Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

"Η τραγωδία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας" του Rimas Tuminas, σκηνοθέτη της παράστασης "Οιδίπους τύραννος" του Εθνικού θεάτρου και του θεάτρου Βαχτανγκοφ στην Επίδαυρο (29 & 30/7/2016)

.............................................................

Η τραγωδία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας

του Rimas Tuminas, σκηνοθέτη*







   Η τραγωδία του Σοφοκλή Οιδίπους Τύραννος ηχεί σήμερα ως ιστορία μιας γενιάς που έχει φύγει και ενός ανθρώπινου μεγαλείου που έχει χαθεί.
   Εκείνοι ήταν άνθρωποι ικανοί να βιώσουν την ενοχή, μια δυνατότητα που περικλείει τη σοφία και το μεγαλείο του ανθρώπου.

   Οι άνθρωποι εκείνης της γενιάς έχουν πια φύγει. Ο πατέρας και η μητέρα μου ανήκαν σ' αυτούς. Πάντα είχαν στο νου τους ότι, σε οποιαδήποτε στιγμή της ζωής τους, ένας άνθρωπος μπορεί να θεωρήσει τον εαυτό του ανάξιο της θέσης για την οποία τον προορισε η μοίρα.
   Από τη σημερινή σκοπιά, οι άνθρωποι της προηγούμενης γενιάς φαντάζουν σαν τους αρχαίους τιτάνες - εκείνα τα πελώρια πλάσματα που ήταν δυνατά σαν τους αιώνιους βράχους. Άνθρωποι τέτοιας ρωμαλέας καταγωγής ήταν έτοιμοι να δεχτούν ως την πιο σημαντική αποκάλυψη  της ζωής τους, την ξαφνική συνειδητοποίηση της ίδιας τους της ήττας, της ταπείνωσης ή των εγκλημάτων που άθελά τους διέπραξαν απέναντι σε ό,τι πολυτιμότερο είχαν : τα παιδιά, το σπίτι, την πατρίδα τους.
    Η δύναμη των ανθρώπων της προηγούμενης γενιάς έγκειτο επίσης στην ετοιμότητά τους να αυτοτιμωρηθούν για το έγκλημά τους. Η ενοχή τους απαιτούσε εξιλέωση. Ήταν δράστες και ταυτόχρονα δικαστές. Οι τιμωρίες που επέβαλλαν στον εαυτό τους ήταν οι πιο σκληρές. Να συγχωρείς τον πλησίον σου, αλλά όχι τον εαυτό σου: αυτή είναι αρχαία ηθική βάση ανθρώπου που ποτέ δεν ξεχνά ότι φαίνεται ανάξιος στα μάτια του Θεού.

Τέτοιοι άνθρωποι έχουν σχεδόν εκλείψει σήμερα. Το να αυτοτιμωρείσαι για τις αμαρτίες σου είναι εκτός μόδας!  Στην εποχή μας επικρατεί η αίσθηση της απόλυτης αθωότητας. Για ό,τι άσχημο συμβαίνει, οι άνθρωποι αναζητούν ευθύνες οπουδήποτε αλλού εκτός από τον ίδιο τον εαυτό τους: στους γείτονες, στην πόλη, στην πολιτική, στην κυβέρνηση, στη χώρα. Λένε: "μακάρι να είχα γεννηθεί σε μια άλλη οικογένεια ή σε άλλη χώρα ή σε διαφορετική εποχή· τότε όλα θα ήταν διαφορετικά...".

 
   Για μένα, ο κύριος χαρακτήρας της τραγωδίας Οιδίπους τύραννος δεν είναι ο Οιδίποδας, αλλά η Ιοκάστη - αυτή η στοργική μητέρα, ευγενική σύζυγος, σπουδαία βασίλισσα και σοφή γυναίκα, που μετά την απώλεια του συζύγου της αγάπησε τον ήρωα που έσωσε την πατρίδα της. Η Ιοκάστη αποτελεί πηγή δύναμης τόσο για τον Οιδίποδα όσο και για τον Κρέοντα. Η αυτοτιμωρία της είναι η πιο σκληρη. Και δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά για τους Τιτάνες, η μόνη ενδεδειγμένη τιμωρία για τα εγκλήματά τους είναι ο θάνατος.

*Σημείωση: Ο Rimas Tuminas είναι ο σκηνοθέτης της παράστασης "Οιδίπους τύραννος" που παρουσίασαν σε συμπαραγωγή το Θέατρο Βαχτάνγκοφ και το Εθνικό Θέατρο της χώρας μας την Παρασκευή και το Σάββατο (29/7 και 30/7 αντίστοιχα) στο θέατρο της Επιδαύρου. Το παραπάνω κείμενο είναι από το πρόγραμμα της παράστασης.

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

[ «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λιβαθηνού, στην Επίδαυρο ] Του Λέανδρου Πολενάκη ("ΑΥΓΗ", 19/7/2016)

..............................................................

 «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λιβαθηνού, στην Επίδαυρο

 
 
 
 
 
Του Λέανδρου Πολενάκη ("ΑΥΓΗ", 19/7/2016)
 
 
Η άλλοτε κραταιή άποψη του Εγέλου για την ύπαρξη δύο ισοδύναμων «Δικαίων» στην «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, («Φυσικό» και «Θετό» ή Δίκαιο της Πόλεως), σήμερα ελέγχεται. Η έννοια του «Φυσικού Δικαίου» είναι μια κατασκευή των νεοτέρων χρόνων, ενώ ο Κρέων δεν εκπροσωπεί το «θετό» δίκαιο της πόλης. Δεν είναι ένας δημοκρατικά εκλεγμένος, έστω αυταρχικός, ηγέτης, είναι ένας τύραννος, και μάλιστα Θεομάχος. Ο Κρέων δεν συγκαλεί τη συνέλευση του λαού για να συναποφασίσουν, αλλά καλεί τους «δικούς του» ανθρώπους για να τους ανακοινώσει τη μοιραία του απόφαση. Με αυτή την πράξη του ο Κρέων διακόπτει τη γιορτή του Διόνυσου που ετοίμαζε ο Χορός. Η ματαίωση της τελετής και το άταφο του νεκρού αποτελούν διπλή προσβολή για τον «ερχόμενο Θεό». Η Αντιγόνη, με την πρωτοβουλία της, αναλαμβάνει να «ξεπλύνει» την προσβολή. Γίνεται, έτσι ο κεντρικός άξονας που συνέχει τη διχασμένη πόλη και ο «στύλος» που στηρίζει τα δύο κομμάτια του κόσμου, το «άνω» και το «κάτω». «Παίρνει μέσα της» τον Διόνυσο, τον εξανθρωπίζει, για να μην πέσει ολόκληρος επάνω στην ανθρώπινη κοινότητα και την «κάψει». Είναι μια «Βάκχη ανάμεσα στους νεκρούς» κατά τον Ευριπίδη, στη νυφική της «αιώρα», σαν μια από τις μορφές που πήρε και άφησε διαδοχικά η πανάρχαιη αιγαιακή αιωρούμενη μητέρα - θεά, ενώνοντας με το «πέταγμά» της ουρανό και γη. Πρόκειται, ακόμη, για την τελετή της «αιώρας», μέρος βασικό της Διονυσιακής γιορτής των Ανθεστηρίων της αρχαίας Αθήνας. Και για έναν παραδοσιακό τρόπο θανάτου, (κρεμιούνται από την παρθενική ζώνη τους), στην αρχαιότητα, των κοριτσιών που αρνούνται να συνάψουν γάμο.
Σωστά η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθηνού προτάσσει στην παράσταση της Επιδαύρου, μια συμπαραγωγή Εθνικού, ΚΘΒΕ, ΘΟΚ, την αιώρα της Αντιγόνης ως κατ' εξοχήν σκηνικό αντικείμενο, αλλά η χρήση της, φοβάμαι ότι δεν ήταν πάντα η ενδεδειγμένη. Ο διάλογος ανάμεσα στην Αντιγόνη και στην Ισμήνη, μια ολόκληρη «κριτική του πρακτικού λόγου», που ανοίγει την τραγωδία, δεν μπορεί να δίνεται σαν διάλογος ανάμεσα σε δυο πεισματάρικα κοριτσάκια ντυμένα αρσακειάδες, που «τα λένε» παίζοντας κούνιες. Και οι δύο νεαρές ηρωίδες έχουν ήδη ωριμάσει ξαφνικά και απότομα, την προηγούμενη νύχτα φρίκης και θανάτου, κάθε μια με τον δικό της τρόπο. Πώς τις είδε έτσι ο σκηνοθέτης;
Η σκηνοθεσία του Στάθη Λιβαθινού, στην καλή μετάφραση του αείμνηστου Μαρωνίτη (το κοινό καταχειροκρότησε τις ιδέες που σώζει ακέραιες η μετάφραση), στόχευσε, στην καλύτερη περίπτωση, σε μια πολυσυλλεκτική παράσταση, να εμπεριέχει τις κυριότερες ελληνικές σκηνοθετικές απόψεις για την τραγωδία. Άφησε κάθε «ομάδα» να δουλέψει με τον δικό της διακριτό τρόπο: του Εθνικού, στελεχωμένη από βετεράνους, με τον παλιό τρόπο του Εθνικού. Την προερχόμενη από το Θέατρο Τέχνης, με τον τρόπο του Θεάτρου Τέχνης. Την ομάδα του ΚΘΒΕ, με τον παραδοσιακό τρόπο του ΚΘΒΕ. Του ΘΟΚ, αντιστοίχως. Το πράγμα δεν δούλεψε, δεν υπήρξε άξονας κεντρικός και ενιαίος ρυθμός να «δέσει» σε ορχήστρα τα όργανα. Ο εποπτικός ρόλος της σκηνοθεσίας γύρισε «μπούμερανγκ». Δεν δούλεψε ούτε η προσπάθεια εκσυγχρονισμού με τα κοστούμια, που «κατάπιναν» τις άοκνες προσπάθειες των ηθοποιών. Τα σύγχρονα κοστούμια στην τραγωδία πρέπει να διασώζουν την εσωτερική φύση του ανθρώπου, που δεν αλλάζει. Όχι τις επίκαιρες αλλαγές της μόδας.
Ως ακατανόητη σκηνοθετική παρέμβαση είδα την απόδοση των χορικών με γελάκια, χάχανα, ξεφωνητά και γκροτέσκο εκφράσεις. Περιμένω να μάθω το σκεπτικό της επιλογής.
Έμενε, έτσι, σχεδόν μόνος, ο δυνατός «εωσφορικός», δουλεμένος εσωτερικά, λόγος του Δημήτρη Λιγνάδη. (Κρέων... και λίγος Ριχάρδος). Στο κομμάτι της ώριμης Αντιγόνης, μετά την πράξη της, η νεαρότατη Αναστασία - Ραφαέλα Κονίδη έχει το τεκμήριο της ηλικίας, δείχνει αληθινό πάθος, αλλά χρειάζεται να δουλέψει πολύ. Η «Ισμήνη» της Δήμητρας Βλαγκοπούλου δεν είναι κατώτερη, αλλά τη «φώτισε» λιγότερο η σκηνοθεσία. Ο Κώστας Καστανάς με τη φωνή του και ο Νίκος Μπουσδούκος με την παρουσία του (κορυφαίοι) συνέχουν. Η Μπέτυ Αρβανίτη σε «αποστολή αυτοθυσίας» (Τειρεσίας), και σε πείσμα του κοστουμιού της (Νοσφεράτου), βγαίνει αυθεντική. Η Μαρία Σκούντζου (κορυφαία) δίνει τον γνήσιο εαυτό της νικώντας... το κοστούμι της Μάρθας Βούρτση...
Ο Αίμων του Βασίλη Μαγουλιώτη, αν και ντυμένος «Μικρός ήρως», πείθει. Τα «κορίτσια της Θήβας» (γκο-γκο γκερλ) και την μπάντα του Δήμου, ποιος τα σκέφτηκε;
Ικανοποιούν οι Κατσαρής, Χαρίσης, Πελτέκης, αξιοπρεπέστατη η Στέλλα Φυρογένη. Υπέρ το δέον επιθετική η μουσική του Χαράλαμπου Γωγιού.

Τετάρτη, 27 Ιουλίου 2016

"...όπου άνθρωποι, πόθοι, ιδέες και ανδρείκελα μοιάζουν αθύρματα του ανέμου..." από την ποιήτρια και γίλη στο fb Δήμητρα Χριστοδούλου (facebook, 27/7/2016)

...................................................................



"...όπου άνθρωποι, πόθοι, ιδέες και ανδρείκελα μοιάζουν αθύρματα του ανέμου..."

 

Επιτέλους ένα πείραμα άξιο του ονόματος! Με απόλυτο σεβασμό στο κείμενο- στην εξαιρετική μετάφραση του Δ. Μαρωνίτη- η κατά Στάθη Λιβαθηνό "Αντιγόνη", ως περισσότερο σαιξπηρική παρά σοφόκλεια τραγωδία είχε άποψη, συνοχή και αληθινή ποιητική αύρα είτε συμφωνούσε είτε διαφωνούσε κανείς με αυτήν ή την άλλη της πρόταση. Η Αντιγόνη ως παιδούλα- έφηβη, που η εξέγερσή της προσιδιάζει στην έκρηξη της νιότης της γοητεύει αρχικά, δεν είμαι βέβαιη όμως ότι αντέχει ως το τέλος , καθώς ο ποιητής έχει προικοδοτήσει την ηρωίδα του μ' ένα πολύ βαθύτερο πεδίο κινήτρων. Περισσότερο δραστικό ως το τέλος το ποιητικότατο σκηνογραφικό εύρημα της αιώρας, όπου άνθρωποι, πόθοι, ιδέες και ανδρείκελα μοιάζουν αθύρματα του ανέμου. Ο Χορός ως πολίτες οποιασδήποτε παλαιικής πλατείας που συνάζονται οικογενειακώς μετά από σημαντικά για την κοινή ζωή συμβάντα να συναγελαστούν υπό την μπάντα του δήμου ελκυστικός και ερμηνευτικά και ενδυματολογικά, ωστόσο ,όταν η ποίηση των χορικών απογειώνεται ("Πολλά τα δεινά..."."Έρως...") μοιάζει λίγος. Η ανδρόγυνη φιγούρα του Τειρεσία υποβλητική, ο Αίμων- η πιο αδέξια ενδυματολογική επιλογή- μου φαίνεται βέβαιο ότι είναι κάτι παραπάνω από ένα αγόρι που μαλώνει με τον πατέρα του. Γενικά, ακόμη κι αν δεν μπορεί εύκολα να πιστώσει κανείς κάθε δυνατή πειστικότητα σ' αυτήν ή την άλλη λεπτομέρεια, η παράσταση στο σύνολό της διέθετε ήθος, εσωτερική συνοχή και το άγγιγμα της ποίησης. Την χάρηκα, πήρα κάτι! (Στο κηποθέατρο Παπάγου, τη Δευτέρα που πέρασε)

Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

"Μία ποιήτρια, τρεις πρωταγωνιστές και ο Αριστοφάνης" από την φίλη στο fb και ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου (facebook, 17/7/2016)

................................................................

 Μία ποιήτρια, τρεις πρωταγωνιστές και ο Αριστοφάνης






από την φίλη στο fb και ποιήτρια Δήμητρα Χριστοδούλου (facebook, 17/7/2016)

 
Υπό τον απαρηγόρητο θρήνο των τζιτζικιών κηδευόταν χθες βράδυ στο κηποθέατρο Παπάγου ο Αριστοφάνης και ο "Πλούτος" του. Ο θάνατός του εκρίθη αναγκαίος, διότι ως εντελώς ανίκανος γραφιάς στάθηκε ανήμπορος α) να στήσει μια σκηνούλα με θεατρική οικονομία και ποιητική χάρη ή να σκαρώσει δυο πραγματικά αστείες ατάκες, οπότε έπρεπε επειγόντως να ξεχειλώσει με ατέλειωτους προλόγους και επιλόγους (με ολίγην από "Εκείνος κι Εκείνος" και ολίγην από "Περιμένοντας τον Γκοντό") και το αραχνιασμένο κείμενό του να ξαναγραφτεί σχεδόν εξ ολοκλήρου με βάση το σπινθηροβόλο χιούμορ του διασκευαστή- σκηνοθέτη. β) Διότι στάθηκε ανίκανος να φανταστεί έναν - δυο τύπους σύμβολα των ανθρωπίνων καταστάσεων, οπότε η ανεξάντλητη τυπολογία του έπρεπε επειγόντως να συρρικνωθεί στου τύπους των τριών πρωταγωνιστών που έπαιζαν ευτυχισμένοι τον εαυτό τους. γ) Διότι δεν κατάλαβε ο δυστυχής ότι ο σημερινός θεατής είναι βλάκας και αποπροσανατολισμένο θύμα των ΜΜΕ, οπότε έπρεπε επειγόντως να διαφωτιστεί με σεντόνια ολόκληρα από κήρυγμα και κήρυγμα και κήρυγμα και κήρυγμα περί του τι είναι πλούτος και τι όχι, τι κάνουν οι πλούσιοι στους φτωχούς, τι μας κάνουν οι Αγορές και το ΔΝΤ, τι μας έκαναν ο Παπανδρέου και ο ΣΥΡΙΖΑ, τι θα μας κάνει ο Μητσοτάκης κ.τ.λ, κ.τ.λ. Έλεος! Πώς είναι δυνατόν να θεωρείται αναγκαία μια παράσταση - συμπερίληψη όλων των κλισέ που έχει να παρουσιάσει το ανέβασμα του είδους τις τελευταίες δεκαετίες; Και το μελαγχολικότερο: Πώς γίνεται τρεις θαυμάσιοι ηθοποιοί σαν τον Μπέζο, τον Φιλιππίδη και τον Κιμούλη να μη διαισθάνονται ως εντελώς απούσα από το εγχείρημά τους την υποβολή και την ποίηση; Κρίμα... Πήγαινα με λαχτάρα...

Τρίτη, 12 Ιουλίου 2016

Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης (1929 - 2016) (από το «Κ», της "Καθημερινής", 3/1/2010)

................................................................






Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης
(1929 - 2016) 




 

…- Η υπέροχη εκδοχή του Έλληνα.

- Δεν συμμερίζομαι την ιδεολογία περί ελληνικής υπεροχής, ούτε διαχρονικά (με αναφορές στην ελληνική αρχαιότητα) ούτε συγχρονικά (έναντι των βαλκανικών γειτόνων και των Ευρωπαίων εταίρων). Ενδιαφέρει, κατά τη γνώμη μου, περισσότερο το πραγματικό «έχειν» μας (που φαίνεται να διατηρεί ακόμη έναν ανθεκτικό πυρήνα) από το φανταστικό «υπερέχειν» μας (που καιρός είναι να το προσγειώσουμε, αφαιρώντας του την παραπλανητική πρόθεση «υπέρ»).

- Αυτό που με χαλάει.

- Άλλοτε και αλλού η υπεροψία και η μέθη των ισχυρών, άλλοτε και αλλού η παθητική μιζέρια των αδυνάτων. Στη μια περίπτωση έχουμε προκλητικό περίσσευμα, στην άλλη θλιβερό έλλειμμα. Το ζητούμενο είναι αν προβλέπεται και επιχειρείται κάποια εξισορρόπηση περισσεύματος και ελλείμματος με γνώμονα την αρχή της έμπρακτης κοινωνικής δικαιοσύνης. Όπου λανθάνουν κάποια γενναία παραδείγματα, τα οποία τείνουν να ξεχαστούν.

- Προσόν ή μειονέκτημα να είσαι Έλληνας σήμερα;

- Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Γιατί το ένα εκτρέφει συχνά ρατσισμό, το άλλο τον εύκολο συμβιβασμό. Στην πραγματικότητα , εξάλλου, πρόκειται για πλαστό μεν, εκμεταλλεύσιμο δε, δίλημμα. Έτσι το προσόν σερβίρεται ως παρηγοριά για τις ελλείψεις μας· το μειονέκτημα ως εύκολος έλεγχος της κακοδαιμονίας μας.

- Παράγει πολιτισμό ο Έλληνας της νέας εποχής ή παραμένει προσκολλημένος σε μια ρητορική ελληνικότητα;

- Αυτοφυής, αυτόνομος πολιτισμός και αυτόφωτος πολιτισμός δεν υπάρχει – ευτυχώς. Ενδέχεται όμως (και αυτό συμβαίνει συχνά στον τόπο μας) ο πολιτισμός μιας χώρας, επειδή είναι προβληματικός στο παρόν, να επικαλείται το ίνδαλμα ενός υψηλού πολιτισμικού παρελθόντος. Έτσι όμως υπονομεύεται και νοθεύεται η νεοελληνική μας αυτογνωσία, που τη μια φουσκώνει από έπαρση, την άλλη ξεφουσκώνει από μιζέρια και οκνηρία.

- Με ποια ταυτότητα οι Έλληνες περιέρχονται το σύγχρονο κόσμο;

- Προφανώς μ’ αυτήν που πράγματι έχει, και όχι μ’ αυτήν που φαντάζεται πως έχει. Εξάλλου, η ταυτότητα είναι συντελεστής ανθρωπολογικός και ιστορικός, όχι θεολογικός και μεταφυσικός. Στην πραγματικότητα, η όποια εθνική ταυτότητα είναι μείγμα του δικού και του ξένου. Το οποίο στις ευτυχέστερες περιπτώσεις καταλήγει σε χημική ένωση. Δεν θα ‘λεγα ότι η νεοελληνική μας ταυτότητα διαθέτει αυτό το προσόν: το δικό και το ξένο σε εμάς συνήθως διακρίνονται έντονα, όταν δεν συγκρούονται με εμπάθεια· σπανίως συμφιλιώνονται και σμίγουν.

- Το ελληνικό μου «γιατί» και ένα «πρέπει» που πέταξα.

- Η αναγνώριση του «γιατί» είναι δύσκολη υπόθεση σε κάθε περίπτωση: προϋποθέτει όρεξη έρευνας και διάθεση αιτιακής γνώσης. Το «πρέπει», όταν μάλιστα αποσυνδέεται από το «γιατί» και το «προς τι», ανήκει περισσότερο στη σφαίρα της ηθικής και της ηθικολογίας και τελικώς ευνοεί την αυταρχική και διατακτική συμπεριφορά, τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό μας βίο.       



                                                     Δ.Ν.Μαρωνίτης

                               (από το «Κ», της "Καθημερινής", 3/1/2010)

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

"Ο Ιονέσκο για το Φεστιβάλ..." αποθησαύρισε και σχολίασε ο φίλος στο fb Κώστας Κουτσουρέλης, facebook, 10/7/2016)

.................................................................
 

Ο Ιονέσκο για το Φεστιβάλ...
 




«... ο σκηνοθέτης πρέπει να παραιτείται από τον εαυτό του. Δεν πρέπει αυτός να θέλει κάτι από το έργο, πρέπει να εκμηδενίζεται, πρέπει να είναι ο τέλειος δέκτης. Ένας ματαιόδοξος σκηνοθέτης, που θέλει να επιβάλλει την "προσωπικότητά του", δεν έχει κλίση για σκηνοθέτης... Το θέατρο είναι σε κρίση όταν υπάρχουν σκηνοθέτες υπεροπτικοί που γράφουν εκείνοι το έργο. Και δεν είναι σε κρίση επειδή γράφουν ένα έργο, αλλά επειδή γράφουν πάντα το ίδιο έργο, που δεν είναι του συγγραφέα.» 

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΙΟΝΕΣΚΟ, 1951

(Απολαμβάνοντας, για μια ακόμη χρονιά, τα φεστιβαλικά μας χαΐρια...) αποθησαύρισε και σχολίασε ο φίλος στο fb Κώστας Κουτσουρέλης, facebook, 10/7/2016)

Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

«Θα λέμε και θα κάνουμε μόνο τα καλά. Περίσσεψαν τα άσχημα και οι συνέπειές τους». συνέντευξη του Μιχαήλ Μαρμαρινού στη Ματίνα Καλτάκη (www.lifo.gr, 16/6/2016)


............................................................

«Θα λέμε και θα κάνουμε μόνο τα καλά. Περίσσεψαν τα άσχημα και οι συνέπειές τους».*




Στο τραπέζι των προβών της «Λυσιστράτης», πάνω στη σκηνή, με θέα τη θαυμάσια, αν και άδεια, αγκαλιά της πλατείας και του διπλού εξώστη της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου, η συζήτηση με τον Μιχαήλ Μαρμαρινό είναι σαν μια παρένθεση στον χώρο και στον χρόνο. Εδώ μπορούμε να μιλάμε ώρες για πράγματα που και οι δυο αγαπάμε, για αρχαία έργα και για αρχαία θέατρα. Γύρω τριγύρω διάσπαρτα αντικείμενα, κάποια εκ των οποίων θα χρησιμοποιηθούν στη σκηνογραφία της «Λυσιστράτης» που ετοιμάζει για το μεγάλο θέατρο της Επιδαύρου. Ένας μεγάλος καθρέφτης κυριαρχεί. «Είναι το αγαπημένο σημείο των κοριτσιών του θιάσου. Με κάθε ευκαιρία βρίσκονται μπροστά του, μόνες ή σε μικρά σύνολα, κοιτάζονται και σχολιάζουν». «Είναι η φύση των γυναικών;», τον ρωτώ. «Δεν υπάρχει αμφιβολία». «Μα, τότε, δεν ισχύει το σύνθημα "Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι" που έπαιξε πολύ πρόσφατα στις αφίσες του Athens Pride;». «Κοίτα, έχω σπουδάσει Βιολογία και μπορώ να σου πω μετά βεβαιότητας ότι, αν εξετάσουμε τα χρωμοσώματα, θα δούμε το ΧΧ να αντιστοιχεί στο θήλυ, το ΧΥ στο άρρεν. Υπάρχει γενετική διαφορά και η Βιολογία την εξηγεί. Το ζήτημα δεν είναι αν γεννιέσαι ή γίνεσαι, αλλά πώς να είσαι καλά με τον εαυτό σου, και βέβαια και με τους άλλους γύρω σου, όσο πιο βαθιά και ουσιαστικά είναι δυνατόν». Η Βιολογία θα επανέλθει αρκετές φορές στην κουβέντα μας, μια που ο σκηνοθέτης δεν αντιμετωπίζει τη «Λυσιστράτη» με τους συμβατικούς «διονυσιακούς» όρους ούτε και ως πρωτοφεμινιστικό έργο. Γι' αυτόν η κωμωδία του Αριστοφάνη είναι μια αφορμή να μιλήσουμε για τις δυνάμεις της φύσης και για τη λυτρωτική δύναμη της ομορφιάς.

— Βλέπω πως δίπλα στην καινούργια μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη έχεις την αγγλική έκδοση τσέπης της κλασικής σειράς Loeb. Γιατί;


Σ' αυτήν τη φιλολογική έκδοση του αρχαίου κειμένου υπάρχει δίπλα η καθαρή και ακριβής απόδοση του λόγου στην Αγγλική – επιβεβαιώνω, όποτε έχω κάποια απορία, την ακρίβεια της δικής μας μετάφρασης. Κοίτα, υπάρχει ένα ζήτημα που μας απασχόλησε με τον Δημήτρη Δημητριάδη. Και στην τραγωδία, αλλά πολύ περισσότερο στην κωμωδία, οι μεταφράσεις γίνονται με παραστασιακή πρόθεση. Πρώτα ξεκαθαρίζει η πρόθεση του σκηνοθέτη και μετά ολοκληρώνεται η μετάφραση. Έχει τη λογική του αυτό, αλλά και τις συνέπειές του. Επειδή ο Αριστοφάνης είναι συνυφασμένος με την έννοια «κωμωδία», το κυρίαρχο ζητούμενο είναι οι μεταφράσεις να προκαλούν γέλιο. Γι' αυτό και συχνά υιοθετούνται αντιστοιχίες με πρόσωπα και πράγματα γνωστά, της επικαιρότητας, για να κατανοεί το κοινό τη σάτιρα, σε περίπτωση που αγνοεί κάποια πραγματολογικά στοιχεία του πρωτοτύπου. Έτσι, η απόδοση του λόγου προσαρμόζεται στα καθ' ημάς, λύση που μετατρέπει την αριστοφανική κωμωδία σε επιθεώρηση. Δεν μου αρέσει αυτή η επιλογή. Είναι άλλου τύπου το χιούμορ του Αριστοφάνη. Ειδικά στη «Λυσιστράτη» δεν είναι περισσότερα από δύο τα σημεία που μπορεί να πει κανείς ότι είναι σκοτεινά από πραγματολογική άποψη, ότι δεν ξέρεις για τι μιλάει. Είναι απολύτως καθαρή και εύκολα κατανοητή στο σύγχρονο κοινό.


— Άρα, προτείνετε κάτι άλλο ως προς την απόδοση του αριστοφανικού λόγου;


Ο Δημητριάδης, με τον οποίο εξαρχής είχαμε την ίδια άποψη, επιδίωξε η απόδοση να είναι όσο πιο ακριβής γίνεται ως προς το πρωτότυπο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, γιατί ο Αριστοφάνης συχνά χρησιμοποιεί λέξεις αμφίσημες και διφυείς, ενίοτε και τριφυείς, το παιχνίδι με τα νοήματα των οποίων ο αρχαίος θεατής το έπιανε αμέσως. Το «διαβαίνω» π.χ. σημαίνει περνώ από το ένα μέρος στο άλλο, σημαίνει όμως και δρασκελώ, ανοίγω τα πόδια μου. Ή η λέξη «κέλης-ητες», που σήμαινε τα άλογα ιππασίας, τα πλοιάρια, και στη φράση «επί των κελήτων», ιππαστί, καβάλα, με σαφή την παραπομπή στη σεξουαλική πράξη. Στη μετάφραση του Δημητριάδη ο ένας στόχος είναι η ακρίβεια και ο άλλος να μη χαθεί η ποιητικότητα του πρωτοτύπου. Υπάρχουν σημεία όπως το εξής: «Μα, αυτά ακριβώς θα μας σώσουν / Οι κρόκοι και τα μύρα / Οι άζωστοι χιτώνες / Τα κοκκινάδια και τα πέπλα τα διάφανα − είναι ακριβής η απόδοση των στίχων και η σαφής ποιητικότητά τους θα ήταν κρίμα να χαθεί. Αν επικεντρώσεις στη σάτιρα και στο σεξουαλικώς νοούμενο ή υπονοούμενο, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος η ποίηση των έργων του να εξαφανιστεί. Γιατί ο Αριστοφάνης ήταν ποιητής κι αυτή είναι μια διάστασή του που αγνοούμε. Επιπλέον, αν αφήσεις το πρωτότυπο στην ησυχία του, παίρνεις μια γεύση επί του πραγματικού της εποχής του. Ο Αριστοφάνης μας δίνει μια εκπληκτική ανταπόκριση του τι συνέβαινε στην Αθήνα στα χρόνια του. Ήθελε κάποιος στις Συρακούσες να μάθει πώς ήταν η ζωή στην Αθήνα και ο Πλάτων τον παρότρυνε να διαβάσει Αριστοφάνη. Ώρες-ώρες νιώθεις την ανάγκη να κάνεις ένα στοπ, διερωτώμενος «τώρα ποιος μιλάει», γιατί αυτά που ακούς γεφυρώνουν 2.000 χρόνια, χωρίς καμιά ουσιαστική διαφορά ως προς τη γενικότερη ανθρώπινη συνθήκη. Η μόνη διαφορά είναι η τεχνολογία των κινητών και των υπολογιστών.



Το ιδιοφυές που κάνει ο Αριστοφάνης είναι ότι μιλάει για πολιτική, για την ανάγκη να σταματήσει ο πόλεμος, χρησιμοποιώντας τους αδέκαστους όρους της Βιολογίας και της Ενδοκρινολογίας. Η ανάγκη ικανοποίησης του γενετήσιου ενστίκτου αποτελεί αδιάσειστο επιχείρημα − όταν πεινάς, με κάθε έννοια, πρέπει να φας



— Υπάρχει διαφορά: σε σχέση με τους αρχαίους Αθηναίους είμαστε πολύ πιο συντηρητικοί ως προς τα θέματα σεξουαλικής φύσης. Στη «Λυσιστράτη», π.χ., στη συζήτηση μεταξύ γυναικών γίνεται, μεταξύ άλλων, ανοιχτά λόγος για τα υποκατάστατα που χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες για την αυτοϊκανοποίησή τους, τα οποία κατασκευάζονταν στη Μίλητο και λόγω του πολέμου και της αποστασίας της Μιλήτου δεν μπορούσαν πια να τα προμηθευτούν!


Να σου πω κάτι; Επειδή κάνουμε πρόβες στην Κεντρική Σκηνή, πολλά σημεία του έργου που μιλούν απροκάλυπτα για την ανθρώπινη φύση μάς φαίνονται «απρεπή». Παρεμβάλλεται η αυτολογοκριτική σκέψη: «Ναι, αλλά είναι παράσταση του Εθνικού Θεάτρου». Και τότε πρέπει να πω: «Ναι, αλλά κι αυτή είναι μια κωμωδία του Αριστοφάνη». Υπάρχει, δηλαδή, μια σύγκρουση, ενδοοικογενειακή θα την έλεγα, σχετικά με τον βαθμό που εμείς, ως θίασος του Εθνικού Θεάτρου, μπορούμε ν' αφήσουμε τον λόγο του Αριστοφάνη ως έχει! Χωρίς να τον λογοκρίνουμε! Όταν λέει η Λαμπιτώ, στην πρώτη σκηνή, «Δύσκολο μεν, μα τους δίδυμους θεούς, / να πέφτουν για ύπνο οι γυναίκες δίχως ψωλή, μόνες,/ έλα όμως που γι' αυτό χρειαζόμαστε εξάπαντος ειρήνη», με το που πέφτει η λέξη «ψωλή», που υπάρχει ακριβώς έτσι στο πρωτότυπο, αρχίζουμε το γκροτέσκο γιατί δεν αντέχουμε τη λέξη. Θα μπορούσε η επίμαχη φράση να αποδοθεί «χωρίς αγκαλιά», αλλά γιατί να μην τολμάμε την κυριολεξία; Αποδεικνύεται εμπράκτως ότι ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός δεν έχει και μεγάλη σχέση με τον δικό μας. Οι περισσότερες παραστάσεις υιοθετούν το γκροτέσκο λόγω σεμνοτυφίας, δημιουργείται ένα πλαίσιο υπερβολής στο οποίο η κυριολεξία, η ευθυβολία του λόγου του Αριστοφάνη, δεν ενοχλεί. Δεν υπάρχει τίποτα για να μετανιώνει κανείς, κάθε εποχή έχει τις δικές της ανάγκες, αλλά κάποια στιγμή ο κύκλος κλείνει και ό,τι ίσχυε πρέπει να τελειώνει. Για μπορέσουμε να βρούμε τι άλλο υπάρχει, να φωτίσουμε τα κρυμμένα.

— Ναι, και για να αντιμετωπίσουμε ψυχρά την οπισθοχώρηση που σήμαινε η επικράτηση του χριστιανισμού και της ηθικής του.

«Αν εμείς περιφερόμασταν στο σπίτι περιποιημένες, κυκλοφορούσαμε με πέπλα διαφανή της Αμοργού, γυμνές, με ξυρισμένο το δέλτα μας, οι άνδρες δεν θα παθαίναν στύση; Δεν θα πέθαιναν να μας γαμήσουν; Εμείς, όμως, αν δεν τους πλησιάζαμε, αν απείχαμε, τρέχοντας θα έκαναν ειρήνη, ξέρω τι λέω». Αυτό είναι το επιχείρημα της Λυσιστράτης σε πιστή μετάφραση. Κανένα γκροτέσκο, καμιά υπερβολή, πρόκειται για ένα επιχείρημα διατυπωμένο με απόλυτη ακριβολογία. Μιλάμε για έναν πολιτισμό, στον οποίο το γυμνό ήταν μέρος της καθημερινότητας των πολιτών. Οι νέοι γυμνάζονταν γυμνοί κι αυτό συνέβαινε ως άσκηση στο «γνώθι σαυτόν». Πρέπει να ξέρεις πώς είναι το σώμα σου, να δεχθείς τον εαυτό σου όπως είναι – πρόκειται για ρητό που έχει σωματική αφετηρία και, δευτερευόντως, ηθικοπλαστική.

— Σε απασχόλησε το ζήτημα της έμφυλης διαμάχης; Στη «Λυσιστράτη» τα δύο φύλα βρίσκονται σε πόλεμο...

 Η Λυσιστράτη δεν είναι αρχαία φεμινίστρια και το έργο δεν αφορά την έμφυλη διαμάχη. Το ζήτημα είναι ο πόλεμος, και μάλιστα ο εμφύλιος πόλεμος, ο πικρός διχασμός ανάμεσα στους Έλληνες. Είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι το έργο παρουσιάστηκε δύο χρόνια μετά την καταστροφική για τους Αθηναίους Σικελική Εκστρατεία και ενώ ο Πελοποννησιακός Πόλεμος ήταν σε εξέλιξη. Και βγαίνει ο Αριστοφάνης σε μια κοινωνία που ήθελε τις γυναίκες στο σπίτι και θέτει το ερώτημα: μια που οι άνδρες τα έχουν κάνει χάλια, μήπως να αναλάβουν οι γυναίκες; Το σεξ, εν προκειμένω η αποχή από το σεξ, είναι το μέσο. Το ζήτημα που τίθεται είναι πολιτικό, αφορά το ευ ζην της πολιτείας, γι' αυτό και οι γυναίκες κάνουν κάτι ακόμη: καταλαμβάνουν το δημόσιο ταμείο. Το ιδιοφυές που κάνει ο Αριστοφάνης είναι ότι μιλάει για πολιτική, για την ανάγκη να σταματήσει ο πόλεμος, χρησιμοποιώντας τους αδέκαστους όρους της Βιολογίας και της Ενδοκρινολογίας. Η ανάγκη ικανοποίησης του γενετήσιου ενστίκτου αποτελεί αδιάσειστο επιχείρημα − όταν πεινάς, με κάθε έννοια, πρέπει να φας. Και ενώ οι δύο πλευρές δεν μπορούν με τίποτα να συμφωνήσουν, πώς ξεκινά η συμφιλίωση ανδρών και γυναικών; Από μια κίνηση που δεν είναι πολιτική −μια γυναίκα προσφέρει ρούχο στον άνδρα να σκεπάσει τη γύμνια του και του βγάζει ένα μυγάκι από το μάτι−, από την κίνηση του πραγματικού αγγίγματος (στιχ. 1.020-1.035). Το θυμάσαι εσύ αυτό το σημείο; Γιατί εγώ έχω την εντύπωση ότι σημαντικά σημεία του έργου δεν τα έχουμε δει στις παραστάσεις της «Λυσιστράτης». Όχι ότι δεν έχω ευχαριστηθεί παραστάσεις αριστοφανικής κωμωδίας, κυρίως από το Θέατρο Τέχνης, αλλά υπάρχουν πράγματα που συνήθως χάνονται πίσω από ιδεολογήματα.


— Ο Φρόιντ είχε πει ότι το πρόβλημα είναι τι θέλει η γυναίκα. Εσύ, που έχεις γνωρίσει και ζήσει πολλά, έχεις απαντήσει στο ερώτημα;


Εδώ δεν το απάντησε ολόκληρος Φρόιντ, εγώ θα το απαντήσω (γέλια)! Δεν ξέρω καν τι θέλει ο άνδρας. Δεν υπάρχει απάντηση.


— Στην παράστασή σου πώς ισορροπούν τα αντιθετικά στοιχεία που εντοπίζεις; Η αριστοφανική ακριβολογία, η χριστιανικών καταβολών σεμνοτυφία μας, η επιθυμία να είσαι κοντά στο κείμενο, αλλά χωρίς γκροτέσκο και υπερβολές;

Τώρα που μιλάμε είμαι στη διαδικασία διαμόρφωσης της παράστασης. Ακόμα μου αποκαλύπτονται πράγματα και, παρότι υπάρχουν κριτήρια επιλογής, δεν μπορώ να πω τι μορφή θα έχει τελικά. Δεν μπορώ να μιλήσω γι' αυτά που θα συμβούν. Αυτό που προσπαθώ είναι να μην προσεγγίζω το έργο με πρόσημο (αυτό είναι κωμικό, αυτό είναι δραματικό). Θέλω να καταλήξουμε σε ό,τι μας αρέσει πιο πολύ και μας αποκαλύπτει, σχεδόν σωματικά, ενορμητικά, το νόημα των πραγμάτων. Σ' αυτό που μας κάνει να αισθανόμαστε καλά και προκαλεί ωραίες σκέψεις. Για μένα, η «Λυσιστράτη» είναι μια καλή αφορμή να σκεφτούμε για το κάλλος. Νιώθω ότι είναι καιρός να μιλήσουμε για τη σημασία της ομορφιάς, εν τη ευρεία εννοία. Υπάρχει δίπλα μας και δεν τη βλέπουμε. Και τη χάνουμε.


— Μου φαίνεται ότι βρίσκεσαι σε φάση ντοστογιεφσκική. «Η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο», είχε πει ο ανεπανάληπτος Ντοστογιέφσκι.

Αυτό πιστεύω κι εγώ. Είναι μια φράση στη «Λυσιστράτη», προς το τέλος, που λέει: «Θα λέμε και θα κάνουμε μόνο τα καλά. Περίσσεψαν τα άσχημα και οι συνέπειές τους». Παρ' όλα αυτά, η «Λυσιστράτη», ως ένα έργο για την ομορφιά, θα προκαλέσει σε πολλούς απορία... Είπα ότι η ιδιοφυΐα του Αριστοφάνη φαίνεται στο ότι κάνει πολιτικό επιχείρημα τις φυσικές δυνάμεις, το γενετήσιο ένστικτο. Το επιχείρημα της Λυσιστράτης ποντάρει στη φυσική ομορφιά των γυναικών. Το στοίχημα, λοιπόν, είναι το εξής δύσκολο: με αναλόγως φυσικό τρόπο να αποκαλύψουμε το επιχείρημα της ομορφιάς, που όμως δεν παίζεται − υπάρχει και εμφανίζεται. Και δεν προβάλλεται, δεν επιδεικνύεται, γιατί τότε μεταπίπτει σε κάτι άλλο, με τον τρόπο που οι προκλητικές γυναίκες δεν είναι όμορφες, είναι κάτι άλλο.

— Να σου θέσω το γνωστό, παλιό ερώτημα: τι γίνεται με τη «θεά» (ή τον «θεό», αντιστοίχως) που η ομορφιά της σε αφήνει άφωνο, αλλά, όταν ανοίξει το στόμα της, αποδεικνύεται «ακατοίκητη»;

Το κάλλος το εξωτερικό το βάζεις σε εξέδρα και το κοιτάς. Υπάρχει η αυταξία της ομορφιάς, της ευ-μορφής, η οποία είναι κι αυτή κινητοποιός δύναμη. Η καλλονή μπορεί να κάνει τον ποιητή να γράψει ένα ποίημα, το ποίημα θα μιλήσει σε κάποιους, θα καλλιεργήσει το εσωτερικό τους κάλλος και να πώς αυτό που υποτιμάς ως «εξωτερικό» δικαιολογεί τον λόγο της ύπαρξής του. Εάν δε αυτή η ομορφιά που λες είναι σε θέση να αρθρώσει και κάποιες σκέψεις, τότε βρίσκεσαι υπό την επήρεια σοβαρών δυνάμεων, φυσικών και μεταφυσικών.

— Με ποια κριτήρια διάλεξες τις ηθοποιούς της παράστασης (Αθηνά Δημητρακοπούλου, Λένα Δροσάκη, Ευαγγελία Καρακατσάνη, Άννα Κλάδη, Σοφία Κόκκαλη, Ειρήνη Μαρκή, Αθηνά Μαξίμου, Ελένη Μπούκλη, Ηλέκτρα Νικολούζου, Αγλαΐα Παππά, Λένα Παπαληγούρα, Μαρία Σκουλά, Έλενα Τοπαλίδου) και την Κιτσοπούλου για Λυσιστράτη;
Ήθελα το προσωπικό επιχείρημα (και δεν χρησιμοποιώ τη λέξη με τη ρητορική έννοια) των συγκεκριμένων γυναικών, να τους δώσω βήμα να μιλήσουν για την πόλη και για τα αισθήματά τους. Θέλω να βγει αυτό που εκφράζουν ως προσωπικότητες, γιατί είναι όλες μία και μία. Και απ' όσο μπορώ να κρίνω από τις πρόβες, είναι κάτι που συμβαίνει: καθεμιά τους καταθέτει την προσωπική ποιότητά της και όλες μαζί συνθέτουν αυτό που είναι η έλξη, η σαγήνη, η ομορφιά του γυναικείου φύλου.

— Η Κιτσοπούλου έχει προκαλέσει «θόρυβο», και περιέργεια, με τα προκλητικά έργα της τα τελευταία χρόνια. Είναι κι αυτός ένας λόγος που την επέλεξες για τον ρόλο της Λυσιστράτης;

 Έχει να κάνει με το ακριβώς αντίθετο: αυτό που με ελκύει πολύ στη Λένα είναι η αισχύνη της, η ντροπαλότητά της. Η πρόκληση είναι μια αναγκαία έκρηξη για να ξεπεραστεί αυτή η ντροπαλότητα. Ταυτόχρονα, είναι ένα πρόσωπο που έχει περιεχόμενο, έχει αυτό που λένε οι Κορεάτες «χαν». Δεν ξέρω αν έχουμε λέξη στην οποία να μεταφράζεται αυτή η έννοια. Θα σου την εξηγήσω με μια μικρή ιστορία. Πηγαίνουν σ' έναν δάσκαλο και του λένε: «Μάστερ, σου φέραμε μια γυναίκα με καταπληκτική φωνή, να την ακούσεις». Την ακούει ο μάστερ και λέει: «Πραγματικά, θαυμάσια φωνή. Επτά χρόνια φυλακή και μετά ξαναφέρτε την». Έτσι και γίνεται. Την ακούει έπειτα από επτά χρόνια και λέει: «Ελεύθερη. Πριν είχε απλώς μια ωραία φωνή. Τώρα έχει χαν». Πολλά στοιχεία συνθέτουν έναν άνθρωπο, άνισα μεταξύ τους, άλλα είναι όμορφα, άλλα όχι. Ακόμη και στις προκλήσεις, στα εκρήγματα, υπάρχουν ποιότητες που χρειάζονται διερεύνηση, υπάρχουν εντός τους διαμάντια. Η Λένα είναι ένα πρόσωπο που μπορεί να καταθέσει παρουσία και λόγο και μια ποιότητα πολύ ενδιαφέρουσα.

— Ας μιλήσουμε για τον χρόνο που περνά. Σε ώριμη ηλικία πια (γέλια), καθηγητής στο πανεπιστήμιο που διδάσκει νεαρά παιδιά, σκηνοθέτης που επίσης συνδιαλέγεται με νεαρούς ηθοποιούς, φαντάζομαι ότι μπορείς να μου μιλήσεις για το «χάσμα των γενεών» − τι λογής είναι σήμερα, που δεν υπάρχουν μεγάλες διαφορές μεταξύ ενός 20άρη κι ενός 40άρη. Μοιάζει η ηλικία, η γενιά, να μην αποτελεί πια εμπόδιο επικοινωνίας. Είναι, όμως, έτσι;

Ο καλλιτέχνης είναι μια «θεσμοθετημένα» ανώριμη προσωπικότητα. Αρνείται να μεγαλώσει. Είπες ότι είμαι σε ώριμη ηλικία και, ακούγοντάς το, σκέφτηκα αυθόρμητα «Για μένα μιλάει;». Ε, λοιπόν, η τέχνη θεσμοθετεί την παιδικότητα σε μια κοινωνία που επιβάλλει να είμαστε σοβαροί και ώριμοι για να είμαστε αξιόπιστοι. Κι έρχεται η τέχνη και σου λέει: «Εδώ μπορείτε να λύσετε τις βαλβίδες, αγάπες μου». Αυτό κάνει η τέχνη, γι' αυτό και στον ευρύτερο χώρο της επιτρέπονται τα πάντα. Ο κοινωνικός ρόλος της είναι ανεκτίμητος για την ισορροπία του ατόμου γιατί οι καλλιτέχνες, λειτουργώντας πιο ελεύθερα και φανερά, νομιμοποιούν αυτό που όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη: μια «εξω-συμβατική» ελαφρότητα, την ανάγκη του παιχνιδιού που υποτίθεται ότι από μια ηλικία και μετά είναι ανάρμοστη.

 — Όταν συνδιαλέγεσαι με δημόσιες υπηρεσίες, τι επάγγελμα δηλώνεις;

Δημόσιος υπάλληλος (γέλια)! Λέω ότι εργάζομαι για το δημόσιο καλό. Κοίτα, το να δηλώσεις σκηνοθέτης δεν είναι απλό, γιατί πρόκειται για ιδιότητα περίπλοκη ως προς τα εργασιακά χαρακτηριστικά της. Πήγα μια φορά σ' έναν ράφτη στη Θεσσαλονίκη, μεγάλη μορφή, για να μου κοντύνει ένα παντελόνι. Του λέω τι και πώς, γυρίζει, με κοιτάει πάνω από τα γυαλιά του και με ρωτάει: «Καλλιτέχνης;». Του λέω «γιατί ρωτάτε;» και μου απαντά «ε, μ' αυτές εδώ τις λεπτομέρειες που μου λες, το φαντάστηκα». Είναι ένας απ' αυτούς τους σπάνιους ανθρώπους που μέσα από τη δουλειά τους έχουν σπουδάσει την ανθρώπινη κατάσταση. Και μου λέει: «Εδώ ο κόσμος έρχεται για να τον διορθώνω. Μου έφερε τις προάλλες κάποιος ένα κοστούμι που αγόρασε έτοιμο κι ενώ το παντελόνι ήρθε στα μέτρα του μια χαρά, το σακάκι δεν έστρωνε. Επί μία εβδομάδα δεν μπορούσα να κοιμηθώ − γιατί όποιος έρχεται εδώ, πρέπει να φύγει με το χαμόγελο στο στόμα. Ε, αν δεν το καταφέρω, απέτυχα. Εσύ είσαι καλλιτέχνης, ξέρεις για ποιο πράγμα σού μιλάω». Έχω ηχογραφήσει έναν μονόλογό του κι έστειλα τους φοιτητές μου (της Σχολής Θεάτρου του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου) να πάνε να τον γνωρίσουν και να του μιλήσουν. Για να καταλάβουν πράγματα που αφορούν την καλλιτεχνική διάσταση των πραγμάτων, πέρα από τα στενά όρια των σπουδών τους. Ένας ράφτης, απλώς – κι όμως, διορθώνει τη φύση και τη μορφή των πραγμάτων.

— Έχεις ένα ταλέντο να βρίσκεις γωνιές κι ανθρώπους των πόλεων ιδιαίτερους, με μεγάλη ιστορία ζωής κι όμως αφανείς ή/και ξεχασμένους. Είναι κάτι που αναζητάς ή αφορά ένα είδος όρασης, ένα εκπαιδευμένο βλέμμα που εντοπίζει το σημαντικό που είναι αόρατο για τους πολλούς;

Κινούμαι με τον τρόπο που λέει ο Μπαρτ στον «Φωτεινό Θάλαμο», ό,τι τραβήξει την προσοχή μου, ό,τι με ερεθίζει με καθαρά αισθητηριακούς όρους, το αφήνω να με οδηγεί, πάω κοντά να δω τι είναι. Κι έτσι εντοπίζω πράγματα που συνήθως τα προσπερνάμε. Είμαι άνθρωπος περίεργος. Είχα κάποτε μια φίλη, Δανέζα. Ήμασταν σ' ένα νησί, πηγαίναμε για μπάνιο, βρίσκαμε μια ωραία παραλία κι εγώ έλεγα: «Πάμε και στην επόμενη, να δούμε πώς είναι». Οπότε μου λέει: «Θα σε λέω "Τhe next beach is better" (γέλια)». Όταν ψάχνεις, βρίσκεις πράγματα που δεν περιμένεις, που σε εκπλήσσουν. Και όταν εκπλήσσεσαι, ανανεώνεσαι.
— Είναι τρίτη φορά, μετά την «Ηλέκτρα» και τον «Ηρακλή Μαινόμενο» (τέταρτη, αν συνυπολογίσουμε και την περσινή «Νέκυια» – και δεν μετρώ τις φορές που έπαιξες ως ηθοποιός), που κάνεις παράσταση για την Επίδαυρο. Αν θεωρήσουμε ότι κι εσύ, όπως όλοι οι σύγχρονοι σκηνοθέτες, είσαι δημιουργός του κλειστού χώρου, τι σημαίνει να κάνεις θέατρο σ' αυτό το υπέροχο αρχαίο θέατρο;
Η Επίδαυρος είναι τόπος της προσωπικής μου μυθολογίας και δεν υπάρχει κανένας λόγος να ξεπερνάμε τις μυθολογίες μας. Λυπάμαι αυτούς που ξεπέρασαν τις μυθολογίες τους, εκεί επέρχεται το τέλος της ιστορίας (τους). Μέχρι στιγμής, η πιο συγκλονιστική εμπειρία ήταν οι πρόβες της «Ηλέκτρας» το 1998. Ξεκινούσαμε στις 8 το βράδυ και φεύγαμε στις 7.30 το πρωί (τώρα πια δεν επιτρέπεται να μείνεις στον χώρο του θεάτρου μετά τις 12, το πολύ μέχρι τη 1 π.μ.). Όντας η πρώτη φορά που δούλευα εκεί, ήταν σαν να ανακάλυπτα έναν άλλο κόσμο – αν και κάθε φορά η Επίδαυρος είναι ανακάλυψη, πάντα υπάρχουν πράγματα που ανακαλύπτεις (ή νιώθεις ότι ανακαλύπτεις) για πρώτη φορά. Ξανάζησα ανάλογη εμπειρία πέρσι με τη «Νέκυια», αφού για το τελετουργικό κάλεσμα του θιάσου στον ήλιο, που έγινε το ξημέρωμα του Σαββάτου (25 Ιουλίου), η πρόβα ξεκινούσε στις 6 το πρωί. Έζησα όλο τον κύκλο του τόπου (αλλά και τον κόσμο και τα αντικείμενα που ενοικούν σ' αυτόν) μέσα στη μέρα, στο διαφορετικό φως και στη διαφορετική ατμόσφαιρα κάθε ώρας. Είναι μια απόλυτη εμπειρία, ό,τι παίρνει ο θεατής που έρχεται να δει μια παράσταση είναι πολύ μικρότερο απ' αυτό που εισπράττουμε εμείς. Και δεν μεταβιβάζεται. Ο χώρος του Ασκληπιείου ήταν ιερός κι ευτυχώς, με το να μην περνάνε αυτοκίνητα, η αίσθηση της ιερότητας έχει διασωθεί. Σε τέτοια μέρη πρέπει να υπάρχουν κανόνες, ναι, και απαγορεύσεις, πρέπει να υποδεικνύεται ο σεβασμός σε αυτό που δεν χωράει στα δικά μας, μικρά μεγέθη. Χωρίς κανόνες, δεν υπάρχει μυθολογία.

— Ούτε και τελετές. Το έλεγε ο Κομφούκιος, ξανά και ξανά: «Όποιος δεν γνωρίζει τις τελετές, ποτέ δεν θα σταθεί στη θέση του» (Ανάλεκτα, 20.3).

Ακριβώς. Και τελετές χωρίς κανόνες δεν υπάρχουν. Στην Επίδαυρο μπορείς να βιώσεις τη μόνωση της νύχτας και του τόπου, να αισθανθείς την ηλικία της πέτρας, να κινητοποιηθεί μέσα σου ένας ολόκληρος πολιτισμός, αυτό που λέω «βιωματική μυθολογία». Γιατί σ' ένα άλλο αρχαίο θέατρο, στους Φιλίππους, που επίσης είναι μέρος μεγάλης ομορφιάς, ο δρόμος είναι σε κοντινή απόσταση και ο θόρυβος από αυτοκίνητα και φορτηγά δεν σου επιτρέπει να αποκοπείς. Δεν γίνεται να περνάνε οι δρόμοι κοντά στα αρχαία θέατρα. Πρέπει κάποια στιγμή να υπάρξει μια πολιτική απόφαση και να βρεθούν λύσεις, αν θέλουμε να αποδώσουμε σ' αυτά τα πολύτιμα σημεία του τόπου μας την αξία και την αίγλη που τους αναλογεί. Γιατί κανένα από τα αρχαία θέατρα δεν χτίστηκε σε τυχαίο σημείο. Θα σου πω κάτι: πήγαμε πέρσι να παίξουμε τον «Φιλοκτήτη» στο Αρχαίο Θέατρο Μεσσήνης. Δεν είχα βρεθεί ξανά σ' εκείνα τα μέρη. Καθώς πηγαίναμε με το αυτοκίνητο από την Καλαμάτα να δούμε το θέατρο, είδα μπροστά μου έναν μεγάλο λόφο και εντυπωσιάστηκα από την ομορφιά του. Λέω: «Τι ομορφιά. Πώς ξέφυγε στους αρχαίους!». Δεν τους ξέφυγε, όμως, η Μεσσήνη ήταν ακριβώς από πίσω! Εκπληκτικός τόπος. Στη Μεσσήνη, όπως και στην Επίδαυρο, περπατούσα στον αρχαίο τόπο, απολάμβανα την αρμονία των γραμμών και το μόνο που ήθελα να πω ήταν: «Αφήστε με να βλέπω. Αφήστε με να αισθάνομαι. Αφήστε μου τις αισθήσεις, είναι ό,τι έχω».

...Μπαίνει ο κύριος που είναι υπεύθυνος για το θέατρο, περασμένες 11, είναι ώρα να φύγουμε, να κλείσει. Εντάξει, άλλη φορά όσα δεν προλάβαμε να πούμε. Θα δοθούν ευκαιρίες: τον χειμώνα ο Μιχαήλ Μαρμαρινός θα σκηνοθετήσει «Δον Ζουάν» στη Στέγη, του χρόνου Τενεσί Ουίλιαμς στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Και ο «Μισάνθρωπος» στριφογυρίζει στο μυαλό του – θέλει να τον ερμηνεύσει ο ίδιος. Έξω, η πόλη καλοκαιρινή.

Λυσιστράτη
05/08 -06/08 Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου
Πηγή: www.lifo.gr





*Σημείωση: Μιχαήλ Μαρμαρινός: Η Λυσιστράτη δεν είναι αρχαία φεμινίστρια, το έργο δεν αφορά την έμφυλη διαμάχη

Ο ευρηματικός σκηνοθέτης μιλάει για το αιώνια παρεξηγημένο έργο του Αριστοφάνη με όρους ενδοκρινολογίας, υπενθυμίζει στίχους βαθύτατου αγγίγματος που επαναπροσδιορίζουν την πολιτική του στόχευση και σέβεται τον ράφτη του για όχι προφανείς λόγους  

16.6.2016 | Πηγή: www.lifo.gr