Τρίτη, 29 Οκτωβρίου 2013

Γιῶργος Σεφέρης - Ὁμιλία κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας στὴ Στοκχόλμη

........................................................



Γιῶργος Σεφέρης - Ὁμιλία κατὰ τὴν ἀπονομὴ τοῦ Νόμπελ Λογοτεχνίας στὴ Στοκχόλμη

 

 




Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.
Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.
Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.
Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.
Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.
Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.


(11 Δεκεμβρίου 1963)


Δευτέρα, 28 Οκτωβρίου 2013

Το ακούσανε κάποιοι "τυχεροί" στο Ξυλόκαστρο: "Τα ΟΧΙ του Αργύρη Χιόνη" Γράφει ο Ανδρέας Ζάρρος (http://www.thepressproject.gr, 26/10/2013)

........................................................

Τα ΟΧΙ του Αργύρη Χιόνη

 

 

 
Στην αρχή λίγοι έδωσαν σημασία στον ομιλητή, ο οποίος σύντομα κέρδισε το ακροατήριό του επανακαθορίζοντας καταλυτικά τα νοήματα της 28ης Οκτωβρίου.
 
Γράφει ο Ανδρέας Ζάρρος

Στις 28 Οκτωβρίου 2011 βραβεύτηκαν οι επιτυχόντες μαθητές του δήμου Ξυλοκάστρου Ευρωστίνης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο Αργύρης Χιόνης ήταν ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης και σε όλα τα παιδιά έδωσαν ένα βιβλίο του. Ανέβηκα λοιπόν στο Θροφαρί για να τον πάρω, και μετά την απαραίτητη στάση στο Intro Art Cafe, φτάσαμε στο θέατρο Άγγελος Σικελιανός. Καθίσαμε και περιμέναμε να τον καλέσουν στο βήμα.

Κάποια στιγμή βγάζει τα χαρτιά που είχε γράψει κι ενώ τους ρίχνει μια τελευταία ματιά με ρωτάει: «Το κωλογλείψιμο είναι κακιά λέξη;». «Όχι», απαντάω αμέσως και χαμογελάω πονηρά. «Α, εντάξει» είπε και μετά από λίγο ανέβηκε στο βήμα.

Στην αρχή -τα παιδιά κυρίως- δεν μπορώ να πω ότι πρόσεχαν τον ομιλητή. Λίγο μετά, όλο το θέατρο είχε βουβαθεί και άκουγε ευλαβικά. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος λόγος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι; Ίσως αυτοί που δεν τον ήξεραν να περίμεναν ν’ ακούσουν τετριμμένες νουθεσίες ενός «σοφού» μεγάλου προς τους νέους. Όμως, ήταν διαφορετικά. Ευτυχώς μου έκοψε και πάτησα την ηχογράφηση στο κινητό, τη μαγνητοφώνησα κι έτσι την έχουμε σχεδόν όλη. Πέρα από την εισαγωγή (όπου ευχαριστούσε για την πρόσκληση) και μια δυο λέξεις που δεν ακούγονται, όλη η άλλη είναι αυτούσια:

«…μου ζήτησαν να κάνω μια ομιλία. Όταν το άκουσα αυτό ομολογώ ότι ζορίστηκα κάπως. 1ον: γιατί δε φημίζομαι για τις ρητορικές μου ικανότητες και 2ον: γιατί τι θα μπορούσε κανείς να πει, σε τέτοιους δύσκολους καιρούς, στα νέα παιδιά που ξεκινούν ανώτερες κι ανώτατες σπουδές, χωρίς να έχουν τη βεβαιότητα ότι οι γνώσεις που θα αποκτήσουν θα αξιοποιηθούν από την κοινωνία. Τι να πεις σ’ αυτούς τους νέους ανθρώπους που ξεκινούν την ακαδημαϊκή σταδιοδρομία τους όταν συνέχεια ακούν από τους εντός εισαγωγικών «σοφούς» μεγαλύτερούς τους ότι το βαρέλι της κρίσης δεν έχει πάτο κι ότι δεν υπάρχει φως στο τέρμα του τούνελ;
Εγώ ωστόσο που ούτε σοφός είμαι ούτε φύσει αισιόδοξος, άλλωστε είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι ποιητές και συγγραφείς είναι από λίγο έως πολύ καταθλιπτικοί, κατέληξα κατόπιν ωρίμου σκέψεως στο συμπέρασμα ότι υπάρχει φως. Όχι όμως στο βάθος οποιουδήποτε τούνελ, αλλά μέσα μας, στο βάθος του εαυτού μας. Και είναι αυτό το φως που πρέπει να αναζητούμε, ενθυμούμενοι πάντα ότι κάθε φορά που οι Έλληνες μεγαλούργησαν και ξεπέρασαν τις όποιες αντιξοότητες ήταν επειδή έσκυψαν μέσα τους και αναζήτησαν αυτό το εσωτερικό φως.

Έχοντας λοιπόν τα μάτια σας στραμμένα πάντα προς αυτό το φως, αφοσιωθείτε στις σπουδές σας χωρίς να σκέφτεστε το υλικό από αυτές όφελος, γιατί η παιδεία δεν έχει ως στόχο τη δημιουργία πλούτου, αλλά τη διαμόρφωση χαρακτήρα, ήθους και πνεύματος. Όταν αυτό επιτευχθεί τα άλλα, δηλαδή η σταδιοδρομία και οι συνακόλουθες υλικές απολαβές, θα έρθουν από μόνες τους ως φυσική συνέπεια. Η δική μου γενιά, που σαφώς είναι πολύ παλιότερη απ’ τη δική σας και παλιότερη ακόμα κι απ’ αυτή των γονιών σας, έζησε τα παιδικά της χρόνια την εποχή που ακολούθησε τον πόλεμο και τον εμφύλιο, μέσα στην ανέχεια και την εξαθλίωση και τα εφηβικά και ανδρικά μέσα στους κοινωνικούς αγώνες και τις διώξεις της πολιτείας. Και όμως, αυτή η γενιά διέπρεψε στα γράμματα και τις τέχνες. Πρωτοστάτησε στην ανατροπή της χούντας και ανέδειξε σημαντικές προσωπικότητες που ακόμα σημαδεύουν την κοινωνία μας. Ανέδειξε βέβαια και πλήθος καιροσκόπων, ωφελιμιστών, χαρτογιακάδων, πολιτικάντηδων και golden boys. Αυτούς δηλαδή που έχασαν την επαφή με το εσωτερικό τους φως, υποταγμένοι στις προσωπικές φιλοδοξίες τους, στο προσωπικό τους συμφέρον και τα συμφέροντα ξένων σκοτεινών δυνάμεων και μας οδήγησαν σ’ αυτό το χάλι και σ’ αυτή την ντροπή που ζούμε σήμερα. Γι’ αυτό το χάλι όμως ευθυνόμαστε κι εμείς οι ίδιοι που εμπιστευτήκαμε τη μοίρα μας στ’ ανάξια χέρια τους, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουμε τώρα κι εμείς να χάσουμε το εσωτερικό μας φως.

Αγαπητοί μου φίλοι, σήμερα γιορτάζουμε το μεγάλο ΟΧΙ που είπε ο ελληνικός λαός στον ντόπιο και ξένο φασισμό. Έχουν από τότε περάσει 71 χρόνια, κι ενώ είχαμε πιστέψει ότι το τέρας είχε σκοτωθεί μια για πάντα, το βλέπουμε τώρα να αναγεννιέται με νέα μορφή και νέο όνομα. Το εντός εισαγωγικών «ιδανικό» όνομα της παγκοσμιοποίησης, πίσω από το οποίο κρύβεται μια δράκα μεγαλοτραπεζιτών και κερδοσκόπων που στόχο έχουν την καθυπόταξη όλων των λαών του πλανήτη στην άμετρη λαιμαργία τους για πλούτο και εξουσία.

Φίλοι μου, έχω την αίσθηση ότι ζούμε ήδη έναν τρίτο ακήρυχτο παγκόσμιο πόλεμο, μια νέα κατοχή. Ήδη στον ανεπτυγμένο κόσμο μας στρατιές ανέργων …σκαλίζουν τα σκουπίδια αναζητώντας αποφάγια και αποφόρια για να κατευνάσουν την πείνα τους και να καλύψουν τη γύμνια τους. Όσο για τον υποανάπτυκτο κόσμο, τον τρίτο κόσμο, δεν έχουμε παρά να κοιτάξουμε την Αφρική που έχει καταντήσει ένα τεράστιο νεκροταφείο. Μήπως λοιπόν ήρθε η ώρα να ξαναστραφούμε προς το ξεχασμένο μέσα μας φως και να αντιτάξουμε σε αυτή τη νέα βαρβαρότητα μια σειρά από νέα ΟΧΙ, κάποια από τα οποία θα απευθύνονται και σε μας τους ίδιους, δηλαδή στο χαλασμένο, στο διαβρωμένο από το σύστημα κομμάτι του εαυτού μας;

Ενδεικτικά μόνο παραθέτω εδώ έναν κατάλογο με ΟΧΙ άμεσης εφαρμογής, τον οποίο είμαι σίγουρος ότι μπορείτε να συμπληρώσετε μόνοι σας με πολύ περισσότερα, γιατί δεν είναι δυνατόν να μην έχετε συνειδητοποιήσει ότι «πήραμε τη ζωή μας λάθος και πρέπει ν’ αλλάξουμε ζωή», όπως θα έλεγε κι ο Σεφέρης:

ΟΧΙ λοιπόν στην υπερκατανάλωση αγαθών και τις επίκτητες ανάγκες που μας δημιούργησαν οι έμποροι των εθνών.
ΟΧΙ στις πιστωτικές κάρτες και τις τοκογλυφίες των τραπεζών.
ΟΧΙ στα δάνεια που δεν μπορούμε να ξεπληρώσουμε.
ΟΧΙ στον παλαιοκομματισμό και τους κομματάρχες.
ΟΧΙ στη δαγκωτή ψήφο.
ΟΧΙ στο μέσο και στο κωλογλείψιμο. ΝΑΙ στην αξιοκρατία.
ΟΧΙ στον κομματικό οπαδισμό, γιατί διόλου δεν διαφέρει από τον χουλιγκανισμό των γηπέδων.
ΟΧΙ στην προσωπολατρία και οικογενειολατρία.
ΟΧΙ στην ψευδαίσθηση ότι ψηφίζοντας κάθε τέσσερα χρόνια τους εκλεκτούς ηγέτες μας εκτελούμε το δημοκρατικό καθήκον μας, και από ’κεί και πέρα δεν έχουμε άλλο ρόλο από το να τους χειροκροτούμε ή να τους βρίζουμε ανάλογα με το αν υπηρετούν ή όχι τα προσωπικά μας συμφέροντα.
ΟΧΙ στα κομματικοποιημένα και ενίοτε κρατικοδίαιτα συνδικάτα που λειτουργούν συντεχνιακά, φροντίζοντας μόνο για τα μέλη τους και γράφοντας στα παλιά τους τα παπούτσια την υπόλοιπη κοινωνία.
ΟΧΙ στην παιδεία που δημιουργεί εξειδικευμένα ανδρείκελα, αναίσθητους τεχνοκράτες, αυταρχικούς χαρτογιακάδες, γελοίους γιάπηδες και αρπακτικά golden boys. ΝΑΙ στην παιδεία που παράγει την απαραίτητη εξειδίκευση, διευρύνει γενικότερα το πνεύμα και δίνει νόημα ουσιαστικό στη ζωή.
ΟΧΙ στην πατριδοκαπηλία και τον στείρο εθνικισμό.
ΟΧΙ στο ρατσισμό και την ξενοφοβία.
ΟΧΙ στην καταστροφή του περιβάλλοντος. Πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι ο κόσμος αυτός δεν πλάστηκε για μας, και μας ανήκει όσο ανήκει και στο πιο ελάχιστο μυρμήγκι. Δεν είναι παιχνίδι που μας χάρισε ο μπαμπάς μας και μπορούμε να το σπάσουμε για να δούμε τι έχει μέσα.
ΟΧΙ στην εκδρομική ή τουριστική φυσιολατρία. ΝΑΙ στην απόλυτη ταύτισή μας με τη φύση.
ΟΧΙ στην τεμπελιά. ΝΑΙ στην εργασία, ακόμα και σ’ αυτήν που δεν έχει σχέση με τις σπουδές που κάνουμε. Σε εποχές σαν αυτή που διανύουμε και που τίθεται ζήτημα επιβίωσης καμιά δουλειά δεν είναι ντροπή. Καμιά δουλειά δεν είναι μόνο για τους περιφρονητέους μετανάστες.
ΟΧΙ στην τηλεόραση, όπου στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων μαθαίνουμε ποια glamorous ανύπαρκτη παντρεύτηκε με τον αντίστοιχό της glamorous ανύπαρκτο. ΝΑΙ στον πολιτισμό. ΝΑΙ στη μουσική. ΝΑΙ στο θέατρο. ΝΑΙ στον κινηματογράφο. ΝΑΙ και πάλι ΝΑΙ στο βιβλίο.
ΟΧΙ στον αθέμιτο ανταγωνισμό, στο διαγκωνισμό και στον ψευτοπαλλικαρισμό, στην τζάμπα μαγκιά, στο «ξέρεις ποιος είμαι εγώ μωρέ;». ΝΑΙ στο συναγωνισμό, στην ευγενή άμιλλα, τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη…».

Δύο μήνες μετά ο Αργύρης μάς την «έκανε» ξαφνικά. Τα Χριστούγεννα του 2011, πέθανε από οξύ έμφραγμα. Αλλά τι λέω; Πεθαίνουν ποτέ οι σπορείς;

Παρασκευή, 18 Οκτωβρίου 2013

Άρθουρ Μίλερ: Η ανήσυχη φωνή του αμερικανικού θεάτρου (17 Οκτ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

.......................................................

Άρθουρ Μίλερ: Η ανήσυχη φωνή του αμερικανικού θεάτρου

tvxs.gr/node/45933
 
 
Ένας από τους κορυφαίους Αμερικανούς θεατρικούς συγγραφείς, ο Άρθουρ Άσερ Μίλερ γεννήθηκε στις 17 Οκτωβρίου 1915. Μέσω του έργου του, εξέθεσε τα ψεγάδια του «Αμερικανικού Ονείρου», δεχόμενος ισχυρή κριτική στη χώρα του. Ο συγγραφέας του ορόσημου για τη δραματουργική τέχνη. «Ο θάνατος του Εμποράκου», αποτύπωσε στα έργα του τη δική του αμερικανική κοινωνία, στα οποία συχνά αντικατόπτριζε ή επανερμήνευε και τα δημόσια στοιχεία της ίδιας του της ζωής, μεταξύ των οποίων ο σύντομος γάμος του με τη Μέριλιν Μονρό, αλλά και η επιμονή του να μην συνεργαστεί με την Επιτροπής Αντι-Αμερικανικών Δραστηριοτήτων.
«Ο θάνατος του εμποράκου» πρωτοπαρουσιάστηκε στο Μπρόντγουεϊ το 1949, καθιερώνοντας τον Μίλερ ως έναν γίγαντα του αμερικανικού θεάτρου, σε ηλικία μόλις 33 ετών. Το ίδιο έτος, γίνεται ο πρώτος που κερδίζει τρία βραβεία, το Βραβείο Πούλιτζερ, το Βραβείο Τόνι και το βραβείο Κριτικών της Νέας Υόρκης.
Εξίσου τεράστιας αξίας είναι και το μετέπειτα έργο του. Τα «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», «Μετά την πτώση», «Πάνω από τη γέφυρα», «Οι μάγισσες του Σάλεμ» γνώρισαν διεθνή επιτυχία και διασκευάστηκαν για τον κινηματογράφο. Μόνο τη δεκαετία του '90, ο θεατρικός γίγαντας έγραψε τέσσερα θεατρικά έργα («Κατρακυλώντας από το όρος Μόργκαν», «Σπασμένο γυαλί», «Ο τελευταίος Γιάνκι», «Οι σχέσεις του κυρίου Πίτερς»), δύο σενάρια («Everybody wins» το 1990, με τον Νίκ Νόλτε και την Ντέμπρα Γουίνγκερ και τις «Μάγισσες του Σάλεμ» το 1996, με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Γουαϊόνα Ράιντερ) και μια νουβέλα («Plain Girl» - «Ένα κοινό κορίτσι», το 1995).
Ο Μίλερ αρθρογραφούσε και στους New Υοrk Times, καταγγέλλοντας την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη λογοκρισία και υπερασπιζόμενος τους διωκόμενους καλλιτέχνες. Έγραφε για τον πόλεμο στο Βιετνάμ και ισραηλοπαλαιστινιακή διαμάχη, και πιο πρόσφατα για τον πόλεμο στο Ιράκ.
Επί μακαρθισμού, επηρεασμένος από τον αντικομουνισμό και το «κυνήγι μαγισσών» εναντίον εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου, γράφει και παρουσιάζει το αλληγορικό έργο-κατηγορητήριο «The Crucible» (Δοκιμασία), για το οποίο βραβεύτηκε με Τόνι το 1953 και έμελλε να γίνει ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του, παρουσιαζόμενο, κατά το συγγραφέα, κάθε φορά που σε κάποια χώρα έμπαιναν σε κίνδυνο οι πολιτικές ελευθερίες ή διαφαινόταν η άνοδος ολοκληρωτικού καθεστώτος. «Εν μέρει ήταν πολιτικό θέμα και πολύς κόσμος το φοβόταν. Επίσης το κόστος του ανεβάσματος ήταν υψηλό γιατί είναι μεγάλη παραγωγή. Υπήρχαν και μερικοί που έλεγαν ότι η γλώσσα του έργου δεν θα γίνονταν κατανοητή από όλους. Δεν υπήρξε όμως τέτοιο πρόβλημα. Όλοι κατάλαβαν τη γλώσσα που χρησιμοποίησα», είχε πει ο ίδιος για το έργο.
Το 1954, του αφαιρείται το διαβατήριο κι έτσι δεν καταφέρνει να παραστεί στην πρεμιέρα της «Δοκιμασίας» στις Βρυξέλλες. Οδηγείται για κατάθεση, κατηγορούμενος ότι είχε διασυνδέσεις με αριστερούς. Αρνείται να καταδώσει ονόματα υπόπτων για κομουνιστική δράση, καταδικάζεται από το Κογκρέσο το 1957, αλλά αθωώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο το 1958. Οι συνθήκες στο Χόλιγουντ εκείνη την εποχή, λόγω της «Μαύρης Λίστας» και όσων είχαν καταδώσει ονόματα υπόπτων, οδήγησαν στην αποξένωση του Μίλερ από τον Ελία Καζάν, με τον οποίο ήταν συνεργάτες σε πολλά από τα έργα του και τους συνέδεε φιλία, καθώς ο Μίλερ είχε μιλήσει ανοιχτά εναντίον της κίνησης του Καζάν να κατονομάσει κατηγορούμενους συναδέρφους του. Σύμφωνα με το βιογράφο του, Μάρτιν Γκότφριντ, «σπάνια ένας καλλιτέχνης έχει δεχτεί τόσες πολλές επιθέσεις και συκοφαντίες στην πατρίδα του και ταυτόχρονα έχαιρε βαθιάς εκτίμησης σε όλον τον κόσμο».
Ο Άρθουρ Μίλερ έφυγε από τη ζωή στις 10 Φεβρουαρίου 2005, σε ηλικία 89 ετών. «Τι περιμένω πια από τη ζωή μου ύστερα από ένα βραβείο Πούλιτζερ; Μα, φυσικά, το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δεν σκοπεύω να πεθάνω αν δεν το αποκτήσω!» είχε δηλώσει. Τελικά, δεν κατάφερε να το αποκτήσει...

Τετάρτη, 16 Οκτωβρίου 2013

Νίτσε: Θα πίστευα μοναχά σε ένα θεό που ξέρει να χορεύει (15 Οκτ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

.....................................................

Νίτσε: Θα πίστευα μοναχά σε ένα θεό που ξέρει να χορεύει

tvxs.gr/node/19016
 


Σαν σήμερα, στις 15 Οκτωβρίου του 1844, έρχεται στον κόσμο ο Γερμανός φιλόσοφος και φιλόλογος Φρήντριχ Νίτσε. Η σκέψη του επηρέασε σημαντικά μετέπειτα φιλοσόφους, λογοτέχνες και καλλιτέχνες και έθεσε νέες βάσεις στις υπαρξιακές ανησυχίες για τον άνθρωπο, τη φύση του και τα συστήματα του.
Γεννήθηκε  στο Ρένκεν της Πρωσικής Σαξονίας, από θρησκόληπτους γονείς. Ξεκίνησε σπουδές κλασικής φιλολογίας και θεολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης τις οποίες όμως εγκατέλειψε, καθώς δεν έδωσαν απάντηση στην θρησκευτικές του αμφιβολίες. Στη συνέχεια, σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, υπό τον καθηγητή Φρήντριχ Βίλχελμ Ριτσλ. Δημοσίευσε τα πρώτα του φιλοσοφικά άρθρα εμπνευσμένος από την επαφή του με τη φιλοσοφία του Σόπενχαουερ.
Εχοντας ήδη μυηθεί στον κόσμο της κλασικής μουσικής, γνώρισε το μεγάλο μουσικό δραματουργό Ρίχαρντ Βάγκνερ. Η φιλία τους θα διαρκέσει χρόνια μέχρι τη στιγμή που οι προοδευτικές ιδέες του Νίτσε θα έρχονταν σε σύγκρουση με τη θρησκοληψία, το σωβινισμό και τον αντισημιτισμό του Βάγκνερ. Το 1869 το Πανεπιστήμιο της Λειψίας του απένειμε τον τίτλο του διδάκτορα χωρίς εξετάσεις ή διατριβή, με βάση τα δημοσιεύματά του.
Παράλληλα, το Πανεπιστήμιο της Βασιλείας, μετά τις ενθουσιώδεις συστάσεις του καθηγητή του Ριτσλ, τον εξέλεξε έκτακτο καθηγητή της Κλασικής Φιλολογίας. Τον επόμενο χρόνο ο Νίτσε έγινε Ελβετός υπήκοος. Αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας τα οποία απαιτούν αλλαγή κλίματος. Ταξιδεύει συχνά και γράφει διαρκώς. Το 1878 εκδίδει το «Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο» , το 1885 εκδίδει μόλις 50 αντίτυπα του «Τάδε Έφη Ζαρατούστρα» ενώ το 1888 γράφει το «Λυκοφώς των Ειδώλων» , τον «Αντίχριστο» και ξεκινάει το αυτοβιογραφικό «Ecce Homo». Στις 25 Αυγούστου του 1900, σε ηλικία 56 ετών, ο Φρήντριχ Νίτσε πεθαίνει από πνευμονία στην πόλη της Βαϊμάρης.
Το έργο του Νίτσε διακρίνεται σε τρεις περιόδους. Αρχικά, φανερά επηρεασμένος από τον Σοπενχάουερ και το Βάγκνερ, διαπνεόταν από μία ρομαντική αντίληψη των πραγμάτων. Στη δεύτερη περίοδο, χειραφετημένος από τις επιρροές της πρώτης, ο Νίτσε πλέκει το εγκώμιο της λογικής και της επιστήμης, ανακλώντας την παράδοση των Γάλλων αφοριστών. Στην τρίτη και πιο ώριμη περίοδο, ο Γερμανός φιλόσοφος ασχολείται με το ζήτημα της καταγωγής και της λειτουργίας των αξιών στην ανθρώπινη ζωή. Ο Νίτσε προχώρησε σε μία ανάλυση και εκτίμηση των θεμελιωδών πολιτιστικών αξιών της φιλοσοφίας, της θρησκείας και της ηθικής των καιρών του. Με τον όρο «μηδενισμός» εννόησε των υποβιβασμό των υψηλών αξιών της εποχή του, την οποία θεωρούσε ότι χαρακτηρίζει ο παθητικός μηδενισμός.
Ουσιαστικά, θέλησε να πει πως ο θετικισμός του 19ου αιώνα είχε καταρρίψει την απολυτότητα που περιέβαλλε τις παραδοσιακές αξίες της θρησκείας και της φιλοσοφίας. Αντιεθνικιστής και απόλυτα αντιρατσιστής, προέβλεψε ότι το έργο του θα παρερμηνευθεί και ότι δύσκολα θα γίνει κατανοητό σε βάθος – και η Ιστορία έδειξε ότι είχε απόλυτο δίκιο. Τρανό παράδειγμα αποτελεί η παρερμήνευση του έργου του από τους οπαδούς του ναζισμού, κυρίως εξαιτίας παρεμβάσεων της αδερφής του στα γραπτά του Νίτσε, μετά τον θάνατό του.


Ο Νίκος Καζαντζάκης γράφει για τον Φ. Νίτσε

Μια μέρα εκεί που διάβαζα σκυμμένος στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, μια κοπέλα με ζύγωσε κι έγειρε από πάνω μου. Κρατούσε ανοιχτό ένα βιβλίο κι είχε βάλει το χέρι της κάτω από τη φωτογραφία ενός αντρός που ‘χε το βιβλίο, για να κρύψει τ’ όνομά του, και με κοίταζε με κατάπληξη. -Ποιος είναι αυτός; με ρώτησε δείχνοντάς μου την εικόνα. Σήκωσα τους ώμους: -Πώς θέλετε να ξέρω; Είπα.
-Μα είστε εσείς, έκαμε η κοπέλα, εσείς, απαράλλαχτος. Κοιτάχτε το μέτωπο, τα πυκνά φρύδια, τα βαθουλά μάτια. Μονάχα που αυτός είχε χοντρά κρεμαστά μουστάκια, κι εσείς δεν έχετε.
Κοίταξα αλαφιασμένος: -Ποιος είναι λοιπόν; Έκανα προσπαθώντας ν’ αναμερίσω το χέρι της κοπέλας, να δω τ’ όνομα.
-Δεν τον γνωρίζετε; Πρώτη φορά τον βλέπετε;
Ο Νίτσε! Ο Νίτσε! Είχα ακούσει τ’ όνομά του, μα δεν είχα ακόμα τίποτα διαβάσει δικό του.
-Δε διαβάσατε τη Γένεση της Τραγωδίας, το Ζαρατούστρα του; Για τον Αιώνιο Γυρισμό, για τον Υπεράνθρωπο;
-Τίποτα, τίποτα, απαντούσα ντροπιασμένος, τίποτα.
-Περιμένετε! Είπε κι έφυγε η κοπέλα πεταχτή.
Σε λίγο μου ‘φερνε το Ζαρατούστρα.
-Να, είπε γελώντας, να λιονταρίσια θροφή για το μυαλό σας – αν έχετε μυαλό. Κι αν το μυαλό σας πεινάει.
Ετούτη στάθηκε μια από τις πιο αποφασιστικές στιγμές της ζωής μου. Εδώ, στη Βιβλιοθήκη της Άγιας Γενεβιέβης, με τη μεσολάβηση μιας άγνωστης φοιτήτριας, μου ‘χε στήσει καρτέρι η μοίρα μου. Εδώ με περίμενε, φλογερός, αιματωμένος, μεγάλος πολεμιστής, ο Αντίχριστος. Στην αρχή με κατατρόμαξε. Τίποτα δεν του ‘λειπε: αναίδεια κι αλαζονεία, μυαλό απροσκύνητο, λύσσα καταστροφής, σαρκασμός, κυνισμός, ανόσιο γέλιο, όλα τα νύχια, τα δόντια και τα φτερά του Εωσφόρου.
Μα με είχε συνεπάρει η ορμή του κι η περηφάνια, με είχε μεθύσει ο κίντυνος και βυθίζουμουν μέσα στο έργο του με λαχτάρα και τρόμο, σα να ‘μπαινα σε βουερή ζούγκλα, γεμάτη πεινασμένα θεριά και ζαλιστικά σερνικολούλουδα. Βιάζουμουν να τελειώσουν τα μαθήματα στη Σορβόννη, να βραδιάσει, να γυρίσω σπίτι, να ‘ρθει η σπιτονοικοκυρά να ανάψει το τζάκι και ν’ ανοίξω τα βιβλία του –πυργώνουνταν όλα απάνω στο τραπέζι μου– και να αρχίζω μαζί του το πάλεμα.
Σιγά σιγά είχα συνηθίσει τη φωνή του, την κομμένη ανάσα του, τις κραυγές του πόνου του. Δεν ήξερα, τώρα το μάθαινα, πως κι ο Αντίχριστος αγωνίζεται κι υποφέρει όπως κι ο Χριστός και πως κάποτε, στις στιγμές του πόνου τους, τα πρόσωπά τους μοιάζουν. Ανόσιες μου φάνταζαν βλαστήμιες τα κηρύγματά του, κι ο Υπεράνθρωπός του δολοφόνος του Θεού.
Κι όμως μια μυστική γοητεία είχε ο αντάρτης ετούτος, μαυλιστικό ξόρκι τα λόγια του, που ζάλιζε και μεθούσε κι έκανε την καρδιά σου να χορεύει. Αλήθεια, ένας χορός διονυσιακός ο στοχασμός του, ένας όρθιος παιάνας που υψώνεται θριαμβευτικά στην πιο ανέλπιδη στιγμή της ανθρώπινης κι υπερανθρώπινης τραγωδίας. Καμάρωνα, χωρίς να το θέλω, τη θλίψη του, την παλικαριά του και την αγνότητα και τις στάλες τα αίματα που περιράντιζαν το μέτωπό του, σαν να φορούσε και τούτος, ο Αντίχριστος, αγκάθινο στεφάνι.
Σιγά σιγά, χωρίς να το ‘χω διόλου συνειδητά στο νου μου, οι δυο μορφές, Χριστός κι Αντίχριστος, έσμιγαν. Δεν ήταν λοιπόν ετούτοι οι δυο, προαιώνιοι οχτροί, δεν είναι ο Εωσφόρος αντίμαχος του Θεού, μπορεί ποτέ το Κακό να μπει στην υπηρεσία του Καλού και να συνεργαστεί μαζί του; Με τον καιρό όσο μελετούσα το έργου του αντίθεου προφήτη, ανέβαινα από σκαλί σε σκαλί σε μια μυστική παράτολμη ενότητα. Το Καλό και το Κακό, έλεγα, είναι οχτροί, να το πρώτο σκαλοπάτι της μύησης.
Το Καλό και το Κακό είναι συνεργάτες, αυτό είναι το δεύτερο, το πιο αψηλό σκαλοπάτι της μύησης. Το Καλό και το Κακό είναι ένα! Αυτό ‘ναι το πιο αψηλό, όπου ως τώρα μπόρεσα να φτάσω σκαλοπάτι. […] Λιονταρίσια η τροφή που με τάισε ο Νίτσε στην πιο κρίσιμη, την πιο πεινασμένη στιγμή της νιότης. Θράσεψα, δεν μπορούσα πια να χωρέσω στο σημερινό άνθρωπο, όπως εκατάντησε, μήτε στο Χριστό, όπως τον κατάντησαν.
Α! φώναζα αγαναχτισμένος, η παμπόνηρη θρησκεία που μετατοπίζει τις αμοιβές και τιμωρίες σε μελλούμενη ζωή, για να παρηγορήσει τους σκλάβους, τους κιότηδες, τους αδικημένους, και να μπορέσουν να βαστάξουν αγόγγυστα τη σίγουρη ετούτη επίγεια ζωή και να σκύβουν υπομονετικά το σβέρκο στους αφεντάδες! Τι οβραίικη Αγία Τράπεζα η θρησκεία ετούτη, που δίνεις μια πεντάρα στην επίγεια ζωή κι εισπράττεις αθάνατα εκατομμύρια στην άλλη! Τι απλοϊκότητα, τι πονηριά, τι τοκογλυφία! Όχι, δεν μπορεί να ‘ναι λεύτερος που ελπίζει Παράδεισο ή που φοβάται την Κόλαση.
Ντροπή πια να μεθούμε στις ταβέρνες της ελπίδας! Ή κάτω στα υπόγεια του φόβου. Πόσα χρόνια και δεν το ‘χα καταλάβει, κι έπρεπε να ‘ρθει ο άγριος ετούτος προφήτης να μου ανοίξει τα μάτια! […] Κι άξαφνα η Εκκλησία του Χριστού, όπως την κατάντησαν οι ρασοφόροι, μου φάνταξε μια μάντρα, όπου μερόνυχτα βελάζουν, ακουμπώντας το ένα στο άλλο, χιλιάδες πρόβατα κυριεμένα από πανικό κι απλώνουν το λαιμό κι αγλείφουν το χέρι και το μαχαίρι που τα σφάζει. Κι άλλα τρέμουν γιατί φοβούνται πως θα σουβλίζουνται αιώνια στις φλόγες, κι άλλα βιάζουνται να σφαχτούν για να βόσκουν στους αιώνες των αιώνων σε αθάνατο ανοιξιάτικο χορτάρι.[…]


Τετάρτη, 9 Οκτωβρίου 2013

"Είναι η αγάπη... " από την "Γκόλφω"

......................................................


"Είναι η αγάπη..."

από την "Γκόλφω" του Περεσιάδη 
και την παράσταση του Εθνικού Θεάτρου (2013)
σε σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου





"Το σώμα του Πατρίς Σερώ" της Άννας Δαμιανίδη (www.protagon.gr, 9/10/2013)

...................................................

Το σώμα του Πατρίς Σερώ


  Άννα Δαμιανίδη

της Άννας Δαμιανίδη

 

 


Από την παράσταση στην Αθήνα θυμάμαι μόνο την παρουσία του. Το 2006 διάβαζε το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο Ιλίσσια, δεν είχα εισιτήριο, πήγα μόνη μου και στήθηκα απ' έξω να βρω κάποιον που δεν ήθελε το δικό του. Έτσι κάνω πάντα όταν δεν έχω εισιτήριο - και πάντα βρίσκω.
Τι διάβαζε, τι έλεγε, τι λέει το κείμενο, δεν θυμάμαι λέξη. Μόνο το σώμα του Σερώ, μόνο του στη σκηνή με μια φανέλα να ιδρώνει, να περνάει κάθε λέξη μέσα απο τους μυς των ώμων.
Είχα πρωτοδεί παράστασή του στη Γαλλία, τον Πέερ Γκυντ του Ίψεν. Κρατούσε εφτά ώρες χωρισμένες σε δυο μέρες, Σαββατοκύριακο στη Λυών, κι είχα ταξιδέψει με μια φίλη μου από το Παρίσι για να το δούμε. Εκείνη την εποχή, 1980, είχαν αρχίσει να κάνουν τέτοιες μαραθώνιες παραστάσεις τολμηροί και γνωστοί σκηνοθέτες. Είχα δει την Ορέστεια του Αισχύλου, ολόκληρη την τριλογία σε οκτώ συνεχόμενες ώρες, σε σκηνοθεσία του Πέτερ Στάιν, γερμανικά δηλαδή που δεν καταλάβαινα λέξη. Λίγα χρόνια μετά είχε έρθει κι εδώ εκείνη η παράσταση.
Ο Πέερ Γκυντ είναι έργο παράξενο, μια αναζήτηση ταυτότητας μέσα από μυθολογικές περιπέτειες, γεμάτο φιλοσοφικό άγχος και παραδοσιακές πινελιές. Σα να αναζητάς τον πυρήνα του κρεμμυδιού, όπως λέει συνέχεια ο ίδιος, να ξεφλουδίζεις, να ξεφλουδίζεις, και τελικά να τελειώνει το κρεμμύδι χωρίς να βρίσκεις πυρήνα, διότι απλώς το κρεμμύδι είναι έτσι, όλο χιτώνες, δεν έχει άλλο τίποτε μέσα. Αυτή η πικρή και αστεία διαπίστωση του ήρωα επανερχόταν συνεχώς μέσα από τις ονειρικές εικόνες του έργου όπου κυριαρχούσε το μαύρο χρώμα. Ήταν από τις πιο συγκλονιστικές θεατρικές εμπειρίες που έχω αξιωθεί. Εκείνη τη χρονιά είδα ακόμα και το Μεφιστό του Κλάους Μαν παιγμένο από τη Μνούσκιν. Παραστάσεις που σε γέμιζαν ξέχειλα για μήνες. Νόμιζα ότι είχα αγγίξει το όριο της δύναμης του θεάτρου. Ίσως είχα δίκιο. Δεν μπορώ να βρω κάτι που να μου προξένησε τέτοια αναστάτωση τα επόμενα χρόνια, αλλά βέβαια παίζει ρόλο και η ηλικία. Όταν μεγαλώνει κανείς συγκινείται πιο δύσκολα.
Ξανάδα Σερώ στην τηλεόραση, όλη τη σειρά από τις όπερες του Βάγκνερ που είχε σκηνοθετήσει, στο Μπαϊρόιτ νομίζω. Έφτιαχνε πάλι ονειρικό περιβάλλον, αλλά οι ιστορίες του Νιμπελούνγκεν δεν μπόρεσαν να με συγκινήσουν όσο του Πέερ Γκυντ. Είχα μια χαλασμένη ασπρόμαυρη τηλεόραση που έπρεπε να κρατάς την κεραία για να δουλεύει, με θυμάμαι στο κρεβάτι, στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης, να κρατάω ένα σύρμα για να δουλεύει η οθόνη και να βλέπω τις Βαλκυρίες με τα πέπλα τους και κάποια παρόμοια απελπισία να παλεύουν με το σκοτάδι του Σερώ.
Σώματα πάλι θυμάμαι από το κινηματογραφικό του έργο «Βασίλισσα Μαργκό», νεκρά σώματα τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου να γεμίζουν την οθόνη. Το σώμα στον πόνο και στην απόλαυση ήταν σταθερό αντικείμενο της έρευνάς του στις εικόνες. Χαίρομαι που πρόλαβα να δω το δικό του σώμα πάνω στη σκηνή σαν ένα υπερευαίσθητο όργανο μέτρησης πανανθρώπινων παθών. Αυτό που κάνει το θέατρο δηλαδή, σε κάθε περίπτωση.
Καθώς πέρασαν τα χρόνια κι οι εικόνες μπερδεύονται, θα μου μείνει το δικό του πρόσωπο σαν Πέερ Γκυντ. Τόσα χρόνια μετά αναρωτιέμαι αν ήταν οι εικόνες που είχε φτιάξει ο σκηνοθέτης γοητευτικές κι υποβλητικές, ή η ίδια η περιπέτεια του ήρωα που κατάφερε να με συγκινήσει τότε, αυτή η διαρκής φιλοσοφική και κάπως μάταιη αναζήτηση. Θα έπρεπε να ξαναδώ τον Πέερ Γκυντ για να καταλάβω, αλλά θα ήταν σα να ξυπνάω από ένα ζωντανό ακόμα όνειρο.
(Ο Σερώ πέθανε τη Δευτέρα στο Παρίσι. Ήταν 69 ετών)
ένα άρθρο των πρωταγωνιστών

Δευτέρα, 7 Οκτωβρίου 2013

Πέθανε ο Πατρίς Σερώ (www.lifo.gr, 7/10/2013)


..........................................................

              Πέθανε ο Πατρίς Σερώ

                 σε ηλικία 68 ετών από καρκίνο του πνεύμονα






Για το βιογραφικό του Πατρίς Σερώ , δες, για αρχή, εδώ: http://www.lifo.gr/now/culture/34954


Κι εδώ μια μουσική του Γκόραν Μπρέγκοβιτς από τη "βασίλισσα Μαργκό" την ταινία του Πατρίς Σερώ (1994)



Τετάρτη, 2 Οκτωβρίου 2013

[Σκοτώθηκε ο ηθοποιός Τζουλιάνο Τζέμα, γνωστός από τα «σπαγγέτι γουέστερν»] (http://www.kerdos.gr, 2/10/2013)

..........................................................

Σκοτώθηκε ο ηθοποιός Τζουλιάνο Τζέμα, γνωστός από τα «σπαγγέτι γουέστερν»


Ο ηθοποιός Τζουλιάνο Τζέμα, γνωστός από τον ρόλο του "Ρίνγκο" στα "σπαγγέτι γουέστερν", σκοτώθηκε χθες το βράδυ σε ηλικία 75 ετών σε τροχαίο που σημειώθηκε κοντά στη Ρώμη, ανακοίνωσαν τα μέσα ενημέρωσης.

Γεννημένος τον Σεπτέμβριο του 1938 στη Ρώμη, ο Τζουλιάνο Τζέμα ξεκίνησε την καριέρα του στον κινηματογράφο σε ηλικία 18 ετών ως κασκαντέρ.

Ο Τζέμα συμμετείχε σε 73 κινηματογραφικές ταινίες και σε 25 τηλεοπτικές σειρές και συνεργάστηκε με πάρα πολλούς και γνωστούς ηθοποιούς, παραγωγούς και σκηνοθέτες στη διάρκεια της καριέρας του, όπως ο Τσάρλτον Ίστον στο "Μπεν Χουρ" και ο Αλέν Ντελόν στον "Γατόπαρδο" του Λουκίνο Βισκόντι το 1962, αλλά και οι Κερκ Ντάγκλας, Ρίτα Χέιγουορθ, Χένρι Φόντα, Λιβ Ούλμαν, Φιλίπ Νουαρέ και Κατρίν Ντενέβ.

Σχολιάζω και αποχαιρετώ: Δεν ήταν σπουδαίος ηθοποιός ο Τζουλιάνο Τζέμα, ή επι το αμερικανικότερον Μοντγκόμερι Γουντ. Ωραίος άντρας ήταν, κάτι σαν Νίκος Κούρκουλος της Ιταλίας, ας πούμε. Ωστόσο κάνω αυτό το "αποχαιρετιστήριο" σχόλιο για να τιμήσω έναν ηθοποιό που συντρόφεψε  τα καλοκαίρια μου στα τέλη της δεκαετίας του 60, αρχές αυτής του 70, καθώς δεν έχανα γουέστερν όπου πρωταγωνιστούσε . Δεν ξόδεψα λεφτά για εισιτήριο στους κινηματογράφους που παιζόντουσαν οι ταινίες του. Είχα το προνόμιο να τις βλέπω από την ταράτσα του σπιτιού μας που ήταν πίσω από ένα θερινό σινεμά που δεν υπάρχει πια, στα Πετράλωνα. Ήταν για τα 2-3 χρόνια της προεφηβείας ο ήρωας - πρότυπο που θέλαμε η αγοροπαρέα της γειτονιάς να του μοιάζουμε. Ταλαιπωρημένος και φτωχός, αλλά ανίκητος, αν και έπαιξε και αρνητικούς ήρωες (ρόλους κακοποιού), δίκαιος από μόνος του αλλά και υπερασπιστής των αδικημένων,  αντικείμενο του πόθου αγαθών και "καταραμένων" γυναικών φαντασιωνόμαστε ότι ανάλογη τύχη μας περίμενε κι εμάς στη μίζερη ζωή της γειτονιάς την εποχή της  χούντας. Παρότι λιγότερο ορίτζιναλ από τον Κλιντ Ίστγουντ, άρεσε περισσότερο για το ανάλαφρο νεανικότερο στίλ του. Ο Ίστγουντ ήταν πιο βαρύς αλλά και πιο κατασταλαγμένος στη βρωμιά του από την οποία, εν αντιθέσει με τον Τζέμα, δεν ήθελε να βγει. Καουμπόι-καλό παιδί ο Τζέμα, που χάλαγε γιατί αναγκαζόταν, από την κακούργα κοινωνία - αντίπαλο δέος του "κακού" Φερνάντο Σάντσο που έπαιξε και στον ελληνικό κινηματογράφο τον καιρό της χούντας. "Λίγος" λοιπόν ο Τζουλιάνο, συμβάδισε με τη μιζέρια μιας εποχής στη χώρα μας που "έσπρωχνε'' στανικά τον καιρό να τον πάει λίγο πιο κει, όσο την άφηναν να πάει δυνάμεις που την χειραγωγούσαν  μέσα κι έξω και που ακόμα και σήμερα την χειραγωγούν.