Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

"Γιατί γράφεις;" γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11-12/3/2017)

........................................................

Γιατί γράφεις;

 

γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11-12/3/2017)
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν από καιρό σε καιρό φίλοι, γνωστοί, άνθρωποι που τυχαία διασταυρώνεστε (ψέμα: κατά κύριο λόγο εσύ ρωτάς τον εαυτό σου. Κυρίως όταν δεν βγαίνει το καταραμένο το κείμενο).
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν οι ώρες στις οποίες δεν παρουσιάστηκες πρακτικός ή εύθυμος, συλλογικός ή έστω κοινωνικός.
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν κυρίως τα κείμενά σου.
Σχεδιάσματα από αριστουργήματα (έτσι λες) που δεν θα γραφτούν ποτέ, η αρχή ενός μυθιστορήματος χιλίων σελίδων που περιορίζεται στην πρώτη πρόταση και μια θολή ιδέα ακριβείας.
Κείμενα που το βράδυ είχαν τη βεβαιότητα μιας σημαντικής κατάθεσης απέναντι στην ανθρωπότητα και το πρωί που τα ξαναβλέπεις δεν είναι άλλο από μια ανορθόγραφη κοινοτοπία που σου θυμίζει έντονα τον αγαπημένο σου συγγραφέα (και σαν να γράφτηκε από κάποιον που ίσως να είναι αγαπημένος σου αλλά σίγουρα δεν είναι συγγραφέας).
«Γιατί γράφω;» σκέφτεσαι κατά κύριο λόγο όταν δεν γράφεις λόγω χρόνου, λόγω κούρασης ή ακριβώς λόγω γραφής.
Γιατί το γράψιμο, σαν κάθε τι που κόβει (τουλάχιστον στις καλές στιγμές του) σύντομα στην πολλή του χρήση θα στομώσει.
Το γράψιμο έχει ανάγκη να ακονίζει τον εαυτό του πάνω στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Γράφω λοιπόν θα πει πως παραδέχομαι και εξημερώνω τη σιωπή μου. Ρυμουλκώ από τη σιωπή τις λέξεις για να μην υπερχειλίσει και με πνίξει.
Μέσα στην καθημερινή τους χρήση οι λέξεις τρίβονται, φθείρονται.
Κάθε σημείο του σώματός τους κραυγάζει. Αναπαύοντας το σώμα αυτό στο κείμενο, οι λέξεις σιωπούν.
Το να γράφεις μοιάζει περισσότερο ως ένας τρόπος για να ζεις.
Οχι ως ένας τρόπος ζωής με την έννοια του μπερέ, του φουλαριού και του αλκοόλ.
Αλλά με το να ψάχνεις αφορμές και σημεία στον γύρω κόσμο όπου η γλώσσα συσσωρεύεται.
Σε γεγονότα, σε εικόνες και συνδέσμους, σε πρόσωπα ανθρώπων.
Βλέποντας τη διαδοχή των πραγμάτων ως διαδοχή παραγράφων. Εξοπλίζοντας τον εαυτό σου με την ξυλογλυπτική του χαρτιού και του μελανιού.
Γράφεις απέναντι στην υπεροψία του τίποτα και τον κυνισμό του μηδέν.
Γιατί τελικά η μόνη απάντηση απέναντι σε έναν παράλογο κόσμο μπορεί να είναι μόνο μια παράλογη απάντηση.
Και τι πιο παράλογο από το να προσπαθήσεις να χωρέσεις σε σημάδια το αίσθημα, την κραυγή και το χρώμα.
Γιατί αν το μπλε ήταν μονάχα μπλε, τότε δεν θα είχε ανάγκη τη λέξη «μπλε» ώστε να υπάρξει.
Είναι η λέξη που συνδέει το μπλε της θάλασσας με το μπλε του κάδου ανακύκλωσης, το μπλε της «Εναστρης νύχτας» του Βαν Γκογκ με το μπλε των αθηναϊκών πινακίδων στους δρόμους.
Και το γράψιμο μας δίνει πίσω την ενότητα σε έναν κόσμο χωρίς ενότητα.
Για αυτούς που γράφουν και για αυτούς που διαβάζουν σαν να γράφουν.
Ορίζει, γεμίζει τις ρωγμές, σφίγγει τις ραφές στην όψη των πραγμάτων. Και δίνει στα πράγματα τις ιδιότητες που έχουν.
Το μπλε είναι λοιπόν μπλε γιατί χωράει σε μια λέξη.
Γράφω λοιπόν σημαίνει οικοδομώ μια σκαλωσιά στο κενό. Η σκαλωσιά πέφτει.
Αλλά σε αυτήν της την πτώση η εκ νέου οικοδόμησή της, η μόνιμη πρόσθεση πάνω σε αυτό που χάνεται, τελικά τη συντηρεί στο ίδιο ύψος. Γράφω σημαίνει ισορροπώ μέσα στην πτώση.
Γιατί αν διακινδυνεύουμε ορισμούς και αν εκβιάζουμε δικαιολογίες για το τι είναι η γραφή, για τον λόγο που συμβαίνει ή για το ποια μπορεί να είναι η ανάγκη της, είναι γιατί η ίδια η γραφή μάς το επιβάλλει.
Οχι σαν χρέος ή σαν προσταγή, αλλά σαν διαδικασία που αφού περικλείει τα πάντα (ακόμα και αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί) έχει ανάγκη να συμπεριλάβει και τον εαυτό της.
Και τελικά γράφεις επειδή γράφεις. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, χωρίς ορισμένη στρατηγική, χωρίς στόχο πέρα από τη γραφή αυτή καθεαυτή.
Ολα τα άλλα, όλοι οι ορισμοί, οι αναλύσεις και οι περιγραφές, όλες οι φιλολογίες και οι κατατάξεις εκβάλλουν σε μια διαπίστωση που τελικά τις κάνει να σιωπούν:
Γράφω γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun (youtube, 17 Μαρ 2016)

....................................................

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun  

(excerpt from the NPR Music Tiny Desk Concert 2016)


Our love's a complex vintage wine 
All rotted leaves and lemon rind 
I'd spit you out but now you're mine 

We bit the fruit, it seemed a lie 
I'll never know which way was right 
Now side by side we face the night 

And I love you 
And I love you 

We walked the pier and back again 
It was the most scared 
I've ever been 
 You held my hand until the end 

And I love you 
And I love you 

Don't tell me we've got time 
The subtle thief of life 
It slips away when we pay no mind 
We pulled the weeds out til the dawn 
Nearly too tired to carry on 
Someday we'll linger in the sun 

And I love you 
And I love you


Δημοσιεύτηκε στις 17 Μαρ 2016
 
 
This is an original song by Gaelynn Lea entitled "Someday We'll Linger in the Sun". Gaelynn Lea is a musician, fiddle teacher, and public speaker from Duluth, MN.



Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ / ΒΑΤΡΑΧΟΙ (ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ)

.....................................................







Αριστοφάνης
(445 - 386 π.Χ.)









 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΒΑΤΡΑΧΟΙ

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.

Όταν καίει ο ήλιος, πιάστε
βράχια, νούφαρα και βούρλα
και στου τραγουδιού την ζούρλα,
το πλατσούρισμα χορτάστε -
όπως τον παλιό καιρό.

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.

Κι όταν της βροχής τις στάλες
στέλνει ο Ζευς, σαν κουκουνάρες,
κάντε στον βυθό της λίμνης
μπουρμπουληθροτραγουδάρες –
όπως τον παλιό καιρό.

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.





ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Λατρευτικά Επίθετα Του Διονύσου / Από τη φίλη στο fb Agelika Stouraitou (facebook, 24/11/2015)

............................................................


                          Διόνυσος

 




Λατρευτικά Επίθετα Του Διονύσου
 
Λύσιος ~ ο θεός σε κατάσταση έκστασης. Έκσταση που προκαλούσε η υπερβολική κατάποση κρασιού, μέσα από την οποία έδιωχναν τα άγχη της καθημερινότητας.

Λικνίτης ~ Ο βρεφικός Διόνυσος.

Βάκχιος, Βακχεύς ~ Ο θεός σε κατάσταση "μανίας".

Αιγοβόλος και Μελάναιγις ~ η γίδα και ο τράγος ήταν δυο μορφές του Διονύσου. Ήταν τα θύματα στις τελετές ωμοφαγίας του μαιναδικού θιάσου.

Δενδρίτης ~ Ο θεός του δέντρου.

Δασύλλιος, Θαλλοφόρος ~ Ο θεός της άγριας βλάστησης.

Κισσός ~ Το σύμβολο των διονυσιακών θιάσων. Οι μαινάδες έτρωγαν κισσό ως ενσάρκωση του Διονύσου.

Άνθιος, Μελανθίδης, Συκίτης, Μειλίχιος ~ Ο θεός των φυτών.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

"Η τραγωδία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας" του Rimas Tuminas, σκηνοθέτη της παράστασης "Οιδίπους τύραννος" του Εθνικού θεάτρου και του θεάτρου Βαχτανγκοφ στην Επίδαυρο (29 & 30/7/2016)

.............................................................

Η τραγωδία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

του Rimas Tuminas, σκηνοθέτη*







   Η τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος ηχεί σήμερα ως ιστορία μιας γενιάς που έχει φύγει και ενός ανθρώπινου μεγαλείου που έχει χαθεί.
   Εκείνοι ήταν άνθρωποι ικανοί να βιώσουν την ενοχή, μια δυνατότητα που περικλείει τη σοφία και το μεγαλείο του ανθρώπου.

   Οι άνθρωποι εκείνης της γενιάς έχουν πια φύγει. Ο πατέρας και η μητέρα μου ανήκαν σ' αυτούς. Πάντα είχαν στο νου τους ότι, σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής τους, ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του ανάξιο της θέσης για την οποία τον προορισε η μοίρα.
   Από τη σημερινή σκοπιά, οι άνθρωποι της προηγούμενης γενιάς φαντάζουν σαν τους αρχαίους τιτάνες - εκείνα τα πελώρια πλάσματα που ήταν δυνατά σαν τους αιώνιους βράχους. Άνθρωποι τέτοιας ρωμαλέας καταγωγής ήταν έτοιμοι να δεχτούν ως την πιο σημαντική αποκάλυψη  της ζωής τους, την ξαφνική συνειδητοποίηση της ίδιας τους της ήττας, της ταπείνωσης ή των εγκλημάτων που άθελά τους διέπραξαν απέναντι σε ό,τι πολυτιμότερο είχαν : τα παιδιά, το σπίτι, την πατρίδα τους.
    Η δύναμη των ανθρώπων της προηγούμενης γενιάς έγκειτο επίσης στην ετοιμότητά τους να αυτοτιμωρηθούν για το έγκλημά τους. Η ενοχή τους απαιτούσε εξιλέωση. Ήταν δράστες και ταυτόχρονα δικαστές. Οι τιμωρίες που επέβαλλαν στον εαυτό τους ήταν οι πιο σκληρές. Να συγχωρείς τον πλησίον σου, αλλά όχι τον εαυτό σου: αυτή είναι αρχαία ηθική βάση ανθρώπου που ποτέ δεν ξεχνά ότι φαίνεται ανάξιος στα μάτια του Θεού.

Τέτοιοι άνθρωποι έχουν σχεδόν εκλείψει σήμερα. Το να αυτοτιμωρείσαι για τις αμαρτίες σου είναι εκτός μόδας!  Στην εποχή μας επικρατεί η αίσθηση της απόλυτης αθωότητας. Για ό,τι άσχημο συμβαίνει, οι άνθρωποι αναζητούν ευθύνες οπουδήποτε αλλού εκτός από τον ίδιο τον εαυτό τους: στους γείτονες, στην πόλη, στην πολιτική, στην κυβέρνηση, στη χώρα. Λένε: "μακάρι να είχα γεννηθεί σε μια άλλη οικογένεια ή σε άλλη χώρα ή σε διαφορετική εποχή· τότε όλα θα ήταν διαφορετικά...".

 
   Για μένα, ο κύριος χαρακτήρας της τραγωδίας Οιδίπους τύραννος δεν είναι ο Οιδίποδας, αλλά η Ιοκάστη - αυτή η στοργική μητέρα, ευγενική σύζυγος, σπουδαία βασίλισσα και σοφή γυναίκα, που μετά την απώλεια του συζύγου της αγάπησε τον ήρωα που έσωσε την πατρίδα της. Η Ιοκάστη αποτελεί πηγή δύναμης τόσο για τον Οιδίποδα όσο και για τον Κρέοντα. Η αυτοτιμωρία της είναι η πιο σκληρη. Και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά για τους Τιτάνες, η μόνη ενδεδειγμένη τιμωρία για τα εγκλήματά τους είναι ο θάνατος.

*Σημείωση: Ο Rimas Tuminas είναι ο σκηνοθέτης της παράστασης "Οιδίπους τύραννος" που παρουσίασαν σε συμπαραγωγή το Θέατρο Βαχτάνγκοφ και το Εθνικό Θέατρο της χώρας μας την Παρασκευή και το Σάββατο (29/7 και 30/7 αντίστοιχα) στο θέατρο της Επιδαύρου. Το παραπάνω κείμενο είναι από το πρόγραμμα της παράστασης.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

[ «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λιβαθηνού, στην Επίδαυρο ] Του Λέανδρου Πολενάκη ("ΑΥΓΗ", 19/7/2016)

..............................................................

 «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λιβαθηνού, στην Επίδαυρο

 
 
 
 
 
Του Λέανδρου Πολενάκη ("ΑΥΓΗ", 19/7/2016)
 
 
Η άλλοτε κραταιή άποψη του Εγέλου για την ύπαρξη δύο ισοδύναμων «Δικαίων» στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, («Φυσικό» και «Θετό» ή Δίκαιο της Πόλεως), σήμερα ελέγχεται. Η έννοια του «Φυσικού Δικαίου» είναι μια κατασκευή των νεοτέρων χρόνων, ενώ ο Κρέων δεν εκπροσωπεί το «θετό» δίκαιο της πόλης. Δεν είναι ένας δημοκρατικά εκλεγμένος, έστω αυταρχικός, ηγέτης, είναι ένας τύραννος, και μάλιστα Θεομάχος. Ο Κρέων δεν συγκαλεί τη συνέλευση του λαού για να συναποφασίσουν, αλλά καλεί τους «δικούς του» ανθρώπους για να τους ανακοινώσει τη μοιραία του απόφαση. Με αυτή την πράξη του ο Κρέων διακόπτει τη γιορτή του Διόνυσου που ετοίμαζε ο Χορός. Η ματαίωση της τελετής και το άταφο του νεκρού αποτελούν διπλή προσβολή για τον «ερχόμενο Θεό». Η Αντιγόνη, με την πρωτοβουλία της, αναλαμβάνει να «ξεπλύνει» την προσβολή. Γίνεται, έτσι ο κεντρικός άξονας που συνέχει τη διχασμένη πόλη και ο «στύλος» που στηρίζει τα δύο κομμάτια του κόσμου, το «άνω» και το «κάτω». «Παίρνει μέσα της» τον Διόνυσο, τον εξανθρωπίζει, για να μην πέσει ολόκληρος επάνω στην ανθρώπινη κοινότητα και την «κάψει». Είναι μια «Βάκχη ανάμεσα στους νεκρούς» κατά τον Ευριπίδη, στη νυφική της «αιώρα», σαν μια από τις μορφές που πήρε και άφησε διαδοχικά η πανάρχαιη αιγαιακή αιωρούμενη μητέρα - θεά, ενώνοντας με το «πέταγμά» της ουρανό και γη. Πρόκειται, ακόμη, για την τελετή της «αιώρας», μέρος βασικό της Διονυσιακής γιορτής των Ανθεστηρίων της αρχαίας Αθήνας. Και για έναν παραδοσιακό τρόπο θανάτου, (κρεμιούνται από την παρθενική ζώνη τους), στην αρχαιότητα, των κοριτσιών που αρνούνται να συνάψουν γάμο.
Σωστά η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθηνού προτάσσει στην παράσταση της Επιδαύρου, μια συμπαραγωγή Εθνικού, ΚΘΒΕ, ΘΟΚ, την αιώρα της Αντιγόνης ως κατ' εξοχήν σκηνικό αντικείμενο, αλλά η χρήση της, φοβάμαι ότι δεν ήταν πάντα η ενδεδειγμένη. Ο διάλογος ανάμεσα στην Αντιγόνη και στην Ισμήνη, μια ολόκληρη «κριτική του πρακτικού λόγου», που ανοίγει την τραγωδία, δεν μπορεί να δίνεται σαν διάλογος ανάμεσα σε δυο πεισματάρικα κοριτσάκια ντυμένα αρσακειάδες, που «τα λένε» παίζοντας κούνιες. Και οι δύο νεαρές ηρωίδες έχουν ήδη ωριμάσει ξαφνικά και απότομα, την προηγούμενη νύχτα φρίκης και θανάτου, κάθε μια με τον δικό της τρόπο. Πώς τις είδε έτσι ο σκηνοθέτης;
Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, στην καλή μετάφραση του αείμνηστου Μαρωνίτη (το κοινό καταχειροκρότησε τις ιδέες που σώζει ακέραιες η μετάφραση), στόχευσε, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια πολυσυλλεκτική παράσταση, να εμπεριέχει τις κυριότερες ελληνικές σκηνοθετικές απόψεις για την τραγωδία. Άφησε κάθε «ομάδα» να δουλέψει με τον δικό της διακριτό τρόπο: του Εθνικού, στελεχωμένη από βετεράνους, με τον παλιό τρόπο του Εθνικού. Την προερχόμενη από το Θέατρο Τέχνης, με τον τρόπο του Θεάτρου Τέχνης. Την ομάδα του ΚΘΒΕ, με τον παραδοσιακό τρόπο του ΚΘΒΕ. Του ΘΟΚ, αντιστοίχως. Το πράγμα δεν δούλεψε, δεν υπήρξε άξονας κεντρικός και ενιαίος ρυθμός να «δέσει» σε ορχήστρα τα όργανα. Ο εποπτικός ρόλος της σκηνοθεσίας γύρισε «μπούμερανγκ». Δεν δούλεψε ούτε η προσπάθεια εκσυγχρονισμού με τα κοστούμια, που «κατάπιναν» τις άοκνες προσπάθειες των ηθοποιών. Τα σύγχρονα κοστούμια στην τραγωδία πρέπει να διασώζουν την εσωτερική φύση του ανθρώπου, που δεν αλλάζει. Όχι τις επίκαιρες αλλαγές της μόδας.
Ως ακατανόητη σκηνοθετική παρέμβαση είδα την απόδοση των χορικών με γελάκια, χάχανα, ξεφωνητά και γκροτέσκο εκφράσεις. Περιμένω να μάθω το σκεπτικό της επιλογής.
Έμενε, έτσι, σχεδόν μόνος, ο δυνατός «εωσφορικός», δουλεμένος εσωτερικά, λόγος του Δημήτρη Λιγνάδη. (Κρέων... και λίγος Ριχάρδος). Στο κομμάτι της ώριμης Αντιγόνης, μετά την πράξη της, η νεαρότατη Αναστασία - Ραφαέλα Κονίδη έχει το τεκμήριο της ηλικίας, δείχνει αληθινό πάθος, αλλά χρειάζεται να δουλέψει πολύ. Η «Ισμήνη» της Δήμητρας Βλαγκοπούλου δεν είναι κατώτερη, αλλά τη «φώτισε» λιγότερο η σκηνοθεσία. Ο Κώστας Καστανάς με τη φωνή του και ο Νίκος Μπουσδούκος με την παρουσία του (κορυφαίοι) συνέχουν. Η Μπέτυ Αρβανίτη σε «αποστολή αυτοθυσίας» (Τειρεσίας), και σε πείσμα του κοστουμιού της (Νοσφεράτου), βγαίνει αυθεντική. Η Μαρία Σκούντζου (κορυφαία) δίνει τον γνήσιο εαυτό της νικώντας... το κοστούμι της Μάρθας Βούρτση...
Ο Αίμων του Βασίλη Μαγουλιώτη, αν και ντυμένος «Μικρός ήρως», πείθει. Τα «κορίτσια της Θήβας» (γκο-γκο γκερλ) και την μπάντα του Δήμου, ποιος τα σκέφτηκε;
Ικανοποιούν οι Κατσαρής, Χαρίσης, Πελτέκης, αξιοπρεπέστατη η Στέλλα Φυρογένη. Υπέρ το δέον επιθετική η μουσική του Χαράλαμπου Γωγιού.