Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Οι οκτώ «πληγές» του Ελληνικού θεάτρου έγραψε ο/η Αdmin (http://www.episkinis.gr, 5/9/2016)

..............................................................


Οι οκτώ «πληγές» του Ελληνικού θεάτρου

 έγραψε ο/η Αdmin

(http://www.episkinis.gr, 5/9/2016)
 
editorial2016091

Στην έτσι κι αλλιώς δύσκολη δουλειά μας, αντιμετωπίζουμε και μερικές ακόμα αντιξοότητες, που έχουν να κάνουν με τον ίδιο τον θεατρικό χώρο και τις ιδιαιτερότητές του. Μερικές μάλιστα τείνουν να παγιωθούν μετατρέποντας σε κανόνες κάποιες μάλλον παράλογες καταστάσεις. Τι κάνουμε; Εμείς και μόνο εμείς, μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα, να εξελίξουμε όχι μόνο την τέχνη μας αλλά και το περιβάλλον μέσα στο οποίο την ασκούμε. Ας δούμε λοιπόν τι καταδυναστεύει τους ανθρώπους του θεάτρου στη χώρα μας σήμερα και πως θα μπορούσαμε να το ανατρέψουμε. Κι αν μας φαίνεται δύσκολο, ας μην πτοηθούμε. Η ενασχόληση με το θέατρο έτσι κι αλλιώς, ποτέ δεν ήταν μια εύκολη υπόθεση.

 
editorial2016092
  1. Η κρίση, η κάθε κρίση μπορεί να είναι ανασταλτικός παράγοντας από οικονομικής άποψης, μπορεί να προκαλεί ρήγματα στον κοινωνικό ιστό με τις ανάλογες επιπτώσεις στην τέχνη αλλά δεν παύει να είναι κι ένα κρίσιμο ιστορικό γεγονός που μπορεί να εμπνεύσει τους δημιουργούς και να τους ανοίξει νέους ορίζοντες, προσφέροντάς τους οδυνηρά αλλά αποκαλυπτικά ερεθίσματα για μια βαθύτερη προσέγγιση της τέχνης τους και έναν ουσιώδη επαναπροσδιορισμό της λειτουργίας του θεάτρου ως σημαντικού παράγοντα ανατροπής και συνειδητοποίησης. Μην φοβάστε λοιπόν την κρίση, την κάθε κρίση αλλά μάθετε να την εκμεταλλεύεστε για να αξιοποιήσετε καλύτερα την τέχνη σας.editorial2016093
  1. Ο σεβασμός στο κείμενο είτε πρόκειται για καθαρή δραματουργία είτε για μετακείμενο είτε για θεατρική διασκευή είτε για δραματοποίηση λογοτεχνικού έργου δεν προσφέρεται για να πειραματιστεί ο κάθε ένας δημιουργός με «ανησυχίες» αλλάζοντάς του τα φώτα. Αντιθέτως η βαθιά κατανόηση του ώστε να είναι σε θέση ο σκηνοθέτης να κινηθεί προς την κατεύθυνσή του και να διατυπώσει νοήματα τουλάχιστον σε αναλογία με τα δικά του, θα έπρεπε να είναι ο μονόδρομος και για μια ακαδημαϊκή αλλά και για την πρωτοποριακή σκηνοθετική γραμμή. Αν κάποιος χρησιμοποιεί ένα κείμενο επειδή απλά του δόθηκε και με τέτοιο τρόπο ώστε να το προδίδει επί της ουσίας, ούτε οι εντυπωσιασμοί, ούτε οι προσθήκες ούτε οι προκλήσεις θα τον αναδείξουν αλλά το ίδιο το κείμενο θα τον προδώσει και θα τον εκθέσει, τουλάχιστον στα μάτια εκείνων που το γνωρίζουν και το έχουν εκτιμήσει. Αν ένα κείμενο, πιστεύετε πως χρειάζεται βελτιώσεις για να ανέβει στη σκηνή, συζητήστε το με τον συγγραφέα του ή αν έχει πεθάνει, πάρτε άλλο κείμενο που να μην χρειάζεται βελτιώσεις. Ή στο φινάλε αν όλοι αυτοί οι θεατρικοί συγγραφείς δεν σας καλύπτουν, γράψτε ένα δικό σας. Με δυο λόγια, αφήστε ήσυχα τα κείμενα αν δεν σας εκφράζουν και σεβαστείτε τα αν σας εκφράζουν. Όχι με στείρο τρόπο αλλά μέσα από έρευνα. Δείτε τα μέσα από το συγκεκριμένο σκηνοθετικό φίλτρο που επιλέξατε, μέσα από μια πιο σύγχρονη οπτική, μέσα από μια νέα αισθητική αλλά μην τα υπονομεύετε. Δεν είστε πιο έξυπνοι ούτε από τον Αισχύλο, ούτε από τον Αριστοφάνη, ούτε από τον Πιραντέλο, ούτε από τον Τσέχωφ. Κατανοήστε τους βαθιά πριν καταπιαστείτε μαζί τους. Θα έχετε κάνει ένα καλό βήμα για την επιτυχία της παράστασης.
editorial2016094
  1. Οι ερασιτέχνες του θεάτρου είναι αξιοζήλευτοι. Το να απασχολείσαι ερασιτεχνικά με το θέατρο σε κάνει πιο ενημερωμένο θεατή και καλλιεργεί ψυχή και πνεύμα με ψυχαγωγικό τρόπο. Αλλά θα πρέπει να γνωρίζουν τα όρια τους διότι το θέατρο είναι μια εξαιρετικά επίπονη κι απαιτητική εργασία που απαιτεί εκπαίδευση επαγγελματική, πλούσια εμπειρία και σκληρή δουλειά για να αποδώσει καρπούς. Το να εισβάλλουν διαρκώς ερασιτέχνες ή άτομα με ελλιπή εκπαίδευση στους επαγγελματικούς χώρους, ρίχνει τον πήχη κι υποβιβάζει την ποιότητα των παραστάσεων ενώ δημιουργεί ταυτόχρονα μια λάθος νοοτροπία η οποία επιτρέπει στον κάθε ανειδίκευτο ν’ ανέβει στο σανίδι και να διαπρέψει, κάτι που πολύ απέχει από την αλήθεια. Μην δέχεστε να συνεργάζεστε με ερασιτέχνες εκτός κι αν πρόκειται για ειδικές περιπτώσεις. Υπάρχει πολύ και καλό υλικό στο χώρο ανάμεσα στους επαγγελματίες. Στον ιατρικό χώρο εγκαταλείψαμε την μαμή και τον φαρμακοτρίφτη χάριν του γιατρού. Ας κάνουμε επιτέλους το ίδιο και στο θέατρο.
editorial2016095
  1. Η ενασχόληση με το θέατρο δεν είναι χόμπι, είναι δουλειά. Και πρέπει να πληρώνεται πάντα. Έτσι ώστε αυτοί που ασκούν το επάγγελμα του σκηνοθέτη, του θεατρικού συγγραφέα ή του ηθοποιού να έχουν τουλάχιστον τις ίδιες δυνατότητες να πληρώσουν το νοίκι και τους λογαριασμούς τους με τους με τους ηλεκτρολόγους, τους φωτιστές, την καθαρίστρια και τις μοδίστρες οι οποίοι επίσης δουλεύουν και στο θέατρο αλλά ποτέ απλήρωτοι. Αυτή η νοοτροπία της απλήρωτης δουλειάς ενώ μάλιστα υπάρχουν έσοδα από εισιτήρια γιατί προηγείται το σκηνικό, το κοστούμι, τα φώτα, ο ήχος, το ΙΚΑ, η εφορία, το νοίκι του χώρου κι ένας καλικάντζαρος που μας ξέμεινε από τις γιορτές, είναι τουλάχιστον απαράδεκτη. Ας πάνε να κάνουν θέατρο τότε με τον φωτιστή και τον ηλεκτρολόγο. Όποιος σας ζητάει απλήρωτη δουλειά έχει ψυχολογία καρχαρία και θα σας καταβροχθίσει αμάσητους. Όσο για τους έρμους τους συγγραφείς αν είναι Έλληνες κι ακόμα ζωντανοί, την βάψανε. Για κάτι ξένους όμως οι παραγωγοί πληρώνουν μια χαρά δικαιώματα στη ΣΟΠΕ κι είναι και καταχαρούμενοι που κλείσανε το έργο και δεν τους το πήρε άλλος. Χώρια τη μετάφραση που κι αυτή κοστίζει βέβαια και ΠΛΗΡΩΝΕΤΑΙ. Δεν μπορούμε κάθε φορά να κλέβουμε την δουλειά ενός μεταφραστή και με πέντε αλλαγές να την παρουσιάζουμε σαν δική μας, είναι απαράδεκτο. Μην πηγαίνετε σε οντισιόν αν η προοπτική είναι να δουλέψετε απλήρωτοι. Αν ο παραγωγός είναι τόσο άχρηστος που να μην μπορεί να βρει μπάτζετ, να κάνει δηλαδή τη δουλειά του, δεν έχει το δικαίωμα να κρίνει εσάς στο δικό σας επάγγελμα. Μην κάνετε δωρεάν περάσματα σε σίριαλ ελπίζοντας να σας δουν και να σας πάρουν σ’ ένα μεγαλύτερο ρόλο. Εκτός του ότι ο κομπάρσος είναι πάντα κομπάρσος στο μυαλό του σκηνοθέτη, η παραγωγή αν θέλει ηθοποιούς οφείλει να τους πληρώνει, ότι κι αν ζητάει απ’ αυτούς να κάνουν, ακόμα και στους βωβούς ρόλους, ακόμα κι αν τελικά κοπούν στο μοντάζ. Προσφέρετε τη δουλειά σας δωρεάν μόνο για μαθητικές ταινίες αποφοίτων κινηματογραφικών σχολών, όταν κι εφ’ όσον γίνονται χωρίς μπάτζετ με την αφιλοκερδή συνεισφορά όλων των συντελεστών και δουλέψτε με ποσοστά μόνο αν είστε συμπαραγωγοί, με τα ανάλογα δικαιώματα φυσικά. Αλλιώς αρνηθείτε και απαιτήστε έστω και μία στοιχειώδη αμοιβή. Ας τελειώσει πια αυτή η ιστορία των απλήρωτων ηθοποιών, να δούμε τι θα μας απομείνει από δουλειές και να πορευτούμε ανάλογα.
editorial2016096
  1. Μην προσφέρετε σεξουαλικές υπηρεσίες σε παραγωγούς, συγγραφείς και σκηνοθέτες για να βρείτε δουλειά. Δεν είστε πουτάνες ή ζιγκολό, είστε ηθοποιοί και δεν έχετε καμία τέτοια υποχρέωση. Αυτή η καταστρεπτική για την ψυχική και σωματική μας υγεία, «συνήθεια» θα σταματήσει μόνο αν όλοι μας μάθουμε να λέμε όχι σε τέτοιες επαγγελματικές «προτάσεις». Ερωτευτείτε, παίξτε, φλερτάρετε όσο θέλετε, παντρευτείτε αν θέλετε αλλά μην υποκύψετε ποτέ στον ψυχαναγκασμό να κάνετε σεξ στην περίπτωση που δεν το επιθυμείτε. Κι αν κάποιος «συνάδελφος» συνηθίζει να εξασφαλίζει ρόλους και πρωτιές με αυτή τη μέθοδο, απομονώστε τον. Ο χώρος του θεάτρου μπορεί να γειτονεύει συχνά με διάφορα «στούντιο» αλλά προσφέρει άλλου είδους υπηρεσίες και έχει άλλου είδους απαιτήσεις. Μπορεί κάποτε να γίνει το σπίτι μας αλλά ποτέ οίκος ανοχής. Αλλιώς μεταφερθείτε δίπλα, στα στούντιο που λέγαμε. Έχει και καλύτερο μεροκάματο.
editorial2016097
  1. Η θεατρική τέχνη απαιτεί ήθος. Μην αφήσετε κανέναν να σας πείσει για το αντίθετο. Ο ανήθικος ηθοποιός ή σκηνοθέτης ή συγγραφέας όσο ταλέντο κι αν έχει δεν θα είναι ποτέ άξιος να υπηρετεί την τέχνη που ευαγγελίζεται μια υψηλότερη ποιότητα ζωής και επιχειρεί να διαπλάσει ένα ανώτερο ήθος. Φροντίστε τις ψυχές σας, αν θέλετε να προσφέρετε ψυχ-αγωγία. Αλλιώς θα δείτε τους εαυτούς σας να φθείρονται και να παρακμάζουν αντί να εξελίσσονται και να ωριμάζουν. Τα «μεγάλα ονόματα» χωρίς περιεχόμενο είναι ότι πρέπει για τα σκυλάδικα αλλά δεν έχουν θέση στο θέατρο του οποίου οι λειτουργοί οφείλουν να πληρούν άλλες προϋποθέσεις όπως ποιότητα υποκριτικής και καθαρή αισθητική αντίληψη, προσόντα που δεν ανθούν χωρίς ήθος. Φροντίστε να είστε καλοί ηθοποιοί κι όχι τηλεοπτικοί σταρ με εξώφυλλα σε κουτσομπολίστικα έντυπα και συνεντεύξεις σε τηλεοπτικά μαγκαζίνο ξεκούδουνων ξανθών. Μην ξεπουλάτε την προσωπική σας ζωή για να αντλήσετε αναγνωρισιμότητα. Οι δημόσιες σχέσεις μπορούν να σας εξασφαλίσουν ένα καλό ρόλο αλλά μην επαναπαύεστε και μην εξαγοράζεστε. Αφήστε την ανηθικότητα για τους πολιτικούς, τους δικηγόρους, τα στελέχη επιχειρήσεων. Εκείνοι θα την χρειαστούν για να ανέλθουν, στο θέατρο όμως είναι ένας ασφαλής τρόπος για να κατέλθεις. Και μετά δεν σε ξεπλένει κανένα χειροκρότημα. Όλοι εκείνοι που βρέθηκαν στο θέατρο εξ αιτίας των υψηλών γνωριμιών τους, των καιροσκοπικών προθέσεών τους ή των υπέρμετρων φιλοδοξιών τους, γνωρίζουν πως η παρουσία τους στο χώρο είναι παρασιτική. Γι’ αυτό άλλωστε είναι ψυχοπαθολογικές περιπτώσεις, υστερικοί, αλαζόνες και τρομακτικά ανασφαλείς. Μην τους ζηλεύετε ούτε να υιοθετείτε τον τρόπο τους. Βασιστείτε στις δυνάμεις σας και στις αγνές γνωριμίες σας ώστε να μπορείτε να κοιτάζετε άφοβα τον εαυτό σας στον καθρέφτη. Γιατί ως ηθοποιοί θα κοιτάζετε συχνά τον εαυτό σας στον καθρέφτη. Και δεν είναι ωραίο κάθε φορά να τον φτύνετε…
editorial2016098
  1. Σεβαστείτε το κοινό σας. Οι άνθρωποι που πληρώνουν στις δύσκολες μέρες μας για να έρθουν να δουν την παράσταση σας, ντύνονται με τα καλά τους, βγαίνουν από το σπίτι τους, διανύουν δρόμο για να φτάσουν ως εσάς και στο τέλος χειροκροτούν την προσπάθεια σας αξίζουν τον αμέριστο σεβασμό σας ακόμα κι αν δεν ξέρουν πάντα πώς να φερθούν ή δεν κατανοούν την τέχνη σας. Μην τους υποτιμάτε. Βρείτε τον τρόπο να τους πλησιάσετε και φροντίστε να περάσουν καλά. Μην τους ταλαιπωρείτε με τα σκηνοθετικά βίτσια σας, μην τους φέρεστε αλαζονικά αν σας δείχνουν τον θαυμασμό τους, μην αδιαφορείτε για την άνεσή τους και την κατανόηση τους. Και μην φέρετε ως επιχείρημα το ότι η τέχνη δεν μπορεί να εκπέσει στο επίπεδο ενός αμόρφωτου θεατή γιατί είναι δική σας δουλειά να τους μορφώσετε. Εκείνοι έκαναν το μισό δρόμο, ήρθαν ως εσάς. Εσείς πρέπει να βρείτε τρόπο να κάνετε τον υπόλοιπο, για να τους συναντήσετε. Να τους ψυχαγωγήσετε, να τους εξελίξετε, να τους ενθουσιάσετε, να τους προβληματίσετε, να τους αφυπνίσετε... Για όσους δε ισχυρίζονται πως είναι πολύ σκοτεινοί για να τους αντιληφθεί το πλατύ κοινό και δεν θα κάνουν ποτέ τον κόπο να το προσεγγίσουν για να μην εκπέσουν, έχω να πω κάτι: Η μεγάλη τέχνη είναι αυτή που μπορεί να τους αγγίξει όλους. Και μόνο αυτή. Ο καθένας θα βρει κάτι που θα τον συγκινήσει σε ένα σπουδαίο έργο, σε μια καλή παράσταση ανάλογα και με το τι φέρει μέσα του. Άλλος θα ενθουσιαστεί με την επιφάνεια, άλλος θα βουτήξει στα βάθη. Αν όμως το δικό σας έργο δεν μπορεί να αγγίξει τους απλούς ανθρώπους τόσο όσο και τους διανοούμενους, τότε η τέχνη σας είναι ένα πυροτέχνημα, μια απάτη, ένα αλαζονικό παραλήρημα. Όσο πιο γρήγορα μπορείτε, αναθεωρείστε την… Ή αλλιώς παίξτε στα αδειανά καθίσματα για να βγάλετε τα απωθημένα σας… Και μετά γραμμή στον ψυχίατρο.
editorial2016099
  1. Οι οντισιόν στη χώρα μας είναι συνήθως μια διαδικασία που στερείται νοήματος αφού οι παραγωγοί κι οι σκηνοθέτες έχουν τις περισσότερες φορές ήδη διαλέξει τους ηθοποιούς τους κι απλά τις διοργανώνουν για λόγους τυπικούς ή εντυπωσιασμού. Το επιτελείο των ανθρώπων που τοποθετούνται απέναντί μας για να μας κρίνουν, δεν έχουν τις περισσότερες φορές στον τομέα τους ούτε τις μισές από τις ικανότητες τις οποίες απαιτούν από μας στον δικό μας αλλά κι οι ρόλοι που θέλουν να καλύψουν στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι πολύ μικρότερων απαιτήσεων από τα ζητούμενα. Επίσης έχουν την νοοτροπία ότι μας κάνουν κάποια χάρη που μας κρίνουν, λες και δεν μας κάλεσαν αυτοί αλλά με κάποιο τρόπο τους το επιβάλλαμε. Έχουν ένα απαράδεκτο ύφος, τραγική προχειρότητα και δεν ξέρουν καν τι θέλουν στις περισσότερες των περιπτώσεων. Είναι ανοργάνωτοι και ταλαιπωρούν τους υποψήφιους. Έχουν το ύφος του αυστηρού κριτή λες και περνάμε οντισιόν για τον άλλο κόσμο με τον Άγιο Πέτρο να αποφασίζει αν θα γίνουμε δεκτοί στον παράδεισο της παραγωγής του ή αν θα εξοβελιστούμε στην κόλαση της ανεργίας. Ζητούν συχνά εντελώς παράλογα πράγματα που αποδεικνύουν όχι πόσο είναι το μέγεθος του δικού μας ταλέντου αλλά πόσο είναι το μέγεθος της δικής τους σχιζοφρένειας. Μην τους επιτρέπετε να σας φέρονται άσχημα και να σας εξευτελίζουν, μην ψαρώνετε, να είστε ευγενείς αλλά και αξιοπρεπείς, να αντιπαραθέτετε στην αγένεια τους, την εμπιστοσύνη σας στον εαυτό σας και στις ικανότητές σας και να τους βάζετε στη θέση τους όταν παραφέρονται. Η θέση τους –για να το ξεκαθαρίσουμε κι αυτό- είναι απέναντί σας ακριβώς, ούτε πάνω ούτε κάτω από σας. Και μην σκέφτεστε πως έτσι θα χάσετε τον ρόλο. Στις περισσότερες των περιπτώσεων είναι θρασύδειλοι, οπότε μπορεί και να εκτιμήσουν το γεγονός πως έχουν απέναντί τους ανθρώπους με τσαγανό. Από την άλλη εσείς θα θέλατε να δουλέψετε με τέτοιους ανθρώπους; Θα σας αμείψουν για τους κόπους σας εκείνοι που δεν σας σέβονται; Θα σας εξελίξουν μέσα από την τέχνη σας άνθρωποι που δεν ξέρουν καν να αντλήσουν από σας τον καλύτερο εαυτό σας ή απλά θα εκτεθείτε, θα μείνετε απλήρωτοι και στο τέλος θα βλαστημήσετε την ώρα και την στιγμή που συνεργαστήκατε μαζί τους. Σε μια οντισιόν δεν κρίνεται μόνο ο ηθοποιός, κρίνονται κι αυτοί που βρίσκονται απέναντί του. Μάθετε να βγάζετε εγκαίρως συμπεράσματα και να μην εκθέτετε τον εαυτό σας σε περιττούς κόπους ή κινδύνους. Οι άνθρωποι που στήνουν οντισιόν μόνο και μόνο για να εκτονώσουν την ψυχοπάθειά τους και τα κόμπλεξ τους, να πάνε να τα σκάσουν στον ψυχίατρο να τους συνεφέρει. Δεν έχουν καμία θέση ούτε στη ζωή μας ούτε στο θέατρο. Είτε είναι επώνυμοι είτε όχι, είτε έχουν κάποιο ταλέντο είτε όχι, δεν τους θέλουμε ανάμεσά μας. Και είναι στο χέρι μας να τους το δείξουμε.
editorial20160910

Ο Σεπτέμβρης έρχεται γεμάτος υποσχέσεις, πρόβες, προσδοκίες. Εύχομαι μια υπέροχη, γεμάτη ευχάριστες εκπλήξεις, ποιοτική και απολαυστική νέα σεζόν σε όλους τους ανθρώπους του θεάτρου και στο θεατρόφιλο κοινό, πιστεύοντας πως σε σκοτεινούς καιρούς η αρχαία αυτή τέχνη που γεννήθηκε στη χώρα μας, θα υπάρξει για όλους, ψυχαγωγική, υποστηρικτική και παρήγορος.



Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Τα τρία δεμένα αδέρφια Ένα παραμύθι του Τζάννι Ροντάρι (από την «Πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες», μτφ. Λένα Ταχμαζίδου, εκδ. Πατάκη, Φεβρ. 2002)

..........................................................






Τζάννι Ροντάρι
(1920 - 1980)
·       Τα τρία δεμένα αδέρφια            
Ένα παραμύθι του Τζάννι Ροντάρι

(από την «Πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες», μτφ. Λένα Ταχμαζίδου, εκδ. Πατάκη, Φεβρ. 2002)


   Μια θλιμμένη σιωπή είχε πέσει στο κάστρο του Βαρρόνε με το θάνατο του κόμη Αλκουίνο. Επί τρεις μέρες όλοι περπατούσαν στις μύτες των ποδιών, λες και δεν ήθελαν να ξυπνήσουν το γερο-κόμη που κείτονταν χλωμός και σιωπηλός πάνω στο κρεβάτι του. Ο πρώτος που ύψωσε τη φωνή ήταν ο συμβολαιογράφος που, μια μέρα μετά την κηδεία, ετοιμάστηκε να διαβάσει τη διαθήκη του μακαρίτη μπροστά σ’ ένα πλήθος από ιππότες, κυρίες επί των τιμών, υποτακτικούς και υπηρέτες. Στην πρώτη γραμμή, φυσικά, τον άκουγαν οι τρεις γιοι του κόμη Αλκουίνο: ο ορμητικός Μπρούνο, ο καλλιτέχνης Μπρουνέττο και ο γιγαντόκορμος Μπρουνόνε. Τα μάτια τους ήταν χαμηλωμένα και κάπου – κάπου σκούπιζαν άλλο ένα δάκρυ.
   Ο συμβολαιογράφος διάβασε:
   «Εγώ ο κόμης του Βαρρόνε Αλκουίνο, έχων σώας τας φρένας αλλά θανάσιμο άρρωστο το σώμα αφήνω το κάστρο, τους θησαυρούς και όλα μου τα κτήματα στους τρεις αγαπημένους γιους μου. Όπως συνηθίζεται, θα έπρεπε να μοιράσω την κληρονομιά, επιβραβεύοντας την αξία και την αγάπη του καθενός. Εγώ όμως τους αγαπώ και τους τρεις πάρα πολύ και φοβάμαι πως, χωρίς να το θέλω, κάποιον θα αδικούσα. Ορίζω λοιπόν να κάνουν τη μοιρασιά ο Μπρούνο, ο Μπρουνέττο και ο Μπρουνόνε με αγάπη και σύμπνοια, αλλά όχι αμέσως. Μόνο σε ένα χρόνο από τώρα θα έχουν το δικαίωμα να πάρουν την απόφασή τους, μπροστά στο συμβολαιογράφο και σε όλη την αυλή. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, τους συμβουλεύω θερμά να ταξιδέψουν στον κόσμο, ώστε να πλουτίσουν τις γνώσεις τους και να δυναμώσουν το χαρακτήρα τους. Αν με αγαπούν, θα κάνουν αυτό το ταξίδι δεμένοι μεταξύ τους, με το σκοινί που έχω παραδώσει στο συμβολαιογράφο, χωρίς να λυθούν ποτέ, ούτε για να φάνε, ούτε για να κοιμηθούν, ούτε για να πολεμήσουν».
   Ο συμβολαιογράφος, αφού διάβασε αυτά τα λόγια, άνοιξε μια κεντημένη τσάντα και έδειξε στους παρευρισκομένους ένα κόκκινο σκοινί. Δύο υπηρέτες το πήραν από τις άκρες και το τέντωσαν σε όλο το μήκος του, που αποδείχτηκε πως ήταν γύρω στα δέκα μέτρα.
   -Θαυμάσια! Ακούστηκε θυμωμένη η φωνή του ορμητικού Μπρούνο. Εδώ περιμένουμε μια κληρονομιά… και βρισκόμαστε μ’ ένα σκοινί στο λαιμό.
   -Χαριτωμένο το αστειάκι του αγαπημένου πατέρα μας, παρατήρησε ήρεμα ο Μπρουνέττο, ο καλλιτέχνης.
   -Ένα αστειάκι για δέσιμο, συμπλήρωσε ο γιγαντόκορμος Μπρουνόνε, ξεσπώντας σε γέλια.
   Ο συμβολαιογράφος τους παρέδωσε το κόκκινο σκοινί και είπε:
   -Κάντε ό,τι νομίζετε. Θα ιδωθούμε ξανά σε ένα χρόνο. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα σας, δεν πρόκειται να αγγίξετε ούτε δεκάρα.
   Τα τρία αδέρφια αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν. Το ίδιο εκείνο βράδυ, αφού δέθηκαν ο ένας με τον άλλον στη σειρά σαν να έπρεπε να σκαρφαλώσουν μια απότομη πλαγιά, βγήκαν από το κάστρο και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.
   Δε χρειάζεται βέβαια να πούμε πως ταξίδευαν καβάλα σ’ άλογα. Τα άλογα όμως αναγκάζονταν να είναι πολύ κοντά λόγω του σκοινιού, κι έτσι τα πέταλά τους συγκρούονταν μεταξύ τους και οι ουρές τους χαστούκιζαν το ένα το άλλο.
   Καμιά φορά, ένας χωρικός από τα χωράφια, μια γυναίκα στο κατώφλι του σπιτιού της, ένας πεταλωτής από το εργαστήρι του σήκωναν το βλέμμα τους στους τρεις καβαλάρηδες και δεν τσιγκουνεύονταν τα ειρωνικά σχόλια:
   -Μήπως δεθήκατε γιατί φοβόσαστε πως θα χαθείτε;
   -Ποιος είναι ο κλέφτης και ποιοι οι δεσμοφύλακές του;
   -Αν το σκοινί είναι αυτό που σας οδηγεί, το σίγουρο είναι πως θα κρεμαστείτε.
   Οι τρεις νέοι κοκκίνιζαν. Ο Μπρουνόνε και ο Μπρουνέττο δεν απαντούσαν σ’ αυτά τα πειράγματα, ο ορμητικός Μπρούνο όμως δεν μπορούσε  να τα χωνέψει τόσο εύκολα και φώναζε:
   -Σ’ ένα χρόνο θα σας βάλω να το φάτε αυτό το σκοινί!
   Ας μη μιλήσουμε για την έκπληξη των ξενοδόχων όταν έβλεπαν τα τρία αδέρφια να τρώνε δεμένα και δεμένα να ξαπλώνουν. Οι ξενοδόχοι όμως αρκούνταν στο να ανοίγουν διάπλατα τα μάτια τους και δεν έκαναν σχόλια, αφού τα τρία αδέρφια πλήρωναν σε χρυσάφι και ο πελάτης που πληρώνει έχει πάντα δίκιο.
   Ένα βράδυ, οι τρεις γιοί του κόμη Αλκουίνο βρήκαν φιλοξενία σ’ ένα κάστρο χαμένο μέσα στα βουνά. «Κάστρο» τρόπος του λέγειν, αφού οι ευγενείς που το κατοικούσαν ήταν φτωχοί όσο και οι κολίγοι τους, οι μεγάλες σάλες καταστρέφονταν, οι επάλξεις έπεφταν από τους πύργους και το σαράκι κατέτρωγε τα τελευταία έπιπλα.  Μα μέσα σε τόση αθλιότητα ο Μπρούνο βρήκε το μαργαριτάρι που δεν έψαχνε. Η κόρη του πυργοδεσπότη ήταν μια νέα που, αν ήθελες να την κάνεις πιο όμορφη και πιο ευγενική, θα έπρεπε να τη ζωγραφίσεις. Και τόσο καλή. Και τόσο μυαλωμένη. Με λίγα λόγια, εκείνη τη νύχτα ο Μπρούνο δεν κατάφερε να κοιμηθεί και όλο γύριζε και στριφογύριζε στο κρεβάτι του, τραβώντας απότομα και δυνατά τ’ αδέρφια του με το σκοινί. Έτσι τους ξυπνούσε κι αναγκαζόταν να υπομένει τις φωνές τους.
   Την επόμενη νύχτα σταμάτησαν σε μια αποθήκη, αλλά ούτε ο μαλακός και ζεστός σανός κατάφερε να ησυχάσει τον ύπνο του φτωχού Μπρούνο. Ορμητικός στις πράξεις του, πράγμα που έλεγε και το παρατσούκλι του, ο νέος δεν κάθισε να το σκεφτεί πολύ. Άρπαξε το σπαθί του, έκοψε το σκοινί που τον ένωνε με τ’ αδέρφια του και μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα ξεκίνησε με τα πόδια να πάει να ρωτήσει την όμορφη πυργοδέσποινα αν ήθελε να τον παντρευτεί. Ο Μπρουνέττο και ο Μπρουνόνε, όταν ξύπνησαν, βρήκαν το σημείωμα με το οποίο τους εξηγούσε τις προθέσεις του, κούνησαν το κεφάλι τους και συνέχισαν το ταξίδι τους.
   Λίγες μέρες αργότερα, ενώ διέσχιζαν μια μικρή πολιτεία, ο Μπρουνέττο έριξε κατά τύχη το βλέμμα του σ’ ένα σκοτεινό και χαμηλοτάβανο εργαστήρι που έβλεπε στο δρόμο.
   -Αλτ! Φώναξε στον Μπρουνόνε. Ο ίδιος είχε κιόλας σταματήσει, αλλά το άλογό του Μπρουνόνε έκανε ακόμα κάνα δυο βήματα και ο Μπρουνόνε, που το σκοινί τον τίναξε από τη σέλα, τράβηξε με τη σειρά του και τον Μπρουνέττο, που έπεσε από το άλογο σαν άδειο σακί. Ο Μπρουνέττο όμως ούτε που το κατάλαβε. Δεν είχε μάτια παρά γι’ αυτό που είχε δει στο εργαστήρι. Ήταν ένας γερο-ζωγράφος που δούλευε μπροστά στο καβαλέτο του, αλλά τα χρώματα του πίνακα φώτιζαν το σκοτεινό δωμάτιο σαν μαγικό γλυκοχάραμα. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα κι άλλα κάδρα, που έμοιαζαν με παράθυρα ορθάνοιχτα σε άλλα μαγεμένα τοπία.
   -Να ένας μεγάλος ζωγράφος! αναφώνησε ο Μπρουνέττο.
   -Έλα, καλλιτέχνη, είπε μόνο ο Μπρουνόνε, ας τινάξουμε τη σκόνη από πάνω μας και ας φύγουμε.
   -Περίμενε, τον παρακάλεσε ο αδερφός του.
   Ο Μπρουνέττο, από παιδί ακόμα, έδειχνε μια κλίση για τη ζωγραφική. Ο κόμης Αλκουίνο όμως δεν του είχε επιτρέψει ποτέ να ακολουθήσει αυτή την τάση του, επειδή φοβόταν μήπως ήταν ένα περαστικό καπρίτσιο και όχι μια πραγματική κλίση προς την τέχνη.
   Ο γερο-ζωγράφος υποδέχτηκε με μεγάλη ευγένεια τους δύο παράξενους δεμένους επισκέπτες, τους έδειξε τους πίνακές του και επέτρεψε στον Μπρουνέττο να πιάσει στα χέρια του ένα πινέλο.
   -Θα έδινα και το σκήπτρο μου γι’ αυτό το πινέλο, είπε συγκινημένος ο Μπρουνέττο. Αν όμως μου υποσχεθείτε πως θα μου μάθετε την τέχνη, σε ένα χρόνο θα επιστρέψω να γίνω μαθητής σας.
   -Σ’ ένα χρονο, πρόσθεσε ο Μπρουνόνε. Τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε.
   Ξεκίνησαν. Εκείνη τη νύχτα όμως ήταν η σειρά του Μπρουνέττο να στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Ούτε την επόμενη νύχτα κατάφερε να κοιμηθεί. Τόσο τον βασάνιζαν τα οράματά του με τα χρώματα, τα πινέλα, τα καβαλέτα, τους καμβάδες. Την τρίτη νύχτα, πήρε την απόφασή του: Έκοψε το σκοινί που τον έδενε με τον Μπρουνόνε, έγραψε δυο γραμμές σ’ ένα χαρτί και έφυγε για να επιστρέψει στο εργαστήρι του γερο-ζωγράφου, που ήταν ο παράδεισός του.
   Μόλις έμεινε μόνος, ο Μπρουνόνε ξανάδεσε τα τρία κομμάτια του σκοινιού, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε σιγά-σιγά, σκεφτικός. «Ο καλός μας πατέρας» σκεφτόταν «θα είχε κάθε δικαίωμα να μας μαλώσει, αν μπορούσε. Δεν είναι ούτ’ ένας μήνας που ξεκινήσαμε για να γυρίσουμε τον κόσμο και να που ο καθένας μας πήρε το δρόμο του, ακολουθώντας τα όνειρά του. Αν ούτε ένα σκοινί δεν κατάφερε να μας κρατήσει δεμένους κι ενωμένους, τι θ’ απογίνουμε σε ένα χρόνο; Φοβάμαι πως θα συναντηθούμε μονάχα για να μαλώσουμε και πως η μοιρασιά της κληρονομιάς θα είναι πολύ δύσκολη».
   Εκείνο το βράδυ ο Μπρουνόνε βρήκε τροφή και στέγη στο σπίτι του δημάρχου κάποιου χωριού, ενός γεράκου που, πριν του ανοίξει την πόρτα, του έκανε χίλιες δυο ερωτήσεις και όλο μελετούσε το πρόσωπό του στο φως ενός φαναριού.
   -Μήπως μοιάζω με ληστή; ρώτησε γελώντας ο Μπρουνόνε.
   -Όχι, δόξα τω Θεώ, απάντησε ο δήμαρχος. Αλλά μη φανταστείς πως είμαι κάνας φοβητσιάρης. Αντίθετα. Όμως εδώ και ένα μήνα σχεδόν μια συμμορία ληστών τριγυρίζει στην ύπαιθρο και αρπάζει ό,τι βρει. Οι χωρικοί δεν τολμούν πια να ξεμυτίσουν από τα σπίτια τους. Είχαμε δύο φύλακες, αλλά το έσκασαν. Δεν υπάρχει κανείς να μας προστατέψει. Ο αφέντης μας είναι πολύ μακριά για ν’ ασχοληθεί μαζί μας.
   Δεν ήταν τυχαίο που ο Μπρουνόνε είχε το παρατσούκλι «γιγαντόκορμος». Ήταν δυνατός, θαρραλέος και γενναιόδωρος. Στο πλευρό του κρεμόταν ένα σπαθί και ήξερε να το χρησιμοποιεί. Τι άλλο ήθελε;
   -Αφήστε το σ’ εμένα, είπε στο δήμαρχο πριν ξαπλώσει. Θα πείσετε μία ντουζίνα χωρικούς να με συνοδέψουν με τις τσάπες και τα δρεπάνια τους, κι εγώ θα κάνω τους ληστές να το βάλουν στα πόδια.
   Ο δήμαρχος δεν μπορούσε να κρατηθεί από τη χαρά του. Το μόνο που ήθελαν οι χωρικοί ήταν έναν πολεμιστή που να ξέρει από τα όπλα, για να τους οδηγήσει και να τους ενθαρρύνει. Την αυγή ξεκίνησε μια μικρή αποστολή. Ο Μπρουνόνε, πάνω στο άλογο, προχωρούσε επικεφαλής του μικροσκοπικού στρατού. Οι «πολεμιστές» του τον ακολουθούσαν πάνω σε γαϊδάρους, μερικοί μάλιστα ήταν πάνω σ’ ένα κάρο που το έσερναν βόδια. Ένα αγοράκι που το είχαν στείλει για αναγνώριση ανέφερε πως οι ληστές είχαν περάσει τη νύχτα σ’ ένα αγρόκτημα δίπλα στο δάσος, αφού έκλεισαν στο κελάρι τους ιδιοκτήτες. Είχαν πάει να κοιμηθούν μεθυσμένοι και κοιμόνταν ακόμα όταν ο Μπρουνόνε ο γιγαντόκορμος έπεσε πάνω τους σαν γεράκι. Ένα τέταρτο αργότερα είχαν φορτώσει τους ληστές, δεμένους σα σαλάμια, πάνω στο κάρο. Ένας από δαύτους ροχάλιζε ακόμα: ούτε η φασαρία της μάχης δεν κατάφερε να τον ξυπνήσει.
   Ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν, όταν ακούστηκαν ταραγμένες και θυμωμένες φωνές από το πηγάδι που βρισκόταν στο κέντρο της αυλής.
   -Βοήθεια! Βοήθεια!
   -Ποιος είναι;
   -Είμαστε δύο αιχμάλωτοι των ληστών. Μας έριξαν εδώ μέσα χτες το βράδυ και πήραν το σκοινί για να μας εμποδίσουν να φύγουμε.
   -Θα σας τραβήξουμε πάνω αμέσως.
   Το σκοινί όμως δεν βρισκόταν πουθενά.
   -Έχω εγώ ένα ωραίο σκοινί, είπε ο Μπρουνόνε.
   Έβγαλε από την τσάντα του το κόκκινο σκοινί, πλησίασε στο χείλος του πηγαδιού και κοίταξε μέσα.
   -Μπρουνόνε ! φώναξε μια φωνή από το πηγάδι.
   -Αδερφέ μας! φώναξε η άλλη.
   Πραγματικά, ήταν ο ορμητικός Μπρούνο και ο Μπρουνέττο ο καλλιτέχνης. Οι ληστές τούς είχαν πιάσει τον έναν μετά τον άλλον: τον Μπρούνο ενώ προσπαθούσε να φτάσει στην ωραία πυργοδέσποινά του, τον Μπρουνέττο ενώ έτρεχε προς το εργαστήρι του γερο-ζωγράφου. Μόλις αναγνώρισαν πως ήταν ιππότες, οι ληστές δεν τους σκότωσαν: υπολόγιζαν, πράγματι, να ζητήσουν πολλά λύτρα από την οικογένειά τους.
   Ο Μπρουνόνε δε χασομέρησε με ερωτήσεις. Έδεσε το σκοινί στη μέση του, έριξε την άλλη άκρη μέσα στο πηγάδι, είπε στ’ αδέρφια του να δεθούν και τους τράβηξε και τους δύο μαζί, αφού δεν τον έλεγαν τζάμπα γιγαντόκορμο.
   Τα τρία αδέρφια, αφού αγκαλιάστηκαν, κοίταξαν το σκοινί που τους έδενε και έβαλαν τα γέλια:
   -Φαίνεται ότι πρέπει να μείνουμε δεμένοι, είπε ο Μπρούνο.
   -Ο πατέρας μας είχε δίκιο, είπε ο Μπρουνέττο.
   -Και θα είμαστε ενωμένοι για πάντα, ολοκλήρωσε ο Μπρουνόνε. Όταν τελειώσουμε το ταξίδι μας, εσύ, Μπρουνέττο, θα φέρεις στο κάστρο το γερο-ζωγράφο σου, για να σου μάθει την τέχνη και να μείνει για πάντα μαζί μας· εσύ, Μπρούνο, θα πας να πάρεις τη νύφη σου και ίσως κι εγώ σε λίγο καιρό να βρω τη δέσποινά μου. Κι αν είμαστε μαζί, δεν είναι ανάγκη να μοιράσουμε την κληρονομιά. Αυτό που θα είναι δικό σου θα είναι και δικό μου, κι αντί να τα μοιράσουμε, μπορεί και να τα πολλαπλασιάσουμε.
   Οι χωρικοί χειροκρότησαν.
   Ο ληστής που κοιμόταν ξύπνησε και ρώτησε:
   -Τι έγινε;
   Κανείς όμως από τους παρόντες δε θέλησε να αφηγηθεί και σ’ αυτόν την ιστορία των τριών δεμένων αδερφών.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

"Γιατί γράφεις;" γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11-12/3/2017)

........................................................

Γιατί γράφεις;

 

γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11-12/3/2017)
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν από καιρό σε καιρό φίλοι, γνωστοί, άνθρωποι που τυχαία διασταυρώνεστε (ψέμα: κατά κύριο λόγο εσύ ρωτάς τον εαυτό σου. Κυρίως όταν δεν βγαίνει το καταραμένο το κείμενο).
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν οι ώρες στις οποίες δεν παρουσιάστηκες πρακτικός ή εύθυμος, συλλογικός ή έστω κοινωνικός.
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν κυρίως τα κείμενά σου.
Σχεδιάσματα από αριστουργήματα (έτσι λες) που δεν θα γραφτούν ποτέ, η αρχή ενός μυθιστορήματος χιλίων σελίδων που περιορίζεται στην πρώτη πρόταση και μια θολή ιδέα ακριβείας.
Κείμενα που το βράδυ είχαν τη βεβαιότητα μιας σημαντικής κατάθεσης απέναντι στην ανθρωπότητα και το πρωί που τα ξαναβλέπεις δεν είναι άλλο από μια ανορθόγραφη κοινοτοπία που σου θυμίζει έντονα τον αγαπημένο σου συγγραφέα (και σαν να γράφτηκε από κάποιον που ίσως να είναι αγαπημένος σου αλλά σίγουρα δεν είναι συγγραφέας).
«Γιατί γράφω;» σκέφτεσαι κατά κύριο λόγο όταν δεν γράφεις λόγω χρόνου, λόγω κούρασης ή ακριβώς λόγω γραφής.
Γιατί το γράψιμο, σαν κάθε τι που κόβει (τουλάχιστον στις καλές στιγμές του) σύντομα στην πολλή του χρήση θα στομώσει.
Το γράψιμο έχει ανάγκη να ακονίζει τον εαυτό του πάνω στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Γράφω λοιπόν θα πει πως παραδέχομαι και εξημερώνω τη σιωπή μου. Ρυμουλκώ από τη σιωπή τις λέξεις για να μην υπερχειλίσει και με πνίξει.
Μέσα στην καθημερινή τους χρήση οι λέξεις τρίβονται, φθείρονται.
Κάθε σημείο του σώματός τους κραυγάζει. Αναπαύοντας το σώμα αυτό στο κείμενο, οι λέξεις σιωπούν.
Το να γράφεις μοιάζει περισσότερο ως ένας τρόπος για να ζεις.
Οχι ως ένας τρόπος ζωής με την έννοια του μπερέ, του φουλαριού και του αλκοόλ.
Αλλά με το να ψάχνεις αφορμές και σημεία στον γύρω κόσμο όπου η γλώσσα συσσωρεύεται.
Σε γεγονότα, σε εικόνες και συνδέσμους, σε πρόσωπα ανθρώπων.
Βλέποντας τη διαδοχή των πραγμάτων ως διαδοχή παραγράφων. Εξοπλίζοντας τον εαυτό σου με την ξυλογλυπτική του χαρτιού και του μελανιού.
Γράφεις απέναντι στην υπεροψία του τίποτα και τον κυνισμό του μηδέν.
Γιατί τελικά η μόνη απάντηση απέναντι σε έναν παράλογο κόσμο μπορεί να είναι μόνο μια παράλογη απάντηση.
Και τι πιο παράλογο από το να προσπαθήσεις να χωρέσεις σε σημάδια το αίσθημα, την κραυγή και το χρώμα.
Γιατί αν το μπλε ήταν μονάχα μπλε, τότε δεν θα είχε ανάγκη τη λέξη «μπλε» ώστε να υπάρξει.
Είναι η λέξη που συνδέει το μπλε της θάλασσας με το μπλε του κάδου ανακύκλωσης, το μπλε της «Εναστρης νύχτας» του Βαν Γκογκ με το μπλε των αθηναϊκών πινακίδων στους δρόμους.
Και το γράψιμο μας δίνει πίσω την ενότητα σε έναν κόσμο χωρίς ενότητα.
Για αυτούς που γράφουν και για αυτούς που διαβάζουν σαν να γράφουν.
Ορίζει, γεμίζει τις ρωγμές, σφίγγει τις ραφές στην όψη των πραγμάτων. Και δίνει στα πράγματα τις ιδιότητες που έχουν.
Το μπλε είναι λοιπόν μπλε γιατί χωράει σε μια λέξη.
Γράφω λοιπόν σημαίνει οικοδομώ μια σκαλωσιά στο κενό. Η σκαλωσιά πέφτει.
Αλλά σε αυτήν της την πτώση η εκ νέου οικοδόμησή της, η μόνιμη πρόσθεση πάνω σε αυτό που χάνεται, τελικά τη συντηρεί στο ίδιο ύψος. Γράφω σημαίνει ισορροπώ μέσα στην πτώση.
Γιατί αν διακινδυνεύουμε ορισμούς και αν εκβιάζουμε δικαιολογίες για το τι είναι η γραφή, για τον λόγο που συμβαίνει ή για το ποια μπορεί να είναι η ανάγκη της, είναι γιατί η ίδια η γραφή μάς το επιβάλλει.
Οχι σαν χρέος ή σαν προσταγή, αλλά σαν διαδικασία που αφού περικλείει τα πάντα (ακόμα και αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί) έχει ανάγκη να συμπεριλάβει και τον εαυτό της.
Και τελικά γράφεις επειδή γράφεις. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, χωρίς ορισμένη στρατηγική, χωρίς στόχο πέρα από τη γραφή αυτή καθεαυτή.
Ολα τα άλλα, όλοι οι ορισμοί, οι αναλύσεις και οι περιγραφές, όλες οι φιλολογίες και οι κατατάξεις εκβάλλουν σε μια διαπίστωση που τελικά τις κάνει να σιωπούν:
Γράφω γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun (youtube, 17 Μαρ 2016)

....................................................

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun  

(excerpt from the NPR Music Tiny Desk Concert 2016)


Our love's a complex vintage wine 
All rotted leaves and lemon rind 
I'd spit you out but now you're mine 

We bit the fruit, it seemed a lie 
I'll never know which way was right 
Now side by side we face the night 

And I love you 
And I love you 

We walked the pier and back again 
It was the most scared 
I've ever been 
 You held my hand until the end 

And I love you 
And I love you 

Don't tell me we've got time 
The subtle thief of life 
It slips away when we pay no mind 
We pulled the weeds out til the dawn 
Nearly too tired to carry on 
Someday we'll linger in the sun 

And I love you 
And I love you


Δημοσιεύτηκε στις 17 Μαρ 2016
 
 
This is an original song by Gaelynn Lea entitled "Someday We'll Linger in the Sun". Gaelynn Lea is a musician, fiddle teacher, and public speaker from Duluth, MN.



Δευτέρα, 14 Νοεμβρίου 2016

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ / ΒΑΤΡΑΧΟΙ (ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ)

.....................................................







Αριστοφάνης
(445 - 386 π.Χ.)









 

ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΟΥΣ: ΒΑΤΡΑΧΟΙ

ΒΑΤΡΑΧΟΙ

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.

Όταν καίει ο ήλιος, πιάστε
βράχια, νούφαρα και βούρλα
και στου τραγουδιού την ζούρλα,
το πλατσούρισμα χορτάστε -
όπως τον παλιό καιρό.

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.

Κι όταν της βροχής τις στάλες
στέλνει ο Ζευς, σαν κουκουνάρες,
κάντε στον βυθό της λίμνης
μπουρμπουληθροτραγουδάρες –
όπως τον παλιό καιρό.

Ίτε παίδαροι λιμναίοι·
βατραχόμαγκες ωραίοι.





ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΛΑΝΑΣ

Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Λατρευτικά Επίθετα Του Διονύσου / Από τη φίλη στο fb Agelika Stouraitou (facebook, 24/11/2015)

............................................................


                          Διόνυσος

 




Λατρευτικά Επίθετα Του Διονύσου
 
Λύσιος ~ ο θεός σε κατάσταση έκστασης. Έκσταση που προκαλούσε η υπερβολική κατάποση κρασιού, μέσα από την οποία έδιωχναν τα άγχη της καθημερινότητας.

Λικνίτης ~ Ο βρεφικός Διόνυσος.

Βάκχιος, Βακχεύς ~ Ο θεός σε κατάσταση "μανίας".

Αιγοβόλος και Μελάναιγις ~ η γίδα και ο τράγος ήταν δυο μορφές του Διονύσου. Ήταν τα θύματα στις τελετές ωμοφαγίας του μαιναδικού θιάσου.

Δενδρίτης ~ Ο θεός του δέντρου.

Δασύλλιος, Θαλλοφόρος ~ Ο θεός της άγριας βλάστησης.

Κισσός ~ Το σύμβολο των διονυσιακών θιάσων. Οι μαινάδες έτρωγαν κισσό ως ενσάρκωση του Διονύσου.

Άνθιος, Μελανθίδης, Συκίτης, Μειλίχιος ~ Ο θεός των φυτών.