Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

"Σταυροί στο Μέτωπο", 1957, Του Στάνλευ Κιούμπρικ (palmografos, 15/6/2013)

..............................................................

 "Σταυροί στο Μέτωπο", 1957, Του Στάνλευ Κιούμπρικ - Δείτε όλη την ταινία! (ελλ. υπότιτλοι), video

image


«Σταυροί στο μέτωπο» (Paths of Glory), ένα από τα λιγότερο γνωστά αριστουργήματα του Stanley Kubrick.
Αποτυπώνει την αντιπολεμική και αντι-στρατιωτική ματιά ενός μεγάλου δημιουργού.
Περιέχει αντιπολεμικά ψήγματα σ' όλη τη διάρκειά της με αποκορύφωμα το τελευταίο πεντάλεπτο.
Η ταινία είναι από tvxs.gr
Ακολουθεί κριτική από το Blog:
xairetismata.wordpress.com

Σήμερα θα κάνω την πρώτη κριτική ταινίας στο blog. Πρόκειται για μια “φρέσκια” ταινία 50 βάλε χρόνια παλιά! Ο τρόπος όμως που διαπραγματεύεται ο Κιούμπρικ το θέμα του πολέμου είναι αξιοσημείωτος, μοναδικός, και αυτό κατα τη γνώμη μου την κατατάσει στις καλύτερες αντιπολεμικές ταινίες όλων των εποχών. Το “Paths of Glory” (ή ελληνιστί… “Σταυροί στο Μέτωπο”) βγήκε στις κινηματογραφικές αίθουσες το 1957. Λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε η προβολή του σε Γαλλία, Ισπανία και Γερμανία! Στην Γαλλία προβλήθηκε για πρώτη φορά το…1975 και στην Ισπανία το …1986 μετά το θάνατο του Φράνκο! Ο πρωταγωνιστής Κέρκ Ντάγκλας έχασε σε δημοσιότητα με τη συμμετοχή του στην ταινία, η οποία παρόλες τις καλές κριτικές δεν έγινε ποτέ μεγάλη επιτυχία σαν τις υπόλοιπες του σκηνοθέτη.



Το στόρυ είναι σχετικά απλό: μέσα στο σφαγείο του Ά Παγκοσμιού Πολέμου ένα σύνταγμα Γάλλων στρατιωτών προετοιμάζεται για μια επίθεση κατάληψης ενός λόφου. Ο φιλόδοξος στρατηγός Mireau αναθέτει στο συνταγματάρχη Dax(Κερκ Ντάγκλας) να ηγηθεί της εφόδου στο Ant Hill για την κατάληψη του με κάθε κόστος. Η επίθεση καταλήγει σε πανωλεθρία για τους Γάλλους οι οποίοι αναγκάζονται σε υποχώρηση. Όταν ένας λόχος δεν βγαίνει καν από τα χαρακώματα για να μακελευτεί κατα τη διάρκεια της μάχης, θα συγκληθεί στρατιωτικό δικαστήριο την επόμενη μέρα. Τρεις στρατιώτες οδηγούνται ενώπιον των στρατιωτικών δικαστών και ο συνταγματάρχης Dax θα τους υπερασπιστεί χωρίς επιτυχία, καθώς η στρατιωτική μηχανή θέλει να παραδειγματίσει τους υπόλοιπους στρατιώτες.



Ο Κερκ Ντάγκλας σε έναν συγκλονιστικό ρόλο καυτηριάζει με τις λέξεις και τολμά να συγκρουστεί με την στρατιωτική ηγεσία. Αναδεικνύεται συνέχεια ο παραλογισμός του επιτελείου που τρώει με χρυσα κουτάλια στα αριστοκρατικά σαλόνια σε αντίθεση με τα λασπωμένα χαρακώματα που βομβαρδίζονται συνεχώς και τους φαντάρους που θυσιάζονται για τα σχέδια των πολιτικών ολιγαρχιών.



Λίγο πριν την επίθεση ο συνταγματάρχης Dax έχει τον παρακάτω διάλογο με τον φιλόδοξο στρατηγό:



-Τι θύματα προβλέπετε κύριε;



-Πες, το πέντε τοις εκατό θα πεθάνει από τα δικά μας πυρά. Είναι μία μέγιστη χοντρική εκτίμηση. Δέκα τοις εκατό θα περάσει στη χώρα του κανένα…και το είκοσι τοις εκατό θα περάσει το σύρμα. …αυτό αφήνει στο 65% το πιο δύσκολο έργο. Ας πούμε το 25% θα καταλάβει το Ant Hill.



- Στρατηγέ, λέτε ότι περισσότεροι από τους μισούς θα πεθάνουν.



- Ναι, είναι ένα φρικτό αντίτιμο συνταγματάρχη. Αλλά θα έχουμε το Ant Hill…



Και καταλήγουν με τον συνταγματάρχη Dax να τον βρίζει κατάμουτρα:



- Ο πατριωτισμός ίσως είναι παλιομοδίτικος, αλλά ο πατριώτης είναι έντιμος άντρας .



- Δεν σκέφτονταν όλοι το ίδιο. ο Samuel Johnson είπε κάτι άλλο.



- Τι; ….Τι είχε να πει για τον πατριωτισμό;



- Είπε ότι ο πατριωτισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο του καθάρματος κύριε.



Ταυτόχρονα δύο στρατιώτες, παραμονή της επίθεσης, ανταλλάσουν τις παρακάτω ανατριχιαστικές κουβέντες:



- Με ποιο τρόπο θα ήθελες να σκοτωθείς; Με ξιφολόγχη ή αυτόματο όπλο;



- Αυτόματο όπλο, φυσικά.



-Αυτό είναι το νόημα. Και τα δυο είναι κομμάτια από σίδερο που σκίζουν τα έντερά σου…μόνο που το αυτόματο όπλο είναι πιο γρήγορο, καθαρό και λιγότερο οδυνηρό, έτσι δεν είναι;



- Τι αποδεικνύει αυτό; – Αυτό αποδεικνύει ότι οι περισσότεροι από μας…φοβούνται περισσότερο τον πόνο παρά τον θάνατο.



Χωρίς συναισθηματικές επικαλύψεις και  ακροβατικά που περισσεύουν στις ταινίες του είδους το μύνημα είναι σαφές: για τα συμφέροντα των πολιτικών ολιγαρχιών της Ευρώπης και στο όνομα της “πατρίδας” θα σφαγιάζονται ανούσια εώς και βλακωδώς οι στρατιώτες οποιασδήποτε πλευράς. Δεν έχει καμία σημασία η οποιαδήποτε αναφορά σε λογική ή έστω ορθή διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού. Όλα αλέθονται στο μύλο του μιλιταρισμού και των συμφερόντων. Ακόμα και ο πιο “διαλλακτικός” στρατηγός στο τέλος προσπαθεί να εξαγοράσει τον συνταγματάρχη Dax, αποδεικνύοντας ότι οι στρατοκράτες εξυπηρετούν τους ίδιους σκοπούς και αφεντικά ανεξαρτήτως των προσωπικών διαφοροποιήσεων τους. Ο μεν “αδίστακτος” στρατηγός Mireau τόλμησε ακόμα και να διατάξει το πλήγμα με πυροβολικό στις θέσεις του “δειλού” λόχου. Ο δε πιο “λογικός” στρατηγός Broulard παρόλο που αναγνωρίζει το άδικο της εκτέλεσης των αντρών του συνταγματάρχη Dax, είναι εκεί ακριβώς για να συντηρεί το στρατοκρατικό καθεστώς που πρέπει με κάθε κόστος να πηγαίνει μπροστά τα ιμπεριαλιστικά του καθήκοντα. Έτσι και ο συνταγματάρχης Dax δε μπορεί να αλλάξει και να μετακινήσει σε τίποτα αυτό τον αιματοβαμμένο μηχανισμό, παρα μόνο να δηλώσει:  ”κύριοι του δικαστηρίου, υπάρχουν φορές που ντρέπομαι…να είμαι μέλος της ανθρώπινης

φυλής έτσι νιώθω και τώρα.”



Η ταινία αυτή ήταν η ακριβώς προηγούμενη του σκηνοθέτη πριν από τον “Σπάρτακο”. Είναι ένα μεγάλο αντιπολεμικό έπος που γράφτηκε για μια άλλη εποχή και παραμένει επίκαιρο όσο ποτέ. Με ένα καταιγιστικό ρυθμό, εφυέστατο σενάριο και διαλόγους, παρέα έναν εξαιρετικό Κερκ Ντάγκλας, είναι μάλλον για εμένα η καλύτερη αντιπολεμική ταινία που έχω δεί…







Σταυροί+στο+Μέτωπο++από+tvxorissinora

Τρίτη, 30 Ιουλίου 2013

Ένα ξεχασμένο αφιέρωμα στη Δόμνα Σαμίου

...............................................................

Δόμνα Σαμίου - H νύχτα ώρες δεκατρείς





Tραγούδι από την Σκύρο. Το κατέγραψε η Δόμνα Σαμίου στη Σκύρο από τον Αλέκο Τραχανά, το 1972.

Περιλαμβάνεται στο CD «Η Δόμνα Σαμίου στο Μέγαρο Μουσικής» (1998). http://www.domnasamiou.gr/?i=portal.el.albums&id=24


Η νύχτα ώρες δεκατρείς, μόνο τις τρεις κοιμούμαι,
τις άλλες τις υπόλοιπες εσένα συλλογούμαι. Νύχτα 'ναι και ξημερώνει κι η αυγή τα φανερώνει.

Νύχτα ποια είν' η πίκρα σου και φόρεσες τα μαύρα,
αν έχεις βάσανα και συ κι έχ' η καρδιά σου λαύρα. Της καρδιάς μου τα σεκλέτια συ τα ξέρεις κι έλα πες τα.






Δεν είν' αυγή να σηκωθώ να μην αναστενάξω,
έβγα ήλιε μου κι έλα μίλιε μου
να γείρω στο προσκέφαλο κι από καρδιάς να κλάψω,
έβγα να σε δω να παρηγορηθώ.

Στ' Aλάτσατα 'ναι ένα βουνό Kαρανταή το λένε,
έλα ταίρι μου και πιάσ' το χέρι μου
που παν οι Aλατσατιανές και τον καημό τους λένε,
πάπια, χήνα μου νά 'χεις το κρίμα μου.

Έξι χρόνια χωρίς τον σπουδαίο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν (30 Ιουλ 2013 | tvxsteam tvxs.gr)

..............................................................

Έξι χρόνια χωρίς τον σπουδαίο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν

tvxs.gr/node/134523
 
 
 
Ο μεγάλος δημιουργός Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, μεγαλουργεί ως ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής και σε τρομάζει με τις αλήθειες του υποσυνειδήτου που αναδύει στην επιφάνεια, τόσο άμεσα και ωμά. Του Γιώργου Ρούσσου.
 
"Υπάρχει πάντα μια διαρκής πάλη μέσα μου, ανάμεσα στην ανάγκη μου να καταστρέψω και στη θέλησή μου να ζήσω. Κι αυτό δημιουργεί μία εσωτερική ένταση που κυριαρχεί και στον τρόπο που δημιουργώ και στην υλική μου ύπαρξη. Κάθε πρωί ξυπνώ με μια καινούρια οργή, μια καινούρια καχυποψία, μια καινούρια λαχτάρα για τη ζωή" Ίνγκμαρ Μπέργκμαν.
 
Από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του 20ού αιώνα και οξυδερκής ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής, ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν ξεκίνησε να γράψει ο ίδιος την αυτοβιογραφία του γύρω στα εβδομήντα, πάντα στοιχειωμένος από ερωτήματα...
 
Τι τον έσπρωξε στο καταφύγιο της τέχνης; Γιατί δυσκολευόταν ν' αγαπήσει και να εμπιστευθεί; Γιατί αποξενώθηκε από τα ίδια του τα παιδιά;


 
Γιος ενός λουθηρανού πάστορα και μιας φιλότεχνης γυναίκας που λαχταρούσε διαζύγιο αλλά έπαψε νωρίς να το διεκδικεί, ο Μπέργκμαν δέχτηκε μια ανατροφή βασισμένη σε έννοιες όπως αμαρτία, εξομολόγηση, τιμωρία, συγχώρεση. Ο ίδιος, έγραφε:
 
«Σε όλα αυτά ενυπήρχε μια λογική την οποία αποδεχόμασταν και νομίζαμε ότι καταλαβαίναμε. Πιθανώς αυτή η κατάσταση να συνετέλεσε και στην άνευ αντιρρήσεων αποδοχή του ναζισμού. Ποτέ δεν είχαμε ακούσει τη λέξη ελευθερία και, σίγουρα, δεν την είχαμε γευτεί ποτέ».
 
Ίσως γι' αυτό να πορεύθηκε ως καταπιεσμένος έφηβος που καταβρόχθιζε Νίτσε, Μπαλζάκ και Ντοστογιέφσκι. Το στάδιο αυτό, έδωσε τη θέση του σ' έναν κυριευμένο από πόθο ενήλικα, καθ' έξιν μοιχό, με αυτοκτονικές τάσεις αλλά και με διαβολικό πείσμα, αφοσιωμένο ψυχή τε και σώματι στο επάγγελμά του, αυτή τη «σχολαστική διαχείριση του ανείπωτου».


 
Διαβάζοντας προσεκτικά ξανά το βιβλίο του, γίνεται κανείς μάρτυρας του απόλυτου θαυμασμού του για τον Ταρκόφσκι, των αλλεπάλληλων αναμετρήσεών του, τόσο με την κληρονομιά του Στρίντμπεργκ όσο και με τις συντρόφους του.
 
Ο αναγνώστης, παίρνει εξηγήσεις για το φορολογικό σκάνδαλο που τον οδήγησε ν' αυτοεξοριστεί κι αφουγκράζεται τις σκέψεις του για τα γηρατειά, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, τη θνητότητα αλλά και για τη στιγμή που οφείλει κανείς ν' «αποχωρεί».
 
Παγκοσμίως γνωστός για τις ταινίες του, ο Μπέργκμαν υπήρξε παράλληλα εμβληματική μορφή του σουηδικού θεάτρου. Οι θεατρικές αναφορές, μάλιστα, υπερτερούν των κινηματογραφικών στον «Μαγικό Φανό».


 
Το πώς διοικούσε τα θέατρα απ' τα οποία πέρασε, το πώς βίωσε την «αναρχική» θεατρική πραγματικότητα της Δυτικής Γερμανίας σε σύγκριση με της Σουηδίας και το τι απαιτούσε από τις αγαπημένες του ηθοποιούς (από τη Χάριετ Άντερσον και τη Λιβ Ούλμαν ως τη Λένα Ολιν) δίνουν μερικές από τις πιο ενδιαφέρουσες σελίδες της αυτοβιογραφίας του.
 
Ο ίδιος εξομολογείται ότι αντιμετώπιζε τις πρόβες σαν «εγχειρήσεις», μέσα σε χώρους όπου επικρατούσε «η αυτοπειθαρχία, η καθαριότητα, το φως»: «Η πρόβα είναι μια σοβαρή δουλειά και όχι προσωπική θεραπεία για τον σκηνοθέτη και τον ηθοποιό».
 
Στα γυρίσματα των ταινιών του, πάντως, η ατμόσφαιρα ήταν «ακαταμάχητα φορτισμένη από σεξουαλικότητα. Μου πήρε πολλά χρόνια να μάθω ότι κάποτε η κάμερα σταματάει και οι προβολείς σβήνουν». Ενώ στο μοντάζ τον διαπερνούσε η ίδια πάντα «μεθυστική αίσθηση μαγείας» που τον τύλιξε και παιδάκι, στη θέα του πρώτου κινηματογράφου που του χάρισαν.
 
Ο Σουηδός δημιουργός κλείνει το βιβλίο του με την εξής φράση: «Παρακαλάω τον Θεό χωρίς ελπίδα. Μάλλον πρέπει να τα βγάζει κανείς πέρα μόνος του όσο καλύτερα μπορεί».
 
Όπως μας αποκαλύπτει η συγκεκριμένη φράση, είναι παρμένη από το ημερολόγιο της μητέρας του, λίγο μετά τη γέννησή του. Θα μπορούσε κάλλιστα όμως να είναι το απόσταγμα και της δικής του, μοναδικής διαδρομής.


 
Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, είναι ένας από τους μεγαλύτερους και πλέον διακεκριμένους καλλιτέχνες στον κόσμο. Αντιπροσωπεύει τον πιο διάσημο σκηνοθέτη του λεγόμενου "καλλιτεχνικού κινηματογράφου". Κάθε ταινία του ήταν γεγονός αναμενόμενο απ' όλον τον κόσμο και όλοι μεταχειρίζονταν τον χαρακτηρισμό αριστούργημα για κάθε νέα του ταινία. Παράλληλα, ήταν κι ένας απίστευτα παραγωγικός σκηνοθέτης.
 
Με τη λήξη του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, μέχρι την ανακοίνωση της απόσυρσής του το 1982 (αφού τελείωσε το "Φάνι και Αλέξανδρος"), ο Μπέργκμαν έκανε περίπου 40 ταινίες μεγάλου μήκους. Όλες οι ταινίες του φέρουν ένα απόλυτο προσωπικό στίγμα που κάνει δύσκολη την ανάγνωσή τους, ακόμα και από τον υποψιασμένο θεατή.
 
Ξεκίνησε γράφοντας σενάρια, ενώ παράλληλα σκηνοθετούσε στο θέατρο, κυρίως έργα των Στρίνμπεργκ και Σαίξπηρ. Η μεγάλη του αγάπη όμως, ήταν ο κινηματογράφος. Ενώ πολλοί σκηνοθέτες ασχολούνται με τον κινηματογράφο για να επενδύσουν στο θέατρο, εκείνος έκανε το αντίθετο...
 
Σκηνοθετούσε δηλαδή στο θέατρο, δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο μια γερή οικονομική βάση για το γύρισμα των ταινιών του. Ως σκηνοθέτης κινηματογράφου πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με την ταινία "Κρίση", αλλά καθιερώθηκε κυρίως στις δεκαετίες του '50 και του '60.


 
Από τις πρώτες ταινίες του βλέπουμε εκείνα τα στοιχεία που θα χαρακτηρίσουν ολόκληρο το έργο του. Μια βαθιά απαισιοδοξία κι ένας συνεχής υπαρξιακός προβληματισμός, μέσα σε σκηνικά με εξεζητημένους φωτισμούς, βρεγμένα λιθόστρωτα και βρώμικες αποβάθρες λιμανιών. Ο Μπέργκμαν δεν γύρισε ποτέ του στην πραγματικότητα κωμωδίες (παρά ελάχιστες κομεντί), το ύφος του ήταν πάντα "βαρύ", σοβαρό και στοχαστικό. 
 
Η ειρωνεία είναι ότι μία κομεντί ήταν εκείνη που έμελλε να τον κάνει ευρύτερα γνωστό. Ο λόγος, για το "Χαμόγελα Καλοκαιρινής Νύχτας" του 1955. Ταινία που βραβεύτηκε εκείνη τη χρονιά στις Κάννες.
 
Ο πατέρας του Μπέργκμαν, ήταν λουθηριανός πάστορας πάστορας και η ανατροφή του υπήρξε εξαιρετικά αυστηρή και πολύ θρησκευτική. Έχοντας ανατραφεί σε αυτό το αυστηρό περιβάλλον, ο Μπέργκμαν πάλευε συνεχώς με τις θρησκευτικές αμφιβολίες γεγονός που θα φανεί και στις πρώτες ταινίες του.
 
"Γεννήθηκα σε μια οικογένεια πάστορα κι εκεί γρήγορα μαθαίνει κανείς να βλέπει πίσω από τα παρασκήνια της ζωής και του θανάτου", λέει χαρακτηριστικά ο Σουηδός σκηνοθέτης.


 
Το σύνολο του έργου του εμφανίζεται ως μια συνεχής ερώτηση, που συχνά δεν έχει απάντηση, σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, την παρουσία ή απουσία του Θεού. Η αγωνία της έλλειψης επικοινωνίας, η ασάφεια και η διπροσωπία της ανθρώπινης φύσης, η μοναξιά χωρίς πιθανότητες υπερβάσεως σε ένα κόσμο γεμάτο προσποίηση, η σιωπή και η ντροπή, είναι σταθερά στοιχεία, σχεδόν σε κάθε του ταινία.
 
Κληρονόμος της σκανδιναβικής κινηματογραφικής παράδοσης (Στίλλερ, Σγιόστρομ, Ντράγιερ) και βαθιά επηρεασμένος από την σκέψη του Κίρκεγκωρ, Μπερντιάεφ, τον υπαρξισμό και τις ψυχαναλυτικές θεωρίες (Φρόυντ, Γιούνγκ), ο Μπέργκμαν δίνει βάρος όχι τόσο στην κοινωνία ή στην ιστορία, όσο στο ίδιο το άτομο.
 
Ίσως γι' αυτό τα πιο χαρακτηριστικά έργα του είναι σκληρά, αλλά πάντα ρεαλιστικά. Ευγενή δοκίμια για το ρόλο της ανθρωπότητας σε έναν αλλοτριωμένο κόσμο.
 
Χαρακτηριστικά δείγματα της μοναδικής φιλμογραφίας του, συναντάμε για παράδειγμα στην "Περσόνα" όπου ένα εύρημα χρησιμοποιείται σαν επίλογος, ενώ η λέξη "ΤΕΛΟΣ" δεν εμφανίζεται.
 
Εξυπηρετώντας την ίδια πρόθεση, ο τίτλος "Η ώρα του λύκου" αναγράφεται απροσδόκητα κατά τη διάρκεια της ταινίας. Ο θεατής βγαίνοντας τελείως από το συνηθισμένο τρόπο θέασις κι έχοντας τη συναίσθηση ότι συμμετέχει συμπληρωματικά στη δημιουργία, καλείται ν' αποκρυπτογραφήσει όλους αυτούς τους γρίφους.
 
Οι ηθοποιοί στο "Πάθος" διακόπτουν προς στιγμή την εξέλιξη της πλοκής, για να απαντήσουν σε συνεντεύξεις και να δώσουν την προσωπική τους άποψη όσον αφορά τη κατανόηση των ηρώων που ερμηνεύουν, σπάζοντας έτσι την ψευδαίσθηση της πραγματικότητας.
 
Στην "Πηγή των Παρθένων" του 1960, μια ιστορία βίας και εκδίκησης διαδραματίζεται στον Μεσαίωνα. Εικονογράφηση μιας παλιάς λαϊκής μπαλάντας με έντονα παγανιστικά στοιχεία. Ενώ και ο πάστορας της "Φθινοπωρινής Σονάτας" φαίνεται να απευθύνεται άμεσα στους θεατές.
 
Με αυτά και με άλλα "τεχνάσματα", ο Μπέργκμαν συμπλέοντας και με τους υπόλοιπους νεωτεριστές σκηνοθέτες της εποχής του, αμφισβήτησε το κυρίαρχο μοντέλο αφήγησης του κλασικού κινηματογράφου και άνοιξε τον δρόμο στο μοντέρνο σινεμά.
 
Ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν γεννήθηκε στις 14 Ιουλίου του 1918 στην Ουψάλα της Σουηδίας. Στα τέσσερά του χρόνια ο πατέρας του, ιερέας της σουηδικής βασιλικής οικογένειας, τον κλείδωσε για πρώτη φορά στην ντουλάπα του διαδρόμου για να του διδάξει την έννοια της υπακοής σύμφωνα με τις θεωρίες του λουθηρανισμού. Η σχέση του με τη μητέρα του υπήρξε επίσης ταραγμένη, μια σχέση την οποία αποτύπωσε αργότερα στις ταινίες του «Περσόνα» (1966) και «Κραυγές και ψίθυροι» (1972). 
 
Ξεκίνησε να γράφει τα πρώτα του επαγγελματικά θεατρικά το 1941. Το έργο του με τίτλο «Ο θάνατος του Κάσπερ» του έδωσε το εισιτήριο για τον κόσμο του θεάματος, όταν ο συνεπώνυμός του Σίτνα Μπέργκμαν, μέλος της Σουηδικής Βιομηχανίας Κινηματογράφου, παρακολούθησε την παράσταση και διέκρινε το ταλέντο του.
 
Το 1944, υπό την αιγίδα της Σουηδικής Βιομηχανίας Κινηματογράφου, ο Μπέργκμαν έγραψε το σενάριο για την πρώτη του κινηματογραφική ταινία με τίτλο «Κρίση». Χρωστάει δε το σκηνοθετικό του ντεμπούτο στον σκηνοθέτη Αλφ Σέμπεργκ, ο οποίος δεν κατάφερε να ολοκληρώσει τη σκηνοθεσία της ταινίας λόγω άλλων υποχρεώσεων.
 
Αν και οι σεξουαλικά απελευθερωμένες πρωταγωνίστριες που επέλεξε να τοποθετήσει στο επίκεντρο συναισθηματικών στροβίλων, στις ταινίες που σκηνοθέτησε στις αρχές της δεκαετίας του '50 («Πώς απατήσαμε τους άνδρες μας», «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας», «Μάθημα στον έρωτα», «Αγριες φράουλες»), είναι αυτές που τον καταξίωσαν διεθνώς, η πραγματικά χρυσή εποχή του σκηνοθέτη ξεκινάει το 1958 και λήγει το 1968.
 
Η περίοδος αυτή ξεκινά με την ταινία «Η έβδομη σφραγίδα», η οποία αφηγείται τη συναισθηματική διαδρομή ενός ιππότη προς την αλήθεια στη Σουηδία του 14ου αιώνα, και λήγει με την «Ωρα του λύκου», το τελευταίο ξέσπασμα ενός ασθενούς διανοητικά κεντρικού ήρωα, ο οποίος μέσω της πάλης του με τους προσωπικούς του δαίμονες οδηγείται στην παράνοια.


 
Το χρονικό διάστημα 1963-1966 ο Μπέργκμαν ως διευθυντής του Βασιλικού Δραματικού Θεάτρου της Σουηδίας προσέλαβε δεκάδες ανώνυμους Σουηδούς ηθοποιούς και επένδυσε σε αυτούς. Στη «σχολή Μπέργκμαν» συγκαταλέγονται οι ηθοποιοί: Μαξ φον Σίντοφ, Λιβ Ούλμαν, Μπίμπι Αντερσον και Χάριετ Αντερσον, οι οποίοι έδωσαν τις καλύτερες ερμηνείες της ζωής τους κάτω από τις οδηγίες του.
 
Το 1978 αντιμέτωπος με την κατηγορία της φοροδιαφυγής ο Μπέργκμαν, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα του και να μετακομίσει στη Γερμανία όπου και παρέμεινε για έξι ολόκληρα χρόνια. Το 1982 επέστρεψε στη Σουηδία και κινηματογράφησε, όπως ισχυρίστηκε ο ίδιος, την τελευταία του ταινία, «Φάνι και Αλέξανδρος», η οποία απέσπασε τέσσερα βραβεία Όσκαρ, ανάμεσά τους το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας.
 
Το 1999, ύστερα από 17 χρόνια απουσίας από τον κινηματογράφο, ο Μπέργκμαν ένωσε τις δυνάμεις του με την πρώην σύντροφο και αγαπημένη του ηθοποιό Λιβ Ούλμαν,­ με την οποία έχει αποκτήσει ένα από τα εννέα παιδιά του, τη συγγραφέα Λιν Ούλμαν ­ στη νέα ταινία του «Απιστία».
 
Αυτή τη φορά η Λιβ Ούλμαν σκηνοθέτησε ένα δικό του σενάριο. Θέμα της ταινίας, προς έκπληξη όλων, δεν ήταν η οικογένειά του αλλά η καταστροφική σχέση του με μια παντρεμένη γυναίκα, διατηρώντας όμως με αυτόν τον τρόπο τον χαρακτηριστικό αυτοβιογραφικό χαρακτήρα που διέκρινε όλες τις ταινίες του.
 
Στις 6 Απριλίου 2000 ο «μαέστρος της μιζέριας», όπως τον χαρακτηρίζουν οι κριτικοί, έδωσε μια σπάνια συνέντευξη στη σουηδική τηλεόραση, στον επιστήθιο φίλο του και ηθοποιό Ερλαντ Γιόζεφσον, αποκαλύπτοντας τον νευρικό κλονισμό που υπέστη μετά την εις βάρος του κατηγορία για τοκογλυφία το 1978, αλλά και την κατάθλιψη στην οποία κατέπεσε μετά τον θάνατο της πέμπτης συζύγου του, της ηθοποιού Ινγκριντ Τούλιν: «Συνηθίζαμε να αναφερόμαστε στον θάνατο και να μαλώνουμε για το ποιος θα πεθάνει πρώτος. Τελικά πέθανε εκείνη».
 
O Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έφυγε στις 30 Ιουλίου του 2007 σε ηλικία 89 ετών, μένοντας στην ιστορία ως ίσως ο κορυφαίος σκηνοθέτης της 7ης Τέχνης.
 
Φέτος συμπληρώνονται έξι χρόνια χωρίς τον σπουδαίο Σουηδό δημιουργό. Θεωρώ ότι το να επιστρέψεις στο έργο του και να το αφήσεις να γίνει μέρος της παιδείας σου, είναι μάλλον ο καλύτερος τρόπος για να τον τιμήσεις...


 
Αυτή την εβδομάδα κυκλοφορεί σε επανέκδοση μία από τις καλύτερες ταινίες του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν. Ο λόγος για την αγαπημένη "Περσόνα" του 1966 (Κριτική της Ταινίας), για την οποία ο σπουδαίος δημιουργός, συνήθιζε να λέει: «Η ταινία αυτή μου έσωσε τη ζωή. Και αποτελεί τα όρια στα οποία θα μπορούσε να φτάσει η διάνοιά μου...»
 

"Με γεια τα παντελόνια" της Βένας Γεωργακοπούλου ("Εφημερίδα των Συντακτών", 29/7/2013)

................................................................


29/07/13 ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Με γεια τα παντελόνια

     



Να έχεις αποφασίσει να μην ξανασχολιάσεις τον Σωτήρη Χατζάκη, αλλά να περιμένεις να δεις το νέο Εθνικό Θέατρο στην πράξη, τον χειμώνα, παράσταση την παράσταση, και να ’ρχεται με νέες δηλώσεις του να σε βάζει σε πειρασμό. Να σε αναγκάζει να υπερασπίζεσαι, όχι τίποτα το καλλιτεχνικό, αλλά την ίδια την εποχή σου. Το ίδιο σου το φύλο.

Μπορεί να φταίω κι εγώ, που έπεσα από τα σύννεφα, διαβάζοντας το Σάββατο στην «Εφημερίδα των Συντακτών» τη συνέντευξή του στην Εφη Μαρίνου. Μπορεί και να τα ’χει ξαναπεί αυτά τα ίδια πράγματα. Αλλά, διευθυντής Εθνικού Θεάτρου που «θέλει να τιμά τα παντελόνια που φορά», είναι σίγουρα πανευρωπαϊκή αποκλειστικότητα (εξαιρώ τη Ρωσία του Πούτιν).

Παντελόνια φοράω κι εγώ, αλλά καμιά όρεξη δεν έχω να τα βάλω σε εικόνισμα. Αρα ο κ. Χατζάκης δεν αναφέρεται στο ένδυμα, αλλά στο περιέχομενό του. Το έχει φαίνεται περί πολλού, αφού το χρησιμοποιεί ως επιχείρημα άλλες δυο φορές.

• Τη μία, όταν λέει ότι «ο διευθυντής του Εθνικού δεν θα γίνει καστράτος».

• Την άλλη όταν εξηγεί γιατί διεκδίκησε με τόσο πείσμα αυτήν τη θέση. «Ενας άντρας επιβεβαιώνεται από τις πράξεις του. Η σχέση του με τη ζωή είναι εμπράγματος -αλλιώς από τη γυναίκα, που με τη μήτρα γνωρίζει, φέρει τα μεγάλα μυστικά».

Μας έχουν ξαναπεί και άλλοι τις ίδιες ματσό ανοησίες. Δεν πάει καιρός που ο πρόεδρος της Βουλής επικαλέστηκε κι αυτός τα παντελόνια του. Να βγαίνει τώρα και ο Σωτήρης Χατζάκης και να μας διαβεβαιώνει ότι ανέλαβε το Εθνικό, επειδή είναι άντρας και ότι επιπλέον θα το διευθύνει και ως άντρας, χάρη… σ’ αυτά που δεν πρόκειται να κόψει, πάει πολύ.

Αν ζούσε στην Αγλλία ή στη Γαλλία, εκεί που η Ορελί Φιλιπετί αγωνίζεται να διοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερες γυναίκες σε δημόσιους καλλιτεχνικούς φορείς, θα είχε ξεσηκωθεί ο γυναικείος θεατρικός πληθυσμός. Μαζί και όσοι από τους θεατές δεν έχουν εμπράγματη σχέση με τη ζωή, γιατί τους εμποδίζει η μήτρα τους. Ευτυχώς που, ως καλές μάγισσες και νεραϊδοπαρμένες, εμείς οι γυναίκες γνωρίζουμε όχι μόνο τα μεγάλα μυστικά του Σύμπαντος, αλλά και τα μικρά. Της γειτονιάς μας. Ας πούμε ότι μια φορά λαϊκιστής, πάντα και παντού λαϊκιστής.

Βένα Γεωργακοπούλου

Δευτέρα, 29 Ιουλίου 2013

"«Ειρήνη» ΚΘΒΕ – Φεστιβάλ Επιδαύρου Φτηνή, χυδαία, εμπορική αρπαχτή" Του Γρηγόρη Ιωαννίδη ("Εφημερίδα των Συντακτών" 29/7/2013)

..............................................................


«Ειρήνη» ΚΘΒΕ – Φεστιβάλ Επιδαύρου

Φτηνή, χυδαία, εμπορική αρπαχτή

     
Με την παράσταση του Σωτήρη Χατζάκη λούστηκα ένα αισθητικό σύνολο από κακοηχογραφημένη μουσική, κακόγουστα σκηνικά, χορογραφίες και κοστούμια αφημένα στον εθνολογικό αχταρμά, επιθεωρησιακό στήσιμο, κυρίως ένταση και τάνυσμα φωνής και σώματος, που δίνουν την πιο χαμηλή απόδοση Αριστοφάνη από κρατικό θέατρο τα τελευταία χρόνια

Του Γρηγόρη Ιωαννίδη

 


Φαίνεται πως είναι γραφτό να διατηρώ μια κάποια πρωτοτυπία στις απόψεις μου, όταν αναφέρομαι στον Σωτήρη Χατζάκη και τον Αριστοφάνη. Θυμάμαι, πριν από τρία χρόνια ήμουν από τους λίγους που είχαν υποστηρίξει με θέρμη την περίεργη συνεύρεση του αρχαίου κωμικού με τον διονυσιακό χαρακτήρα του Σταμάτη Κραουνάκη στους «Αχαρνής», υπό τις οδηγίες του καλλιτεχνικού διευθυντή του ΚΘΒΕ. Η παράσταση είχε τότε κατηγορηθεί για λαϊκισμό και χειραγώγηση. Από τη μεριά μου, είχα αντίθετα θεωρήσει πιο σημαντική τη ζωογόνα μετακίνηση του άξονα από το τυπικό ανέβασμα του Αριστοφάνη στις εορταστικές, ανυπόκριτες μεθέξεις του μουσικού θεάτρου.

Κι όσο για τον πολιτικό λόγο; Είχα τότε αντισταθεί στην κοινή εκτίμηση, υποστηρίζοντας πως στους «Αχαρνής» κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει την αυθεντικά ανατρεπτική άποψη πως η πολιτειακή κρίση συνδέεται με την έλλειψη όχι μόνο πολιτικού, αλλά και ποιητικού οράματος. Η ουτοπία δεν δίνει μόνο την παραβολή της κρίσης – προτείνεται κατά τρόπον και για φάρμακό της.

Γιατί τα θυμάμαι τώρα όλα αυτά; Επειδή πάλι θα κινηθώ αντίθετα στη φορά των πολλών. Τώρα, στην «Ειρήνη», έχω να αντιμετωπίσω μια ολόκληρη Επίδαυρο -φαντάζομαι τι θα γίνει στις περιοδείες!- που διασκεδάζει, χαριεντίζεται, ψυχαγωγείται και αναψύχεται στο αναψυκτήριο του Αριστοφάνη. Και μάλιστα με μια συνταγή δοκιμασμένη και αμετάβλητη στις τελευταίες δεκαετίες. Δώσε στον λαό διαπόμπευση, κράξιμο, πολιτική καφενείου, εύκολες ατάκες και ακόμα ευκολότερες μπηχτές, δικαίωσέ το στα μάτια του, αθώωσέ το, ξέχασέ το με μουσικές παρλάτες και φανταχτερά φορέματα, λίγο γυμνό, αθώα σκατολογία, μπουρδολογία και αερολογία. Κάν’ το να νιώσει πως πέρασε δύο ώρες δροσερές και ανέφελες. Και -κυρίως- πάρ’ το με το μέρος σου, μην το χάσεις από κοντά σου.

Αυτός ο αθάνατος Αριστοφάνης που, αντί αντλώντας από το λαϊκό να σηκωθεί κατακόρυφα, αποτέλεσε κατά καιρούς την πονηρή δικαίωση κάθε φτηνής, χυδαίας και εμπορικής αρπαχτής, ήλθε και εδραιώθηκε καταμεσής της ορχήστρας, βρέθηκε στο κούτελο του κρατικού θεάτρου της Θεσσαλονίκης. Του θεάτρου που εκπροσωπεί την πλέον αστική παράδοση πλην πρωτευούσης.

Παρά το θερμό χειροκρότημα και τον ενθουσιασμό του κόσμου -που διέκρινα και εκτός του κοίλου, καθώς χυνόταν στα μονοπάτια της επιστροφής-, το θέαμα της «Ειρήνης» μού προκάλεσε οξύτατη ανία, αισθητικό θυμό και ένα είδος προσληπτικής αγανάκτησης. Δεν είναι που κάποια μέρη του όχι κρατικό, ούτε δημοτικό θέατρο δευτέρας διαλογής δεν θα τα υπόγραφε. Είναι που με αναγκάζει να επαναλαμβάνομαι ενώπιον σας, Δευτέρα τη Δευτέρα, λέγοντας ξανά και πάλι τα ίδια και τα ίδια: πως με έναν τέτοιο Αριστοφάνη το μόνο που θα καταφέρουμε είναι να πλήττουμε ομαδικά, διασκεδάζοντας στις πλατείες.

Να το πω, λοιπόν, όσο μπορώ πιο σύντομα: Αυτό που είδαμε στην Επίδαυρο είναι μια καλοφτιαγμένη στο είδος της, αλλά χαμηλού γούστου παράσταση, πασπαλισμένη με χρυσόσκονη «Δελφιναρίου», άχνη λαϊκισμού, δήθεν ποιητική ανάταση για ντεκόρ, μπόλικη σοβαροφάνεια στο περίβλημα, άγρια εμπορική διάθεση στο κέντρο. Πώς γίνεται όλα αυτά να συνεργάζονται στο αποτέλεσμα; Αδυνατώ να περιγράψω πλήρως. Αυτό που είδα, πάντως, ήταν ένα μπουρλέσκ διόλου πρωτότυπο, που θα ανήκε στην παρακαταθήκη των αριστοφανικών αποδόσεων της προ- και προ-προπερασμένης δεκαετίας, αν δεν εντυπωσίαζε με τον τόσο πια εξαμβλωματικό του χαρακτήρα.

Συνάντησα μια τυπική λαϊκίζουσα εκδοχή του αρχαίου κωμικού, με όλα τα αγανακτισμένα ήθη στην αριστοφανική τους αντιστοίχιση. Ακουσα όλο το υβρεολόγιο, τη σκατολογία, την πρωκτολογία, που βρίσκονται δίχως άλλο στο αριστοφανικό έργο, αλλά εδώ -πώς να το πω;- είναι φανερό πως αποτελούν το μόνο στήριγμα και σκοπό της κωμωδίας, ένα φτηνό και χοντρό εργαλείο ερεθισμού του κοινού. Λούστηκα, τέλος, ένα αισθητικό σύνολο από κακοηχογραφημένη μουσική, κακόγουστα σκηνικά, χορογραφίες και κοστούμια αφημένα στον εθνολογικό αχταρμά, επιθεωρησιακό στήσιμο (ακόμα και στην τελική έξοδο των ηθοποιών), κυρίως ένταση και τάνυσμα φωνής και σώματος, που δίνουν την πιο χαμηλή απόδοση Αριστοφάνη από κρατικό θέατρο τα τελευταία χρόνια.

Δεν είναι μόνο αυτό που με θυμώνει. Είναι που, καθώς περνούν τα χρόνια, η τέχνη μας αδυνατεί να απαντήσει σε νέες ερωτήσεις. Ας σταθώ λίγο στο ανέβασμα του Ερμή από τον Φάνη Μουρατίδη -αυτό δεν ήταν άλλωστε η ατραξιόν της βραδιάς;- σαν κραγμένη «τρελή αδελφή», παρενδυσίας που ξεσηκώνει τα πλήθη με τα τακούνια και τα καλιαρντά του. Γελάει ο κόσμος, και με ποιον γελάει; Με τον Ερμή; Οχι βέβαια! Γελάει με τους ομοφυλόφιλους, τους τοιούτους και τους «τικιτάνγκες». Και ερωτώ: Επιτρέπεται παράσταση κρατικού θεάτρου να φανερώνεται σήμερα τόσο ομοφοβική, αντιδραστική, να διαπομπεύει το διαφορετικό και να ρίχνει στην πυρά της λαϊκής σάτιρας την ετερότητα, λες και είμαστε στα χρόνια του ‘50; Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, -ο Μουρατίδης που καταδέχτηκε να παίξει έτσι τον Ερμή-, αντιμετωπίζουν άραγε έτσι σήμερα τους ομοφυλόφιλους φίλους τους; Βιάζομαι να απαντήσω εκ μέρους τους. Ασφαλώς και όχι! Αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο ερώτημα, της αυθεντικότητας. Δεν επιτρέπεται παράσταση –όχι μόνο Αριστοφάνη- να στηρίζεται σε κίβδηλη θεατρικότητα. Δεν είναι ζήτημα ηθικής. Οι ξένοι σκηνοθέτες που καλούμε στο φεστιβάλ (θυμηθείτε τον Ολιβιέ Πι) έχουν βγάλει ντουντούκες και το διαλαλούν πως το θέατρο του ψέματος έχει πια εκπνεύσει. Κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει τον Κραουνάκη ότι δεν πίστευε όσα έλεγε στους «Αχαρνής». Εδώ, στην «Ειρήνη»;

Είναι φανερό πως ο Βασίλης Χαραλαμπόπουλος -κωμικός άλλης ευαισθησίας και ίσως άλλου περιβάλλοντος-, δεν μπορεί να ακολουθήσει αυτό το ύφος. Παίζει αυτοματικά, μιμούμενος το είδωλό του. Παραδόξως, ο Γιώργος Κωνσταντίνου -που θα δικαιωνόταν στα επιθεωρησιακά κλισέ- είναι ο μόνος που διαφεύγει από την έξοδο μιας περσόνας ποιητικής και ελεύθερης, αλεξανδρινής.

Ο ίδιος ο Χατζάκης μίλησε για τον Αριστοφάνη της εσωτερικής ουτοπίας και της ποίησης. Στην Επίδαυρο υπήρχε, αντίθετα, ο Αριστοφάνης που αρέσει να ξεσηκώνει, πρόσχημα μπαλαφάρας και χοντράδας, χωρίς πραγματικό χιούμορ και βάθος, χωρίς αγωνία. Το δύσκολο είναι να τον ανακαλύψουμε στην Παράβαση της «Ειρήνης» του. Αυτό τον Αριστοφάνη από τον δήμο των Κυδαθηναίων, από παππού αγρότη και τώρα αστό και ποιητή, συντηρητικό στα φρονήματα και προοδευτικό στα όνειρα, θέλει η Πολιτεία να καλέσει στην κρίση της. Αυτόν να ρωτήσει.

…………………………………………………………………………………………………

Διαπόμπευση των ομοφυλόφιλων

Ας σταθώ λίγο στο ανέβασμα του Ερμή από τον Φάνη Μουρατίδη -αυτό δεν ήταν, άλλωστε, η ατραξιόν της βραδιάς;- σαν κραγμένη «τρελή αδελφή», παρενδυσίας που ξεσηκώνει τα πλήθη με τα τακούνια και τα καλιαρντά του. Γελάει ο κόσμος, και με ποιον γελάει; Με τον Ερμή; Οχι βέβαια! Γελάει με τους ομοφυλόφιλους, τους τοιούτους και τους «τικιτάνγκες». Και ερωτώ: Επιτρέπεται παράσταση κρατικού θεάτρου να φανερώνεται σήμερα τόσο ομοφοβική, αντιδραστική, να διαπομπεύει το διαφορετικό και να ρίχνει στην πυρά της λαϊκής σάτιρας την ετερότητα, λες και είμαστε στα χρόνια του ‘50; Οι ίδιοι οι καλλιτέχνες, -ο Μουρατίδης, που καταδέχτηκε να παίξει έτσι τον Ερμή-, αντιμετωπίζουν άραγε έτσι σήμερα τους ομοφυλόφιλους φίλους τους;