Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

"Άσκηση" ποίημα του Γιώργη Παυλόπουλου (1924 - 2008)

............................................................





Γιώργης Παυλόπουλος 
(1924-2008)



 

Άσκηση

Άρχισε τότε να βγάζει προσεχτικά τα φτιασίδια
Η μορφή του σαν του πνιγμένου
κάτω από το νερό
κυμάτιζε περνώντας ολοένα
μέσα στον καθρέφτη
χωρίς να βουλιάζει.

Σιγά-σιγά φανερωνόταν
πιο καθαρά το πρόσωπό του

Ξαφνικά το είδε
να πλησιάζει γρήγορα μικραίνοντας
και πάλι γρήγορα να μεγαλώνει
καθώς χανότανε σβησμένο
σε μια καταχνιά

Έκλεισε τα μάτια και στα τυφλά
πήγε ν’ αγγίξει το κρύσταλλο
μα δεν ήταν εκεί κανένας καθρέφτης
Τρομαγμένος ψηλάφισε τον αέρα
ψάχνοντας για το πρόσωπό του
φώναξε δυνατά ν’ ακούσει τη φωνή του
και η φωνή δεν έβγαινε από πουθενά.

Τότε κατάλαβε πως βρισκότανε πάλι
σε μιαν αόρατη σκηνή
χωρίς να τους βλέπει και χωρίς να τον βλέπουν
έτοιμος ν’ αρχίσει
υπολογίζοντας τώρα στην τέλεια παράσταση.



Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Από τις «Ψευτοδιανοούμενες» (1672) του Μολιέρου (1622-1673) Αισθήσεις και ύλη ενάντια στης φιλοσοφίας και της ψυχής τις αναζητήσεις!...

..........................................................



  

Ζαν-Μπατίστ Ποκλέν Μολιέρος (Παρίσι 15 Ιανουαρίου 1622 - Παρίσι 17 Φεβρουαρίου 1673)
 




    












Από τις «Ψευτοδιανοούμενες»* (1672)
               
                                                του Μολιέρου


                    ΑΡΜΑΝΔΗ

      Τι, αδελφούλα μου; του ωραίου τίτλου της κόρης
      Τη θελκτική γλυκύτητα να εγκαταλείψεις θέλεις;
      Του γάμου τη χαρά τολμάς να φανερώνεις;
      Τέτοιο χυδαίο σχέδιο πώς έβαλες στο νου σου;

            ΕΡΡΙΕΤΤΑ

       Ναι, αδελφή μου…

             ΑΡΜΑΝΔΗ

       Α! Είναι αφόρητο αυτό το «ναι» σου.
       Αηδία σε πιάνει και μόνο να τ’ ακούς.

              ΕΡΡΙΕΤΤΑ

       Μα τι έχει αυτός ο γάμος που σε κάνει,
       Αδελφή μου…
     
                    ΑΡΜΑΝΔΗ                  

        Αχ! Θεέ μου! πφ!

                    ΕΡΡΙΕΤΤΑ

        Πώς;
     
                    ΑΡΜΑΝΔΗ

       Αχ! πφ! σου λέω,
      Μα να συλλάβεις δεν μπορείς πως το άκουσμα και
                                                                                     / μόνο
      Της λέξης αυτής στο νου αηδία φέρνει;
      Τι φοβερή εικόνα μας πληγώνει
      Σε τι βρωμερό όραμα τη σκέψη φέρνει;
      Μα δε σε πιάνει ρίγος; και πώς μπορείς,
      Στης λέξης αυτής τις συνέπειες, την καρδιά σου
                                                                    /να υποτάξεις;

                    ΕΡΡΙΕΤΤΑ
 
       Αυτής της λέξης τις συνέπειες, σαν τη σκέπτομαι,
       Έναν άντρα στο νου μου φέρνουν, παιδιά, νοικοκυριό
       Και, αν τρελή δεν είμαι, τίποτα δε βρίσκω
       Σ’ αυτήν, που τη σκέψη να πληγώνει και ρίγος να μου
                                                                                           /φέρνει.

                           ΑΡΜΑΝΔΗ

       Μα είναι δεσμοί αυτοί, Θεέ! για να σ’ αρέσουν!


                 ΕΡΡΙΕΤΤΑ

      Και τι καλύτερο στην ηλικία μου μπορώ να κάνω
       Παρά σαν σύζυγο έναν άντρα ν’ αποκτήσω
       που να μ’ αγαπάει κι εγώ ν’ αγαπώ
       Και μ’ αυτήν την ένωση την τρυφερή,
       Γλυκιά κι αγνή ζωή να χαίρομαι ;
       Δεν έχει θέλγητρα ένας τέτοιος δεσμός, σαν είναι
                                                                          /ταιριασμένος ;

                 ΑΡΜΑΝΔΗ

      Πόσο χαμηλά, Θεέ μου, πετάει το μυαλό σου!
      Τι μικρό ρόλο μέσα στον κόσμο παίζεις
      Να θέλεις να φυλακιστείς μεσ’ στο νοικοκυριό,
      Άλλες χαρές πιο συγκινητικές να μη φαντάζεσαι
      Από του συζύγου το είδωλο κι ένα σωρό κουτσούβελα!
      Τους άξεστους, άφησε, τους χυδαίους τους ανθρώπους
      Τα ταπεινά αυτά τα πράγματα να χαίρονται
      Τους πόθους τους δικούς σου σε πράγματα ανώτερα
                                                                                    /να στρέψεις
      Τις αισθήσεις και την ύλη περιφρόνησε
      Και στο πνεύμα, σαν εμάς, ολόκληρη αφιερώσου.
      Τη μητέρα μας παράδειγμα πάρε.
      Που σοφή παντού την ονομάζουν και τιμούν.
      Όπως εγώ, και συ άξια κόρη της πάσχισε να φανείς
      Τις γνώσεις τις πνευματικές της οικογένειας ζήτα
                                                                                /ν’ αποκτήσεις
      Τα γλυκά θέλγητρα μάθε ν’ αγαπάς
      Που της σπουδής ο έρωτας στις καρδιές χαρίζει.
      Αντί στους νόμους ενός άντρα σκλάβα να γενείς,
      Με τη φιλοσοφία παντρέψου, αδελφή μου,
      Αυτή πάνω απ’ όλο το ανθρώπινο το γένος μας  
                                                                          / ανεβάζει
      Κυρίαρχο υπέρτατο το λογικό υψώνει
      Στους νόμους του το ζωικό το μέρος υποτάζει
      Που οι χυδαίοι πόθοι του με τα κτήνη ίδιους μας κάνει.
      Αυτές ειν’ οι ωραίες φλόγες, τα γλυκά δεσμά,
      Που της ζωής μας όλες τις στιγμές πρέπει να κατέχουν
      Κι οι έγνοιες, όπου τόσες ευαίσθητες γυναίκες έχουν 
                                                                                         /πέσει
      Φριχτές αθλιότητες μου φαίνονται εμένα.

                      ΕΡΡΙΕΤΤΑ

      Ο ουρανός, που τόσο πανίσχυρη την τάξη του θωρούμε,
      Για διάφορες δουλειές μας φτιάχνει σαν γεννιόμαστε
      Όλα τα πνεύματα δεν είναι κομμένα και ραμμένα
      Φιλόσοφοι να γίνουν.
       Αν το δικό σου για τ’ ανώτερα τα πράγματα έχει 
                                                                                      /γεννηθεί,
       Εκεί που των σοφών οι στοχασμοί ανεβαίνουν
       Το δικό μου για να πατάει στη γη είναι φτιαγμένο,
                                                                           /αδελφή μου,
       Κι η αδυναμία του στις μικρές τις έγνοιες περιορίζεται.
       Του Θεού τους σωστούς ορισμούς ας μην ταράζουμε
       Κι η καθεμιά μας όπου το ένστικτό της την οδηγεί 
                                                                                    /ας πάει.
       Εσύ με την ορμή της μεγάλης κι ωραίας φύσης σου
       Στους υψηλούς της φιλοσοφίας χώρους 
                                                  /να κατοικήσεις,
       Ενώ το πνεύμα το δικό μου, που εδώ κάτω στέκεται,
       Τα γήινα θέλγητρα του γάμου θα γευτεί.
       Κι έτσι αντίθετα πράγματα που θα γυρεύουμε,
       τη μάνα μας κι οι δυο θα μιμηθούμε :
      Εσύ, απ’ της ψυχής και των ευγενικών σου πόθων 
                                                                            /τη μεριά
       Κι εγώ με τις αισθήσεις και τις χυδαίες ηδονές,
       Εσύ, με όσα το πνεύμα και η μόρφωση γεννούνε
       Κι εγώ, αδελφή μου, με όσα από την ύλη βγαίνουν.
  
                      ΑΡΜΑΝΔΗ

       Σαν θέλεις κάποιου τ’ αχνάρια ν’ ακολουθήσεις,
       Στις όμορφες πλευρές θα πρέπει να του μοιάσεις,
       Για πρότυπο καθόλου δεν τον παίρνεις
       Αν βήχεις σαν αυτόν και φτύνεις, αδελφή μου.

              ΕΡΡΙΕΤΤΑ

       Μα και συ δεν θα ‘σουνα αυτό που καμαρώνεις
       Αν μόνο τις όμορφες πλευρές η μάνα μας είχε.
       Και τυχερή αδελφούλα μου ήσουν που το ευγενικό της
                                                                                            /πνεύμα.
       Στη φιλοσοφία δεν ήταν αποκλειστικά δοσμένο.
       Για χάρη στο ζητώ, φανού λίγο καλή κι ανέξου
       Τα ταπεινά πράγματα που το μυαλό σου δώσαν
       Κι όσο αν γυρεύεις όλοι να σε μιμούνται,                        
                                                   / μην εμποδίζεις
       Ένας μικρός σοφός να γεννηθεί, που θέλει να βγει
                                                                              /στον κόσμο.

                          ΑΡΜΑΝΔΗ

       Βλέπω πως το μυαλό σου γιατρειά δεν έχει
       Απ’ το τρελό το πείσμα σου άντρα να αποκτήσεις.
       Μα για να μάθουμε, παρακαλώ, ποιον θες να πάρεις;
      Τον Κλίτανδρο δε φαντάζομαι στο μάτι να ‘χεις βάλει.

                        ΕΡΡΙΕΤΤΑ

      Και γιατί να μην τον έχω;
       Αξία δεν έχει; Τόσο ταπεινή την εκλογή μου βρίσκεις;

                                     ΑΡΜΑΝΔΗ

       Όχι· μα θα ‘ταν σχέδιο ανέντιμο
       Μιας άλλης την κατάκτηση ν’ αρπάξεις.
       Όλος ο κόσμος δα το ξέρει
       Πως ολοφάνερα ο Κλίτανδρος εμένα είχε θελήσει.


                                   ΕΡΡΙΕΤΤΑ

   Ναι, μα για σένα, οι πόθοι όλοι αυτοί μάταια πράγματα                                                                                                /είναι,
   Συ στις ανθρώπινες ταπεινότητες να ξεπέσεις δε θέλεις
   Το πνεύμα σου το γάμο για πάντα έχει απαρνηθεί
   Και η φιλοσοφία όλους τους έρωτές σου,
   Έτσι, μιας κι η καρδιά σου για τον Κλίτανδρο βλέψη 
                                                                       /καμιά δεν έχει
    Εσένα τι σε νοιάζει που τον αποζητώ;


                               ΑΡΜΑΝΔΗ

      Η λογική, που τις αισθήσεις μου δεσπόζει
      Του λιβανωτού τις χαρές δε με κάνει ν’ απαρνιέμαι·
      Έναν άξιο άντρα για σύζυγο μπορεί ν’ αρνιέσαι
      Κι ωστόσο θαυμαστή στην ακολουθία σου πολύ να τονε
                                                                                             /θέλεις.

                                ΕΡΡΙΕΤΤΑ

       Εμπόδια δε φέρνω στις τελειότητές σου
       Το θυμίαμά του να συνεχίσει να προσφέρει
       Εγώ το μόνο που ‘κανα, σαν η ψυχή σου τον αρνήθηκε
       Είτανε να δεχτώ εκείνο που η φλόγα του μού 
                                                                     / πρόσφερε.

                                ΑΡΜΑΝΔΗ

    Μα, σε παρακαλώ, στους πόθους ενός πεισματωμένου
                                                                                         /εραστή,
    Μπορείς στα σίγουρα να βασιστείς;
    Τόσο δυνατό πιστεύεις πως είν’ το πάθος του για τα 
                                                                  δικά   σου μάτια
     Και πως για μένα κάθε φλόγα έχει σβήσει;

                                ΕΡΡΙΕΤΤΑ

    Έτσι, μου λέει, αδελφούλα μου, κι εγώ τονε πιστεύω.

                              ΑΡΜΑΝΔΗ

  Τόσο εύπιστη μην είσαι, αδελφούλα μου,
  Και να ‘σαι βέβαιη, πως όταν λέει πως εμένα   
                                    /εγκαταλείπει κι εσένα αγαπά,
   Καλά στο νου του δεν το βάζει και τον εαυτό του ξεγελά.
                         
                              ΕΡΡΙΕΤΤΑ

    Δεν ξέρω· μα επί τέλους, αν αυτό σ’ ευχαριστεί
     Εύκολα πολύ να το ξεκαθαρίσουμε μπορούμε.
     Τον βλέπω να ‘ρχεται, και το ζήτημα αυτό
      Ο ίδιος γρήγορα θα μας το λύσει…




 *Σημείωση: Η μετάφραση είναι της Μίνας Ζωγράφου (εκδ. Μαρή, αρχές δεκαετίας του '70). Ο τίτλος του έργου "Οι Ψευτοδιανοούμενες" είναι επιλογή της μεταφράστριας. Τελευταία το έργο, από τα πιο αγαπημένα μου, κυκλοφορεί σε άλλη μετάφραση με τον τίτλο "Οι Σοφολογιότατες" που τείνει και να καθιερωθεί.