Τετάρτη, 25 Ιουνίου 2014

Μυκηνες 3D Animation (youtube, 11/3/2014)

.......................................................


Μυκηνες 3D Animation


Πέθανε ο Ιλάι Ουάλας σε ηλικία 98 ετών / "Ο καλός, ο κακός και ο Ιλάι Γουόλας" έγραψε ο Γιάννης Ζουμπουλάκης (http://www.tovima.gr, 25/6/2014)

............................................................

Πέθανε ο Ιλάι Ουάλας σε ηλικία 98 ετών

Ο «άσχημος» της ταινίας γουέστερν «Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος»

Πέθανε ο Ιλάι Ουάλας σε ηλικία 98 ετών
Ο Ιλάι Ουάλας, ο οποίος άφησε εποχή ως ο «άσχημος» ληστής Τούκο στην ταινία γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος, πέθανε σε ηλικία 98 ετών.
Σε εκείνη την ταινία πρωταγωνιστούσαν επίσης ο Κλιντ Ίστγουντ και ο Λι Βαν Κλιφ. 

Ο θάνατος του Ουάλας επιβεβαιώθηκε από την κόρη του, Κάθριν. Οι συνθήκες του θανάτου του δεν έγιναν αμέσως γνωστές.

Έγινε επίσης γνωστός από τη συμμετοχή του στην επίσης θρυλική ταινία Και οι 7 ήταν υπέροχοι την οποία σκηνοθέτησε το 1960 ο Τζον Στέρζες.

Στην ταινία εκείνη έλαβαν μέρος μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της εποχής, όπως ο Γιουλ Μπρίνερ, ο Στιβ ΜακΚουίν, ο Τσαρλς Μπρόνσον, ο Ρόμπερτ Βον, ο Μπραντ Ντέξτερ και ο Τζέιμς Κόμπουρν.

 ..............................................................

 Ο καλός, ο κακός και ο Ιλάι Γουόλας
 
 
έγραψε ο Γιάννης Ζουμπουλάκης

Σκληρός εργάτης του δράματος έπαιξε σε παραπάνω από 160 ταινίες και σειρές και ποτέ δεν τιμήθηκε όπως του άξιζε


 Ο καλός, ο κακός και ο Ιλάι Γουόλας
Απειλώντας με χιούμορ τον Κλιντ Ιστγουντ στο κλασικό 
γουέστερν «Ο καλός ,ο κακός και ο άσχημος»



 
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ως Τούκο Μπενεντίκτο Πασίφικο Χουάν Μαρία Ραμίρεζ _ληστής, βιαστής, απαγωγέας, δολοφόνος, δίγαμος κ.ο.κ._ ο Ιλάι Γουάλας όπως λανθασμένα έχει περάσει στην Ελλάδα (το επώνυμο είναι Γουόλακ), έκλεψε την παράσταση στο διασκεδαστικότερο ίσως γουέστερν όλων των εποχών, «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος» του Σέρτζιο Λεόνε.  Ωστόσο, αυτός ο υποτιμημένος ,σπουδαίος ηθοποιός που εγκατέλειψε τα εγκόσμια 98 ετών χωρίς ποτέ να υπάρξει υποψήφιος για Οσκαρ (και αυτό δηλώνει κάτι για τα Οσκαρ), είχε ήδη πολλά να παρουσιάσει μέχρι να τον επιλέξει ο Λεόνε για τον διασημότερο ρόλο της καριέρας του.

Γεννημένος στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, ο Ελι Χέρσελ Γουόλακ ήταν γιός Εβραίων που μετανάστευσαν στην Αμερική από την Πολωνία. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Οστιν στο Τέξας, όμως η εκπαίδευσή του στις δραματικές τέχνες έγιναν στο Actors Studio της Νέας Υόρκης.  Το 1951, πέντε χρόνια μετά το ντεμπούτο του στο Μπρόντγουεϊ, ο Γουόλας κέρδισε μια υποψηφιότητα για το ΤΟΝΥ έχοντας παίξει τον Αλβαρο στο «Rose tattoo» του Τενεσί Γουίλιαμς.

Το ντεμπούτο του Γουόλας στον κινηματογράφο (αφού πρώτα εμφανίστηκε σε σειρές της τηλεόρασης) δεν θα μπορούσε να είναι καλύτερο. Ο Ελία Καζάν του έδωσε τον ρόλο του Σίλβα Βακάρο που διεκδικούσε την Κάρολ Μπέικερ στο σκανδαλώδες «Baby doll» (1956) που επίσης βασίζεται σε έργο του Γουίλιαμς.  Ο ρόλος τον οδήγησε στις υποψηφιότητες των Χρυσών Σφαιρών (Β' ρόλου) και αυτή είναι η μοναδική παρουσία του και σε αυτά τα βραβεία.

Δυο χρόνια αργότερα, το 1958, ο Γουόλαs έπλασε ένα υπέροχο πορτρέτο κυνικού επαγγελματία δολοφόνου στο κλασικό φιλμ νουάρ του Ντον Σίγκελ «The line up» και μετά τους διασκεδαστικούς «Επτά κλέφτες» (1960) του Χένρι Χάθαγουεϊ, ο Τζον Στέρτζες τον επέλεξε για τον ρόλο του Μεξικάνου συμμορίτη Καλβέρα που ήρθε αντιμέτωπος με το χωριό που προστάτευαν οι επτά υπέροχοι πιστολέρο στο κλασικό αμερικανικό γουέστερν «Και οι επτά ήσαν υπέροχοι» (1960).

Εχοντας δει τον Γουόλαs στους «Υπέροχους» ο Λεόνε τον επέλεξε για τον ρόλο του Τούκο. Άλλες ενδιαφέρουσες εμφανίσεις του Γουόλαs έγιναν στους «Αταίριαστους» (1961) του Τζον Χιούστον στο πλάι της Μέριλιν Μονρόε, στο αντιπολεμικό αριστούργημα του Καρλ Φόρμαν «Οι νικητές» (1963), στον «Λόρδο Τζιμ» (1965) του Ρίτσαρντ Μπρουκς αλλά και στην γυρισμένη στην Ελλάδα ταινία του Τζέιμς Νίλσεν «Τα ίχνη οδηγούν στην Κρήτη» (1964) όπου ο Γουόλας υποδύθηκε έναν Ελληνα, τον Στράτο.

Ο Ιλάι Γουόλας δεν σταμάτησε να παίζει μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Οι ρόλοι του ήταν μικροί και πάντα χαρακτηριστικοί. Ανάμεσά τους ο δικηγόρος στον «Νονό 3» του Φράνσις Κόπολα αλλά και ένας μπάρμαν στο αριστούργημα του Ιστγουντ «Σκοτεινό ποτάμι» (2003). Ο Ρόμαν Πολάνσκι τον χρησιμοποίησε στον «Αόρατο συγγραφέα» (2010) και ο Ολιβερ Στόουν του έδωσε τον τελευταίο ρόλο του σε μεγάλου μήκους ταινία, το «Wall Street: Το χρήμα ποτέ δεν πεθαίνει» (2010).


Δευτέρα, 16 Ιουνίου 2014

Το καταστάλαγμα του βίου μου. Μάνος Χατζιδάκις (tvxs.gr, 15/6/2014)


...............................................................

Το καταστάλαγμα του βίου μου. Μάνος Χατζιδάκις

 
tvxs,gr,  15 Ιουν. 2014
Γεννήθηκα στις 23 του Οκτώβρη του 1925 στην Ξάνθη τη διατηρητέα κι όχι την άλλη τη φριχτή που χτίστηκε μεταγενέστερα από τους εσωτερικούς της ενδοχώρας μετανάστες… » Μάνος Χατζιδάκις (1925-1994).
  « …Η συνύπαρξη εκείνο τον καιρό ενός αντιτύπου της μπελ-επόκ, με αυθεντικούς τούρκικους μιναρέδες, έδιναν χρώμα και περιεχόμενο σε μια κοινωνία-πανσπερμία απ' όλες τις γωνιές της Ελλαδικής γης, που συμπτωματικά βρέθηκε να ζει σε ακριτική περιοχή και να χορεύει τσάρλεστον στις δημόσιες πλατείες. Σαν άνοιξα τα μάτια μου είδα με απορία πολύ κόσμο να περιμένει την εμφάνισή μου (το ίδιο συνέχισα κι αργότερα να απορώ σαν με περίμεναν κάπου καθυστερημένα να φανώ). Η μητέρα μου ήταν από την Αδριανούπολη, κόρη του Κωνσταντίνου Αρβανιτίδη, και ο πατέρας μου απ' την Μύρθιο της Ρεθύμνου, απ' την Κρήτη. Είμαι ένα γέννημα δύο ανθρώπων που καθώς γνωρίζω δεν συνεργάστηκαν ποτέ, εκτός απ΄ την στιγμή που αποφάσισαν την κατασκευή μου. Γι' αυτό και περιέχω μέσα μου χιλιάδες αντιθέσεις κι όλες τις δυσκολίες του Θεού. Όμως η αστική μου συνείδηση, μαζί με τη θητεία μου την λεγόμενη «ευρωπαϊκή», φέραν ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
Προσπάθησα όλον το καιρό που μέναμε στην Ξάνθη να γνωρίσω σε βάθος τους γονείς μου και να εξαφανίσω την αδελφή μου. Δεν τα κατάφερα και τα δύο. Έτσι μετακομίσαμε το '32 στην Αθήνα όπου δεν στάθηκε δυνατόν να λησμονήσω την αποτυχία μου.
Άρχιζα να ζω και να εκπαιδεύομαι στην πρωτεύουσα ενώ παράλληλα σπούδαζα τον έρωτα και την ποιητική λειτουργία του καιρού μου. Έλαβα όμως την αττική παιδεία όταν στον τόπο μας υπήρχε και Αττική και Παιδεία. Μ' επηρεάσανε βαθιά ο Ερωτόκριτος, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης, το Εργοστάσιο του Φιξ, ο Χαράλαμπος του «Βυζαντίου», το υγρό κλίμα της Θεσσαλονίκης και τα άγνωστα πρόσωπα που γνώριζα τυχαία και παρέμειναν άγνωστα σ' όλα τα χρόνια τα κατοπινά. Στην κατοχική περίοδο συνειδητοποίησα πόσο άχρηστα ήτανε τα μαθήματα της Μουσικής, μια και μ' απομάκρυναν ύπουλα απ' τους αρχικούς μου στόχους που ήταν να επικοινωνήσω, να διοχετευθώ και να εξαφανιστώ, γι' αυτό και τα σταμάτησα ευθύς μετά την Κατοχή. Έτσι δεν σπούδασα σε Ωδείο και συνεπώς εγλύτωσα απ' το να μοιάζω με τα μέλη του Πανελληνίου Μουσικού Συλλόγου. Έγραψα ποιήματα και πολλά τραγούδια, και ασκήθηκα ιδιαίτερα στο να επιβάλλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες, πράγμα που άλλωστε με ωφέλησε τα μέγιστα σαν έγινα υπάλληλος τα τελευταία χρόνια. Απέφυγα μετά περίσσιας βδελυγμίας ότι τραυμάτιζε το ερωτικό μου αίσθημα και την προσωπική μου ευαισθησία.
Ταξίδεψα πολύ και αυτό με βοήθησε ν' αντιληφθώ πώς η βλακεία δεν ήταν αποκλειστικόν του τόπου μας προϊόν, όπως περήφανα ισχυρίζονται κι αποδεικνύουν συνεχώς οι έλληνες σωβινιστές και της εθνικοφροσύνης οι εραστές. Παράλληλα ανακάλυψα ότι τα πρόσωπα που μ' ενδιαφέρανε έπρεπε να ομιλούν απαραιτήτως ελληνικά, γιατί σε ξένη γλώσσα η επικοινωνία γινότανε οδυνηρή και εξαφάνιζε το μισό μου πρόσωπο.
Το '66 βρέθηκα στην Αμερική. Έμεινα κι έζησα εκεί κάπου έξι χρόνια, τα χρόνια της δικτατορίας, για λόγους καθαρά εφοριακούς - ανεκαλύφθη πως χρωστούσα τρεισήμισι περίπου εκατομμύρια στο δημόσιο. Όταν εξόφλησα το χρέος μου επέστρεψα περίπου το '72 και ίδρυσα ένα καφενείο που το ονομάσαμε Πολύτροπον, ίσαμε τη μεταπολίτευση του '74, όπου και τόκλεισα γιατί άρχιζε η εποχή των γηπέδων και των μεγάλων λαϊκών εκτονώσεων. Κράτησα την ψυχραιμία μου και δεν εχόρεψα εθνικούς και αντιστασιακούς χορούς στα γυμναστήρια και στα γεμάτα από νέους γήπεδα. Κλείνοντας το Πολύτροπο είχα ένα παθητικό πάλι της τάξεως περίπου των τρεισήμισι εκατομμυρίων - μοιραίος αριθμός, φαίνεται, για την προσωπική μου ζωή.
Από το '75 αρχίζει μια διάσημη εποχή μου που θα την λέγαμε, για να την ξεχωρίσουμε, υπαλληλική, που μ' έκανε ιδιαίτερα γνωστό σ' ένα μεγάλο και απληροφόρητο κοινό, βεβαίως ελληνικό, σαν άσπονδο εχθρό της ελληνικής μουσικής, των ελλήνων μουσικών και της εξίσου ελληνικής κουλτούρας. Μέσα σ' αυτή την περίοδο και ύστερα από ένα ανεπιτυχές έμφραγμα στην καρδιά, προσπάθησα πάλι, ανεπιτυχώς είναι αλήθεια, να πραγματοποιήσω τις ακριβές καφενειακές μου ιδέες πότε στην ΕΡΤ και πότε στο Υπουργείο Πολιτισμού, εννοώντας να επιβάλω τις απόψεις μου με δημοκρατικές διαδικασίες. Και οι δύο όμως τούτοι οργανισμοί σαθροί και διαβρωμένοι από τη γέννησή τους κατάφεραν να αντισταθούν επιτυχώς και, καθώς λεν, να με νικήσουν «κατά κράτος». Παρ΄ όλα αυτά, μέσα σε τούτον τον καιρό γεννήθηκε το Τρίτο κι επιβλήθηκε στη χώρα.
Και τώρα καταστάλαγμα του βίου μου μέχρι στιγμής είναι:
Α δ ι α φ ο ρ ώ... για την δόξα. Με φυλακίζει μες στα πλαίσια που καθορίζει εκείνη κι όχι εγώ.
Π ι σ τ ε ύ ω... στο τραγούδι που μας αποκαλύπτει και μας εκφράζει εκ βαθέων, κι όχι σ' αυτό που κολακεύει τις επιπόλαιες και βιαίως αποκτηθείσες συνήθειές μας.
Π ε ρ ι φ ρ ο ν ώ... αυτούς που δεν στοχεύουν στην αναθεώρηση και στην πνευματική νεότητα, τους εύκολα «επώνυμους» πολιτικούς και καλλιτέχνες, τους εφησυχασμένους συνομήλικους, την σκοτεινή και ύποπτη δημοσιογραφία καθώς και την κάθε λογής χυδαιότητα.
Έτσι κατάφερα να ολοκληρώσω την τραυματισμένη από την παιδική μου ηλικία προσωπικότητα, καταλήγοντας να πουλώ «λαχεία στον ουρανό» και προκαλώντας τον σεβασμό των νεωτέρων μου μια και παρέμεινα ένας γνήσιος Έλληνας και Μεγάλος Ερωτικός.».
-------------------------------
Σαν σήμερα, 15 Ιουνίου 1994 ο Μάνος Χατζιδάκις «έφυγε» από κοντά μας.
 



Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

"Πώς μας έφαγε ο λύκος" έγραψε η ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ "Καθημερινή", 07.06.2014

 ..........................................................

 Πώς μας έφαγε ο λύκος





Μαρία Κατσουνάκη έγραψε η ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ


 

Υπάρχει ασυναρτησία στην τέχνη; Οχι, αν λάβει κανείς υπόψη του τον Πολ Βαλερί: «Η ασυναρτησία μιας ομιλίας εξαρτάται από εκείνον που την ακούει. Μου φαίνεται ότι το πνεύμα είναι φτιαγμένο έτσι που να μην μπορεί να είναι ασυνάρτητο γι’ αυτό το ίδιο», έχει γράψει ο Γάλλος ποιητής και φιλόσοφος. Ομως έζησε περίπου μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα (πέθανε το 1945) και δεν πρόλαβε να δει το «παράξενο» που βαφτίζεται και «ανατρεπτικό» να θεωρείται με περισσή ευκολία (και άγνοια) πρωτοπορία, να το υποδεχόμαστε ως «ενδιαφέρον» και συχνά «διασκεδαστικό».
Είναι περίεργη και κλονισμένη εποχή αυτή που ζούμε. Οχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για όλη την Ευρώπη – για να περιοριστούμε στα περισσότερο οικεία εδάφη. Παρακολουθούμε λοιπόν συχνά στο θέατρο απόπειρες από ομάδες που προσπαθούν να αρθρώσουν έναν διαφορετικό λόγο (ή μη λόγο), να μεταφέρουν εικόνες, συναισθήματα, σκέψεις, να μοιραστούν δημόσια την απώθηση, την αηδία ή απλώς την αμφιθυμία που γεννά η εποχή. Να καταγράψουν τον ακραίο κυνισμό, τη βιαιότητα, τη βαρβαρότητα και, ενδεχομένως, τη γελοιότητα συμπεριφορών και κοινωνικών συμβάσεων. Αρκεί όμως η πρόθεση για να γεννηθεί το καινούργιο; Τη σκοτεινή τελευταία τετραετία, της ελληνικής κρίσης, αναδύθηκαν -και αναδύονται- πολλές νεανικές απόπειρες στην εγχώρια θεατρική σκηνή. Μιλήσαμε πολύ για άνθηση, για αξιοζήλευτη δημιουργική αντίσταση και μοναχικές διαδρομές. Αν όμως ο έπαινος και μόνον ο έπαινος υποκαταστήσει την κρίση και το κριτήριο του τι είναι πρωτοπορία και τι απλώς εκτόνωση, άδειασμα, κινδυνεύουμε να μπερδέψουμε την παρακμή με την αναγέννηση.

Θα σταθούμε στο πιο πρόσφατο παράδειγμα. Στο έργο της Λένας Κιτσοπούλου «Κοκκινοσκουφίτσα – Το πρώτο αίμα» που παρουσιάστηκε στη Στέγη Γραμμάτων. Το παραμύθι των αδελφών Γκριμ σε μια ενήλικη εκδοχή. «Ο λύκος θα μας φάει όλους, έτσι κι αλλιώς» είναι η άποψη και το μότο μιας αδιαμφισβήτητα ταλαντούχου καλλιτέχνιδος (για να θυμηθούμε μόνο τον μονόλογο Μ.Α.Ι.Ρ.Ο.Υ.Λ.Α). Τι συμβαίνει και η «Κοκκινοσκουφίτσα» της βουλιάζει στην κοινοτοπία, τα κλισέ, την μπαναλιτέ, την ασημαντότητα ενώ με όλη τη δύναμή της θέλει να σαρκάσει, να επιτεθεί, να προκαλέσει; Γιατί μια συγγραφέας-αντίβαρο της κρίσης γίνεται σύμπτωμά της; Γιατί χάνει τ’ αυγά και τα πασχάλια ενώ προσπαθεί να στριφογυρίσει το νυστέρι στο τραύμα, να «αυθαδιάσει» στα στερεότυπα, να φωνάξει «κουράστηκα να ακούω και να βλέπω τα ίδια και τα ίδια»; Να «σκοτώσει» τη μητέρα, να συναντηθεί με τον εφιάλτη, τον λύκο, τον επιδειξία, τον αδελφό που δεν έχει, τη γιαγιά-τέρας; Η Λένα Κιτσοπούλου θέλει να βγάλει τη γλώσσα στην αφόρητη επανάληψη, στο ανούσιο τελετουργικό της καθημερινότητας. Απλώς, όμως, τα αναμασάει. Και χειρότερα: με τον μανδύα της αντισυμβατικότητας. Μόνο που η αποδόμηση θέλει στιβαρούς κανόνες για να μην κατρακυλήσει στον χαβαλέ και η αντι-θεατρικότητα (ό,τι κι αν αυτό σημαίνει) σκηνοθετική άποψη και όχι, απλώς, σκηνική αταξία. Εύκολα και αδούλευτα (έτσι μοιάζει τουλάχιστον), η «Κοκκινοσκουφίτσα» από προϊόν μιας οξυδερκούς πένας μετατρέπεται σε προϊόν μιας θλιβερής παρακμής.

Λίγη έχει σημασία αν ο κόσμος γελάει και χειροκροτεί και η παράσταση, από αυτήν την άποψη, θεωρείται επιτυχημένη. Σε, ελεγχόμενο ή όχι, πανικό και ανισορροπία δεν βρίσκονται μόνο οι καλλιτέχνες αλλά και το κοινό. Το πρόβλημα είναι ότι ριζικές αλλαγές δεν συμβαίνουν μόνο στην τέχνη ή στην κοινωνία αλλά και στο συντακτικό των κριτηρίων. Και έτσι, μέσα στη διασάλευση, εν μέσω τρικυμίας, «κανείς δεν έζησε καλά και κανείς δεν θα ζήσει καλύτερα».

Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Πορτρέτα ανθρώπων που ζουν με ένα δολάριο την ημέρα / tvxs.gr, 06 Ιουν. 2014

..............................................................

Πορτρέτα ανθρώπων που ζουν με ένα δολάριο την ημέρα

Πρόσωπα


tvxs.gr, 06 Ιουν. 2014

Περισσότερο από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι σε όλο τον κόσμο επιβιώνουν με ένα δολάριο την ημέρα, ή και λιγότερο. Aν και οι λόγοι διαφέρουν, οι κακουχίες της ζωής τους είναι παρόμοιες. Το βιβλίο του Τόμας Ναζάριο, ιδρυτή του Διεθνούς Οργανισμού για την καταπολέμηση της πείνας και της φτώχειας, καταγράφει την καθημερινότητα των ανθρώπων που ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας σε όλο τον κόσμο. Οι ιστορίες αυτών των ανθρώπων παίρνουν σάρκα και οστά με τις φωτογραφίες της Ρενέ Μπίερ, διάσημης φωτορεπόρτερ που είναι βραβευμένη με βραβείο Pulitzer. Επιμέλεια: Μικαέλα Κόλλια



 
Αλβάρο Καλάντσα Κίσπε, εννέα ετών, βόσκει λάμα πριν από το σχολείο, και τα μαζεύει το βράδυ. Ζει στην οροσειρά Akamani της Βολιβίας, 13.000 πόδια πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας, όπου τα σπίτια δεν έχουν μόνωση, ηλεκτρικό, και κρεβάτια.




 
Φάτι, οκτώ ετών, εργάζεται με άλλα παιδιά που ψάχνουν για ηλεκτρονικές συσκευές μέσα στα επικίνδυνα απόβλητα σε μια χωματερή στην Άκρα της Γκάνα. Ισορροπεί στο κεφάλι της έναν κουβά που περιέχει τα μέταλλα που έχει βρει. Κλαίει από πόνο, επειδή πάσχει από ελονοσία.




 
Χουνούπα Μπεγκούμ, 13 ετών. Είναι τυφλή τα τελευταία 10 χρόνια και ζει στο Νέο Δελχί, ​​Ινδία. Η επαιτεία είναι μόνο εισόδημα της οικογένειάς της. Η μητέρα και ο αδελφός της είναι πολύ άρρωστοι για να εργαστούν και ο πατέρας της είναι νεκρός.




 
Χόρα Φλορίν, 28 ετών, μεγάλωσε σε ένα ορφανοτροφείο της Ρουμανίας, και τώρα ζει σε ένα υπόγειο αποχέτευσης στο Βουκουρέστι, όπου οι αεραγωγοί θέρμανσης την κρατούν ζεστή το βράδυ.



 
Λαβόν, 27 ετών, εργάζεται σε ένα πορνείο, στο Μπαγκλαντές. Στη φωτογραφία κρατά την κόρη της, ο πατέρας της οποίας ήταν ένας πελάτης του πορνείου.




 
Βίσχαλ Σινγκ, έξι ετών, φροντίζει ένα κοριτσάκι που η μητέρα του είναι μακριά, σε μια παραγκούπολη στο νότιο Δελχί, στην ​​Ινδία. Ο Βισχάλ είναι τυχερός κατά μία έννοια: όταν δεν εργάζεται είναι σε θέση να πηγαίνει σε ένα σχολείο για τα παιδιά της γειτονιάς.




 
Σουμπάντρα Ντεβί, 40 ετών, εργάζεται σε ένα εργοτάξιο στην Νταραμσάλα της Ινδίας.




 
Άννα-Μαρία Τουντόρ, 4 ετών, ζει στο Βουκουρέστι, στη Ρουμανία. Ο πατέρας της είναι πολύ άρρωστος για να εργαστεί και η οικογένειά της αντιμετωπίζει τον κίνδυνο έξωσης από το σπίτι ενός δωματίου, το οποίο δεν έχει μπάνιο ή τρεχούμενο νερό.




 
Οι Καγιάγιο είναι κορίτσια στην Γκάνα που ταξιδεύουν σε πόλεις για να εργαστούν ως αχθοφόροι στις αγορές. Ζουν σε κονότητες, συχνά κοντά ή πάνω από τη χωματερή της πόλης. Η Σαρίφα Μονάρο (στο κέντρο), 23 ετών, εργάζεται πολλές ώρες για 50 λεπτά την ημέρα.




 
Νινανκόρ Γκμάφου, έξι ετών, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα των παιδιών σε όλο τον κόσμο, που εργάζονται για να στηρίξουν τις οικογένειές τους. Ο Νινανκόρ βόσκει αγέλες βοοειδών στη βροχή, στην περιοχή Βόλτα, στη Γκάνα. Ονειρεύεται να πάει στο σχολείο, αλλά αυτό είναι μάλλον απίθανο.


Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Σ.Γαδέδη-Γ.Μουλουδάκης: Cafe 1930 (A.Piazzolla) (youtube, 10/7/2013)

...........................................................

Σ.Γαδέδη-Γ.Μουλουδάκης: Cafe 1930 (A.Piazzolla)

Δημοσιεύτηκε στις 10 Ιουλ 2013
 
Στέλλα Γαδέδη-φλάουτο, Γιώργος Μουλουδάκης-κιθάρα, απ' το άλμπουμ "City 1", ΣΕΙΡΙΟΣ 2004.