Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Τα τρία δεμένα αδέρφια Ένα παραμύθι του Τζάννι Ροντάρι (από την «Πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες», μτφ. Λένα Ταχμαζίδου, εκδ. Πατάκη, Φεβρ. 2002)

..........................................................






Τζάννι Ροντάρι
(1920 - 1980)
·       Τα τρία δεμένα αδέρφια            
Ένα παραμύθι του Τζάννι Ροντάρι

(από την «Πίπα της μάγισσας και άλλες φανταστικές ιστορίες», μτφ. Λένα Ταχμαζίδου, εκδ. Πατάκη, Φεβρ. 2002)


   Μια θλιμμένη σιωπή είχε πέσει στο κάστρο του Βαρρόνε με το θάνατο του κόμη Αλκουίνο. Επί τρεις μέρες όλοι περπατούσαν στις μύτες των ποδιών, λες και δεν ήθελαν να ξυπνήσουν το γερο-κόμη που κείτονταν χλωμός και σιωπηλός πάνω στο κρεβάτι του. Ο πρώτος που ύψωσε τη φωνή ήταν ο συμβολαιογράφος που, μια μέρα μετά την κηδεία, ετοιμάστηκε να διαβάσει τη διαθήκη του μακαρίτη μπροστά σ’ ένα πλήθος από ιππότες, κυρίες επί των τιμών, υποτακτικούς και υπηρέτες. Στην πρώτη γραμμή, φυσικά, τον άκουγαν οι τρεις γιοι του κόμη Αλκουίνο: ο ορμητικός Μπρούνο, ο καλλιτέχνης Μπρουνέττο και ο γιγαντόκορμος Μπρουνόνε. Τα μάτια τους ήταν χαμηλωμένα και κάπου – κάπου σκούπιζαν άλλο ένα δάκρυ.
   Ο συμβολαιογράφος διάβασε:
   «Εγώ ο κόμης του Βαρρόνε Αλκουίνο, έχων σώας τας φρένας αλλά θανάσιμο άρρωστο το σώμα αφήνω το κάστρο, τους θησαυρούς και όλα μου τα κτήματα στους τρεις αγαπημένους γιους μου. Όπως συνηθίζεται, θα έπρεπε να μοιράσω την κληρονομιά, επιβραβεύοντας την αξία και την αγάπη του καθενός. Εγώ όμως τους αγαπώ και τους τρεις πάρα πολύ και φοβάμαι πως, χωρίς να το θέλω, κάποιον θα αδικούσα. Ορίζω λοιπόν να κάνουν τη μοιρασιά ο Μπρούνο, ο Μπρουνέττο και ο Μπρουνόνε με αγάπη και σύμπνοια, αλλά όχι αμέσως. Μόνο σε ένα χρόνο από τώρα θα έχουν το δικαίωμα να πάρουν την απόφασή τους, μπροστά στο συμβολαιογράφο και σε όλη την αυλή. Κατά τη διάρκεια αυτού του χρόνου, τους συμβουλεύω θερμά να ταξιδέψουν στον κόσμο, ώστε να πλουτίσουν τις γνώσεις τους και να δυναμώσουν το χαρακτήρα τους. Αν με αγαπούν, θα κάνουν αυτό το ταξίδι δεμένοι μεταξύ τους, με το σκοινί που έχω παραδώσει στο συμβολαιογράφο, χωρίς να λυθούν ποτέ, ούτε για να φάνε, ούτε για να κοιμηθούν, ούτε για να πολεμήσουν».
   Ο συμβολαιογράφος, αφού διάβασε αυτά τα λόγια, άνοιξε μια κεντημένη τσάντα και έδειξε στους παρευρισκομένους ένα κόκκινο σκοινί. Δύο υπηρέτες το πήραν από τις άκρες και το τέντωσαν σε όλο το μήκος του, που αποδείχτηκε πως ήταν γύρω στα δέκα μέτρα.
   -Θαυμάσια! Ακούστηκε θυμωμένη η φωνή του ορμητικού Μπρούνο. Εδώ περιμένουμε μια κληρονομιά… και βρισκόμαστε μ’ ένα σκοινί στο λαιμό.
   -Χαριτωμένο το αστειάκι του αγαπημένου πατέρα μας, παρατήρησε ήρεμα ο Μπρουνέττο, ο καλλιτέχνης.
   -Ένα αστειάκι για δέσιμο, συμπλήρωσε ο γιγαντόκορμος Μπρουνόνε, ξεσπώντας σε γέλια.
   Ο συμβολαιογράφος τους παρέδωσε το κόκκινο σκοινί και είπε:
   -Κάντε ό,τι νομίζετε. Θα ιδωθούμε ξανά σε ένα χρόνο. Μέχρι εκείνη την ημερομηνία, σύμφωνα με την επιθυμία του πατέρα σας, δεν πρόκειται να αγγίξετε ούτε δεκάρα.
   Τα τρία αδέρφια αναγκάστηκαν να συμμορφωθούν. Το ίδιο εκείνο βράδυ, αφού δέθηκαν ο ένας με τον άλλον στη σειρά σαν να έπρεπε να σκαρφαλώσουν μια απότομη πλαγιά, βγήκαν από το κάστρο και ξεκίνησαν το ταξίδι τους.
   Δε χρειάζεται βέβαια να πούμε πως ταξίδευαν καβάλα σ’ άλογα. Τα άλογα όμως αναγκάζονταν να είναι πολύ κοντά λόγω του σκοινιού, κι έτσι τα πέταλά τους συγκρούονταν μεταξύ τους και οι ουρές τους χαστούκιζαν το ένα το άλλο.
   Καμιά φορά, ένας χωρικός από τα χωράφια, μια γυναίκα στο κατώφλι του σπιτιού της, ένας πεταλωτής από το εργαστήρι του σήκωναν το βλέμμα τους στους τρεις καβαλάρηδες και δεν τσιγκουνεύονταν τα ειρωνικά σχόλια:
   -Μήπως δεθήκατε γιατί φοβόσαστε πως θα χαθείτε;
   -Ποιος είναι ο κλέφτης και ποιοι οι δεσμοφύλακές του;
   -Αν το σκοινί είναι αυτό που σας οδηγεί, το σίγουρο είναι πως θα κρεμαστείτε.
   Οι τρεις νέοι κοκκίνιζαν. Ο Μπρουνόνε και ο Μπρουνέττο δεν απαντούσαν σ’ αυτά τα πειράγματα, ο ορμητικός Μπρούνο όμως δεν μπορούσε  να τα χωνέψει τόσο εύκολα και φώναζε:
   -Σ’ ένα χρόνο θα σας βάλω να το φάτε αυτό το σκοινί!
   Ας μη μιλήσουμε για την έκπληξη των ξενοδόχων όταν έβλεπαν τα τρία αδέρφια να τρώνε δεμένα και δεμένα να ξαπλώνουν. Οι ξενοδόχοι όμως αρκούνταν στο να ανοίγουν διάπλατα τα μάτια τους και δεν έκαναν σχόλια, αφού τα τρία αδέρφια πλήρωναν σε χρυσάφι και ο πελάτης που πληρώνει έχει πάντα δίκιο.
   Ένα βράδυ, οι τρεις γιοί του κόμη Αλκουίνο βρήκαν φιλοξενία σ’ ένα κάστρο χαμένο μέσα στα βουνά. «Κάστρο» τρόπος του λέγειν, αφού οι ευγενείς που το κατοικούσαν ήταν φτωχοί όσο και οι κολίγοι τους, οι μεγάλες σάλες καταστρέφονταν, οι επάλξεις έπεφταν από τους πύργους και το σαράκι κατέτρωγε τα τελευταία έπιπλα.  Μα μέσα σε τόση αθλιότητα ο Μπρούνο βρήκε το μαργαριτάρι που δεν έψαχνε. Η κόρη του πυργοδεσπότη ήταν μια νέα που, αν ήθελες να την κάνεις πιο όμορφη και πιο ευγενική, θα έπρεπε να τη ζωγραφίσεις. Και τόσο καλή. Και τόσο μυαλωμένη. Με λίγα λόγια, εκείνη τη νύχτα ο Μπρούνο δεν κατάφερε να κοιμηθεί και όλο γύριζε και στριφογύριζε στο κρεβάτι του, τραβώντας απότομα και δυνατά τ’ αδέρφια του με το σκοινί. Έτσι τους ξυπνούσε κι αναγκαζόταν να υπομένει τις φωνές τους.
   Την επόμενη νύχτα σταμάτησαν σε μια αποθήκη, αλλά ούτε ο μαλακός και ζεστός σανός κατάφερε να ησυχάσει τον ύπνο του φτωχού Μπρούνο. Ορμητικός στις πράξεις του, πράγμα που έλεγε και το παρατσούκλι του, ο νέος δεν κάθισε να το σκεφτεί πολύ. Άρπαξε το σπαθί του, έκοψε το σκοινί που τον ένωνε με τ’ αδέρφια του και μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα ξεκίνησε με τα πόδια να πάει να ρωτήσει την όμορφη πυργοδέσποινα αν ήθελε να τον παντρευτεί. Ο Μπρουνέττο και ο Μπρουνόνε, όταν ξύπνησαν, βρήκαν το σημείωμα με το οποίο τους εξηγούσε τις προθέσεις του, κούνησαν το κεφάλι τους και συνέχισαν το ταξίδι τους.
   Λίγες μέρες αργότερα, ενώ διέσχιζαν μια μικρή πολιτεία, ο Μπρουνέττο έριξε κατά τύχη το βλέμμα του σ’ ένα σκοτεινό και χαμηλοτάβανο εργαστήρι που έβλεπε στο δρόμο.
   -Αλτ! Φώναξε στον Μπρουνόνε. Ο ίδιος είχε κιόλας σταματήσει, αλλά το άλογό του Μπρουνόνε έκανε ακόμα κάνα δυο βήματα και ο Μπρουνόνε, που το σκοινί τον τίναξε από τη σέλα, τράβηξε με τη σειρά του και τον Μπρουνέττο, που έπεσε από το άλογο σαν άδειο σακί. Ο Μπρουνέττο όμως ούτε που το κατάλαβε. Δεν είχε μάτια παρά γι’ αυτό που είχε δει στο εργαστήρι. Ήταν ένας γερο-ζωγράφος που δούλευε μπροστά στο καβαλέτο του, αλλά τα χρώματα του πίνακα φώτιζαν το σκοτεινό δωμάτιο σαν μαγικό γλυκοχάραμα. Στους τοίχους ήταν κρεμασμένα κι άλλα κάδρα, που έμοιαζαν με παράθυρα ορθάνοιχτα σε άλλα μαγεμένα τοπία.
   -Να ένας μεγάλος ζωγράφος! αναφώνησε ο Μπρουνέττο.
   -Έλα, καλλιτέχνη, είπε μόνο ο Μπρουνόνε, ας τινάξουμε τη σκόνη από πάνω μας και ας φύγουμε.
   -Περίμενε, τον παρακάλεσε ο αδερφός του.
   Ο Μπρουνέττο, από παιδί ακόμα, έδειχνε μια κλίση για τη ζωγραφική. Ο κόμης Αλκουίνο όμως δεν του είχε επιτρέψει ποτέ να ακολουθήσει αυτή την τάση του, επειδή φοβόταν μήπως ήταν ένα περαστικό καπρίτσιο και όχι μια πραγματική κλίση προς την τέχνη.
   Ο γερο-ζωγράφος υποδέχτηκε με μεγάλη ευγένεια τους δύο παράξενους δεμένους επισκέπτες, τους έδειξε τους πίνακές του και επέτρεψε στον Μπρουνέττο να πιάσει στα χέρια του ένα πινέλο.
   -Θα έδινα και το σκήπτρο μου γι’ αυτό το πινέλο, είπε συγκινημένος ο Μπρουνέττο. Αν όμως μου υποσχεθείτε πως θα μου μάθετε την τέχνη, σε ένα χρόνο θα επιστρέψω να γίνω μαθητής σας.
   -Σ’ ένα χρονο, πρόσθεσε ο Μπρουνόνε. Τώρα όμως πρέπει να ξεκινήσουμε.
   Ξεκίνησαν. Εκείνη τη νύχτα όμως ήταν η σειρά του Μπρουνέττο να στριφογυρίζει στο κρεβάτι. Ούτε την επόμενη νύχτα κατάφερε να κοιμηθεί. Τόσο τον βασάνιζαν τα οράματά του με τα χρώματα, τα πινέλα, τα καβαλέτα, τους καμβάδες. Την τρίτη νύχτα, πήρε την απόφασή του: Έκοψε το σκοινί που τον έδενε με τον Μπρουνόνε, έγραψε δυο γραμμές σ’ ένα χαρτί και έφυγε για να επιστρέψει στο εργαστήρι του γερο-ζωγράφου, που ήταν ο παράδεισός του.
   Μόλις έμεινε μόνος, ο Μπρουνόνε ξανάδεσε τα τρία κομμάτια του σκοινιού, ανέβηκε στο άλογο και ξεκίνησε σιγά-σιγά, σκεφτικός. «Ο καλός μας πατέρας» σκεφτόταν «θα είχε κάθε δικαίωμα να μας μαλώσει, αν μπορούσε. Δεν είναι ούτ’ ένας μήνας που ξεκινήσαμε για να γυρίσουμε τον κόσμο και να που ο καθένας μας πήρε το δρόμο του, ακολουθώντας τα όνειρά του. Αν ούτε ένα σκοινί δεν κατάφερε να μας κρατήσει δεμένους κι ενωμένους, τι θ’ απογίνουμε σε ένα χρόνο; Φοβάμαι πως θα συναντηθούμε μονάχα για να μαλώσουμε και πως η μοιρασιά της κληρονομιάς θα είναι πολύ δύσκολη».
   Εκείνο το βράδυ ο Μπρουνόνε βρήκε τροφή και στέγη στο σπίτι του δημάρχου κάποιου χωριού, ενός γεράκου που, πριν του ανοίξει την πόρτα, του έκανε χίλιες δυο ερωτήσεις και όλο μελετούσε το πρόσωπό του στο φως ενός φαναριού.
   -Μήπως μοιάζω με ληστή; ρώτησε γελώντας ο Μπρουνόνε.
   -Όχι, δόξα τω Θεώ, απάντησε ο δήμαρχος. Αλλά μη φανταστείς πως είμαι κάνας φοβητσιάρης. Αντίθετα. Όμως εδώ και ένα μήνα σχεδόν μια συμμορία ληστών τριγυρίζει στην ύπαιθρο και αρπάζει ό,τι βρει. Οι χωρικοί δεν τολμούν πια να ξεμυτίσουν από τα σπίτια τους. Είχαμε δύο φύλακες, αλλά το έσκασαν. Δεν υπάρχει κανείς να μας προστατέψει. Ο αφέντης μας είναι πολύ μακριά για ν’ ασχοληθεί μαζί μας.
   Δεν ήταν τυχαίο που ο Μπρουνόνε είχε το παρατσούκλι «γιγαντόκορμος». Ήταν δυνατός, θαρραλέος και γενναιόδωρος. Στο πλευρό του κρεμόταν ένα σπαθί και ήξερε να το χρησιμοποιεί. Τι άλλο ήθελε;
   -Αφήστε το σ’ εμένα, είπε στο δήμαρχο πριν ξαπλώσει. Θα πείσετε μία ντουζίνα χωρικούς να με συνοδέψουν με τις τσάπες και τα δρεπάνια τους, κι εγώ θα κάνω τους ληστές να το βάλουν στα πόδια.
   Ο δήμαρχος δεν μπορούσε να κρατηθεί από τη χαρά του. Το μόνο που ήθελαν οι χωρικοί ήταν έναν πολεμιστή που να ξέρει από τα όπλα, για να τους οδηγήσει και να τους ενθαρρύνει. Την αυγή ξεκίνησε μια μικρή αποστολή. Ο Μπρουνόνε, πάνω στο άλογο, προχωρούσε επικεφαλής του μικροσκοπικού στρατού. Οι «πολεμιστές» του τον ακολουθούσαν πάνω σε γαϊδάρους, μερικοί μάλιστα ήταν πάνω σ’ ένα κάρο που το έσερναν βόδια. Ένα αγοράκι που το είχαν στείλει για αναγνώριση ανέφερε πως οι ληστές είχαν περάσει τη νύχτα σ’ ένα αγρόκτημα δίπλα στο δάσος, αφού έκλεισαν στο κελάρι τους ιδιοκτήτες. Είχαν πάει να κοιμηθούν μεθυσμένοι και κοιμόνταν ακόμα όταν ο Μπρουνόνε ο γιγαντόκορμος έπεσε πάνω τους σαν γεράκι. Ένα τέταρτο αργότερα είχαν φορτώσει τους ληστές, δεμένους σα σαλάμια, πάνω στο κάρο. Ένας από δαύτους ροχάλιζε ακόμα: ούτε η φασαρία της μάχης δεν κατάφερε να τον ξυπνήσει.
   Ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν, όταν ακούστηκαν ταραγμένες και θυμωμένες φωνές από το πηγάδι που βρισκόταν στο κέντρο της αυλής.
   -Βοήθεια! Βοήθεια!
   -Ποιος είναι;
   -Είμαστε δύο αιχμάλωτοι των ληστών. Μας έριξαν εδώ μέσα χτες το βράδυ και πήραν το σκοινί για να μας εμποδίσουν να φύγουμε.
   -Θα σας τραβήξουμε πάνω αμέσως.
   Το σκοινί όμως δεν βρισκόταν πουθενά.
   -Έχω εγώ ένα ωραίο σκοινί, είπε ο Μπρουνόνε.
   Έβγαλε από την τσάντα του το κόκκινο σκοινί, πλησίασε στο χείλος του πηγαδιού και κοίταξε μέσα.
   -Μπρουνόνε ! φώναξε μια φωνή από το πηγάδι.
   -Αδερφέ μας! φώναξε η άλλη.
   Πραγματικά, ήταν ο ορμητικός Μπρούνο και ο Μπρουνέττο ο καλλιτέχνης. Οι ληστές τούς είχαν πιάσει τον έναν μετά τον άλλον: τον Μπρούνο ενώ προσπαθούσε να φτάσει στην ωραία πυργοδέσποινά του, τον Μπρουνέττο ενώ έτρεχε προς το εργαστήρι του γερο-ζωγράφου. Μόλις αναγνώρισαν πως ήταν ιππότες, οι ληστές δεν τους σκότωσαν: υπολόγιζαν, πράγματι, να ζητήσουν πολλά λύτρα από την οικογένειά τους.
   Ο Μπρουνόνε δε χασομέρησε με ερωτήσεις. Έδεσε το σκοινί στη μέση του, έριξε την άλλη άκρη μέσα στο πηγάδι, είπε στ’ αδέρφια του να δεθούν και τους τράβηξε και τους δύο μαζί, αφού δεν τον έλεγαν τζάμπα γιγαντόκορμο.
   Τα τρία αδέρφια, αφού αγκαλιάστηκαν, κοίταξαν το σκοινί που τους έδενε και έβαλαν τα γέλια:
   -Φαίνεται ότι πρέπει να μείνουμε δεμένοι, είπε ο Μπρούνο.
   -Ο πατέρας μας είχε δίκιο, είπε ο Μπρουνέττο.
   -Και θα είμαστε ενωμένοι για πάντα, ολοκλήρωσε ο Μπρουνόνε. Όταν τελειώσουμε το ταξίδι μας, εσύ, Μπρουνέττο, θα φέρεις στο κάστρο το γερο-ζωγράφο σου, για να σου μάθει την τέχνη και να μείνει για πάντα μαζί μας· εσύ, Μπρούνο, θα πας να πάρεις τη νύφη σου και ίσως κι εγώ σε λίγο καιρό να βρω τη δέσποινά μου. Κι αν είμαστε μαζί, δεν είναι ανάγκη να μοιράσουμε την κληρονομιά. Αυτό που θα είναι δικό σου θα είναι και δικό μου, κι αντί να τα μοιράσουμε, μπορεί και να τα πολλαπλασιάσουμε.
   Οι χωρικοί χειροκρότησαν.
   Ο ληστής που κοιμόταν ξύπνησε και ρώτησε:
   -Τι έγινε;
   Κανείς όμως από τους παρόντες δε θέλησε να αφηγηθεί και σ’ αυτόν την ιστορία των τριών δεμένων αδερφών.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

"Γιατί γράφεις;" γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11-12/3/2017)

........................................................

Γιατί γράφεις;

 

γράφει ο Θωμάς Τσαλαπάτης ("Εφημερίδα των Συντακτών", 11-12/3/2017)
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν από καιρό σε καιρό φίλοι, γνωστοί, άνθρωποι που τυχαία διασταυρώνεστε (ψέμα: κατά κύριο λόγο εσύ ρωτάς τον εαυτό σου. Κυρίως όταν δεν βγαίνει το καταραμένο το κείμενο).
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν οι ώρες στις οποίες δεν παρουσιάστηκες πρακτικός ή εύθυμος, συλλογικός ή έστω κοινωνικός.
Γιατί γράφεις, σε ρωτούν κυρίως τα κείμενά σου.
Σχεδιάσματα από αριστουργήματα (έτσι λες) που δεν θα γραφτούν ποτέ, η αρχή ενός μυθιστορήματος χιλίων σελίδων που περιορίζεται στην πρώτη πρόταση και μια θολή ιδέα ακριβείας.
Κείμενα που το βράδυ είχαν τη βεβαιότητα μιας σημαντικής κατάθεσης απέναντι στην ανθρωπότητα και το πρωί που τα ξαναβλέπεις δεν είναι άλλο από μια ανορθόγραφη κοινοτοπία που σου θυμίζει έντονα τον αγαπημένο σου συγγραφέα (και σαν να γράφτηκε από κάποιον που ίσως να είναι αγαπημένος σου αλλά σίγουρα δεν είναι συγγραφέας).
«Γιατί γράφω;» σκέφτεσαι κατά κύριο λόγο όταν δεν γράφεις λόγω χρόνου, λόγω κούρασης ή ακριβώς λόγω γραφής.
Γιατί το γράψιμο, σαν κάθε τι που κόβει (τουλάχιστον στις καλές στιγμές του) σύντομα στην πολλή του χρήση θα στομώσει.
Το γράψιμο έχει ανάγκη να ακονίζει τον εαυτό του πάνω στις λέξεις που δεν ειπώθηκαν.
Γράφω λοιπόν θα πει πως παραδέχομαι και εξημερώνω τη σιωπή μου. Ρυμουλκώ από τη σιωπή τις λέξεις για να μην υπερχειλίσει και με πνίξει.
Μέσα στην καθημερινή τους χρήση οι λέξεις τρίβονται, φθείρονται.
Κάθε σημείο του σώματός τους κραυγάζει. Αναπαύοντας το σώμα αυτό στο κείμενο, οι λέξεις σιωπούν.
Το να γράφεις μοιάζει περισσότερο ως ένας τρόπος για να ζεις.
Οχι ως ένας τρόπος ζωής με την έννοια του μπερέ, του φουλαριού και του αλκοόλ.
Αλλά με το να ψάχνεις αφορμές και σημεία στον γύρω κόσμο όπου η γλώσσα συσσωρεύεται.
Σε γεγονότα, σε εικόνες και συνδέσμους, σε πρόσωπα ανθρώπων.
Βλέποντας τη διαδοχή των πραγμάτων ως διαδοχή παραγράφων. Εξοπλίζοντας τον εαυτό σου με την ξυλογλυπτική του χαρτιού και του μελανιού.
Γράφεις απέναντι στην υπεροψία του τίποτα και τον κυνισμό του μηδέν.
Γιατί τελικά η μόνη απάντηση απέναντι σε έναν παράλογο κόσμο μπορεί να είναι μόνο μια παράλογη απάντηση.
Και τι πιο παράλογο από το να προσπαθήσεις να χωρέσεις σε σημάδια το αίσθημα, την κραυγή και το χρώμα.
Γιατί αν το μπλε ήταν μονάχα μπλε, τότε δεν θα είχε ανάγκη τη λέξη «μπλε» ώστε να υπάρξει.
Είναι η λέξη που συνδέει το μπλε της θάλασσας με το μπλε του κάδου ανακύκλωσης, το μπλε της «Εναστρης νύχτας» του Βαν Γκογκ με το μπλε των αθηναϊκών πινακίδων στους δρόμους.
Και το γράψιμο μας δίνει πίσω την ενότητα σε έναν κόσμο χωρίς ενότητα.
Για αυτούς που γράφουν και για αυτούς που διαβάζουν σαν να γράφουν.
Ορίζει, γεμίζει τις ρωγμές, σφίγγει τις ραφές στην όψη των πραγμάτων. Και δίνει στα πράγματα τις ιδιότητες που έχουν.
Το μπλε είναι λοιπόν μπλε γιατί χωράει σε μια λέξη.
Γράφω λοιπόν σημαίνει οικοδομώ μια σκαλωσιά στο κενό. Η σκαλωσιά πέφτει.
Αλλά σε αυτήν της την πτώση η εκ νέου οικοδόμησή της, η μόνιμη πρόσθεση πάνω σε αυτό που χάνεται, τελικά τη συντηρεί στο ίδιο ύψος. Γράφω σημαίνει ισορροπώ μέσα στην πτώση.
Γιατί αν διακινδυνεύουμε ορισμούς και αν εκβιάζουμε δικαιολογίες για το τι είναι η γραφή, για τον λόγο που συμβαίνει ή για το ποια μπορεί να είναι η ανάγκη της, είναι γιατί η ίδια η γραφή μάς το επιβάλλει.
Οχι σαν χρέος ή σαν προσταγή, αλλά σαν διαδικασία που αφού περικλείει τα πάντα (ακόμα και αυτό που δεν μπορεί να ειπωθεί) έχει ανάγκη να συμπεριλάβει και τον εαυτό της.
Και τελικά γράφεις επειδή γράφεις. Χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις, χωρίς ορισμένη στρατηγική, χωρίς στόχο πέρα από τη γραφή αυτή καθεαυτή.
Ολα τα άλλα, όλοι οι ορισμοί, οι αναλύσεις και οι περιγραφές, όλες οι φιλολογίες και οι κατατάξεις εκβάλλουν σε μια διαπίστωση που τελικά τις κάνει να σιωπούν:
Γράφω γιατί δεν γίνεται αλλιώς.

(στην Εφημερίδα των Συντακτών)

Σάββατο, 4 Μαρτίου 2017

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun (youtube, 17 Μαρ 2016)

....................................................

Gaelynn Lea: Someday We'll Linger In The Sun  

(excerpt from the NPR Music Tiny Desk Concert 2016)


Our love's a complex vintage wine 
All rotted leaves and lemon rind 
I'd spit you out but now you're mine 

We bit the fruit, it seemed a lie 
I'll never know which way was right 
Now side by side we face the night 

And I love you 
And I love you 

We walked the pier and back again 
It was the most scared 
I've ever been 
 You held my hand until the end 

And I love you 
And I love you 

Don't tell me we've got time 
The subtle thief of life 
It slips away when we pay no mind 
We pulled the weeds out til the dawn 
Nearly too tired to carry on 
Someday we'll linger in the sun 

And I love you 
And I love you


Δημοσιεύτηκε στις 17 Μαρ 2016
 
 
This is an original song by Gaelynn Lea entitled "Someday We'll Linger in the Sun". Gaelynn Lea is a musician, fiddle teacher, and public speaker from Duluth, MN.