δεν έχω”. Μεγάλωσα αδιαφορώντας για το χρήμα. Επομένως το θέμα “χρωστώ”, “καταχρώμαι”, “κάποιος εξαρτάται οικονομικά από μένα”, μου μοιάζει εφιάλτης. Αν χρειαστεί θα κινηθώ νομικά».

- Είστε ήδη στα δικαστήρια με μεγάλο εκδοτικό συγκρότημα.

«Πέρσι δέχτηκα μια ανοίκεια, παρακαλλιτεχνικής φύσεως επίθεση, ανυπόγραφη. Αντέδρασα ως πολιτισμένος δημοκράτης πολίτης κάνοντας αγωγή. Το ΒΗMagazino οφείλει να με αποζημιώσει ηθικά. Ο οποιοσδήποτε δικαιούται να κρίνει ενυπόγραφα τη δουλειά μου. Αλλά τα προσβλητικά υπονοούμενα της υποτιθέμενης “ελευθεροτυπίας”, της ασυδοσίας του Τύπου, να σταματήσουν. Οδεύοντας προς τα πενήντα μου, αρνούμαι χτυπήματα κάτω από τη ζώνη στο όνομα οποιουδήποτε στιλιστικού κουτσομπολιού, gossip, μοδάτου free press. Κι αν δεχτούμε ότι το δημόσιο πρόσωπο στοχοποιείται, ε λοιπόν και το διακεκριμένο δημόσιο έντυπο στοχοποιείται διά των δημοσιευμάτων του».

- Η κρίση σάς πτοεί;

«Δεν έσκασε μόνο η οικονομική φούσκα σε Ελλάδα και Κύπρο. Εσκασε και η δήθεν καλλιτεχνική, η δήθεν εμπορική, η δήθεν μπουζουξίδικη. Στην εθνική κατάθλιψη προστέθηκε και η προσωπική μου πριν από δύο χρόνια. Η ψυχική και σωματική υπερκόπωση έριξε το ρελέ. Κρίσεις πανικού, άρνηση για δουλειά, μίσος στο θέατρο. Ακολούθησαν τα γνωστά: ψυχίατρος, θεραπεία, ξεκούραση. Τελικά αυτό που με τρώει με σώζει κιόλας: το θέατρο».

- Τι σας κρατάει σ’ αυτές τις κρίσεις;

«Δεν έχω φίλους. Αν εξαιρέσω την “αδελφή” μου Ελένη Κούρκουλα, είμαι μάλλον μοναχικός. Και μην περιμένεις να σου πω ότι με κρατάει ο έρωτας. Σε τέτοιες καταβυθίσεις όλα μοιάζουν γελοία, μάταια, επιφανειακά. Αλλά δεν είμαι αρνητής της ζωής. Μην ξεχνάς ότι εγώ δεν χάραξα κάποια πορεία. Δεν είπα: “Θα γίνω αυτό”. Ετυχε, βρέθηκα, καρπώθηκα, το χάρηκα. Οταν λοιπόν βυθίζεσαι, κλονίζονται τα θέλω σου. Περιμένω πώς και τι να έρθει το καλοκαίρι, να πάω στην Ιθάκη. Είναι ο παράδεισός μου. Δεν υπάρχει άλλο νησί για μένα».

- Εχουμε «χειρολαβές» σ’ αυτό που ζούμε. Πού θα πατήσει η καινούργια γενιά;

«Θα ξεκινήσει από το μηδέν πετώντας μας στα σκουπίδια. Κάναμε τρελά λάθη, τους οφείλουμε γενναία αυτοκριτική. Ζώντας σ’ αυτή την τραμπάλα, μεταξύ Χρυσής Αυγής και αντιεξουσιαστών, όταν βρέχει χώνεσαι κάτω από μια ανοιχτή ομπρέλα. Είναι λοιπόν επικίνδυνο να αφήσουμε να “βρέχει”. Δεν μπορώ να φανταστώ τόσους οπαδούς του ναζισμού ή εχθρούς του κοινοβουλευτισμού. Δεν υπάρχουν χειρολαβές. Οποιος βουλιάζει πιάνεται απ’ το κλαδί που κρέμεται. Βαρέθηκα τους αριστερούς από το κεφάλι και πάνω. Αλλά και το θέατρο της εγκεφαλίτιδας: “Μμμ, ενδιαφέρον” ή “αλλά ωραίοι φωτισμοί”… Σαν να κάνεις έρωτα με χειρουργικές λαβίδες. Προτιμώ το θέατρο που κινητοποιεί και άλλα όργανα, όπως την καρδιά, την ψυχή. Χάσαμε τον Διόνυσο, τον αληθινό Διόνυσο».

e.marinou@efsyn.gr

INFO: -Από Μηχανής Θέατρο (Ακαδήμου 13 Μεταξουργείο. Τηλ.: 2105231131). «Το τέλος του παιχνιδιού» του Σ. Μπέκετ. Μετάφραση: Κωστής Σκαλιώρας. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Λιγνάδης. Σκηνικά: Λίλη Πεζανού. Κοστούμια: Νίκος Αναγνωστόπουλος. Παίζουν: Ακις Βλουτής, Δημήτρης Λιγνάδης, Αφροδίτη Κλεοβούλου, Γρηγόρης Ποιμενίδης.

-«Η θύελλα επιμένει» του Ενζό Κορμάν στο Low Budget, Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης (13, 14, 15, 16 Απριλίου).

Δευτέρα 1 Απριλίου 2013

Μ. Πολυδούρη: «Το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα" (01 Απρ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)


.........................................................

Μ. Πολυδούρη: «Το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα»

tvxs.gr






«Το πιο λεπτό άνθος με το πιο δυνατό άρωμα μέσα σ’ όλη τη νεοελληνική ποίηση», όπως την αποκάλεσε ο Γιάννης Χονδρογιάννης, γεννήθηκε την 1η Απριλίου 1902 στην Καλαμάτα. Κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες, η Μαρία Πολυδούρη τέλειωσε το γυμνάσιο στην Καλαμάτα, γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών χωρίς να ολοκληρώσει ποτέ τις σπουδές της και, στη συνέχεια, εργάστηκε ως υπάλληλος σε διάφορες νομαρχίες. Δεν σταμάτησε να γράφει παράλληλα ποιήματα, μέχρι το θάνατό της σε ηλικία 28 ετών, στις 30 Απριλίου 1930.
Η Μαρία Πολυδούρη έγραψε δυο ποιητικές συλλογές: «Τρίλιες Που Σβήνουν» και «Ηχώ Στο Χάος». Η επιρροή της σχέσης της με τον Κώστα Καρυωτάκη στη ζωή και το έργο της είναι έντονη.
Με στίχους ατημέλητους, γεμάτους μελαγχολία, ρέμβη και διάθεση για φυγή, όπως τους περιγράφει η Έλλη Αλεξίου στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου «Πολυδούρη: Ποιήματα», η ποιήτρια αποτελεί μια μορφή πολύ δύσκολης αντιμετώπισης. Γιατί ενώ έλκει ισχυρά το μελετητή, να τη πλησιάσει και να εμβαθύνει στη προσωπικότητά της, την ίδια στιγμή δε τον βοηθάει, καθώς ήρθε κι έφυγε από τη ζωή σαν αστραπή, χωρίς να προσγειωθεί κι υπάρξει σα συνηθισμένος άνθρωπος.
Το 1920, η Πολυδούρη χάνει σε διάστημα 40 ημερών και τους δύο γονείς της. Οι τύψεις για την απουσία της από το πλευρό της μητέρας της κατά το θάνατό της θα την ακολουθούν πάντα. ...Δεν σ' ένιωσα πριν να σε χωριστώ μα η θύμησή σου ακέρια που μου μένει, μου δείχνει εμένα, εκεί να εξιλαστώ για πάντα θλιβερή μετανοιωμένη, έγραφε για τη μητέρα της.
Δύο χρόνια αργότερα, κι ενώ εργάζεται στη Νομαρχία Αθηνών γνωρίζει το συνάδελφό της Κ. Καρυωτάκη, ο οποίος έχει ήδη δημοσιεύσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921). Όταν το καλοκαίρι του 1922 μαθαίνει ότι ο Καρυωτάκης έχει προσβληθεί από σύφιλη, αρνείται να χωρίσουν και του ζητά να παντρευτούν, χωρίς να κάνουν παιδιά. Τελικά, χωρίζουν καθώς ο Καρυωτάκης αρνείται να δεχτεί τη θυσία της.
Το καλοκαίρι του 1926 αποφασίζει να φύγει για το Παρίσι, ένα ταξίδι που σύμφωνα με αρκετούς έγινε για να κάνει επίδειξη αδιαφορίας στον Καρυωτάκη που η άρνησή του στη πρότασή της για γάμο, είχε τραυματίσει την αξιοπρέπειά και τον εγωισμό της.
Επιστρέφει στην Αθήνα αφότου έχει προσβληθεί από φυματίωση, όπου νοσηλεύεται στο νοσοκομείο «Σωτηρία». Εκεί μαθαίνει για την αυτοκτονία του Καρυωτάκη και γνωρίζεται για λίγο με το Ρίτσο, στον οποίο αφιερώνει το ποίημα «Θυσία». Στις 30 Απριλίου 1930 χάνει τη μάχη με τη ζωή στην Κλινική Χριστομάνου. Ωστόσο, ο Γιάννης Χονδρογιάννης και η Λιλή Ζωγράφου, που της έγραψε τη πιο εμπεριστατωμένη κι ολοκληρωμένη μονογραφία, αποδέχονται την εκδοχή πως αυτοκτόνησε με ενέσεις μορφίνης.
Μαρία Πολυδούρη: Περί Αυτοκτονίας
Αυτός που αυτοκτονεί γιατί του ήρθε μια μεγάλη λύπη στη ζωή, αυτός είνε ένας ανάξιος της ζωής, δεν έπρεπε να τον έχη δεχτή καθόλου. Είνε ένας μικρόψυχος. Εξαιρώ όσους αυτοκτονούν γιατί είνε άρρωστοι, είτε σωματικά, είτε ψυχικά. Φυσικά είνε ταπεινωτικό να ζη κανείς στο περιθώριο της ζωής, κι’ όμως να ζη! Μα δεν πρόκειται γι’ αυτούς, τώρα. Ο πόνος είνε το φριχτό και το μεγάλο δώρο. Να τον δεχτής για να στραγγίσης τη ζωή ως την τελευταία σταγόνα. Να τον δεχτής για να παλαίψης, ο αγώνας είνε η ζωή. Η αντίδρασή σου σε κάθε χτύπημα είνε μια νίκη, όσο κι αν χάνεις λίγο λίγο έδαφος, γιατί βέβαια εσύ θα εξαντληθής όχι η ζωή. // Μα αυτή η απεγνωσμένη προσπάθεια, το κατανάλωμα της ψυχής μας, της ζωής μας όλης, τι αφάνταστα φριχτό και τι σεμνά μεγαλειώδες! «Καθήκον» λέξις τριμμένη, σχεδόν χωρίς ουσία και μισητή. Τι ανύψωμα θάπρεπε να της δώσω, τι ντύσιμο να της κάνω –μάλλον τι ξεντύσιμο- για να τη δώσω στον αγώνα της ζωής! Ένα καθήκον ευγενείας. Είνε ευγένεια το δόσιμο στην καταστροφή της ζωής. Πόσες γωνιές της ψυχής σου θα φωτισθούν, τι εξαϋλωμα, εξαγίασις ο σπαραγμός, η συντριβή, η ταπεινωσύνη. Στο βάθος του πόνου ολοένα, που να τελειώνουν όλα μπρος στα μάτια σου, που να σου λείπει η πνοή, που να νιώθης κάθε στιγμή τη λόγχη στα σπλάχνα, έτσι πέρνεται η μεγάλη γαλήνη της μορφής και το φωτοστέφανο της Ζωής: ένας άξιος άνθρωπος! Έτσι μόνο θ’ αξιωθής, όταν η μεγάλη στιγμή φτάση, να καταλάβεις βαθιά ότι έζησες, ότι τη Ζωή την πήρες όλη, ότι τόσο την εξάντλησες, ώστε αν κανείς σου πρότεινε ένα ξαναγύρισμα να αρνηθής με κάθε ειλικρίνεια και απλότητα. [Αυτή είνε η μεγάλη στιγμή. Η αναμονή του θανάτου για τη δικαίωση, την ανάπαυση, απέριττη και ωραία.

 Θάρθης αργά


Ως πότε πια θα καρτερώ
           να ξαναρθής και πάλι
σαν από χρόνους μακρινούς
         και ξένες χώρες πέρα;
Λιγόστεψε η ζωούλα μου
           και μέρα με τη μέρα,
ανήμπορη και τρυφερή,
            σβήνεται αγάλι αγάλι...


Άκου στα δέντρα πένθιμα
          πως τρίζουνε τα φύλλα,
μηνάνε το φθινόπωρο. Δες, 
           τ' ουρανού το χρώμα
το  θόλωσαν τα σύννεφα...
             Μια κρύα ανατριχίλα
στα λουλουδάκια χύνεται...
          κι αργείς, αργείς ακόμα!

 Θαρθής αργά, με τη νυχτιά
           και με τον κρύο χειμώνα,
με το χιονοσαβάνωμα,
            με του βορηά το θρήνο
και δε θα βρης ουτ' ένα ρόδο,
           ουτ' ένα αθώο κρίνο
να μου χαρίσης... ούτε καν
          μια πένθιμη ανεμώνα.

Σάββατο 23 Μαρτίου 2013

Μια κουβεντούλα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου με τη Λυδία Φωτοπούλου (μέρος 2ο) (www.lifo.gr 20/3/2013)

.........................................................

Μια κουβεντούλα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου με τη Λυδία Φωτοπούλου (μέρος 2ο)



Μια κουβεντούλα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου με την Λυδία Φωτοπούλου (www.lifo, 20/3/2013)


.........................................................

Μια κουβεντούλα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου με την Λυδία Φωτοπούλου

Lydia @ LIFO.gr

Τρίτη 19 Μαρτίου 2013

Μια κουβεντούλα της Θέμιδας Μπαζάκα* με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο ((Θέμις LIFO.gr)

...................................................
 
Μια κουβεντούλα της Θέμιδας Μπαζάκα* με τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο με εικόνα από κινητό...
(Θέμις LIFO.gr)






*: Η Θέμις Μπαζάκα εμφανίζεται στην παράσταση του έργου του Ευγένιου Ο' Νηλ "Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα" σε σκηνοθεσία του Γιάννη Χουβαρδά 
Δες εδώ:

«Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας» (http://www.kathimerini.gr, 19/3/2013)


.......................................................




Πατρίτσια Χάισμιθ

(1921 -1995)




«Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας»

Ένα βιβλίο- οδηγός για θρίλερ.


Οδηγίες προς «ναυτιλομένους» συγγραφείς περιλαμβάνει το βιβλίο «Πώς να γράψετε ένα μυθιστόρημα αγωνίας», της βραβευμένης Αγγλίδας μυθιστοριογράφου Πατρίτσια Χάισμιθ, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη.
Η συγγραφέας απευθύνεται στους επίδοξους συναδέλφους της, θεωρώντας ότι από τη στιγμή που κάποιος εκθέτει τα συναισθήματά του, τις παραξενιές του, τη στάση του απέναντι στη ζωή, είναι ένας εν δυνάμει συγγραφέας. Ξεκινάει από τα συμβάντα της καθημερινής ζωής, που δίνουν και το σπινθήρα στην αφήγηση. Το βασικό ζητούμενο, κατά την συγγραφέα, η οποία διέπρεψε στην αστυνομική λογοτεχνία, είναι να αποσπάσεις την προσοχή του αναγνώστη με κάτι διασκεδαστικό, που να αξίζει τον κόπο να του αφιερώσει μερικές ώρες ή μερικά λεπτά:
«Πολλοί θαρρούν πως οι ήδη αναγνωρισμένοι συνάδελφοί τους έχουν κάποια μαγική φόρμουλα επιτυχίας. Στόχος του βιβλίου είναι να ανατρέψει αυτή την ιδέα. Δεν υπάρχει μυστικό επιτυχίας στο γράψιμο, εκτός της προσωπικότητας. Και επειδή κάθε άνθρωπος είναι μοναδικός, εναπόκειται αποκλειστικά στον ίδιο να εκφράσει τη διαφορετικότητά του».
Το βιβλίο, γραμμένο με αφηγηματικό ύφος, σε οδηγεί στα μυστικά του μυθιστορήματος πραγματεύοντας τα… αιώνια της γραφής: Το σαράκι της ιδέας, η ανάπτυξη της αρχικής ιδέας, η φαντασία του συγγραφέα, η αναγνώριση των ιδεών, οι αόρατες κεραίες, η χρήση των προσωπικών βιωμάτων, η αφετηρία της αφήγησης, το διήγημα αγωνίας σε σύγκριση με το μυθιστόρημα. Δικαιώνοντας τον χαρακτηρισμό της ως συγγραφέας του σασπένς, δίνει ιδιαίτερη έμφαση σε θέματα όπως: το γρήγορο μυθιστόρημα, το πύκνωμα της πλοκής, οι… γοητευτικοί εγκληματίες, το σχεδόν απίστευτο, ο ρυθμός, ο αιφνιδιασμός του αναγνώστη, η πρώτη γραφή, η πρώτη σελίδα, η έκταση και η αναλογία, η τεχνική και το ταλέντο, η οπτική, η συναισθηματική εμπλοκή στην ιστορία, η γνώση των επαγγελμάτων, η δεύτερη γραφή και οι αναθεωρήσεις.
Η συγγραφέας αφηγούμενη τις εμπειρίες της στο γράψιμο κλασικών έργων της, που έχουν μεταφρασθεί και στην Ελλάδα ( «Ξένοι στο τρένο», εκδόσεις Ροές, 2002 και «Ο Αμερικάνος φίλος», 1987, εκδόσεις Επίκεντρο) διδάσκει, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να μαθαίνει γραφή και… ανάγνωση.
«Η ζωγραφική- λέει- είναι στενά συνυφασμένη με τη συγγραφική τέχνη. Οι ζωγράφοι ξέρουν να χρησιμοποιούν τα μάτια, και για ένα συγγραφέα είναι καλό να τους μιμείται».
Οι συμβουλές της δείχνουν απλές αλλά, όσοι έχουν επιδιώξει να γράψουν βιβλία, ξέρουν πόσο πολύτιμες αποδεικνύονται στην απλότητά τους:
«Συνιστώ ανεπιφύλακτα στους συγγραφείς να κρατούν σημειώσεις. Έστω και τρεις τέσσερις λέξεις αξίζει να σημειώνονται. Κάποιες ιδέες πιθανόν να αρχίσουν να αποκτούν ζωή».
«Αν κάποτε γράψω κάτι για τη γιαγιά μου πρέπει να είναι πολύ καλό, αλλιώς καλύτερα να μη γράψω τίποτα».
«Η ιδέα θα αποκτήσει σάρκα και οστά με την προσθήκη χαρακτήρων, σκηνικού, ατμόσφαιρας. Το σκηνικό και τα πρόσωπα πρέπει να φαίνονται ξεκάθαρα σαν φωτογραφία, χωρίς θολές περιοχές».
«Η περιπλοκή είναι αποτελεσματικότερη όταν έχουν τη μορφή απρόσμενων γεγονότων».
«Τα προβλήματα που συναντά κανείς στη συγγραφή λύνονται με ένα θαυματουργό τρόπο έτσι και κοιμηθεί λίγο. Κοιμάμαι με το πρόβλημα και ξυπνώ με τη λύση».
Πόσες εξάρσεις πρέπει να έχει ένα δραματικό μυθιστόρημα; Μια; Δύο; Τρείς; Παραπάνω;
«Ορισμένα βιβλία έχουν δύο και τρεις κορυφώσεις της ίδιας έντασης. Κάποιες πρέπει να είναι στο τέλος του βιβλίου, γιατί έπειτα από αυτές δεν μένει να ειπωθεί τίποτα και το βιβλίο πρέπει να τελειώσει εκεί, με μια αποκορύφωση».
Πως αρχίζουμε το πρώτο κεφάλαιο; Όμορφα και …καλά; Ή με σοκ και δέος;
«Στην πλειονότητά τους οι αργές, ακόμα και πληκτικές, αρχές μου, είναι γραμμένες σε μια πρόζα αρκετά νευρική. Είναι δυνατόν ένα βαρετό και νυσταλέο σπίτι σε μια ηλιόλουστη εξωτική παραλία να περιγραφεί με φρενήρη τρόπο, ακόμα και αν δεν συμβαίνει απολύτως τίποτα για ογδόντα σελίδες».
‘Ένα μυθιστόρημα τελειώνει όπως το έχει στο μυαλό του ο συγγραφέας;
«Ένα βιβλίο υπόκειται σε αλλαγές ενώ έχουν γραφεί τα τρία τέταρτά του. Κανένα βιβλίο, και πιθανότατα κανένας πίνακας, όταν ολοκληρωθεί, δεν είναι ακριβώς το ίδιο με αυτό που ονειρευτήκαμε αρχικά».
Τι γίνεται με το άγχος του συγγραφέα να… αρπάξει από τα μούτρα τον αναγνώστη;
«Είναι φτηνό κόλπο να ξαφνιάζεις ή να σοκάρεις τον αναγνώστη εις βάρος της λογικής- εκτός και αν πρόκειται για κωμωδία. Το ιδανικό είναι η μια ανεξέλεγκτη τροπή των γεγονότων, συνεπής όμως με το χαρακτήρα των πρωταγωνιστών. Τεντώστε στο μάξιμουμ την ευπιστία του αναγνώστη, αλλά μην τα σπάσετε».
Πόσο εύκολη είναι η πρώτη σελίδα;
«Η πρώτη σελίδα είναι σημαντική γιατί μπορεί να μυήσει τον αναγνώστη στην ιστορία ή να τον κάνει να κλείσει το βιβλίο και να το βάλει στην άκρη. Ένας γνωστός μου συγγραφέας μου είπε ότι δε τον πειράζει να αφιερώσει και δέκα μέρες στην πρώτη σελίδα».
Για το φαινόμενο των βιβλίων, με τη σωρεία των στοιχείων η συγγραφέας είναι κατηγορηματική:
«Ο αναγνώστης δεν θέλει να βουτήξει σε ένα ωκεανό πληροφοριών και περίπλοκων καταστάσεων, που δύσκολα θα συσχετίσει με τους χαρακτήρες. Υπάρχει μια τάση υπερβολής στις περιγραφές, ακόμα και στις εξηγήσεις. Όταν κάποιος περιγράφει ένα δωμάτιο δεν χρειάζεται να κατονομάσει τα πάντα εκεί μέσα, εκτός και αν είναι το δωμάτιο με τις εκπλήξεις. Το ίδιο και με τους διαλόγους».
Και μια ακόμη συμβουλή για την αληθοφάνεια των επαγγελμάτων που εξασκούν πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές :
«Οι συγγραφείς πρέπει να εκμεταλλεύονται κάθε ευκαιρία προκειμένου να γνωρίσουν τα επαγγέλματα άλλων ανθρώπων, να δουν το χώρο εργασίας και να ακούσουν πως μιλάνε εκεί. Το ίδιο ισχύει και για τα χωριά, τις πόλεις και τις χώρες, ακόμη και για τους δρόμους. Ένα μίζερο σοκάκι οπουδήποτε, γεμάτο σκουπίδια, πιτσιρίκια και αδέσποτα σκυλιά, μπορεί να είναι τόσο γόνιμο για τη φαντασία όσο και το ηλιοβασίλεμα στο Σούνιο, όπου ο Μπάιρον σκάλισε τ΄ όνομά του σε μια μαρμάρινη κολόνα στο ναό του Ποσειδώνα».
Η Πατρίτσια Χάισμιθ γεννήθηκε το 1921 στο Φορτ Γουόρθ του Τέξας. Σπούδασε Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια της Νέας Υόρκης, όπου εργαζόταν ως κειμενογράφος σε κόμικς και συγκεκριμένα στον Σούπερμαν. Έγινε γνωστή με το βιβλίο της «Ξένοι στο τρένο», που το 1950 γυρίστηκε ταινία από τον Χίτσκοκ. Η πενταλογία της με τον ήρωα Ρίπλεϋ ενέπνευσε τον Βιμ Βίντερς ο οποίος το 1977 γύρισε το «Ένας Αμερικάνος φίλος» με τον Μπρούνο Γκανζ. Αναγνωρίστηκε ως μεγάλη συγγραφέας μυθιστορημάτων θρίλερ αποσπώντας βραβεία στην Αγγλία και στη Γαλλία. Έγραψε 27 μυθιστορήματα και πολυάριθμες κριτικές και δοκίμια. Πέθανε το 1995. Χαρακτηριστικό της γραφής είναι ο θρίαμβος του Κακού. Αυτό όμως το δίνει με ένα περίτεχνο τρόπο, υποσκελίζοντας τον ηθικισμό με τον παιγνιώδες ύφος της. Η ίδια έχει διακηρύξει πως ο συγγραφέας είναι αταξικός και η συγγραφή δεν έχει σχέση με τα κηρύγματα.

Πηγή: ΑΜΠΕ

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Οδυσσέας Ελύτης: Αναζητώντας τη «μεταφυσική του φωτός» (18 Μαρ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

........................................................

Οδυσσέας Ελύτης: Αναζητώντας τη «μεταφυσική του φωτός»

tvxs.gr/node/33824
 


Σαν σήμερα, στις 18 Μαρτίου του 1996 έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Έλληνας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης, ο οποίος βραβεύτηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας «Για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία». 
Ο Οδυσσέας Αλεπουδέλης - όπως ήταν το πραγματικό του όνομα - γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Μετακόμισε μόνιμα στην Αθήνα, όπου το 1930 γράφτηκε στη Νομική Σχολή Αθηνών. Η πρώτη του εμφάνιση ως ποιητής μέσω του περιοδικού «Νέα Γράμματα» έγινε δεκτή με ενθουσιασμό, παρά τις ποικίλες αντιδράσεις που προκάλεσε.
Ο Ελύτης κατόρθωσε ωστόσο να τις υπερνικήσει και να συμβάλλει αποτελεσματικά στην ποιητική αναμόρφωση της χώρας, από τις αρχές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου έως τις μέρες μας.
Το 1937, υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών στην Κέρκυρα, αλληλογραφώντας παράλληλα με το Νίκο Γκάτσο και το Γιώργο Σεφέρη που βρίσκονταν στην Κορυτσά. Με το ξέσπασμα του πολέμου υπηρέτησε ως υπολοχαγός, ενώ κατά τη διάρκεια του πολέμου και μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας παρέμεινε ενεργός, εκδίδοντας επιτυχημένες ποιητικές συλλογές και δοκίμια για τη σύγχρονη ποίηση και άλλα καλλιτεχνικά ζητήματα.
Το Νοέμβριο του 1943, εκδίδεται η συλλογή «Ο Ήλιος ο Πρώτος μαζί με τις Παραλλαγές πάνω σε μια αχτίδα», σε 6.000 αριθμημένα αντίτυπα, ένας ύμνος του Ελύτη στη χαρά της ζωής και στην ομορφιά της φύσης. Στα Νέα Γράμματα που άρχισαν να επανεκδίδονται το 1944, δημοσίευσε το δοκίμιό του «Τα κορίτσια», ενώ από το 1945 ξεκίνησε η συνεργασία του με το περιοδικό Τετράδιο μεταφράζοντας ποιήματα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα και παρουσιάζοντας σε πρώτη δημοσίευση το ποιητικό του έργο Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.
Ο Οδυσσέας Ελύτης διετέλεσε δύο φορές Διευθυντής Προγράμματος στο Εθνικό Ίδρυμα Ραδιοφωνίας (1945-46 και 1953-54), ύστερα από σύσταση του Σεφέρη, που ήταν διευθυντής του πολιτικού γραφείου του Αντιβασιλέα Δαμασκηνού. Τις περιόδους 1948-1952 και 1969-1972 μετακόμισε στο Παρίσι, όπου παρακολούθησε διαλέξεις φιλολογίας και λογοτεχνίας στη Σορβόννη. Στο Παρίσι γνωρίστηκε με μεγάλους καλλιτέχνες όπως οι Reverdy, Breton, Tzara, Ungaretti, Matisse, Picasso, Chagall, Giacometti. Το 1948 αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στις Παγκόσμιες Συναντήσεις της Γενεύης, το 1949 στο Ιδρυτικό Συνέδριο της Παγκόσμιας Ένωσης Κριτικών Τέχνης στο Παρίσι και το 1962 στο Incontro Romano della Cultura στη Ρώμη.
Το 1978 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το 1979 βραβεύεται με το Νόμπελ Λογοτεχνίας. «Για την ποίησή του, που με φόντο την ελληνική παράδοση, με αισθηματοποιημένη δύναμη και πνευματική οξύνοια ζωντανεύει τον αγώνα τού σύγχρονου ανθρώπου για ελευθερία και δημιουργία», ανέφερε η απόφαση της απονομής του βραβείου από την Σουηδική Ακαδημία. Τον επόμενο χρόνο, ο Ελύτης καταθέτει το χρυσό μετάλλιο και τα διπλώματα του βραβείου στο Μουσείο Μπενάκη, ενώ ακολουθούν τιμητικές διακρίσεις όπως η απονομή φόρου τιμής σε ειδική συνεδρίαση της Βουλής των Ελλήνων, η αναγόρευση του σε επίτιμο διδάκτορα του Πανεπιστημίου της Σορβόνης, η ίδρυση έδρας νεοελληνικών σπουδών με τίτλο «Έδρα Ελύτη» στο πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσι και η απονομή του αργυρού μεταλλίου Benson από τη Βασιλική Φιλολογική Εταιρεία του Λονδίνου.
Η ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη εκφράζει ένα ευρύ φάσμα. Σε αντίθεση με άλλους, δεν στράφηκε προς την αρχαία Ελλάδα ή το Βυζάντιο, αλλά αφιερώθηκε στο σύγχρονο ελληνισμό, πάνω στον οποίο επιχείρησε να καταστήσει σημαντική τη μυθολογία και τους θεσμούς. Βασικός του στόχος ήταν να απαλλάξει τη συνείδηση των ανθρώπων από αδικαιολόγητες μεταμέλειες, να συμπληρώσει τα φυσικά στοιχεία μέσω ηθικών δυνάμεων, να πετύχει τη μέγιστη δυνατή διαφάνεια στην έκφραση και να κατορθώσει τελικώς να προσεγγίσει το μυστήριο, «τη μεταφυσική του φωτός», σύμφωνα με το δικό του ορισμό. Ο Οδυσσέας Ελύτης πέθανε στις 18 Μαρτίου 1996 στην Αθήνα από ανακοπή καρδιάς.


ΜΕ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης Lyrics: Odysseas Elytis
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις Music: Manos Hadjidakis
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Ψαρριανός (Ψαριανός) Song: Dimitris Psarianos
ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ-ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΡΙΑΝΟΣ ΜΕ ΤΗ ΠΡΩΤΗ ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ



Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι
Μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές
Όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα

Κατά πού θ' απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός
Κατά πού θ' αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρυνές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα

Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ' τις νεκρές εικόνες σου.

Πριν απ' τα μάτια μου ήσουν φως
Πριν απ' τον Έρωτα έρωτας
Κι όταν σε πήρε το φιλί
Γυναίκα



Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Η εμβληματική μορφή του κινηματογράφου, Κριστόφ Κισλόφσκι (13 Μαρ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

.......................................................

Η εμβληματική μορφή του κινηματογράφου, Κριστόφ Κισλόφσκι

tvxs.gr/node/39515
 



Στις 13 Μαρτίου του 1996, αφήνει την τελευταία του πνοή στην Βαρσοβία, από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ένας από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ου αιώνα, ο Κριστόφ Κισλόφσκι.

Ο Κισλόφσκι γεννήθηκε στις 27 Ιουνίου του 1941 στη Βαρσοβία. Σε ηλικία 16 ετών γράφτηκε σε σχολή πυροσβεστών, την οποία εγκατέλειψε γρήγορα.
Το 1965, μετά από δύο αποτυχημένες προσπάθειες, γίνεται δεκτός στην Κινηματογραφική Σχολή του Λοντζ και την επόμενη χρονιά γύρισε την πρώτη μικρού μήκους ταινία του «Tramwaj» (1966).
Τρία χρόνια αργότερα ολοκληρώνει τις σπουδές του, έχοντας στο ενεργητικό του τέσσερις ταινίες μικρού μήκους, και στρέφεται προς τα ντοκιμαντέρ.
Με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Personel», κερδίζει και το πρώτο του βραβείο από το Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Μανχάιμ. Με την πρώτη του ταινία εντάσσεται στο ρεύμα του κοινωνικού ρεαλισμού, ένα ρεύμα που θα ακολουθήσει και στις επόμενες ταινίες του, όπως «Το Σημάδι», το «Ερασιτέχνης Κινηματογραφιστής», με το οποίο κέρδισε και το Μέγα Βραβείο στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Μόσχας, το «Η τύχη».
Η είσοδος του στον πολιτικό κινηματογράφο, πραγματοποιείται με την ταινία «Δίχως Τέλος» (1984). Ακολουθεί το «Ο Δεκάλογος», το οποίο αποτελείται από 10 ταινίες μικρού μήκους εμπνευσμένες από τις Δέκα Εντολές. Από αυτή τη συλλογή προέκυψαν και οι μεγαλύτερου μήκους εκδοχές του πέμπτου και έκτου επεισοδίου με τον τίτλο «Μικρή Ιστορία για ένα Φόνο» (1988) και «Μικρή Ερωτική Ιστορία» (1988).

Δες εδώ σχετικά βίντεο από ταινίες του

Τρίτη 12 Μαρτίου 2013

Πόσο μου άρεσε το παλιό μουσείο της Ακρόπολης της Άννας Δαμιανίδη (http://pezotis.blogspot.gr, 6/3/2013)

...........................................................

Πόσο μου άρεσε το παλιό μουσείο της Ακρόπολης

της Άννας Δαμιανίδη 

(http://pezotis.blogspot.gr, 6/3/2013)

Είχαμε αποφασίσει να πάμε στην Ακρόπολη την περασμένη Κυριακή επειδή είχε δωρεάν είσοδο ως πρώτη Κυριακή του μήνα και επιμείναμε παρά το κρύο. Το προηγούμενο βράδυ είχα διαβάσει έναν παλιό οδηγό και είχα σχεδιάσει την πορεία μας απο το θέατρο του Διονύσου  ως τα εκδοτήρια.
Δεν είχα ξαναπάει ποτέ απο εκεί και δεν ήξερα αν βγαίνει ο δρόμος. Με το βιβλίο και το σχεδιάγραμμα υπό μάλης και τις φρεσκαρισμένες ή απλώς φρέσκες γνώσεις μου, οδήγησα την παρέα από το θέατρο του Δονύσου στο χορηγικό μνημείο του Νικία. Και καθώς περπατούσαμε πάνω απο τη στοά του Ευμένους που την είχε φτιάξει ο βασιλιάς αυτός της Περγάμου για να στεγάζονται οι ηθοποιοί, τα σκηνικά ή και οι θεατές σε περίπτωση βροχής, συνειδητοποίησα ότι όλη αυτή η πλευρά, αρχίζοντας απο το μνημείο του Λυσικράτη μέσα στην Πλάκα, είναι αφιερωμένη στο θέατρο. Ξεκινώντας απο το μέρος που γεννήθηκε η τραγωδία, το θέατρο του Διονύσου και καταλήγοντας εκεί που παίζεται ακόμα και σήμερα, στο Ηρώδειο, όλα γύρω είναι θεατρικά. Τα χορηγικά μνημεία είναι χτισμένα σουβενίρ βραβείων, σα να έβαζαν τα Οσκαρ σε μικρά οικοδομήματα στη σειρά, διαφορετικό μάλιστα το καθένα. Το φαντάζεστε; Θα μας φαινόταν πολύ φορτωμένη η αρχαία Ακρόπολη αν τύχαινε ποτέ να τη δούμε, έτσι μάλιστα που την έχουμε συνηθίσει απογυμνωμένη σαν ραχοκοκαλιά ψαριού που έχει φαγωθεί για τα καλά κι έχει σπάσει.
Χορηγικό μνημείο λοιπόν και στη σπηλιά μέσα στο βράχο, του Θρασύλου, κι οι κολώνες από πάνω, τίποτε περισσότερο απο στηρίγματα για τον μεταλλικό τρίποδα που ήταν το έπαθλο των θεατρικών αγώνων. Δόξα αιώνια σου εξσφάλιζαν τα βραβεία αυτά, ειδικά αν είχες λεφτά να χτίσεις και κάτι στο δημόσιο χώρο. Κι ο Νικίας είχε φτιάξει ολόκληρο κτίριο παραδίπλα για τον ίδιο σκοπό, κι ένα σωρό ακόμα υπήρχαν στη σειρά καθώς γινόταν ο περίπατος, που τον ονόμαζαν έτσι, απο το παλιό θέατρο στο καινούργιο.
Περπατώντας λοιπόν εμείς ένα επίπεδο πιο πάνω έχουμε διανύσει μερικούς αιώνες θεάτρου, απο τους πρώτους διθυράμβους για τον Διόνυσο μέχρι τις πολυτελείς αψίδες του Ηρωδείου που όταν χτίστηκε το σκέπαζε στέγη κέδρινη, ό,τι πιο ακριβό διέθετε η εποχή σε ξυλεία. Καθώς το βλέπουμε στ' αριστερά μας ανεβαίνουμε λίγα απότομα σκαλιά και νάμαστε στο εκδοτήριο μαζί με τα πλήθη που ανέβηκαν από την Πλάκα. Στεκόμαστε στα Προπύλαια λίγο, ουσιαστικά  είναι πια το πιο σημαντικό σημείο, το μόνο κτίριο που μπορείς να διαβείς και που ανακαλεί και την πομπή των Παναθηναίων και όλα τα περάσματα. Ο Παρθενώνας μονίμως σε σκαλωσιές, αυτή τη φορά στην πρόσοψη, είναι απρόσιτος εδώ και χρόνια. Θα μου πείτε, και τι καταλάβαινες όταν πήγαινες και περπατούσες επάνω; Τίποτε, μια αίσθηση των μεγεθών είχα κυρίως, την αύρα του περιβάλλοντος ίσως, αυτή που προσφέρει πάντα το να μπαίνεις σ' ένα χώρο.
Περάσαμε γρήγορα από το Ερέχθειο, φυσούσε κι έκανε τόσο κρύο που δεν μπορούσες να σταθείς. Προσπαθήσαμε να βρούμε πού περίπου θα ήταν τα χαμένα μνημεία, o ναός της Βραυρωνείας Αρτέμιδας, η Χαλκοθήκη, η οικία των Αρρηφόρων, ο ναός της Πανδρόσου και της Πολιάδος Αθηνάς, ο ναός του Αυγούστου και της Ρώμης. Ανεβήκαμε βιαστικά στον εξώστη με τη σημαία, βγάλαμε την καθιερωμένη φωτογραφία με τον Παρθενώνα στο βάθος, ύστερα στρίψαμε να φύγουμε. Προσπεράσαμε τα σκαλιά του παλιού μουσείου. Πιο πολύ απο κάθε φορά το νοστάλγησα, να πηγαίναμε εκει για να ολοκληρώσουμε την επίσκεψη, όπως κάναμε παλιά. Τι ωραίο, ουσιαστικό, συμμαζεμένο και διακριτικό που ήταν. Έμπαινες αφού είχες δει τη σχετική ερημιά του "ιερού βράχου" και αμέσως αποκτούσες μια εικόνα για το πώς θα ήταν γεμάτος με γλυπτά, αφιερώματα και άλλα κτίρια. Έτσι δε όπως ήταν χωμένο μέσα στο βράχο, αθέατο αλλά καλά οργνωμένο τελικά, ήταν μια αποκάλυψη για τον κάπως απογοητευμένο επισκέπτη. Εντελώς το αντίθετο απο το αχανές, διεκδικητικό, χαοτικό και άδειο σημερινό μουσείο, που φυσικά δεν αντέχαμε να επισκεφτούμε μετά απο την αρκετά κουραστική μας ανάβαση.
Πήγαμε απλώς να πιούμε καφέ εκεί και χαζέψαμε το μαγαζάκι του. Για τα ελληνικά δεδομένα έχει τη μεγαλύτερη ποικιλία σε σουβενίρ μουσείων, αλλά φυσικά θα μπορούσε να έχει πολύ περισσότερα. Αγόρασα ένα βιβλιαράκι παιδικό που δείχνει πώς ήταν τα μνημεία και πώς έχουν απομείνει.
Δεν μου αρέσει το νέο μουσείο, νοστάλγησα πολύ το παλιό.
Τι να κάνουμε όμως; Η μεγάλομανία μας είναι ανίατη.

Σάββατο 9 Μαρτίου 2013

"Μνήμη Παλαμά" Του Παντελή Μπουκάλα ("Καθημερινή", 3/3/2013) 70 χρόνια από το θάνατό του (1943).

..........................................................













Μνήμη Παλαμά  

Του Παντελή Μπουκάλα


Θυμήθηκα το συμβάν με αφορμή τα εβδομήντα χρόνια από τον θάνατο του Παλαμά: Το 1933, ο Πέτρος Χάρης αρχίζει μια έρευνα στα «Αθηναϊκά Νέα». Θέμα της «ποία η ωραιοτέρα λέξις της ελληνικής γλώσσης», και ειδικότερα «ποία η λέξις, η μία και μόνη, που αρέσει περισσότερο στους συγγραφείς, στους καλλιτέχνες και γενικότερα στους διανοουμένους». Πρώτον ρωτάει τον Παλαμά, που αρχικά «θέλησε να ξεφύγει», επειδή «ίσως και να βρήκε επιπόλαιο» το ερώτημα· και δικαίως. «Αλλά ξαφνικά έλαμψαν τα μάτια του» και πρόφερε την αγαπημένη του λέξη «με ανακούφιση, μ’ ενθουσιασμό, με κάποιο πείσμα: Δημοτικισμός». Ούτε πατρίδα ούτε Ρωμιοσύνη ή Ελλάδα, μάνα, ποίηση, αγάπη, ειρήνη ή Μούσα, όπως ίσως ανέμενε ο Π. Χάρης τότε και πολλοί σήμερα. Εξηγεί ο ποιητής: «Δεν σας κρύβω ότι δίνω αυτή την απάντηση γιατί μ’ αρέσει η λέξη, αλλά και εξ αφορμής της μεγάλης συκοφαντικής εκστρατείας που ξαναρχίζει εις βάρος όλων των δημοτικιστών» από τους «αναρμόδιους» που «κολλάνε σ’ όλους τον κομμουνισμό». Αλλωστε, ο δημοτικισμός και τον δήμο έχει μέσα του και το κίνημα, τον αγώνα· το πάθος.
Παλιά συνήθεια η συκοφαντία. Και στα γλωσσικά μας. Και παλιό το να πρωτοστατούν στις σχετικές εκστρατείες οι «αναρμόδιοι». Σήμερα, λ.χ., οπότε η ελληνική γλώσσα «ξαναπεθαίνει» για ένατη ή δέκατη φορά σε έναν αιώνα, όσοι κλαίνε ή κλαίγονται σε ράδια, κανάλια, σάιτ και πρωτοσέλιδα ότι σκοτώνουν τα φωνήεντά μας (οι κομμουνισταί, ποιοι άλλοι) και ενταφιάζουν τα σύμφωνά μας (οι εξωνημένοι του κρυφομπολσεβίκου Σόρος, βεβαίως βεβαίως), δεν μπαίνουν στον κόπο να διαβάσουν τα δήθεν γλωσσοκτονικά σχολικά βιβλία και εξαπολύουν κατάρες κατά της γλωσσολογίας που τους τις προμηθεύει η ιδεολογία τους. Η ιδεοληψία τους δηλαδή. Κι αν έβρισκαν μπροστά τους τον Σοσίρ ή τον Παλαμά, θα τους σωφρόνιζαν.
Κι ενώ με το ένα χέρι τους θα λιθοβολούσαν τον Παλαμά, με το άλλο θα κομμάτιαζαν το έργο του, ώσπου να βρουν δύο στίχους που κάπως να ταιριάζουν με το δόγμα τους και να τους σφετεριστούν. Τίποτα πιο συκοφαντικό από αυτό για τους ποιητές μας. Και το υφίσταται κι ο Σολωμός, κι ο Παλαμάς, κι ο Καβάφης, κι ο Ελύτης. Από αυτόκλητους ελληνολάτρες που θα ’καιγαν τα βιβλία όλων των προαναφερθέντων για να βάλουν, στη θέση τους, ένα και μόνο: τα Απαντα Γεωργαλά.

Δευτέρα 4 Μαρτίου 2013

Nikolai Gogol, ο ιδρυτής του ρωσικού ρεαλισμού (04 Μαρ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

.......................................................

Nikolai Gogol, ο ιδρυτής του ρωσικού ρεαλισμού

tvxs.gr/node/32855
 
 


Στις 4 Μαρτίου του 1852 πέθανε ο συγγραφέας, δραματουργός και, κατά πολλούς, ιδρυτής του ρωσικού ρεαλισμού, Nikolai Gogol, ένας συγγραφέας για τον οποίο ο Dostoyevsky είπε ότι όλοι οι Ρώσοι ρεαλιστές «βγήκαμε κάτω από το παλτό του Gogol» κάνοντας αναφορά στη διάσημη ιστορία του. Πολλά από τα έργα του, όπως τα Τάρας Μπούλμπα (1835), Νεκρές Ψυχές (1842), Ο γενικός επιθεωρητής (1836) Το ημερολόγιο ενός τρελού (1842) κ.α. θεωρούνται σήμερα από τα σπουδαιότερα λογοτεχνικά έργα της Ρωσίας.

Ο Nikolai Vasilievich Gogol γεννήθηκε στις 19 Μαρτίου του 1809 στο κοζάκικο ουκρανικό χωριό Sorochyntsi. Το 1828 πήγε στην Αγία Πετρούπολη, όπου εξασφάλισε απασχόληση στο δημόσιο κι έγινε γνωστός στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής.
Η πρώτη του συλλογή διηγημάτων απέσπασε επαίνους, το 1831. Η επόμενη συλλογή του, Mirgorod (1835), περιείχε και το Τάρας Μπούλμπα, έργο που τελικά επεκτάθηκε το 1842 σ' ολόκληρο μυθιστόρημα. Αυτό το έργο του, το οποίο εξετάζει τη ζωή των κοζάκων του 16ου αιώνα, αποκάλυψε τη μεγάλη δυνατότητα του συγγραφέα για ακριβή και με ανθρώπινη συμπόνια απεικόνιση των χαρακτήρων αλλά και το σπινθηροβόλο σατιρικό χιούμορ του.
Το 1836, κυκλοφορεί Ο Γενικός Επιθεωρητής, μια εύθυμη σάτιρα για τη φιλαργυρία και την ηλιθιότητα των γραφειοκρατών ανώτερων υπαλλήλων, έργο το οποίο θεωρείται από πολλούς κριτικούς ως ένα από τα σημαντικότερα κείμενα στη ρωσική λογοτεχνία. Το 1842 κυκλοφορούν οι Νεκρές Ψυχές, ένα μυθιστόρημα το οποίο χαρακτηρίζεται ως το μέγιστο δημιούργημα του συγγραφέα και ένα από τα λεπτότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας.



Το έργο αυτό επηρέασε σημαντικά τις επόμενες γενιές των Ρώσων λογοτεχνών ενώ πολλά από τα πνευματώδη ρητά του πέρασαν στη γλώσσα του λαού και έγιναν αποφθέγματα. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε και η άλλη διάσημη σήμερα ιστορία του, το Παλτό. Στο τέλος της ζωής του ο Gogol επηρεάστηκε σημαντικά από έναν φανατικό ορθόδοξο ιερέα, τον πάτερ Konstantinovskii, με αποτέλεσμα να κάψει πολλά χειρόγραφά του, όπως και αυτό των Νεκρών Ψυχών.
Ο Nikolai Gogol πέθανε όντας στα όρια της τρέλας, σε ηλικία 43 ετών, στις 4 Μαρτίου του 1852. «Είμαι προορισμένος από μυστηριώδεις δυνάμεις να περπατώ χέρι-χέρι με τους παράξενους ήρωές μου», έγραψε ο Gogol, «ενώ βλέπω τη ζωή με όλο το μέγεθός της να με προσπερνάει, να τη βλέπω μέσα από το γέλιο που βλέπει ο κόσμος και τα δάκρυα που ούτε βλέπει ούτε γνωρίζει ο κόσμος».



Ο λυρισμός, το χιούμορ και τη διεισδυτικότητα του Gogol, χάραξαν έναν καινούργιο δρόμο στη ρωσική και στην παγκόσμια λογοτεχνία, ενώ ως αναλυτής του γκροτέσκου της ανθρώπινης φύσης, ο Gogol χαρακτηρίζεται από πολλούς ως ο Hieronymus Bosch της Ρωσικής Λογοτεχνίας.