Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2015

6+1 γυμνά...

................................................................

                                  
                               Γυμνά...



Κίλιας Γιώργος (1951-)
Γυναικείο γυμνό, 1977, λάδι σε καμβά, Έπαινος γυμνού, Συλλογή ΑΣΚΤ Αθήνας.




Schiele




Κεσσανλής Νίκος (1930 – 2004)
Γυναικείο γυμνό, 1955, λάδι σε καμβά, Έπαινος γυμνού, Συλλογή ΑΣΚΤ Αθήνας.




Ρόρρης Γεώργιος (1963 Άγιος Κοσμάς Κυνουρίας-)
Γυναίκ
α με γυμνό στήθος,2012, 50Χ45εκατ. λάδι σε μουσαμά.








Χρήστος Παλλαντζάς (1962 Λάρισα-) Γυμνό, 2008-09, 117Χ130 εκατ. Λάδι σε καμβά.


Karl Hoffer


Τρίτη, 3 Νοεμβρίου 2015

Κείμενο για να το ζωντανέψεις, κείμενο για να το ζήσεις... "Πόσο βαστάξανε τα ήσυχα; Mιλά ένας Πόντιος..." (από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)

..............................................................


Κείμενο για να το ζωντανέψεις, κείμενο για να το ζήσεις...

Πόσο βαστάξανε τα ήσυχα; Mιλά ένας Πόντιος...  


Πόσες φορές λέγω, από διωγμό σε διωγμό πόσα τραβήξαμε. Πώς ήμαστε ακόμα ζωντανοί και τα λέμε.
  Tο χωριό μας μεσόγειο, περιφέρεια Σαμψούς-Aμισός. Πρώτος πόλεμος, πρώτη εξορία μάς φέρουν στα παράλια στη Σαμψούντα. Mας επιτηρούν. Περνούμε δύσκολα, τρώγομεν έτοιμα. Mένομε σε σχολείο.
  Έρχεται χειμώνας, εκεί βαρύς ο χειμώνας, ακούμε άλλη εξορία. Πού; Δεν λέγουν. Mαζευτήκαμε όλοι, γυναίκες, μωρά, με μπόγους, με φορτία σε κρατικό κατάστημα, γράφουν ονόματα, ηλικία. Έρχονται και άλλοι από άλλα χωριά. Kλάμα, οδυρμός. Ποια είναι η καταδίκη μας; Φόβος και τρόμος. Φεύγομε καταμεσήμερα την άλλη μέρα. Kαι οι Tούρκοι λυπούνται. Περνούμε χωριά, πλησιάζουν μερικοί Xριστιανοί όπου υπάρχουνε, με αυτούς τέσσερις δικοί μας ξεφεύγουν να σωθούν. Bαδίζομεν, αρχίζουν βροχές, αρχίζουν χιόνια, όπου μας βρίσκει νύχτα, μένομε σε χωρία, σε χάνια και σε δάσος και σε ποτάμι εμπρός. Mια νύχτα ξεφύγαμε.
  Mας λυπούνται οι χωρικοί στα τουρκοχώρια, μας ταΐζουν. Bρίσκουνε κρυψώνες. Προς πού πηγαίνομεν; Tα κυνηγημένα θηρία ξέρουν πού πηγαίνουν, εμείς όχι. Σε περιφέρεια τάδε –τι να σας λέγομεν ονόματα; πεθαμένα ονόματα, ποιος θυμάται; ποίος γνωρίζει;– σε τάδε περιφέρεια οι Tούρκοι πολύ φανατικοί, αρχηγός των ανήμερο καπλάν προς τους Xριστιανούς. Σε άλλην περιφέρεια δεν είχε ακουστεί διωγμός. Kαι χωριά χριστιανικά προς τα ορεινά, δύο. Προχωρούμε οι μισοί. Περιμένομε να νυχτώσει. Mέσα προχωρούμε σε χωρίον… στο δρόμο μπακίρια, κιλίμια, πιατικά, ρουχικά, σπίτια ορθάνοιχτα, έχουν πέσει λησταί, δεν έμεινε άνθρωπος πουθενά, ούτε γάτα. Aκούμε στο καλντερίμι κάποιος περπατά, γυαλίζει τουφέκι. Kρυφτήκαμε, τρέχομε, μας πυροβολεί. Φτάνομε στα δάση. Λίγοι λίγοι βαδίζομε, σκορπίζομε. Ήμαστε οχτώ, μείναμε τρεις. Bαδίζομε δυο μερόνυχτα. Φτάνομε σε χριστιανοχώρι. Kαι οι άλλοι εκεί φθάνουν, ανταμώνομε.
  Mας είπαν την κατάσταση, αστυνομία ψάχνουν για φυγάδες, ληστεύουν, σκοτώνουν τους ντόπιους. Xωρίζομεν. Συμφωνούμεν οι μισοί να μας οδηγήσει Tούρκος οδηγός εις Aμισόν, οι άλλοι μένουν πίσω, ας πάθουν ό,τι πάθουν και οι άλλοι χριστιανοί αδελφοί.
  Mέσα στην Aμισόν φθάνομε, είναι χειμώνας, ένας συγγενής καλός μάς παίρνει σ’ ένα υπόγειο, μας λούζουν, μας αλλάζουν. Όμως υποφέρουν πολλά και οι εντόπιοι. Tρόφιμα λιγοστεύουν. Φτώχεια, πείνα, ο εργατικός χωρίς εργασία. Aκόμη συνεχίζεται πόλεμος με συμβουλάς των Γερμανών για να εξοντώσουν τους Xριστιανούς οι Tούρκοι. Σχέδιον γερμανικόν εφαρμόζουν. Tόσον μίσος ποτέ, τόσος αφανισμός.
  Aκούμε θα εξορισθεί ο πληθυσμός και από κάθε πολιτείαν και από τα παράλια. Tότε αρχίζει ξεπούλημα όσο όσο, κινητά και ακίνητα. Nοικοκυραίοι ανθρώποι γυρίζουν, ξεπουλούν, όσο όσο, τα καλά και τ’ αγαθά των σπιτιών τους πάμφθηνα σαν κλεμμένα. Oι δρόμοι γεμάτοι πραμάτεια, φόβος και αγωνία. Tι να πράξομεν; Mερικοί δωρίζουν πολλά διά να σώσουν λίγα, παραδίνουν για φύλαξη σε Tούρκους γνωστούς, αλλοφροσύνη.
  Έπεσαν κι αρρώστιες, τύφος, η ψείρα μάς τρώει μέσα έξω. Πεθαίνανε από αρρώστιες, από πείνα, τους θάβανε δίχως παπά, δίχως εκκλησία. Ποίος να ψάλλει και ποίος να κλάψει; Eμείς από τα χωριά που ήρθαμε διπλός ο φόβος, όπου βρεθούνε κρυμμένοι τους μαζεύουνε. Σε μια εκκλησία όπου μαζέψανε δικούς μας φάγανε και τσαρούχια και υποδήματα, φάγανε ποντίκια, τρελαθήκανε.
  Eίχα μ’ έναν Tούρκο της κοντινής γειτονιάς συνεννόηση, με ειδοποιούσε, μ’ έκρυβε πολλές φορές. Ό,τι μου απόμεινε, χρυσαφικό, ρολόι, όλα τα ’δωσα, χαλάλι του με γλίτωσε. Mε γλίτωσεν αυτός κι η πιστή μου γυναίκα, κοπέλα μικρή από την πόρτα του σπιτιού μας δεν πρόλαβε να βγει νύφη, μέσα στις τρομάρες στις συμφορές η καρδιά της δεν κρύωσε, αχ-βαχ δεν είπε, μόνον χάσαμε τον πρώτο και μοναχογιόν μας, αρρώστησεν, δεν σώθηκε. Tότε τσίριξε. Kαι τούρκικο περίπολο ακούσανε, δακρύσανε, αφήσαν και μένα κοντά της. Πιάνανε πάλι τους άντρες ως 60 χρονών, «άχ 60 χρονών» λέγαμε, ζηλεύαμεν. Tέλος έρχεται καλοκαίρι, δεν έχομ’ πια δύναμη, διαταγή να φύγουν εξορία και οι ντόπιοι, πάμε κι εμείς μαζί, δεν είμαστε γραμμένοι, τρυπώνομε σε κάθε σταθμό, προσέχομε να μη μας ξεχωρίσει μάτι, βαδίζομε, φτάνομε σε βουνά, εκεί άλλος αέρας, βρίσκομε και γάλα, περνούμε βουνά, περνούμε ποταμούς δύο, τριάντα τρεις μέρες βαδίσαμε.
  Tο μέρος όπου φθάσαμε, πέφτει βαθιά, ο πόλεμος εκεί δεν έφτασε. Γίνεται μεγάλο παζάρι. Kάνομε ανταλλαγή, βρίσκομε πουλούμε, αγοράζομε βγάζομε ψωμί, κρέας ψουνίζομε, κάνομε χαμαλίκι, ένα ποκάμισο πούλησα πρώτο και δαχτυλιδάκι της γυναίκας μου. Έτσι αρχίσαμε ανταλλαγές. Περάσαμε.
  Aκούσαμε υπογράφτηκε ανακωχή. Mας φέρανε διαταγή: όσοι θέλουνε με δικά τους έξοδα γυρίζουνε. Γυρίσαμε, πήραμε αραμπάδες, ζώα. Eίχαμε και πράματα. Λέγαμε: «Nά, όσοι σωθήκαμε θα ζήσομε πια ήσυχα».
  Πόσο βαστάξανε τα ήσυχα; Πάλι τα ίδια μάς περιμένανε και χειρότερα.

(από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2015

Μια κουβέντα ενήλικα, 13 εικόνες παιδιών...

...............................................................































































...Ανησυχείτε ότι τα παιδιά δεν μπορούν να καταλάβουν την πυκνή γλώσσα των παραμυθιών;
- Όχι τα παιδιά φέρουν όλα τα ρεύματα της ζωής. Την οδύνη της εμπειρίας δεν έχουν ακόμη. Είναι  λοιπόν ανοιχτά. Οπότε έχουν τη δυνατότητα ν’ αναγνωρίσουν και να λάβουν. Αν αγαπάμε τα παιδιά, πρέπει να τους δώσουμε δυνατές εικόνες, να έχουν πεδίο να καθρεφτίσουν την ψυχή τους...
                                                                        
                                                             Αγνή Στρουμπούλη
                                                      (από «ΤΑ ΝΕΑ», 23/12/2008)



Σάββατο, 24 Οκτωβρίου 2015

"Καλλιτέχνης και κοινό: ποια σχέση;..." γράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης (facebook, 23/10/2015)

...........................................................
 

Καλλιτέχνης και κοινό: ποια σχέση;...
 

γράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης (facebook, 23/10/2015) 
 


«Θα πρέπει λοιπόν να επιτρέπεται στον καλλιτέχνη (θα ήθελα να καταγραφεί εδώ και τώρα ότι οι λέξεις "κοινό" και "καλλιτέχνης", καθώς υπαινίσσονται την ύπαρξη ιεραρχίας, μου είναι απεχθείς) να λειτουργεί κατά κάποιον τρόπο μυστικά, δίχως να ασχολείται με τις υποτιθέμενες απαιτήσεις της αγοράς ή, ακόμη καλύτερα, δίχως να τις γνωρίζει. Κι αν ένας επαρκής αριθμός καλλιτεχνών τις αγνοήσει σε ικανοποιητικό βαθμό, τότε αυτές θα πάψουν απλώς να υφίστανται. Δεδομένης της εξαφάνισής τους λοιπόν, ο καλλιτέχνης θα εγκαταλείψει τη λανθασμένη αντίληψή του περί ευθύνης απέναντι στο κοινό και το κοινό θα παραιτηθεί από το ρόλο του δουλικά εξαρτώμενου.» (Γκλεν Γκουλντ, Σκέψεις για τη μουσική)
Συνήθως οι ρομαντικοί ζητούσαν την χειραφέτηση του καλλιτέχνη από κάθε βιοτική μέριμνα, ενώ οι πιο θορυβώδεις νεωτερικοί προέτασσαν την χειραφέτηση του κοινού από τον καλλιτέχνη. Ο Γκουλντ στο απόσπασμα αυτό εμφανίζεται με τον πιο ουτοπικό τρόπο να ζητάει και τα δυο, ταυτοχρόνως. Κατά πρώτο λόγο, αρνείται την ευθύνη του καλλιτέχνη έναντι του κοινού, διότι αυθαιρέτως την θεωρεί περιοριστική για τον καλλιτέχνη. Κατά δεύτερο λόγο, συνδέει (εξίσου αυθαίρετα) αιτιωδώς μεταξύ τους την απόλυτη αποδέσμευση του καλλιτέχνη ("μυστική λειτουργία της δημιουργίας") με την γονιμότητα και νομίζει ότι με την πρώτη θα ενισχύσει τη δεύτερη.
Και η πρώτη και η δεύτερη εικασία είναι έωλη. Η δαιμονοποίηση των περιορισμών και των κανόνων, γέννημα των πολεμικών αναγκών του πρώτου μοντερνισμού καθώς και η συναφής αποθέωση της άνευ ορίων και άνευ όρων ελευθερίας του καλλιτέχνη είναι ιδεολογήματα που δεν αντέχουν την πρακτική βάσανο. Ακριβώς οι κανόνες εξασφαλίζουν την ελευθερία του καλλιτέχνη, γιατί του επιτρέπουν να ορίσει (δηλαδή να περιορίσει, και διά του περιορισμού να καλλιεργήσει προσφορότερα και βαθύτερα) τα εκφραστικά του μέσα. Για τον δημιουργό, οι κανόνες είναι προστασία, αποτρεπτικός φραγμός από τη διάχυση, το ξόδεμα των δυνάμεών του προς άγονες κατευθύνσεις. Όπως έλεγε ο Γκαίτε (και τα λόγια του έχουν παραλλάξει έκτοτε πάμπολλοι άλλοι, από τον Τ. Σ. Έλιοτ ώς τον Οδυσσέα Ελύτη) «είναι τα όρια που κάνουν τον τεχνίτη / κι ελευθερώνει μόνο ο νόμος ο αυστηρός.»
Ανάλογα ισχύουν για τις σχέσεις καλλιτέχνη-κοινού. Ήδη για λόγους καθαρά ψυχολογικούς, είναι παντελώς αδύνατο για τον καλλιτέχνη να δημιουργήσει ερήμην ενός εικαζόμενου έστω κοινού. Η καλλιτεχνική πράξη είναι εξ ορισμού κοινωνικό ενέργημα, προϋποθέτει ακροατές και αποδέκτες, των οποίων τις προσδοκίες ο δημιουργός, ακόμη και αν τις απορρίπτει και τις αμφισβητεί, είναι αδύνατον να μη λάβει υπόψη του. Και είναι η ικανοποίηση αυτού του ακροατηρίου που καθιστά εντέλει ένα έργο σημαντικό. Συνεπώς η σχέση καλλιτέχνη-κοινού δεν είναι ούτε "ιεραρχική", ώστε να μας χρειάζεται η λυτρωτική κατάλυσή της, ούτε τάχα μου "ισότιμη", με την έννοια ότι μπορούμε να καταργήσουμε τη διάκριση μεταξύ τέχνης και ζωής όπως το ζήτησαν οι μοντερνιστές. Η σχέση καλλιτέχνη-κοινού είναι συμβιωτική, σχέση διαρκούς αλληλεπιρροής και αλληλεξάρτησης μεταξύ σαφώς διακριτών ρόλων.
Αν η μουσική του Γκουλντ, λ.χ., είναι σπουδαία, αυτό συμβαίνει όχι γιατί ο ίδιος υπήρξε άνθρωπος φυγόκοσμος και αγοραφοβικός αλλά παρά όλ' αυτά: επειδή δηλαδή βρέθηκαν κάποιοι άλλοι να εκτιμήσουν τη δουλειά του, να τη θαυμάσουν, να τη διαδώσουν και να την καταστήσουν κτήμα κοινό. Για τον ίδιο λόγο άλλωστε είναι σπουδαία (σπουδαιότερη) η μουσική του Μπαχ, παρότι ο ίδιος έζησε μια ζωή εκκλησιαστικού υπαλλήλου και κομφορμιστή οικογενειάρχη. Εν ολίγοις: αν είναι να θαυμάζουμε τους καλλιτέχνες, να το κάνουμε για τους σωστούς λόγους, όχι επειδή μας μοιάζουν αλαφροΐσκιωτοι και λοξοί.

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

"Ο αποφυλακισμένος" του Μπέρτολτ Μπρεχτ (1898 - 1956) η 15η σκηνή από το έργο του "Τρόμος και Αθλιότητα στο Γ' Ράιχ"...

...........................................................







Μπέρτολτ Μπρεχτ
(1898 - 1956)









15   Ο αποφυλακισμένος



Να και κείνοι που σκληρά τους βασανίσανε

που όλη νύχτα το σώμα τους λιανίσανε,

που όλη νύχτα κλειστό το στόμα τους κρατήσανε.

Μα τώρα οι γνωστοί, οι γυναίκες και οι φίλοι τους

καχύποπτα κοιτούνε και σφίγγουνε τα χείλη τους:

το πρωί το πρωί μήπως μιλήσανε;

(Βερολίνο, 1936. Εργατική κουζίνα. Κυριακή πρωί. Άντρας και γυναίκα. Στρατιωτική μουσική από μακριά)


Ο ΑΝΤΡΑΣ: Όπου να ‘ναι θα ‘ρθει.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Στο κάτω-κάτω δεν έχετε τίποτα εις βάρος του.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ξέρουμε μόνο πως τον άφησαν από το στρατόπεδο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και γιατί δεν του ‘χετε εμπιστοσύνη;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Πολλά γίνανε. Τραβάνε πολλά εκεί μέσα.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Και πώς θα αποδείξεις ότι είναι καθαρός;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μπορούμε να το εξακριβώσουμε εμείς.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα θα σας πάρει πολύ χρόνο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ:  Όμως μπορεί να είναι ο καλύτερος σύντροφος.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μπορεί.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα είναι τρομερό γι’ αυτόν να δει ότι κανείς δεν τον εμπιστεύεται.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Το ξέρει πως είναι ανάγκη να γίνει έτσι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Κι όμως.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Κάτι ακούω τώρα. Μη βγεις έξω όσο θα συζητάμε.



(Χτυπάει η πόρτα. Ο Άντρας ανοίγει και μπαίνει ο Αποφυλακισμένος.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Καλημέρα, Μαξ.

(Ο Αποφυλακισμένος σφίγγει τα χέρια και των δύο)



ΓΥΝΑΙΚΑ: Θα πιείτε έναν καφέ μαζί μας; Κι εμείς τώρα θα πιούμε.

Ο ΑΠΟΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ.: Αν δεν είναι κόπος.



(Παύση)



Ο ΑΠΟΦ.: Πήρατε καινούργιο ντουλάπι.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Παλιό είναι. (Μεταχειρισμένο το πήραμε). Το πήραμε εντεκάμισι μάρκα. Το άλλο διαλύθηκε.

Ο ΑΠΟΦ.: Α, έτσι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τι γίνεται έξω;

Ο ΑΠΟΦ.: Τίποτα. Μαζεύουν για τη Χειμερινή Βοήθεια.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Να σας πω την αλήθεια, δεν θα ‘ταν άσκημο να μας έδιναν ένα κουστούμι για τον Βίλι.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εγώ έχω τη δουλειά μου.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μα ένα κουστούμι δεν θα σ’ έβλαφτε.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Μη λες κουταμάρες.

Ο ΑΠΟΦ.: Είτε δουλεύεις είτε όχι, πάντα κάτι σου λείπει.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Εσύ βρήκες δουλειά;

Ο ΑΠΟΦ. : Μου είπαν, θα βρω.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Πού; Στη Ζίμενς;

Ο ΑΠΟΦ.: Ναι ή κάπου αλλού.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δεν είναι πια τόσο δύσκολο.

Ο ΑΠΟΦ.: Όχι.



(Παύση)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Πόσο έμεινες μέσα;

Ο ΑΠΟΦ.: Έξι μήνες.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αντάμωσες κανέναν μέσα;

Ο ΑΠΟΦ.: Όχι δεν ήταν κανένας γνωστός. Τώρα τους πάνε σε διάφορα στρατόπεδα. Μπορεί να βρεθείς στη Βαυαρία.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Α, έτσι.

Ο ΑΠΟΦ.: Εδώ έξω δεν αλλάξανε πολλά πράγματα.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Τίποτα σπουδαίο.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ξέρετε, κι εμείς κλειστήκαμε στο καβούκι μας. Κι ο Βίλι σπάνια να συναντήσει κανένα παλιό σύντροφο, ε Βίλι;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ναι, δεν έχουμε πολλές παρέες.

Ο ΑΠΟΦ.: Ακόμα δεν καταφέρατε να ξεφορτωθείτε τους σκουπιδοτενεκέδες από το διάδρομο;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Αχ, το θυμάστε ακόμα, ε; Ναι, λέει, πως δεν έχει πού αλλού να τους βάλει.

Ο ΑΠΟΦ. (Καθώς η Γυναίκα του βάζει καφέ): Μόνο μια γουλιά. Δε θα μείνω πολύ.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Έχεις να πας πουθενά;

Ο ΑΠΟΦ. : Η Σέλμα μου είπε πως τη φροντίζατε όσο ήταν στο κρεβάτι. Σας ευχαριστώ πολύ.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Δεν υπάρχει λόγος να ευχαριστείτε. Της είπαμε να έρχεται πιο συχνά τα βράδια, μα δεν έχουμε ούτε ραδιόφωνο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Αυτά που λέει το ραδιόφωνο, τα γράφουν και οι εφημερίδες.

Ο ΑΠΟΦ.: Δε γράφει και πολλά πράγματα «Ο Άρειος».

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Όσα και «Ο Λαός».

Ο ΑΠΟΦ.: Και «Ο Λαός» όσα και «Ο Άρειος», ε;

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Δε διαβάζω και πολύ το βράδυ. Γυρίζω ψόφιος.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Μα τι έπαθε το χέρι σας; Σα να έχει ατροφήσει και σας λείπουνε δύο δάχτυλα.  

Ο ΑΠΟΦ.: Είναι από πέσιμο.

Ο ΑΝΤΡΑΣ: Ευτυχώς είναι το αριστερό.

Ο ΑΠΟΦ.: Ναι, ήμουνα τυχερός. Θέλω να σου μιλήσω. Δεν είναι τίποτα κακό, κυρία Μαν.

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, βέβαια. Να καθαρίσω μόνο την κουζίνα.



(Η Γυναίκα απασχολείται στην κουζίνα. Ο Αποφ. την παρακολουθεί μ’ ένα ελαφρύ χαμόγελο.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Θα φύγουμε αμέσως μετά το φαγητό. Η Σέλμα είναι καλά τώρα;

Ο ΑΠΟΦ.: Ο γοφός της όχι. Την πειράζει όταν πλένει. Για πείτε μου…



(Σταματάει, τους κοιτάζει. Κι εκείνοι τον κοιτάζουν. Δεν συνεχίζει.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ (βραχνά): Να πηγαίναμε στην Αλεξάντερ Πλατς πριν το φαγητό; Να δούμε, μπας και έχει κάποια κίνηση το μάζεμα;

Η ΓΥΝΑΙΚΑ: Ναι, μπορούμε να πάμε μια βόλτα, ε;…

Ο ΑΠΟΦ.: Βέβαια.



(Παύση)





Ο ΑΠΟΦ. (σιγανά): Ξέρεις Βίλι, είμαι πάντα ο ίδιος.

Ο ΑΝΤΡΑΣ (χωρίς να δίνει σημασία): Καλά, ούτε αν λέγεται. Ίσως έχει και μουσική στην Αλεξάντερπλατς. Άντε ετοιμάσου, Άννα. Τον καφέ μας τον ήπιαμε. Χτενίζομαι λίγο, και φύγαμε.



(Πηγαίνουν στο διπλανό δωμάτιο. Ο Αποφ. μένει εκεί, στη θέση του. Παίρνει το καπέλο του. Σιγοσφυρίζει. Το ζευγάρι επιστρέφει ντυμένο για έξω.)



Ο ΑΝΤΡΑΣ: Λοιπόν, έλα Μαξ.

Ο ΑΠΟΦ.: Ωραία. Ένα μόνο θέλω να σου πω: το θεωρώ εντελώς σωστό.



(Βγαίνουν μαζί και οι τρεις)