Δευτέρα, 31 Δεκεμβρίου 2012

Henri Matisse: Ο ζωγράφος των χρωμάτων (31 Δεκ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

.............................................................

Henri Matisse: Ο ζωγράφος των χρωμάτων

tvxs.gr/node/28598
 

O Henri-Émile-Benoît Matisse γεννήθηκε στη Γαλλία στις 31 Δεκεμβρίου του 1869. Σπούδασε νομικά στο Παρίσι αλλά την ίδια εποχή που πήρε το πτυχίο του ξεκίνησε την ενασχόλησή του με τη ζωγραφική, όταν η μητέρα του τού έκανε δώρο είδη ζωγραφικής σε μια εποχή που έπρεπε να μείνει περιορισμένος στο σπίτι λόγω ασθενείας. Τότε ανακάλυψε «ένα είδος παραδείσου» όπως είπε ο ίδιος, και αποφάσισε ότι αυτό που επιθυμούσε να κάνει ήταν να γίνει ζωγράφος, κάτι που προκάλεσε την απογοήτευση του πατέρα του.

Το 1891 επέστρεψε στο Παρίσι, για να σπουδάσει ζωγραφική στην Académie Julian, ως μαθητής των William-Adolphe Bouguereau και Gustave Moreau. Αρχικά ζωγράφιζε κυρίως νεκρές φύσεις με το τυπικό φλαμανδικό στυλ. Ο Jean-Baptiste Chardin ήταν από τους αγαπημένους του ζωγράφους, τέσσερα έργα του οποίου αντέγραψε ως μαθητής (σήμερα αυτά τα έργα βρίσκονται στο μουσείο του Λούβρου). 


Το 1896 εξέθεσε, για πρώτη φορά, 5 έργα του στην Société Nationale des Beaux-Arts, όπου το γαλλικό κράτος αγόρασε δύο από τα έργα. Τα δυο επόμενα χρόνια επισκέφτηκε επανειλημμένα τον Αυστραλό ιμπερισονιστή ζωγράφο John Peter Russell, ο οποίος του γνώρισε τον ιμπρεσιονισμό και το έργο του προσωπικού του φίλου αλλά ακόμα άγνωστου Ολλανδού Vincent van Gogh.
Ως συνέπεια, το προσωπικό στιλ του Matisse άλλαξε δραματικά, και ο ίδιος αργότερα θα πει: «Ο Russell ήταν ο δάσκαλός μου και ο Russell μου εξήγησε την θεωρία των χρωμάτων».



Ο Matisse επηρεάστηκε επίσης από τους Nicolas Poussin, Antoine Watteau, Edouard Manet, Cézanne, Gauguin, Signac, καθώς επίσης και από τον Auguste Rodin, και την Ιαπωνική τέχνη. Μελέτησε με πάθος τα έργα των ζωγράφων και μάλιστα χρεώθηκε για να αγοράσει έργα των αγαπημένων του ζωγράφων.
Μεταξύ των έργων που είχε σπίτι του ήταν μια γύψινη προτομή του Rodin, ένας πίνακας του Gauguin, ένα σχέδιο του van Gogh, αλλά και το υπέροχο έργο του Cézanne, με τις Τρεις Λουόμενες. Στο έργο του Cezanne, o Matisse βρήκε την κύρια πηγή έμπνευσής του.
Το 1898 επισκέφτηκε το Λονδίνο για να μελετήσει τα έργα του J. M. W. Turner. Η πρώτη του προσωπική έκθεση έγινε στην γκαλερί Vollard's το 1904 (χρονιά με την οποία γνωρίστηκε με τον κατά 12 χρόνια νεότερό του Pablo Picasso), χωρίς να σημειώσει σημαντική επιτυχία.


Ακολούθησαν ομαδικές εκθέσεις, σκληρές κριτικές αλλά και έπαινοι. Το ζεύγος των Gertrude και Leo Stein αγόρασε το έργο του «Γυναίκα με καπέλο», κάτι που είχε σημαντική ψυχολογική επίδραση στον καλλιτέχνη που βασανιζόταν από την κακή υποδοχή των έργων του.
Ο Matisse είχε μακρά σχέση με τον Ρώσο συλλέκτη Sergei Shchukin, για τον οποίο δημιούργησε ένα από τα διασημότερα έργα του, το «La Danse». Το 1941, ύστερα από μια χειρουργική επέμβαση, ο ζωγράφος άρχισε να χρησιμοποιεί αναπηρικό αμαξίδιο, κάτι που χρειάστηκε μέχρι το θάνατό του.



Συνέχισε ωστόσο να ζωγραφίζει, παράγοντας έργα που ήταν πρωτοπόρα και ριζοσπαστικά όπως την σειρά «Μπλε Γυμνά» και το βιβλίο με πολύχρωμα κολάζ «Jazz» (1947). Ο ίδιος απόλυτα εκτός της πολιτικής, συγκλονίστηκε από το φυλακισμό και το βασανισμό της αντιστασιακής κόρης του Marguerite στον στρατόπεδο συγκέντρωσης Ravensbrück.
Το 1951 ολοκλήρωσε τον σχεδιασμό του εσωτερικού, των παραθύρων και της διακόσμησης του παρεκκλησίου, κάτι που έκανε λόγω της στενής φιλίας του με την δομινικανή καλόγρια Jacques-Marie ενώ το 1952 ίδρυσε ένα μουσείο για το έργο του στην γενέθλια πόλη του.



Ο Matisse έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 84 ετών, το 1954, ύστερα από καρδιακή προσβολή. Ενταφιάστηκε στο κοιμητήριο της Notre Dame de Cimiez, κοντά στη Νίκαια.



Στίχοι από τον "Άμλετ" του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ (μτφ. Γ. Χειμωνάς)


.........................................................














 













 Στίχοι από τον "Άμλετ"
(Πραξη Ε', σκηνή 2 / μτφ. Γιώργος Χειμωνάς)

ΟΡΑΤΙΟΣ: ...Και τότε εγώ θα αρχίσω να μιλάω 
Και όσοι ακόμα τίποτα δεν έμαθαν     δεν ξέρουν
θα με ακούσουν να μιλώ να λέω για έρωτες και για αίματα
Για βιες που στρέβλωσαν την φύση. Δίκες
που στήθηκαν από την μοίρα. Για λάθη του θανάτου
Για δυστυχίες που έχασαν τον δρόμο τους και κουβαλώντας
                                                                                            σκοτωμούς
γύρισαν πάλι πίσω, σ' αυτούς που τις εξαπόλυσαν
Για όλα αυτά εγώ θα μιλήσω
Όλα αυτά έγιναν για να τα πω εγώ...   


Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

"Γλώσσα και θέατρο" Του Γιάγκου Ανδρεάδη

...........,..............................................



Γλώσσα και θέατρο.


Του Γιάγκου Ανδρεάδη

Μπορούμε να εξαγάγουμε πέρα από τα σύνορά μας ελληνικά έργα στην γλώσσα τους; Ή μήπως η χρήση της ελληνικής γλώσσας που την μιλούν μόνον δέκα περίπου εκατομμύρια εντός των συνόρων είναι εσαεί καταδικασμένη να αποτελεί μειονέκτημα για όποιον θέλει να προτείνει θεατρικές δημιουργίες εκτός Ελλάδος; Όσοι υποστηρίζουν την άποψη αυτή υπενθυμίζουν ότι οι κάθε λογής διεθνείς μάνατζερς και θυροφύλακες που αποφασίζουν για το τι περνάει και το τι δεν περνάει στις διεθνείς θεατρικές διοργανώσεις δεν ευνοούν παραστάσεις βασισμένες σε ελληνικά κείμενα. Στο επιχείρημα προστίθενται αποθαρρυντικές συγκρίσεις με τα αγγλικά , τα ισπανικά που σταδιακά υποσκελίζουν όλο και πιο πολύ τα αγγλικά στις ίδιες τις Η.Π.Α. ή ακόμη και τα πορτογαλικά που μιλιούνται στην υποήπειρο που λέγεται Βραζιλία.
Τι απομένει στην περίπτωση αυτή ως δυνατότητα; Να μεταφράζονται τα ελληνικά θεατρικά κείμενα  στα αγγλικά είτε οι παραστάσεις να επικεντρώνονται στις διάφορες εκδοχές αυτού που  αποκαλείται «γλώσσα του σώματος». Και αυτό να αφορά όχι μόνον τις παραγωγές των παραστάσεων που προορίζονται εξ αρχής για εξαγωγή, αλλά σε ένα βαθμό και μέρος της ελληνική δημιουργίας στον τόπο μας.
Πιστεύω ότι η τοποθέτηση αυτή είναι λιγότερο πειστική από όσο μοιάζει  με μια πρώτη προσέγγιση. Κατ’ αρχήν μια παρατήρηση για τους αριθμούς. Οι πλήρως ή μερικώς ελληνόγλωσσοι είναι όχι μόνον οι ελλαδίτες αλλά και οι άνθρωποι ελληνικού πολιτισμού στον πλανήτη, από την Κύπρο τις Η.Π.Α. και τον Καναδά μέχρι την Αυστραλία-  που παρά τις – μονόπλευρες και αποσπασματικές ώς τώρα- πολιτικές του ΥΠΕΞ και της Γραμματείας Απόδημου έχουν ελάχιστα αξιοποιηθεί στο πολιτιστικό επίπεδο.
  Το επόμενο σημείο που πρέπει να παρατηρήσουμε ότι αυτό το οποίο βάλλεται σε παγκόσμιο περίπου επίπεδο δεν είναι απλώς τα ελληνικά αλλά δύο πράγματα που κατ’ αρχήν μοιάζουν να μην σχετίζονται άμεσα, είναι όμως σε σημαντικό βαθμό αλληλέγγυα: Εν πρώτοις, οι κλασικές και εν γένει οι ανθρωπιστικές σπουδές που προσφέροντας την γνώση των κειμένων του αρχαίου δράματος στα αρχαία ή/ και στις κατά τόπους γλώσσες θα επέτρεπαν σε όσους τα γνωρίζουν να τα παρακολουθήσουν και ανεβασμένα επί σκηνής στα ελληνικά. Σπουδές που σήμερα υποχωρούν στα εκπαιδευτικά προγράμματα λόγω της γενικευμένης στροφής από την Αμερική ώς και την Ρωσία σε ότι θεωρείται παραγωγικότητα , ακόμα και όταν στην πραγματικότητα υπονομεύει πλην των άλλων και την ίδια την παραγωγή, ιδίως αυτό που θα έπρεπε να είναι η παραγωγή με ανθρώπινο πρόσωπο.
Το δεύτερο αξιοπρόσεχτο και αλληλέγγυο με το πρώτο σημείο είναι ότι αυτό που υποχωρεί, όχι μόνον στο θέατρο αλλά και σε ολόκληρο το πολύμορφο πεδίο της επικοινωνίας, είναι το κείμενο εν γένει. Στις εφημερίδες, από την εποχή της ανάδυσης του τάμπλοϊντ,  η έκταση των άρθρων συνεχώς συρρικνώνεται με την δικαιολογία της όλο και πιο σημαντικής παρουσίας του φαινομένου των νεο-αναλφάβητων που μέσα και από την επιρροή της τηλεόρασης αλλά και των εφημερίδων που παραδίδονταν όλο και πιο πολύ στην εικόνα  χωρίς να σωθούν από την κρίση τους,  γινόταν όλο και πιο αναλφάβητοι.  Και πέρα από τις εφημερίδες και γενικά τα Μέσα- όπου τα γκρήγκλις έχουν καταστεί μόδα και σιγά-σιγά κανόνας- στο ίδιο το θέατρο. Εδώ σε παγκόσμιο επίπεδο τα θεατρικά κείμενα συχνά- πυκνά συρρικνώνονται, ή /και παραποιούνται και μάλιστα χωρίς οι διαδικασίες αυτές να δηλώνονται ευθέως: Έτσι έχουμε μίνι «Αγαμέμνονες» των πενήντα στίχων και «Όρνιθες» των τριανταπέντε είτε δήθεν μεταμοντέρνες αδήλωτες διασκευές που όμως επιμένουν να κρατούν τον τίτλο του έργου το οποίο χειρούργησαν, καθώς θέλουν να έχουν μαζί την ηδονή της πατροκτονίας και την ασφάλεια της υιοθεσίας από τους θεατρικούς Πατέρες .
Η συνταγή που παράγεται από την γενική αυτή πολιτισμική συνθήκη που εντάσσεται στην γενικότερη εκ των άνω και των έξω παγκοσμιοποίηση είναι η παρακάτω. Μικρά έως μικροσκοπικά θεατρικά σχήματα των οποίων η μετακίνηση κοστίζει λίγο, σύντομα κείμενα που δεν θα κάνουν το ξένο κοινό να δυσανασχετήσει, και μια όσο το δυνατόν πιο εντυπωσιακή σωματική γλώσσα που με την βοήθεια του παραξενίσματος, της πρόκλησης και ενίοτε της βίας, θα εντυπωσιάσει και θα συνταράξει τα νεύρα του θεατή, παρεμβαίνοντας περίπου κατ’ ευθείαν στο ασυνείδητο χωρίς να έχει υποστεί τον λογικό έλεγχο. Το πιο ενδιαφέρον είναι ίσως ότι η συνταγή αυτή της επιθετικής επικοινωνίας, που διεκδικεί καλλιτεχνικές περγαμηνές  έλκει την καταγωγή της  από τα πεδία της τηλεόρασης, της διαφήμισης και τελικά της ίδιας της κρατούσας «πολιτικής» ρητορικής η οποία σε διεθνές επίπεδο βασίζεται όλο και πιο πολύ όχι στο τεκμηριωμένο επιχείρημα αλλά στον εντυπωσιασμό των εικόνων που, δεν «αξίζουν» όσο χίλιες λέξεις παρά μόνον διότι μπορεί να τις ξεπερνά σε τρομοκράτηση και ψευδολογία.
          Τι είναι όμως αυτό που μας ωθεί να ψάξουμε δρόμους που να επιτρέπουν στην ελληνική γλώσσα να παραμείνει θεμελιώδες εργαλείο  της θεατρικής μας δημιουργίας στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στο εξωτερικό; Ο λόγος βασικός λόγος είναι ότι στην πολιτισμική δημιουργία όπως και στην οικονομική παραγωγή ένας τόπος πρέπει να είναι ταυτοχρόνως ικανός να εισάγει τα καλύτερα προϊόντα αλλά και να εξάγει την σημαντικότερη και την αντιπροσωπευτικότερη δική του δημιουργία, καθιστώντας την ένα πειστικό και θελκτικό «σήμα κατατεθέν» με διεθνές κύρος. Η αρχή αυτή ισχύει ιδιαίτερα για χώρες όπως η Ελλάδα που έχουν την δυνατότητα να αναπτύξουν ένα σημαντικό διάλογο με μια σειρά κοινωνιών και πολιτισμών πέρα από τα τετριμμένα στερεότυπα περί πολυπολιτισμικότητας.
          Κάτι τέτοιο συνεπάγεται την ανάγκη να ορίσουμε πώς καταλαβαίνουμε  τον διάλογο αυτό και τι θέση βλέπουμε να έχουν οι γλώσσες στα πλαίσιά του. Ο διάλογος για τον οποίο μιλάμε δεν πρέπει να είναι στην ουσία ένας προσχηματικός, ισοπεδωτικός και κάθετος μονόλογος του ισχυρότερου προς τον υποτίθεται ασθενέστερο. Πρέπει, είτε πρόκειται για την Ευρώπη είτε και για ολόκληρο τον πλανήτη  να αποβλέπει σε μία σύνθεση ιδιαιτεροτήτων και διαφορών, όπου ο καθένας θα προσέρχεται συνεισφέροντας από το κεφάλαιο της ιδιαίτερης μνήμης, της; ταυτότητας και των οραμάτων του. Σε αυτά τα πλαίσια πρέπει να εντάσσεται και η χρήση των γλωσσών και στα άλλα πεδία και σε αυτό της δημιουργίας και των ανταλλαγών του θεάτρου.
          Η ελληνική θεατρική γλώσσα, της πρωτότυπης δημιουργίας και των μεταφράσεων αρχαίου δράματος όπου το δημιουργικό στοιχείο είναι επίσης σημαντικό, είναι καρπός μακρών και γόνιμων διεργασιών. Οι δογματικές αντιπαλότητες για την μορφολογία (γραμματική/ συντακτικό) έδωσαν από δεκαετίες τη θέση τους στο κυρίαρχο στοιχείο της σκηνικής λειτουργικότητας. Καλή γλώσσα είναι με άλλα λόγια αυτή που υπηρετεί το σανίδι και αυτό ισχύει για την γλώσσα του Αισχύλου, είτε για αυτήν του Κορνάρου και του Χορτάτζη, του θεάτρου σκιών, των πιο σημαντικών νεοελληνικών έργων και των μεταφράσεων του Βολανάκη και του Χειμωνά. Γλώσσα όμως δεν είναι μόνον το κείμενο. Είναι επίσης και ο τρόπος με τον οποίο το κείμενο εκφέρεται και χειρονομείται. Και από την άποψη αυτή κάθε λαός , περιλαμβανομένου και του ελληνικού, έχει τους μοναδικούς κάθε φορά δρόμους και τρόπους με τους οποίους ερμηνεύει την θεατρική του γλώσσα, την τοποθέτηση της φωνής, την χρήση της αναπνοής, τον τρόπο με τον οποίο η κίνηση και η έκφραση προεκτείνουν τον θεατρικό λόγο. Ο Γάλλος ηθοποιός χρησιμοποιεί το ηχείο της στοματικής του κοιλότητας και του θώρακά του διαφορετικά από τον Έλληνα. Ο Έλληνας χειρονομεί τον λόγο διαφορετικά από τον Ινδό. Το να αφαιρέσεις από τον έλληνα ηθοποιό το γλωσσικό του εργαλείο σημαίνει ότι τον ισοπεδώνεις  αφαιρώντας του την δυνατότητα να αξιοποιήσει και να συνεισφέρει στον διεθνή διάλογο με τη ιδιαιτερότητά του.
          Για τους λόγους αυτούς πρέπει να δούμε πιο συγκεκριμένα τους τρόπους με τους μπορεί να γίνει διεθνής χρήση των ελληνικών στο θέατρο. Πριν από μισό σχεδόν αιώνα παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης και του Εθνικού στα ελληνικά θριάμβευαν ανά τον κόσμο. Χωρίς αμφιβολία οι εμπειρίες εκείνες μπορούν να μας εμπνεύσουν όχι όμως και να γίνουν αντικείμενο μίμησης, διότι οι εποχές έχουν αλλάξει. Είτε το θέλουμε είτε όχι, οι ρυθμοί έχουν επιταχυνθεί και ο καταιγισμός των ερεθισμάτων, μέσα και από την υπερανάπτυξη των ηλεκτρονικών μέσων έχει πολλαπλασιαστεί. Τι λοιπόν μπορεί να γίνει σήμερα;
          Το πρώτο που χρειαζόμαστε είναι μια αναδιάταξη της εικόνας που έχουμε για την πολιτισμική γεωγραφία. Χωρίς να εγκαταλείπουμε τις υπερκορεσμένες από πολιτισμικά προϊόντα χώρες της Δύσης, ιδίως της αγγλοσαξωνικής, πρέπει να συμπεριλαμβάνουμε σταθερά στους σχεδιασμούς μας για την διεθνή προβολή του θεάτρου μας τους γίγαντες της Ασίας, την Ινδία και την Κίνα και ακόμη τον ισπανόφωνο κόσμο της Ευρώπης και της Αμερικής Βόρειας και Νότιας, όπου ο ελληνικός πολιτισμός διατηρεί μια, ανεκμετάλλευτη από εμάς αίγλη. Υπάρχουν στοιχεία ότι τέτοιες χώρες όχι μόνον δέχονται αλλά και επιζητούν στο θέατρο την χρήση της ελληνικής βοηθημένης ενδεχομένως από την σύγχρονη προβολή της μετάφρασης στην κατά τόπους γλώσσα. Το άνοιγμα όμως αυτό των οριζόντων δεν μπορεί να γίνει χωρίς ένα ευρύτερο σχεδιασμό.
          Το πρώτο που πρέπει να έχουμε στο νου μας είναι πώς η εξαγωγή πολιτισμικών, θεατρικών και άλλων προϊόντων υπόκειται σε ένα δούναι και λαβείν. Καλύτερη τύχη μπορούν να έχουν τα προϊόντα που πέρα από την ποιότητα θα διαθέτουν και την επίγνωση των ειδικών κωδίκων του χώρου στον οποίο απευθύνονται είτε των στοιχείων εκείνων, υποκριτικών, μουσικών, εικαστικών, με πανανθρώπινη εμβέλεια. Κοινοί είτε παράλληλοι μύθοι, σύμβολα και μορφές ενσωματωμένα σε μια παράσταση δημιουργούν στο ξένο κοινό μια οικειότητα που το ξετρομάζει και το κάνει να δεχτεί την ελληνική ή όποια άλλη γλώσσα. Τέτοια στοιχεία θα μπορούν να βοηθήσουν και την ελληνική γλώσσα. Το δεύτερο στοιχείο είναι η μετρημένη χρήση της μετάφρασης που όμως να μην υποκαθιστά αλλά υποστηρίζει το ελληνικό κείμενο. Αυτό σημαίνει ηθοποιούς που θα έχουν γυμναστεί να αποδώσουν με κατανοητό τρόπο και την ξένη γλώσσα. Εννοείται πως υπάρχουν και οι παραδοσιακοί τρόποι όπως είναι τα ξενόγλωσσα προγράμματα που συνοδεύουν μια παράσταση είτε οι αντίστοιχοι πρόλογοι. Όμως τα καλύτερα αποτελέσματα προσφέρονται από στοιχεία οργανικά ενταγμένα στο θέαμα.
          Κλείνω λέγοντας ότι το θέμα χρειάζεται ακόμα μεγαλύτερη μελέτη συνδυασμένη εννοείται με την άντληση συμπερασμάτων από τις δημιουργικές εμπειρίες που είχαν και έχουν αντικείμενο την χρήση της θεατρικής ελληνικής γλώσσας στο εξωτερικό. Υπάρχουν οπωσδήποτε προβλήματα, αλλά η επίλυσή τους, από τον δρόμο της δημιουργίας και του υπεύθυνου και τολμηρού πειραματισμού αποτελεί προτεραιότητα για ένα θέατρο που θέλει να περνά τα σύνορα και να αποκαθιστά ένα διάλογο ουσίας.
                           

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη : "Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη"

.......................................................

























Τα Χριστούγεννα του τεμπέλη

Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη 

Στην ταβέρνα του Πατσοπούλου, ενώ ο βορράς εφύσα, και υψηλά εις τα βουνά εχιόνιζεν, ένα πρωί, εμβήκε να πίη ένα ρούμι να ζεσταθή ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος, διωγμένος από την γυναίκα του, υβρισμένος από την πενθεράν του, δαρμένος από τον κουνιάδον του, ξορκισμένος από την κυρά-Στρατίναν την σπιτονοικοκυράν του, και φασκελωμένος από τον μικρόν τριετή υιόν του, τον οποίον ο προκομμένος ο θείος του εδίδασκεν επιμελώς, όπως και οι γονείς ακόμη πράττουν εις τα "κατώτερα στρώματα", πως να μουντζώνη, να βρίζη, να βλασφημή και να κατεβάζη κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατά και κόλλυβα. Κι έπειτα, γράψε αθηναϊκά διηγήματα!

Ο προβλεπτικός ο κάπηλος, δια να έρχωνται ασκανδαλίστως να ψωμίζουν αι καλαί οικοκυράδες, αι γειτόνισσαι, είχε σιμά εις τα βαρέλια και τας φιάλας, προς επίδειξιν μάλλον, ολίγον σάπωνα, κόλλαν, ορύζιον και ζάχαριν, είχε δε και μύλον, δια να κόπτη καφέν. Αλλ' έβλεπέ τις, πρωί και βράδυ, να εξέρχωνται ατημέλητοι και μισοκτενισμένοι γυναίκες, φέρουσαι την μίαν χείρα υπό την πτυχήν της εσθήτος, παρά το ισχίον, και τούτο εσήμαινεν, ότι το οψώνιον δεν ήτο σάπων, ούτε ορύζιον ή ζάχαρις.

'Ηρχετο πολλάκις της ημέρας η γριά - Βασίλω, πτωχή, έρημη και ξένη στα ξένα, ήτις δεν είχε προλήψεις κι έπινε φανερά το ρούμι της. Ήρχετο και η κυρά-Κώσταινα η Κλησάρισσα, ήτις εβοηθούσε το κατά δύναμιν εις την εκκλησίανμ ισταμένη πλησίον του μανουαλίου, δια να κολλά τα κεριά, και όσας πεντάρας έπαιρνε την Κυριακήν, όλας τας έπινε, μετ' ευσυνειδήτου ακριβείας, την Δευτέραν, Τρίτην και Τετάρτην.

Ήρχετο κι η Στρατίνα, νοικοκυρά με δύο σπίτια, οπού εφώναζεν εις την αυλόπορταν, εις τον δρόμον και εις το καπηλείον όλα τα μυστικά της, δηλ. τα μυστικά των άλλων, και μέρος μεν αυτών έμενον εις την αυλήν, μέρος δε έπιπτον εις το καπηλείον, και τα περισσότερα εχύνοντο εις τον δρόμον, κι εξενομάτιζε τον κόσμον, ποία νοικάρισσα της καθυστερεί δύο νοίκια, ποίος οφειλέτης της χρεωστεί τον τόκον, ποία γειτόνισσα της επήρεν ένα είδος, δανεικόν κι αγύριστον.

Ο μαστρο-Δημήτρης ο φραγκορράφτης της εχρωστούσε τρία νοίκια, ο μαστρο-Παύλος ο Πισκολέτος πέντε, και τον μήνα που έτρεχεν, εξ. Η Λενιώ, η κουμπάρα της, της πέρασε δευτέραν υποθήκην με δόλον εις το σπίτι, και τώρα ήτον ανάγκη να τρέχη εις δικηγόρους και συμβολαιογράφους, δια να εξασφαλίση τα δίκαιά της. Η Κατίνα, η ανεψιά της από τον πρώτον άνδρα της, της είχεν αφήσει ένα αμανάτι δια να την δανείση δέκα δραχμάς, και τώρα, ακτά την εκτίμησιν δύο χρυσοχόων, απεδείχθη, ότι το ασημικόν ήτο κάλπικον και δεν ήξιζεν ούτε όσα ήξιζαν τα δύο φυσέκια με τες σκουριασμένες μπακίρες - που, αφού, κατά την συνήθειάν της (αυτό δεν το έλεγεν, αλλά ήτο γνωστόν), έβγαλεν έξω το γερο-Στρατήν, τον άνδρα της, την κόρην της, την Μαργαρίταν και την εγγονήν της, την Λενούλαν, ήνοιξε την κρύπτην, απέθεσεν εκεί το ενέχυρον, έβγαλε το κομπόδεμα, έλαβε τα φυσέκια, και τα ενεχείρισε με τρόπον, οπού εσήμαινε να τα δώση και να μην τα δώση, κι εφαίνετο ως να εκολλούσαν τα χέρια της, εις την πτωχήν την Κατίναν.

Η Ασημίνα, η παλαιά νοικάρισσά της, τραγουδίστρα το επάγγελμα, όταν εξεκουμπίσθη κι έφυγε, της εχρωστούσε τρία μηνιάτικα και εννέα ημέρας. Και τα μεν έπιπλα, οπού έπρεπε κατά δίκαιον τρόπον να τα εκχωρήση εις την σπιτονοικοκυράν, τα παρέδωκεν εις τον κούκον της, τον τελευταίον αγαπητικόν της, που να τσάκιζε το πόδι της, να μην είχε σώσει ποτέ... Και εις αυτήν δεν έδωκεν άλλο τίποτε, παρά ένα παλιοφυλαχτόν εκεί, λιγδιασμένον, και της είπε μυστηριωδώς, ότι αυτό περιείχε Τίμιον Ξύλον... Σαν εκγρεμοτσακίσθη και έφυγε, το ανοίγει και αυτή εκ περιεργείας, και αντί Τιμίου Ξύλου, τί βλέπει;... κάτι κουρέλια, τρίχες, τούρκικα γράμματα, σκοντάματα, μαγικά, χαμένα πράματα... Τ' ακούτε σεις αυτά;

Εισήλθε, ριγών, ο μαστρο-Παυλάκης και εζήτησεν ένα ρούμι. Το παιδί του καπηλείου, οπού τον ήξευρε καλά, του είπε
-Έχεις πεντάρα;
Ο άνθρωπος έσεισε τους ώμους με τρόπον διφορούμενον.
-Βάλε συ το ρούμι, είπεν.

Πως να έχει πεντάρα; Καλά και τα λεπτά, καλή η δουλειά, καλό και το κρασί, καλή κι η κουβέντα, όλα καλά. Καλλίτερον απ' όλα η ραστώνη, το ντόλστσε φαρ νιένττε των αδελφών Ιταλών. Αν εις αυτόν ανετίθετο να συντάξη τον κανονισμόν της εβδομάδος, θα ώριζε την Κυριακήν δια σχόλην, την Δευτέραν δια χουζούρι, την Τρίτην δια σουλάτσο, την Τετάρτην, Πέμπτην και Παρασκευήν δι εργασίαν, και το Σάββατον δια ξεκούρασμα. Ποιός λέει, ότι αι εορταί είναι πάρα πολλαί δια τους ορθοδόξους Έλληνας, και αι εργάσιμοι είναι πολύ ολίγαι; Αυτά τα λέγουν όσοι δεν έκαμαν ποτέ σωματικήν εργασίαν και ηξεύρουν μόνον δια τους άλλους να θεσμοθετούν.

Ακριβώς την ώραν ταύτην ήλθεν απ' αντικρύ ο Δημήτρης ο φραγκορράφτης, δια να πίη το πρωινόν του. Μόνην παρηγορίαν είχε, να κάμνη αυτά τα συχνά ραξιδάκια, καθώς τα ωνόμαζε. Διέκοπτεν επί πέντε λεπτά την εργασίαν του, δέκα φοράς την ημέραν, και ήρχετο να πίνη ένα κρασί. Έπαιρνεν εργασίαν από τα μαγαζιά και εδούλευεν ως κάλφας εις το δωμάτιόν του.
Εισήλθε και παρήγγειλεν ένα κρασί. Είτα, ιδών τον Παύλον
-Βάλε και του μαστρο-Παυλάκη ένα ρούμι, είπεν.

Ως από Θεού σταλμένος, δια να λύση το ζήτημα της πεντάρας, μεταξύ του πελάτου και του υπηρέτου, εκάθισε πλησίον του Παύλου και ήρχισε τοιαύτην ομιλίαν, η οποία ήτο μεν συνέχεια των ιδίων λογισμών του, εις δε τον Παύλον εφάνη ως συνηγορία υπέρ των ιδικών του παραπόνων.
-Που σκόλη και γιορτή, μαστρο-Παυλέτο, φίλε μου, είπεν ούτε καθισιό, ούτε χουζούρι. Τ' Άη-Νικολάου δουλέψαμε, τ' Άη-Σπυρίδωνα δουλέψαμε, την Κυριακή προχθές δουλέψαμε. Έρχονται Χριστούγεννα, και θαρρώ, πως θα δουλεύουμε, χρονιάρα μέρα...

Ο Παύλος έσεισε την κεφαλήν.
-Θέλω κάτι να πω, αλλά δεν ξέρω για να τα σταμπάρω περί γραμμάτου μαστρο-Δημήτρη μου, είπε. Μου φαίνεται, πως αυτοί οι μαστόροι, αυτοί οι αρχόντοι, αυτή η κοινωνία πολύ κακά έχουνε διωρισμένα τα πράγματα. Αντί να είναι η δουλειά μοιρασμένη ίσια τις καθημερινές, πέφτει μονομιάς και μονομπάντα. Δουλεύουμε βιαστικά τις γιορτάδες, και ύστερα χασομερούμε εβδομάδες και μήνες τις καθημερινές.
-Είναι και η τεμπελιά εις το μέσο, είπε μετά πονηράς αυθαδείας το παιδί του καπηλείου, ωφεληθέν από μίαν στιγμήν, καθ' ην ο αφέντης του είχεν ομιλίαν εις το κατώφλιον της θύρας και δεν ηδύνατο ν' ακούση.

-Ας είναι, τί να σου κάμη η προκομμάδα και η τεμπελιά; είπεν ο Δημήτρης. Το σωστό είναι, πολλά κεσάτια και ολίγη μαζωμένη δουλειά. Καλά λέει ο μαστρο-Παύλος. Άλλο αν είμαι ακαμάτης εγώ, ας πούμε, ή ο Παύλος, ή ο Πέτρος, ή ο Κώστας ή ο Γκίκας. Εμένα η φαμίλια μου δουλεύει, εγώ δουλεύω, ο γυιός μου δουλεύει, το κορίτσι πάει στη μοδίστρα. Και μ' όλα αυτά, δεν μπορούμε ακόμα να βγάλουμε τα νοίκια της κυρα-Στρατίνας. Δουλεύουμε για την σπιτονοικοκυρά, δουλεύουμε για τον μπακάλη, για τον μανάβη, για τον τσαγκάρη, για τον έμπορο. Η κόρη θέλει το λούσο της ο νέος θέλει το καφενείο του, το ρούχο του, το γλέντι του. Ύστερα, κάμε προκοπή.

-Υγρασία μεγάλη, μαστρο-Δημήτρη, είπεν ο Παυλέτος, αποκρινόμενος εις τους ιδίους στοχασμούς του. Υγρασία κάτω στα μαγαζιά, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά, ρεματισμοί, κρυώματα. Ύστερα κόπιασε, αν αγαπάς, να αργάζης τομάρια. Το δικό μας το τομάρι άργασε πια, άργασε...
-Καλά αργασμένο το δικό σου, μαστρο-Παύλο, αυθαδίασε πάλιν ο υπηρέτης, αινιττόμενος ίσως τας μεταξύ του Παύλου και του γυναικαδέλφου του σκηνάς.
Είτα εισήλθεν ο κάπηλος. Ο μαστρο-Δημήτρης απήλθε, να επαναλάβη την εργασίαν του και η ομιλία έπαυσεν.

Ο μαστρο-Παύλος αφέθη εις τας φαντασίας του. Σάββατον σήμερον, μεθαύριον παραμονή, την άλλην Χριστούγεννα. Να είχε τουλάχιστον λεπτά δια να αγοράση ένα γαλόπουλο, να κάμη και αυτός Χριστούγεννα στο σπίτι του, καθώς όλοι! Μετενόει τώρα πικρώς, διότι δεν επήγε τας τελευταίας ημέρας εις τα βυρσοδεψεία να δουλεύση και να βγάλη ολίγα λεπτά, δια να περάση πτωχικά τας εορτάς. "Υγρασία μεγάλη, χαμηλό το μέρος, η δουλειά βαρειά. Κόπιασε να αργάζης τομάρια! Το σικό μας το τομάρι θέλει άργασμα!"

Είχεν ακούσει τον λαϊκόν μύθον δια τον τεμπέλην, οπού επήγαιναν να τον κρεμάσουν, και όστις συγκατένευσε να ζήση υπό τον όρον να είναι "βρεμένο το παξιμάδι". Εγνώριζε και την άλλην διήγησιν δια το τεμπελχανιό, το οποίον ίδρυσε, λέγουν, ο Μεχμέτ Αλής εις την πατρίδα του Καβάλαν. Εκεί, επειδή το κακόν είχε παραγίνει, ο επιστάτης εσοφίσθη να στρώνη μίαν ψάθαν, επί της οποίας ηνάγκαζε τους αέργους να εξαπλώνωνται. Είτα έβαζε φωτιάν εις την ψάθαν. Όποιος επροτίμα να καή, παρά να σηκωθή από την θέσιν του, ήτο σωστός τεμπέλης και εδικαιούτο να φάγη δωρεάν το πιλάφι. Όποιος εσηκώνετο και έφευγε το πυρ, δεν ήτο σωστός τεμπέλης και έχανε τα δικαιώματα. Τόσοι Βαλλιάνοι, τόσοι Αβέρωφ και Συγγροί, εσκέπτετο ο μαστρο-Παύλος, και κανείς εξ αυτών να μην ιδρύση παραπλήσιόν τι εις τας Αθήνας!

Ο μαστρο-Παυλάκης επεριδιάβασεν ακόμη δύο ημέρας και την άλλην ήτο παραμονή. Το γαλόπουλο δεν έπαυσε να το ονειροπολή και να το ορέγεται. Πώς να το προμηθευτή;
Αφού ενύκτωσε, διωγμένος καθώς ήτον από το σπίτι, απετόλμησε και ήλθεν από ένα πλάγιον δρομίσκον και ήτον έτοιμος να χωθή εις το καπηλείον. Ο νους του ήτο αναποσπάστως προσηλωμένος εις το γαλόπουλο. Θα εχρησίμευε τούτο, εάν το είχε, και ως μέσον συνδιαλλαγής με την γυναίκα του.

Εκεί, καθώς εστράφη να εμβή εις το καπηλείον, βλέπει εν παιδίον της αγοράς, με μίαν κοφίναν επ' ώμων, ήτις εφαίνετο ακριβώς να περικλείη ένα γάλον, αγριολάχανα, πορτοκάλια, ίσως και βούτυρον και άλλα καλά πράγματα, Το παιδίον εκοίταζε δεξιά και αριστερά και εφαίνετο να αναζητή οικίαν τινά. Ήτο έτοιμον να εισέλθη εις το καπηλείον δια να ερωτήση. Έπειτα είδε τον Παύλον και εστράφη προς αυτόν.
-Ξέρεις, πατριώτη, του λόγου σου, που είναι εδώ χάμου το σπίτι του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου;
-Του κυρ-Θανάση του Μπε...
Αστραπή, ως ιδέα, έλαμψεν εις το πνεύμα του Παύλου.
-Μούπε τον αριθμό και το εξέχασα τώρα γρήγορα έπιασε σπίτι εδώ χάμου, σ' αυτόν το δρόμο... τον είχα μουστερή από πρώτα... μπροστήτερα καθότανε παρά πέρα, στο Γεράνι.
-- Του κυρ-Θανάση του Μπελιοπούλου! αυτοσχεδίασε ο μαστρο-Παύλος να, εδώ είναι το σπίτι του. Να φωνάξης την κυρα-Παύλαινα, μέσα στην κάτω κάμαρα, στο ισόγειο... αυτή είναι η νοικοκυρά του... πως να πώ; είναι η γενειά του... τη έχει λύσε-δέσε, σ' όλα τα πάντα... οικονόμισσα στο νοικοκυριό του... είναι κουνιάδα του... μαθές θέλω να πω, ανιψιά του... φώναξέ την και δώσε της τα ψώνια.

Και βαδίσας ο ίδιος πέντε βήματα, κατά την θύραν της αυλής, έκαμε πως φώναξε
-Κυρά-Παύλαινα, κόπιασ' εδώ να πάρης τα ψώνιαμ που σου στέλλει ο κύριος... ο αφέντης σου.
Καλά ήλθαν τα πράγματα έως τώρα. Ο μαστρο-Παυλάκης έτριβε τας χείρας και ησθάνετο εις την ρίνα του την κνίσαν του ψητού κούρκου. Και δεν τον έμελλε τόσον δια τον κούρκον, αλλά θα εφιλιώνετο με τη γυναίκα του. Την νύκτα επέρασεν εις εν ολονύκτιον καφενείον και το πρωί επήγεν εις την εκκλησίαν.

Όλην την ημέραν προσεκολλήθη εις μίαν συντροφιάν, έπειτα εις μίαν άλλην παλαιών γνωρίμων του, εις το καπηλείον, όπου έμεινε τας περισσοτέρας ώρας ανοικτόν, με τα παράθυρα κλεισμένα, και επέρασε με ολίγους μεζέδες και με αρκετά κεράσματα.
Το βράδυ, αφού ενύκτωσε, επήγε με τόλμην από τας πολλάς σπονδάς και από την ενθύμησιν του κούρκου και έκρουε την θύραν της οικογενείας του. Η θύρα ήτο κλεισμένη έσωθεν.'
-Καλησπέρα, κυρα-Παύλαινα, εφώναξεν απ'έξω, χρόνους πολλούς. Πώς πήγε ο γάλος; Βλέπεις, εγώ πάλε;

Ουκ ην φωνή, ουδέ ακρόασις. Όλη η αυλή ήτο ήσυχος. Τα ισόγεια, αι τρώγλαι, τα κοτέτσια της κυρα-Στρατίνας, όλα εκοιμώντο. Ο σκύλος μόνον εγνώρισε τον μαστρο-Παύλον, έγρυξεν ολίγον και πάλιν ησύχασεν.

Υπήρχον εκεί εκτός από το ψυχομέτρι τριων ή τεσσάρων οικογενειών, οπού εκατοικούσαν εις τ' ανήλια δωμάτια, δύο γίδες, δώδεκα όρνιθες, τέσσαρες γάτοι, δύο ινδιάνοι και πολλά ζεύγη περιστερών. Αι δύο γίδες ανεχάραζαν βαθιά εις το σκεπασμένο μανδράκι τους, αι όρνιθες έκλωζον υποκώφως εις το κοτέτσια τους, τα περιστέρια είχαν μαζωχθή εις τους περιστερώνας περίτρομαα από το κυνήγι, οπού ήρχιζον εναντίον των την νύκτα οι γάτοι. Όλοι αυτοί οι μικροί θόρυβοι ήσαν το ροχάλισμα της αυλής κοιμωμένης.

Πάραυτα ηκούσθη κρότος βημάτων εις το σπίτι.
-Έ, μαστρο-Παύλε, είπε πλησιάσασα η κυρα-Στρατίνα, νάχουμε και καλό ρώτημα... Τί γάλος και γαλίζεις και γυαλίζεις και καλό να μούχης, ασίκη μου; Είδαμε κι επάθαμε να σκεπάσουμε το πράμα, να μη προσβαλθή το σπίτι... Εκείνος που ήτον δικός του ο γάλος, ήλθε μεσάνυκτα κι εφώναζε, έκανε το κακό, και μας φοβέριζεν όλους, κι η φαμίλια σου, επειδής τον είχε κόψει το γάλο, μαθές, και τον είχε βάλει στο τσουκάλι, βρέθηκε στα στενά... κλειδώθηκε μες στην κάμαρα, και δεν ήξευρε τι να κάμη... Είπε και ο κουνιάδος σου.. καλό κελεπούρι ήτανε κι αυτό, μαθές... και επέρασεν η φαμίλια σου όλην την ημέραν κλειδομανταλωμένη μέσα, από φόβον μην ξαναέλθη εκείνος πούχε το γάλο και μας φέρη και την αστυνομία... ήτον φόβος να μην προσβαλθή κι εμένα το σπίτι μου. Άλλη φορά, τέτοιαα αστεία να μην τα κάνης, μαστρο-Παυλάκη. Τέτοια προσβολή να λείπη από το σπίτι μου, εμένα, τ' ακουσες;

Ο μαστρο-Παύλος ηρώτησε δειλά
-Τώρα... είναι μέσα η φαμίλια μου;
-Είναι μέσα όλοι τους, κι έχουνε κλειδωμένα καλά, και το φως κατεβασμένο, δια τον φόβο των Ιουδαίων. Κοίταξε, μη σε νοιώση από πουθενά, κείνος ο σκιάς ο κουνιάδος σου, πάλε...
-Είναι μέσα;
-'Η μέσα είναι, ή όπου είναι έφθασε... να, κάπου ακούω τη φωνή του.
Ηκούσθη, τω όντι, μία φωνή εκεί πλησίον, ήτις δεν υπέσχετο καλά δια τον νυκτερινόν επισκέπτην.
-Έ, μαστρο-Παυλίνε, έλεγε, καλός ήταν ο γάλος...

Ποίος ήτον ο ομιλήσας, άδηλον. Ίσως να ήτο ο μαστρο-Δημήτρης ο γείτων. Δυνατόν να ήτο και ο φοβερός γυναικάδελφος του μαστρο-Παύλου.
-Και να μην πάρω κι εγώ ένα μεζέ; παρεπονέθη ως τόσον ο άνθρωπός μας.
Τι σου χρειάζεται ο μεζές, μαστρο-Παυλάκη μου; επανέλαβεν η Στρατίνα. Τα πράματα είναι πολύ σκούρα. Άφσε τα αυτά. Δουλειά, δουλειά! Η δουλειά βγάζει παλληκάρια. Ό,τι έγινε-έγινε, να πας να δουλέψης, να μου φέρης εμένα τα νοίκια μου. Τ' ακούς;
-Τ' ακούω.
-Φέρε μου εσύ τον παρά, κι εγώ, με όλη τη φτώχεια, την θυσιάζω μια γαλοπούλα και τρώμε.
Ηκούσθη από μέσα βραχνός μορμυρισμός, είτα φωνή μικρού παιδιού είπε
-Την υγειά σου, μάτο-Πάλο, τεμελόκυλο, κακέ πατέλα. Τόνε φάαμε το λάλο. Να πάλε κι εσύ πέντε, κι άλλε πέντε, δέκα!

Προφανώς ήτον μέσα ο φοβερός ο γυναικάδελφος, και είχε δασκαλέψει το παιδί να τα φωνάζη αυτά.
-Μη στέκεσαι στιγμή, μαστρο-Παυλέτο, είπεν η Στρατίνα το καλό που σου θέλω! Δρόμο τώρα, και μεθαύριο δουλειά, δουλειά!...
Ηκούσθη κρότος, ως να εσηκώθη τις από μέσα, και να επλησίαζε με βαρύ βήμα προς την θύραν.
-Δρόμιο, επανέλαβε μηχανικώς ο Παύλος, συμμορφούμενος εμπράκτως με την λέξιν... δρόμιο και δουλειά! -------------------------------------


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης
------------------------------------