Πέμπτη, 29 Αυγούστου 2013

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: ο σκηνοθέτης της ανθρώπινης ψυχής (http://entertainment.in.gr, 27 Αυγούστου 2013)

..........................................................

Ίνγκμαρ Μπέργκμαν: ο σκηνοθέτης της ανθρώπινης ψυχής
 
Δημοσίευση: http://entertainment.in.gr, 27 Αυγούστου 2013
 
Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, ένας από τους πιο σημαντικούς κινηματογραφιστές στην ιστορία του κινηματογράφου. Φέτος συμπληρώνονται έξι χρόνια από το θάνατό του. Aυτές τις μέρες προβάλλεται ήδη στους κινηματογράφους μια από τις πιο προσωπικές του ταινίες, η «Περσόνα», που ο ίδιος θεωρούσε πως ήταν μια από τις πιο σημαντικές του, ενώ από την επόμενη πέμπτη (29/8) θα προβληθεί «Η Πηγή των Παρθένων», που το 1961 κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.
Το Home Cinema σάς παρουσιάζει σε αυτό το μικρό αφιέρωμα τον σπουδαίο σκηνοθέτη και σεναριογράφο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
 

Ο σουηδός σκηνοθέτης και σεναριογράφος Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (Ingmar Bergman) γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου του 1918 στην Ουψάλα της Σουιδίας.
Ο πατέρας του ήταν λουθηριανός πάστορας, ενώ η μητέρα του, ήταν μια φιλότεχνη γυναίκα, που εγκατέλειψε νωρίς την επιθυμία της για διαζύγιο, αφού ήταν κάτι πολύ δύσκολο την εποχή εκείνη στη Σουηδία. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, στο οποίο πρωταγωνιστούσε ο πατέρας του, ο Ίνγκμαρ δέχτηκε μια ανατροφή βασισμένη σε έννοιες όπως αμαρτία, εξομολόγηση, τιμωρία και συγχώρεση.

H βραβευμένη με Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1984: «Φάνι και Αλέξανδρος» - 1983

Τα βιώματά του αυτά καθρεπτίζονται σε όλο του το έργο. Όπως για παράδειγμα, στην ταινία «Η Πηγή των Παρθένων», όπου ίδιος σχολίασε: «Η επανάστασή μου ενάντια στην αστική κοινωνία ήταν η επανάσταση-κατά-του-πατέρα». Αλλά και η σχέση του με τη μητέρα του υπήρξε επίσης ταραγμένη, μια σχέση την οποία αποτύπωσε χρόνια μετά στις ταινίες «Περσόνα», το 1966 και «Κραυγές και Ψίθυροι», το 1972. Ως καταπιεσμένος έφηβος βρήκε καταφύγιο στις σελίδες των Νίτσε, Μπαλζάκ και Ντοστογέφσκι.

«Περσόνα» - 1966

Υπήρχαν όμως και φωτεινές στιγμές κατά την παιδική του ηλικία: «Στην οικογένειά μας είχαμε μια πλούσια θεία που μας έκανε καταπληκτικά Xριστουγεννιάτικα δώρα. Τη θεωρούσαμε τόσο δική μας, που την περιλαμβάναμε ακόμα και στις προσευχές μας πριν κοιμηθούμε. Πρέπει να ήμουν εννιά-δέκα χρονών, όταν έγινε αυτό που θα σας διηγηθώ. Ανάμεσα στα δώρα της θείας Άννας […] ξεχώρισα ένα πακέτο που πάνω του έγραφε «Φόρσνερ». Φυσικά αμέσως κατάλαβα ότι μέσα είχε μια μηχανή προβολής. Επί δύο χρόνια με έτρωγε η επιθυμία να αποκτήσω μια, αλλά με θεωρούσαν πολύ μικρό [… ] Ε, μπορείτε να φανταστείτε την απογοήτευσή μου όταν διαπίστωσα ότι το δώρο προοριζόταν για τον μεγαλύτερο αδερφό μου – ήταν τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος από μένα’ αυτός πήρε τη μηχανή προβολής και εγώ ένα αρκουδάκι.
Ήταν μια από τις μεγαλύτερες απογοητεύσεις της ζωής μου. Γιατί στο κάτω κάτω ο αδερφός μου δεν έδινε δεκάρα για τον κινηματογράφο. Είχαμε όμως και οι δύο σωρούς ολόκληρους από μολυβένια στρατιωτάκια. Έτσι λοιπόν, τη δεύτερη μέρα των Χριστουγέννων, μου πούλησε τη μηχανή προβολής με αντάλλαγμα το μισό μου στρατό, και από τότε με νικούσε σε όλους τους πολέμους. Εγώ όμως είχα δικιά μου μηχανή προβολής».

Η αυτοβιογραφική ταινία «Φάνι και Αλέξανδρος» - 1983

Ο Μπέργκμαν μεγάλωσε στη Στοκχόλμη, όπου και σπούδασε, στο Τμήμα Ιστορίας και Φιλολογίας του πανεπιστημίου της πόλης, εκεί άρχισε να ασχολείται με τη σκηνοθεσία, πρώτα στο θέατρο και αργότερα στον κινηματογράφο.

Η βραβευμένη με Χρυσό Φοίνικα «Έβδομη Σφραγίδα» - 1957

Εργάστηκε στα σημαντικότερα θέατρα της Σουηδίας ανεβάζοντας έργα των Στρίντμπεργκ, Σαίξπηρ, Πιραντέλο, Καμύ, Ουίλιαμς, Ζαν Ανούιγ, Μπρεχτ, Τσέχοφ, καθώς και δικά του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του '40 ξεκίνησε να σκηνοθετεί ταινίες, με σενάρια που είχε γράψει ο ίδιος. Το μεγαλύτερο μέρος των ταινιών αυτών τον ανέδειξαν διεθνώς ως έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του κινηματογράφου.

Βαθιά επηρεασμένος από τη σκέψη του Κίρκεγκωρ και τον υπαρξισμό και τις ψυχαναλυτικές θεωρίες του Φρόυντ και του Γιούνγκ, ο Μπέργκμαν, μέσα από το έργο του, εστίασε όχι τόσο στην κοινωνία ή στην ιστορία, όσο στο ίδιο το άτομο. Υπήρξε ένας οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής. Οι ταινίες του καταπιάνονται με θέματα όπως η αδυναμία της ουσιαστικής επικοινωνίας μεταξύ των ανθρώπων, την αντιπαράθεση του ανθρώπου με τον εαυτό του και με τον Θεό και την αμφισβήτηση του τελευταίου, την ανάλυση των διαπροσωπικών σχέσεων και κυρίως των σχέσεων μεταξύ των δύο φύλων καθώς και την αναζήτηση του νοήματος της ζωής. Οι περισσότερες ταινίες του έχουν πολλά δικά του βιωματικά στοιχεία, που συχνά ανατρέχουν πίσω στη δύσκολη παιδική ηλικία που είχε.

«Άγριες Φράουλες» 1957

Ο ίδιος χαρακτηριστικά λέει: «Είμαι ένας σταθμός ραντάρ. Πιάνω διάφορα πράγματα και τα αντανακλώ σαν καθρέφτης ανακατεμένα με μνήμες, όνειρα και ιδέες. Είναι ο πόθος και η θέληση της δημιουργίας» και παρακάτω συμπληρώνει «[…] Οι σχέσεις μου με τις ίδιες μου τις δημιουργίες είναι τόσο παράξενες’ συχνά όταν γράφω και γυρίζω μια ταινία βρίσκομαι μέσα σε ένα πραγματικό κέλυφος. Δεν αναλύω σχεδόν καθόλου τι κάνω και γιατί το κάνω. Την αιτιολογώ αργότερα. Τα πραγματικά μου κίνητρα βγαίνουν, μάλλον, ύστερα από κάμποσο καιρό».

«Η Έβδομη Σφραγίδα» 1957

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 και μετά εγκαταλείπει τη χρήση συμβολισμών και αλληγοριών που κυριαρχούσαν σε παλαιότερες ταινίες του όπως στην αριστουργηματική «Έβδομη Σφραγίδα» και τις «Άγριες Φράουλες» ή στην «Τριλογία της Σιωπής» και περνά σε περισσότερο λιτές σκηνοθεσίες, ερευνώντας κυρίως τη γυναικεία ψυχοσύνθεση και την προσπάθεια του ανθρώπου να γνωρίσει τον εαυτό του.

«Φθινοπωρινή Σονάτα» - 1978

Από το 1970 και μετά γύρισε τις ταινίες «Η επαφή» το 1970, «Κραυγές και Ψίθυροι» το 1972, «Πρόσωπο με Πρόσωπο» το 1975, «Το Αυγό του Φιδιού» το 1977, «Φθινοπωρινή Σονάτα» το 1978 και «Οι Μαριονέτες» το 1980.

«Σκηνές από έναν Γάμο» το 1973

Σε αντίθεση με άλλους μεγάλους σκηνοθέτες που τήρησαν αρνητική στάση απέναντι στην τηλεόραση, ο Μπέργκμαν σκηνοθέτησε πολλές τηλεοπτικές διασκευές θεατρικών έργων, αλλά και σειρές ή ταινίες για την τηλεόραση που μεταφέρθηκαν και στον κινηματογράφο, συχνά σε συντομότερες εκδοχές, όπως «Σκηνές από έναν Γάμο» το 1973, «Ο Μαγεμένος Αυλός» το 1974, το ντοκιμαντέρ «Οι Άνθρωποι του Φάρο» το 1979, το αυτοβιογραφικό «Φάνι και Αλέξανδρος» το 1983, που απέσπασε πολλά βραβεία σε διεθνή φεστιβάλ, μεταξύ των οποίων και Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1984, και το «Μετά την Πρόβα» το 1984.
Μετά το γύρισμα της τελευταίας του ταινίας, συνέχισε να ασχολείται με τη σκηνοθεσία στο θέατρο και με τη συγγραφή σεναρίων, κάποια από τα οποία γυρίστηκαν ταινίες, όπως «Οι Καλύτερες Προθέσεις» το 1991 του Μπιλ Άουγκουστ και «Το Παιδί της Κυριακής» το 1992 του γιου του Ντάνιελ Μπέργκμαν.


Το 1987 εξέδωσε την αυτοβιογραφία του με τον τίτλο «Η Μαγική Κάμερα» και το 1990 μια συλλογή από σκέψεις του υπό τον τίτλο «Εικόνες».

Για το συνολικό του έργο έχει τιμηθεί με πολλές διακρίσεις, όπως το Μεγάλο Χρυσό Παράσημο της Σουηδικής Ακαδημίας Γραμμάτων και Τεχνών το 1977, το Βραβείο της Βρετανικής Ακαδημίας Κινηματογράφου και Τηλεόρασης το 1987, το Ειδικό Βραβείο Φελίξ το1988 και το Βραβείο Ζόνινγκ του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης το 1989. Επίσης, από το 1978 έχει θεσμοθετηθεί κινηματογραφικό βραβείο με το όνομά του από το Σουηδικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου.


Προσωπική ζωή:
Ο Μπέργκμαν παντρεύτηκε συνολικά πέντε φορές. Οι τέσσερις πρώτοι γάμοι του κατάληξαν σε διαζύγιο, ενώ ο πέμπτος τελείωσε όταν η συζηγός του, Ingrid von Rosen, πέθανε το 1995 από καρκίνο. Επιπλέον ο Μπεργκμαν είχε σχέσεις με αρκετές από τις πρωταγωνίστριές του όπως με την Χάριετ Άντερσον (1952–55), την Μπίμπη Άντερσον (1955–59), και την Λιβ Ούλμαν (1965–70). Συνολικά απέκτησε εννέα παιδιά.


Πέθανε στις 30 Ιουλίου του 2007, σε ηλικία 89 χρονών.

Πληροφορίες ΙΜDb, Wikipedia, αποσπάσματα από το βιβλίο "Ο Μπέργκμαν Μιλάει για τον Μπέργκμαν" εκδόσεις Ροές.
 
Επιμέλεια: Χριστίνα Φωτιάδη

Τετάρτη, 28 Αυγούστου 2013

"Μοναχικές Γυναίκες" / ένα τραγούδι των Αλιβιζάτου-Βαρδή, αφιερωμένο στα κορίτσια του Ναυπλίου

......................................................




Μοναχικές Γυναίκες 

Στίχοι: Σαράντης Αλιβιζάτος 
Μουσική: Αντώνης Βαρδής
 Πρώτη εκτέλεση: Γλυκερία - Ελένη Δήμου - Τάνια Τσανακλίδου 

Είναι βραδιές που θέλω κάπου να μιλήσω, 
από ένα χέρι να πιαστώ, 
να βγω έξω να ζήσω, για ένα τσιγάρο, ένα ποτό, 
να πιάσω κάποιον να του πω: "δώσ' μου το χρόνο σου... 
κι εγώ θα γείρω το κεφάλι μου στον ώμο σου." 

Μα η τρομαγμένη μου καρδιά μου λέει: "δε γίνεται".
 Στου πρώτου άγνωστου το πρώτο "γεια" δεν παραδίνεται. 

Εγώ δεν ξέρω αν έχω στάλα λογική. 
Φτάνω στο σπίτι, λέω "μπαίνω φυλακή". 
Εκείνος έρχεται κοντά μου, μ' αγκαλιάζει 
κι ύστερα μόνος στα προβλήματα βουλιάζει. 
Παραπονιέται, βλαστημάει τον εαυτό του, 
και λίγο πριν το τελευταίο χασμουρητό του 
με πιάνει κρίση, σέρνεται απάνω μου τον έρωτα να ζήσει. 

Κι εγώ είμαι μόνη, για χρόνια έχτιζα έναν τοίχο. 
Ύστερα τρόμαξα και θέλησα να φύγω.
 Άρχισα τότε με αγωνία να γκρεμίζω, 
να λέω "βοήθα με, Χριστέ" και να δακρύζω. 
Πήρα τους δρόμους και διέξοδο ζητούσα, 
χαμένα όνειρα και χρόνια κυνηγούσα. 
Καπνός και σκόνη, και όλα γύρω μου φωνάζουν "είμαι μόνη". 

Οι πιο μεγάλες νύχτες είναι αυτές που κλαις και δε σ' ακούν. 
Θυμίζουνε γυναίκες, μοναχικές γυναίκες που πονούν.

Τρίτη, 27 Αυγούστου 2013

Καιροσκοπισμού Ανάγνωσμα: "Αριστοφάνους τύχαι" Του ΚΩΣΤΑ ΓΕΩΡΓΟΥΣΟΠΟΥΛΟΥ (Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 25 Αυγούστου 2013)


........................................................




Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 25 Αυγούστου 2013

Αριστοφάνους τύχαι

Στα ξένα πανεπιστήμια είναι κατάπτυστοι οι κλασικοί φιλόλογοι που θεωρούν πως ο Αριστοφάνης παίζεται σήμερα. Και έχουν δίκαιο οι ακραιφνείς φιλόλογοι, αν εννοούν πως ο Αριστοφάνης μπορεί να κατανοηθεί σήμερα χωρίς να αναλογιστεί, χωρίς να μεταφραστεί στα καθ' ημάς.
Φαντάζεστε το αδιέξοδο μετά 2.000 χρόνια ενός μεταφραστή ενός επιθεωρησιακού νούμερου Ελληνικού στα Αγγλικά που θα σατιρίζει κάποιον Κοσκωτά, κάποιον Σημίτη, έναν Τσοχατζόπουλο κι έναν Ρέμο; Εναν π.χ. Ρουβά που έπαιζε τις «Βάκχες» του Ευριπίδη; Πώς θα μετέφραζε ένα «κουλάρω», πώς θα αναλόγιζε ένα «σαξές στόρυ»;
Κακά τα ψέματα. Αριστοφάνης χωρίς αναλογιστική μετάφραση, θα τολμούσα να γράψω διασκευή, χωρίς να χαθεί, βέβαια, η ουσία και ο στόχος, αλλά και το ήθος και το ύφος και ο ρυθμός του, δεν νοείται.
Ετσι έπεσα από τα σύννεφα όταν διάβασα τη συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου, ακριβού φίλου, επ' ευκαιρία του «Πλούτου» του, να δηλώνει πως καταδικάζει τις έως τώρα αριστοφανικές παραστάσεις που διαστρεβλώνουν τον Αριστοφάνη και πως ο ίδιος φιλοδοξεί να αποκαταστήσει την τιμή του!
Μίλησε για αυθαιρεσίες, προσθήκες, επεμβάσεις και ξένα σώματα στον αυθεντικό Αριστοφάνη.
Ο «Πλούτος» είναι η τελευταία σωζόμενη κωμωδία του μεγάλου κωμωδιογράφου, ανήκει στη Μέση Κωμωδία μετά την κατάρρευση της Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όταν οι θεσμοί του Αστεως έχουν απονευρωθεί και οι πολίτες έχουν γίνει μικροαστοί, κλεισμένοι στο ασφαλές καβούκι τους. Χορηγοί πλούσιοι δεν υπάρχουν να καλύψουν τα έξοδα του χορού της κωμωδίας. Ετσι ο «Πλούτος» δεν έχει χορό!
Ο μέγας αναστήσας τον Αριστοφάνη στα σύγχρονα χρόνια και συγγραφέας διεθνούς κύρους μεταφρασμένου σε 5 γλώσσες βιβλίου («Ο Ζωντανός Αριστοφάνης») αείμνηστος Αλέξης Σολομός, που ανέβασε στο Εθνικό τις δέκα από τις ένδεκα σωζόμενες κωμωδίες του Αριστοφάνη (με θηρία: Νέζερ, Αρώνη, Ζερβός, Καρέζη, Χαλκούτση κ.τ.λ.), δεν ανέβασε ποτέ τον «Πλούτο» γιατί τον θεωρούσε εκτός κλασικού κανόνα, αφού δεν είχε χορό και παράβαση!!
Ο φίλος όμως Σαββόπουλος, που καταχέρισε όσους ασελγούν στο πρόσωπο του αυθεντικού Αριστοφάνη, όχι μόνο έχει χορό, όχι μόνο έγραψε δικούς του στίχους για το χορό, όχι μόνο εκτός από τη μουσική των χορικών παρενέβαλε και δικές του παλιές επιτυχίες αλλά και τραγούδι του μεγάλου Κώστα Γιαννίδη, έγραψε και ερμήνευσε και μία Παράβαση, σχολιάζοντας την πολιτική μας επικαιρότητα. Δηλαδή άλλαξε τα φώτα στον αριστοφανικό «Πλούτο», ό,τι καταλόγισε σε προηγούμενους, ανάμεσα στους οποίους και η αφεντιά μου, αφού φέτος στην «Ειρήνη» του ΚΘΒΕ παρενέβαλα στην Παράβαση (που έχει η κωμωδία από κούνια) και στίχους επίκαιρης σάτιρας, αναλογίζοντας ακατανόητες αναφορές για το σύγχρονο κοινό πολιτικών προσώπων και καταστάσεων του 388 π.Χ.!!
Αλλά να ήταν μόνο αυτό; Επειδή στον τόπο μας πάντα η αμνησία ή και η ηθελημένη άγνοια της ιστορίας και των πολιτιστικών δρώμενων ευδοκιμεί ή επειδή το ρεπορτάζ ή την κριτική ασκούν ή μειράκια αναλφάβητα ή αδιάβαστοι ρεμπεσκέδες ή προστάτες ήγουν νταβατζήδες του πολιτισμού, εκθειάζουν πρωτοποριακές ή άλλες τολμηρές πρωτοβουλίες, αγνοώντας πως οι πρωτοπόροι είναι κολαούζοι παλαιών όντως τολμηρών δημιουργών που ρίσκαραν.
Ας γυρίσουμε στην επέμβαση του Σαββόπουλου στον «Πλούτο». Πριν από περίπου 20 χρόνια ανέβηκε ο «Πλούτος» στο Ηρώδειο από το Εθνικό, με σκηνοθεσία Φασουλή και πρωταγωνιστές τον Αρμένη και τον Κιμούλη, με μουσική Κραουνάκη, στη δική του μετάφραση και στίχους χορικών της Λίνας Νικολακοπούλου. Η ίδια μουσική με τους ίδιους παρέμβλητους στίχους έδωσε νέα παράσταση με το ΔΗΠΕΘΕ Καβάλας, όταν διευθυντής του ήταν ο Κραουνάκης με σκηνοθέτη τον Νίκο Μαστοράκη. Ο Μαστοράκης με την ίδια μουσική και στίχους της Λίνας έφτιαξε την επιδαύρια παράσταση του «Πλούτου» με τον Λαζόπουλο.
Και να ήταν μόνο αυτό; Ο «Πλούτος» με δική μου μετάφραση και παρέμβλητους δικούς μου στίχους σε χορικά, με μουσική του Βασίλη Δημητρίου πήγε στην Επίδαυρο με Καρακατσάνη, Κωνσταντίνου και Σωτήρη Μουστάκα (Πενία και Ερμής)!!
Αρα ο Σαββόπουλος, ποντάροντας στην άγνοια κοινού και δημόσιων μεσολαβητών, έβαλε και αυτός το θαυματουργό χεράκι του στην αριστοφανική σύγχρονη αναλογική ερμηνεία.
Διαβάζω ότι η έξοχη Αμαλία Μουτούση επιτέλους (λένε οι πρόχειροι) έπαιξε σοβαρά την Πενία. Τάχα αγνοούν πως Πενία έχουν παίξει σοβαρά η Πιττακή, η Τουρνάκη, η Τασσοπούλου και η μεγάλη Ασπασία Παπαθανασίου; 

* Φιλόλογος, κριτικός 


Σχολιάζω: Δεν συνηθίζω σ' αυτό εδώ το ιστολόγιο να πολιτικολογώ, αλλά ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν, είναι και θα είναι ένας διανοούμενος καλλιτέχνης που δεν σ΄αφήνει ν' αγιάσεις. Πάντα επεδίωκε και πάντα θα επιδιώκει η δουλειά του, οι όποιες εκφράσεις της δημιουργικότητάς του να έχουν σχέση, για να μην πω να επεμβαίνουν, στην εκάστοτε επικαιρότητα. Ως εδώ κανένα πρόβλημα. 
   Αν έχω κάποιο προβληματισμό να καταθέσω, είναι αυτός που έχει να κάνει με τη συνεπή ή ασυνεπή στάση ανάμεσα στις διάφορες περιόδους της ζωής του (και του εκάστοτε δημόσιου λόγου που διακήρυξε) καθώς και με τη συνέπεια λόγων και έργων. Η ιδεολογικοπολιτική του διαδρομή από τον κοινωνικοπολιτικά "άστεγο" τροβαδούρο των δεκαετιών του '60 και '70 ("Χατζιδάκια μ', Θεοδωράκια μ' εσείς τρώτε και πίνετε / και μένα με τρώει η αρκούδα"), στην ελληνοορθοδοξία ("των ελλήνων οι κοινότητες φτιάχνουν άλλο γαλαξία") με φιλομητσοτακικό άρωμα και από κει στο "εκσυγχρονιστικό μπλοκ" των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004 (όπου συμμετείχε στις τελετές λήξης με ακατανόμαστους "καλλιτέχνες" και πολιτικούς) και στα γενέθλια με τούρτες απ' όπου ξεπηδούσαν Καλομοίρες πλαισιωμένες από Φυντανίδηδες και Λευτεροπαπαδόπουλους μέχρι το σημερινό κούνημα του δάχτυλου με απολογισμούς για σούσι. πούρα και τζιπούρες που μας οδήγησαν στην καταστροφή είναι χαρακτηριστική μιας και μόνης ιδιότητας: του καιροσκοπισμού του. Έτσι το να του καταμαρτυρεί ασυνέπεια καλλιτεχνική ο κ. Γεωργουσόπουλος, ασυνέπεια ανάμεσα σε καλλιτεχνικές διακηρύξεις περί των Αριστοφανικών παραστάσεων και στη δική του είναι πραγματικά σαν να ψάχνεις ψύλλους στ' άχυρα. Θα έλεγα ότι αντίθετα διακρίνεται για τη συνέπεια στον καιροσκοπισμό του. Και ενάντιος στις προσθήκες (τώρα θυμάμαι με λύπη την έξοχη "ανάγνωση" που είχε κάνει στον άλλο Αριστοφάνη των "Αχαρνέων" του, αλλά τότε διεκδικούσε την αυτονομία του απέναντι σε όλους και σε όλα τα πολιτικά και καλλιτεχνικά "μαγαζιά" - κόμματα και καλλιτεχνικούς θεσμούς και οργανισμούς) αλλά και πρόσθετος δασκαλίστικος ενοχοποιητικός, προς τους ανεύθυνους, λόγος. Ο Θόδωρος Πάγκαλος στον Αριστοφάνη. Το είδαμε κι αυτό...          

Δευτέρα, 26 Αυγούστου 2013

Ο Καβάφης και το αρχαίο δράμα / "Όταν ο Φύλαξ είδε το Φως" (από τα "Κρυμμένα ποιήματα", εκδ. "Ίκαρος", 1993))

.......................................................







Κωνσταντίνος Π.  Καβάφης

(1863 - 1933)








ΟΤΑΝ Ο ΦΥΛΑΞ ΕΙΔΕ ΤΟ ΦΩΣ (1900)


Χειμώνα, καλοκαίρι κάθονταν στην στέγη
των Ατρειδών κ’ έβλεπ’ ο Φύλαξ. Τώρα λέγει
ευχάριστα. Μακριά είδε φωτιά ν’ ανάβει.
Και χαίρεται· κι ο κόπος του επίσης παύει.
Είναι επίπονον και νύκτα και ημέρα,
στην ζέστη και στο κρύο να κοιτάζεις πέρα
το Αραχναίον για φωτιά. Τώρα εφάνη
το επιθυμητόν σημείον. Όταν φθάνει
η ευτυχία δίδει πιο μικρή χαρά
απ’ ό,τι προσδοκά κανείς. Πλην καθαρά
τούτο κερδήθηκε: γλιτώσαμ’ απ’ ελπίδας
και προσδοκίας. Πράγματα εις τους Ατρείδας
πολλά θα γίνουνε. Χωρίς να ‘ναι σοφός
κανείς εικάζει τούτο τώρα που το φως
είδεν ο φύλαξ. Όθεν μη υπερβολή.
Καλό το φως· κι αυτοί που έρχονται καλοί·
τα λόγια και τα έργα των κι αυτά καλά.
Και όλα ίσια να ευχόμεθα. Αλλά
το Άργος ημπορεί χωρίς Ατρείδας να
κάμει. Τα σπίτια  δεν είναι παντοτινά.
Πολλοί βεβαίως θα μιλήσουνε πολλά.
Ημείς ν’ ακούμε. Όμως δεν θα μας γελά
το Απαραίτητος, το Μόνος, το Μεγάλος.
Και απαραίτητος, και μόνος, και μεγάλος
αμέσως πάντα βρίσκεται κανένας άλλος.


από τα «Κρυμμένα ποιήματα» (1877;-1923) εκδ. «Ίκαρος» 1993
Φιλολογική επιμέλεια : Γ.Π.Σαββίδης

Σχόλια από την έκδοση: Γραμμένο το 1900. Το ποίημα είναι εμπνευσμένο από τον πρόλογο του Αγαμέμνονος  του Αισχύλου. Ο Φύλαξ, από τη σκοπιά της στέγης του ανακτόρου των Μυκηνών, είδε επιτέλους να ανάβει στο Αραχναίον η συνθηματική φωτιά που βεβαίωνε την άλωση της Τροίας.
Αραχναίον: δικόρυφο βουνό της Αργολίδας. Στην ψηλότερη κορυφή του (σημ. Προφήτης Ηλίας) υπήρχαν αρχαίοι βωμοί· εκεί θα ήταν και ο τελευταίος σταθμός πρωτόγονου τηλοπτικού συστήματος. (Σημείωση δική μου: πρόκειται για το σύστημα των φρυκτωριών, σύστημα από διαδοχικές φωτιές που άναβαν οι προγονοί μας στις πιο ψηλές κορυφές των βουνών της πατρίδας μας για να μεταδώσουν ειδήσεις από μακρινά πολεμικά μέτωπα στα οποία είχαν εμπλακεί πριν από πολύ καιρό, όπως πχ τα δέκα χρόνια του Τρωικού πολέμου).

 Σχολιάζω: Από τα «ιστορικά», αλλά και πολιτικο-φιλοσοφικά ποιήματα του Καβάφη. Για το ρόλο της ηγετικής προσωπικότητας στον γενικό ρουν της Ιστορίας. Ο ποιητής εδώ μάλλον προκρίνει την πεπερασμένη επιρροή του Ηγέτη μέσα στον ιστορικό χρόνο. Αντίθετα οι πολιτείες αντέχουν περισσότερο από τις δυναστείες («το Άργος ημπορεί  χωρίς Ατρείδας να κάμει») και οι λαοί («ημείς», στο ποίημα) ας μη γελαστούν από τους πρόθυμους υπηρέτες της προσωπολατρίας των ηγετών. Άλλους «απαραίτητους», «μόνους» και «μεγάλους» θα αναδείξουν οι καιροί. Ή μήπως θα τους βρουν και θα τους αναδείξουν οι λαοί από μόνοι τους;…

Μικρό αφιέρωμα : Δύο αποσπάσματα από το θεατρικό έργο τοτ Σλάβομιρ Μρόζεκ (1930-2013) "Δεύτερη Υπηρεσία" (εκδ. "Δωδώνη", 1985)

.........................................................




Σλάβομιρ Μρόζεκ  
 (1930 - 2013)





Από τη "Δεύτερη Υπηρεσία"

(μετάφραση Γιάννης Βαρβέρης)

Α' Πράξη

...Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Μα τι θέλεις από μένα;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Πολύ λίγα πράγματα.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Γρήγορα, να τελειώνουμε.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Θέλω να με ξαναγαπήσεις.
(Παύση)
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Αδύνατο.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Γιατί;
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί... Γιατί... δε ζεις.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Και λοιπόν; Συμφωνώ πως δεν είμαι σε φόρμα τον τελευταίο καιρό, ο έρωτας όμως δεν έχει να κάνει με την ομορφιά. Γι' αυτό και απευθύνομαι σε σένα. Αγάπησέ με και θα δεις , τ' άλλα θα 'ρθουν μόνα τους. Είναι το μόνο που σου ζητάω.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Και δεν μπορείς να το ξεπεράσεις;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Δεν καταλαβαίνεις σε τι κατάσταση βρίσκομαι; Κι αν έχω πεθάνει, τι μ' αυτό; Υπάρχουν και χειρότερα. Λίγο-λίγο με ξεχάσανε. Ακόμα και το πορτραίτο το πετάξανε στα σκουπίδια. Όλο και κάτι βρίσκεται βέβαια εδώ κι εκεί να με θυμίζει, αλλά όσο πάει και ξεθωριάζει, κάθε μέρα και πιο πολύ. Ό,τι έμεινε μόλις που φτάνει για να με κάνει να βγαίνω απ' τον τάφο μου και να ξεμουδιάζω λιγάκι περπατώντας. Και σε τι κατάσταση, ε; Ένα αερικό, ένα... φάντασμα διάφανο, ακριβώς όπως ένα σουβενίρ που ξεθωριάζει όλο και περισσότερο. Σβήνω, το νιώθω, το νιώθω ιδίως τις νύχτες. Κάποτε θάρθει η ώρα που δε θα μπορέσω να ξανασηκωθώ από τον τάφο μου, δε θάχω πια τη δύναμη να το κάνω. Θα μείνω εκεί ξαπλωμένος, ακίνητος, με το αυτί τεντωμένο, κι αν φωνάξω, κανένας δε θα μ' ακούσει. Ύστερα ούτε κι αυτό. Τίποτα πια. Θα γυρίσω στο τίποτα.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι μπορούμε να κάνουμε;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Η αγάπη θα μπορούσε να με σώσει. Αν ένα ξεχασμένο σουβενίρ μπορεί και με φέρνει τώρα εδώ μπροστά σου, φαντάσου η αγάπη... Θα ζωντάνευα. Δώσ' μου την αγάπη σου και θ' αναστηθώ. Φτάνει να μ' αγαπήσεις.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Δεν μπορώ.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Κάποτε φώναζες: "Ζήτω ο Μεγάλος Αρχηγός! Απόδειξέ μου τώρα πως το πίστευες. Τώρα ή ποτέ!
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Μα πίστεψέ με, Αρχηγέ...
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Σε πιστεύω. Θυμήσου τον όρκο σου.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Παλιές ιστορίες...*
 









Β' Πράξη:

...Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Εσύ ακόμα εδώ είσαι;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Ακόμα; Τώρα θα δεις!
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (στον Μικρό, δείχνοντας το Φάντασμα με την ομπρέλα του): Το γνωρίζεις;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Μ' αγαπάει.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Τι είπες;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Μόνος του το είπε.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (στον Μικρό): Είναι αλήθεια; 
(Ο Μικρός κάνει "ναι" δυο φορές με το κεφάλι, ύστερα δύο φορές "όχι", μετά "ναι", μετά "όχι", τελικά , κουνάει το κεφάλι του σαν να τον ενοχλεί το πουκάμισό του).
 Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (στο Φάντασμα): Θέλεις λοιπόν το γιό μου;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Αφού πέτυχα και με τον μπαμπά...
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Πάψε! Μπροστά στο παιδί!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Πρέπει να το ενημερώσεις για την παράδοση...
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Δε θα μου το κάνεις αυτό!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Νομίζω μάλιστα πως το προτιμώ.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Δε χόρτασες;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Μάλλον εσύ βαρέθηκες.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (στον Μικρό): Μην τον ακούς! (Παίρνει την ομπρέλα κάτω απ' τη μασχάλη του και με τα δυο του χέρια βουλώνει τ' αυτιά του Μικρού. Στο Φάντασμα): Σου απαγορεύω.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Νομίζεις πως μπορείς να μ' εμποδίσεις;
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Δε... δε θα το επιτρέψω. Είμαι ο πατέρας του.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Ευχαριστώ για το νέο!
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Θα του μιλήσω.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Πολύ θα χαρώ να σ' ακούσω.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, στο Μικρό: Δυστυχισμένο μου παιδί, μπαίνεις σε πολύ επικίνδυνο μονοπάτι. 
(Ο ΜΙΚΡΟΣ δείχνει με τους δείκτες του τα αυτιά του, θέλοντας να επι πως δεν ακούει. Ο Πατέρας του τα ελευθερώνει και ξαναρχίζει σε λίγο υψηλότερο τόνο): Δυστυχισμένο μου παιδί, μπαίνεις σε πολύ επικίνδυνο μονοπάτι. Και πώς τολμάς αλήθεια να 'χεις τέτοιες ύποπτες σχέσεις πίσω απ' την πλάτη μου; Δεν κάνεις καθόλου καλά. Περνάς τη νύχτα σου με πρόσωπα που δεν είναι της σειράς μας, κάνεις παρέα κι εγώ δεν ξέρω με ποιους, κάνεις ο Θεός ξέρει τι. Έτσι κάνουν τα καλά παιδιά; Για κάνε - χα να δω. ( Ο Μικρός εκτελεί) Βέβαια έχεις πιει.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Ήπιαμε ένα ποτηράκι παρέα.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Καλά, κι αυτό δεν είναι τίποτα. Το θέμα είναι με ποιον το ήπιες. Καλό μου παιδί, δεν ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις. με τέτοιες παρέες δημιουργείς σκάνδαλα κι εκθέτεις κι εμένα, ποιον; εμένα! Το ξέρεις πως, ιδίως στη σημερινή εποχή κινδυνέυβ να 'χω φασαρίς για χάρη του; Πίστεψέ με, αυτή η ξεπερασμένη ιδεολογία δεν είναι ιδανικός σύντροφος για σένα.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Μαλλον για είδωλο πρόκειται.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Δεν έχει σημασία, ξεπερασμένα πάντως. Εσύ να 'χεις σχέση μόνο μ' αυτούς που βρίσκονται ψηλά. (Δείχνει το ταβάνι). Αυτή είναι η συμβουλή μου. 
Ο ΜΙΚΡΟΣ: Πατέρα, είστε κι εσείς απ' αυτούς που βρίσκονται ψηλά;
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Εγώ δεν πέφτω ποτέ. Είμαι αξιοπρεπής άνθρωπος εγώ.
Ο ΜΙΚΡΟΣ: Ε λοιπόν εγώ δε θέλω να βρίσκομαι ψηλά.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Προτιμάς να σε πατάνε;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Τον καταλαβαίνω.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Προτιμάς αυτό το κάθαρμα;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Δεν προτιμάει τίποτε. Απλά, του φέρνεις φρίκη και αηδία. (Παύση)
 Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (πληγωμένος): Έτσι λοιπόν, του φέρνω φρίκη... Ποιος; Εγώ! Εγώ! Του φέρνω φρίκη! Τι εστέτ! Περίμενε λοιπόν και θα σου δείξω εγώ με τι μοιάζει (Δείχνει το Φάντασμα) Το ξέρω καλά αυτό το μούτρο, θα σου δείξω τώρα αμέσως τι κρύβει. Νόμισες πως πέτυχες καμιά πεταλουδίτσα; Κοίτα, λοιπόν! (Πλησιάζει το Φάντασμα, απλώνει το χέρι του για να του τραβήξει την περούκα αλλά προτού προλάβει, το Φάντασμα τη βγάζει μόνο του. Παύση).
Ο ΜΙΚΡΟΣ (αποσβολωμένος): Μα Κύριε δεν είστε... κυρία;
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ (πετώντας την κάπα): Ούτε κύριος είμαι. Είμαι κάτι πολύ περισσότερο κι από τους άντρες κι από τις γυναίκες μαζί. Κι απο΄τα παιδιά. Είμαι κάτι που δεν το 'χες γνωρίσει μέχρι τώρα, γιατί αυτός (δείχνει τον Πατέρα) δε σου 'χε μιλήσει ποτέ για μένα. Και ξέρεις γιατί;
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί δεν το άξιζες, κατααρμένε ισοπεδωτή της ιστορίας!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Καταραμένος; Κι από ποιον; Μήπως από σένα όταν μου εξέφραζες τον θαυμασμό σου και με διαβεβαίωνες για την πίστη σου; Ή μήπως όταν, ανακατεμένος με το πλήθος χαιρετούσες τη δόξα μου με το χέρι τεντωμένο; Ή μήπως όταν καμάρωνες στην παρέλαση ή όταν κατασκόπευες; Καταραμένος πότε; Εγώ, καταραμένος από σένα; Μα ειναι γελοίο. (Στον Μικρό). Όχι καλό μου, αν δεν μιλάει ποτέ για μένα, δεν είναι γιατί δε μ' αγάπησε ποτέ, όπως λέει σήμερα. Θέλεις να μάθεις γιατί;
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Γιατί αυτές δεν είναι ιστορίες για παιδιά. Γιατί δε θέλω να του διηγούμαι εγκλήματα. Αυτο δα έλειπε! Το παιδί μου είναι αθώο (Χαϊδεύει το κεφάλι του Μικρού). Δεν πρέπει να σκανδαλίζεται.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Τι λεπτότητα!
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Απαίσιε εγκληματία!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Διαταγές έδινα.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Τις ξέρουμε δα.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Ποιος τις εκτελούσε;
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Ήσουν ένας απαίσιος.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Ποιος τις καλυπτε; (Παύση) Άργησε να ξυπνήσει η συνείδησή σου. Δεν είναι φαίνεται και πολύ ευαίσθητη.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Έκανα ό,τι με διατάξανε.
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Κι εγώ διέταζα ό,τι γινότανε δεκτό.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Κι ήτανε πάρα πολύ!
ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Τίποτε περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. (Παύση. Το Φάντασμα προς τον Μικρό).  Όχι, αγόρι μου. Ο πατέρας σου ψάχνει τώρα να βρει ψευτοφυγάδες, άλλοτε όμως δεν τον ενοχλούσε να συνεργάζεται μαζί μου. Το 'κανε με την καρδιά του. Δε σου 'κρυψε την ύπαρξή μου για να προστατέψει το ήθος σου. θα σου πω εγώ γιατί το΄κανε. Το 'κανε γιατί μας φοβάται. Το μόνο που τον νοιάζει είναι να σώσει το τομάρι του. Ο καημένος, φοβάται γιατί ξέρει πως αν εμείς οι δυο συμμαχήσουμε, θα χάσει την εξουσία.
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ: Αυτό είναι συκοφαντία!


*ΤΟ ΦΑΝΤΑΣΜΑ: Μα ναι! Έχει αρκετή πείρα. Να σου πει καλύτερα τι κάναμε στον ίδιο του τον Πατέρα. Εκείνη την εποχή είχε τα χρόνια σου κι ήτανε με το μέρος μου. Εγώ είμαι πάντα με το μέρος των γιων. Εναντίον των μπαμπάδων. (Στον Πατέρα) Έτσι δεν είναι, πρώην γιε του μπαμπά σου;
(Παύση)
Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (χαμηλόφωνα αλλά με ένταση): Τώρα σε καταριέμαι!... 


*: Η εικονογράφηση δική μου