Δευτέρα, 29 Οκτωβρίου 2012

Χαλασοχώρηδες Του Κώστα Γεωργουσόπουλου ("ΤΑ ΝΕΑ", Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012)

............................................................

Χαλασοχώρηδες

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ:  στα "ΝΕΑ", Δευτέρα 29 Οκτωβρίου 2012
 
 
Ο Παπαδιαμάντης έγινε μόδα, έτσι για να σκάσουν οι εχθροί του και οι κριτικοί του. Ανάμεσά τους ο πολύς και σεβαστός Κ. Θ. Δημαράς, που στην «Ιστορία» του όχι μόνο τον υποβαθμίζει ως λογοτέχνη αλλά τον φορτώνει και με συντηρητικά παραφερνάλια, αγνοώντας συνειδητά(;) τον έντονο ερωτισμό του, ακόμη και τις υποδόριες ερωτικές ανομολόγητες ονειρώξεις του. Και είναι μυστήριο πώς ένας άλλος σημαντικός κριτικός, οξυδερκής, μ' άλλα κείμενα, ο Παναγιώτης Μουλλάς, τον ακολούθησε και κανείς δεν ανακάλυψε όσα βρήκε στη «Μαγεία» του ο Ελύτης και οι άλλοι ποιητές ακόμη του προχωρημένου υπερρεαλισμού (π.χ. Εμπειρίκος). Και έγινε της μόδας ο σκιαθίτης ποιητής χάρη στην αφοσίωση ενός γερού και ευαίσθητου φιλολόγου, του Ν. Τριανταφυλλόπουλου, που μας προίκισε με τα άκρως επιμελημένα «Απαντά» του (εκδόσεις «Δόμος»).
Τα τελευταία χρόνια η μόδα Παπαδιαμάντη έχει κατακλύσει το θέατρο. Αλλοι από τους δημιουργούς έλκονται από τη μουσική της γλώσσας του, άλλοι από την ειδική ατμόσφαιρα των σκηνικών του χώρων κι άλλοι από την απέραντη πινακοθήκη των χαρακτήρων και των τύπων του. Υπάρχει όμως ένα μείζον τείχος που συνήθως σκοντάφτουν οι επίδοξοι θεατρικοί ερμηνευτές του, σκηνοθέτες και ηθοποιοί. Η γλώσσα του Παπαδιαμάντη. Και το τείχος αυτό ονομάζεται εκπαιδευτική μιζέρια, για να μην πω αθλιότητα. Για πολλά χρόνια ο Παπαδιαμάντης είχε απαξιωθεί και απορριφθεί από τη σχολική ύλη ή, κι αν περιλαμβανόταν στα εκχειρίδια, δεν διδασκόταν ή, κι αν κάποιος το τολμούσε αντιμετώπιζε τη ρετσινιά του συντηρητικού, του καθαρολόγου και του θρησκόληπτου!
Η μεταπολίτευση δεν έκανε μόνο οικονομικά, πολιτικά, κοινωνικά εγκλήματα εν ονόματι (τραγικό!) της δημοκρατίας των ιδεών(!) αλλά κυρίως εγκλήματα Παιδείας.
Τι φταίνε λοιπόν νέοι έλληνες και ταλαντούχοι ηθοποιοί που ανακαλύπτουν του Παπαδιαμάντη ή ακολουθούν την ευπώλητη μόδα του (ο φτωχούλης εκείνος ταβερνόβιος έγινε σωσίβιο Ταμείου!) αλλά δεν τον καταλαβαίνουν, δεν επικοινωνούν με τις λέξεις του, είναι γι' αυτούς κύμβαλα αλαλάζοντα και χαλκός ηχών.
Ο νέος ηθοποιός και σκηνοθέτης Θανάσης Σαράντος, που εκτιμώ και για τη σεμνότητά του, παίζει στο Τριανόν τον «Αμερικάνο» του Παπαδιαμάντη. Και τον συλλαβίζει όπως ακριβώς πιθανόν τον αποστήθισε, λέξη-λέξη, σαν τις ψηφίδες ενός παζλ. Χωρίς ροή νοημάτων, χωρίς τη μουσική του ποιητή του και, λόγω της αποσπασματικής εκφοράς, χωρίς τη «σκηνοθεσία» του.
Ευτυχώς που στην παράσταση μετέχει ως μουσικό μετείκασμα ο πιανίστας και συνθέτης Λ. Πηγούνης και ομολογώ πως τα ακούσματά του, ιδιοφυείς συνθέσεις με απόηχους δημοτικής και εκκλησιαστικής μουσικής, κάνουν το όλον ανεκτό.
Απορώ γιατί φιλόδοξοι νέοι όπως ο Σαράντος δεν επιλέγουν προσιτά στη γλωσσική τους περιουσία κείμενα και διακινδυνεύουν παλεύοντας με τη φουρτούνα πάνω στη «σκαμπαβία», μέσα στο παπαδιαμαντικό πέλαγο.

Τετάρτη, 17 Οκτωβρίου 2012

Άρθουρ Μίλερ: Η ανήσυχη φωνή του αμερικανικού θεάτρου (17 Οκτ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

............................................................

Άρθουρ Μίλερ: Η ανήσυχη φωνή του αμερικανικού θεάτρου

tvxs.gr/node/45933
 
 
 
Εξίσου τεράστιας αξίας είναι και το μετέπειτα έργο του. Τα «Ήταν όλοι τους παιδιά μου», «Μετά την πτώση», «Πάνω από τη γέφυρα», «Οι μάγισσες του Σάλεμ» γνώρισαν διεθνή επιτυχία και διασκευάστηκαν για τον κινηματογράφο. Μόνο τη δεκαετία του '90, ο θεατρικός γίγαντας έγραψε τέσσερα θεατρικά έργα («Κατρακυλώντας από το όρος Μόργκαν», «Σπασμένο γυαλί», «Ο τελευταίος Γιάνκι», «Οι σχέσεις του κυρίου Πίτερς»), δύο σενάρια («Everybody wins» το 1990, με τον Νίκ Νόλτε και την Ντέμπρα Γουίνγκερ και τις «Μάγισσες του Σάλεμ» το 1996, με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις και τη Γουαϊόνα Ράιντερ) και μια νουβέλα («Plain Girl» - «Ένα κοινό κορίτσι», το 1995).
Ο Μίλερ αρθρογραφούσε και στους New Υοrk Times, καταγγέλλοντας την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, τη λογοκρισία και υπερασπιζόμενος τους διωκόμενους καλλιτέχνες. Έγραφε για τον πόλεμο στο Βιετνάμ και ισραηλοπαλαιστινιακή διαμάχη, και πιο πρόσφατα για τον πόλεμο στο Ιράκ.
Επί μακαρθισμού, επηρεασμένος από τον αντικομουνισμό και το «κυνήγι μαγισσών» εναντίον εκπροσώπων του πνευματικού κόσμου, γράφει και παρουσιάζει το αλληγορικό έργο-κατηγορητήριο «The Crucible» (Δοκιμασία), για το οποίο βραβεύτηκε με Τόνι το 1953 και έμελλε να γίνει ένα από τα πιο πολυπαιγμένα έργα του, παρουσιαζόμενο, κατά το συγγραφέα, κάθε φορά που σε κάποια χώρα έμπαιναν σε κίνδυνο οι πολιτικές ελευθερίες ή διαφαινόταν η άνοδος ολοκληρωτικού καθεστώτος. «Εν μέρει ήταν πολιτικό θέμα και πολύς κόσμος το φοβόταν. Επίσης το κόστος του ανεβάσματος ήταν υψηλό γιατί είναι μεγάλη παραγωγή. Υπήρχαν και μερικοί που έλεγαν ότι η γλώσσα του έργου δεν θα γίνονταν κατανοητή από όλους. Δεν υπήρξε όμως τέτοιο πρόβλημα. Όλοι κατάλαβαν τη γλώσσα που χρησιμοποίησα», είχε πει ο ίδιος για το έργο.
Το 1954, του αφαιρείται το διαβατήριο κι έτσι δεν καταφέρνει να παραστεί στην πρεμιέρα της «Δοκιμασίας» στις Βρυξέλλες. Οδηγείται για κατάθεση, κατηγορούμενος ότι είχε διασυνδέσεις με αριστερούς. Αρνείται να καταδώσει ονόματα υπόπτων για κομουνιστική δράση, καταδικάζεται από το Κογκρέσο το 1957, αλλά αθωώνεται από το Ανώτατο Δικαστήριο το 1958. Οι συνθήκες στο Χόλιγουντ εκείνη την εποχή, λόγω της «Μαύρης Λίστας» και όσων είχαν καταδώσει ονόματα υπόπτων, οδήγησαν στην αποξένωση του Μίλερ από τον Ελία Καζάν, με τον οποίο ήταν συνεργάτες σε πολλά από τα έργα του και τους συνέδεε φιλία, καθώς ο Μίλερ είχε μιλήσει ανοιχτά εναντίον της κίνησης του Καζάν να κατονομάσει κατηγορούμενους συναδέρφους του. Σύμφωνα με το βιογράφο του, Μάρτιν Γκότφριντ, «σπάνια ένας καλλιτέχνης έχει δεχτεί τόσες πολλές επιθέσεις και συκοφαντίες στην πατρίδα του και ταυτόχρονα έχαιρε βαθιάς εκτίμησης σε όλον τον κόσμο».
Ο Άρθουρ Μίλερ έφυγε από τη ζωή στις 10 Φεβρουαρίου 2005, σε ηλικία 89 ετών. «Τι περιμένω πια από τη ζωή μου ύστερα από ένα βραβείο Πούλιτζερ; Μα, φυσικά, το Νόμπελ Λογοτεχνίας. Δεν σκοπεύω να πεθάνω αν δεν το αποκτήσω!» είχε δηλώσει. Τελικά, δεν κατάφερε να το αποκτήσει...

Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2012

Μπομπ Γουίλσον: Η ζωή είναι μια διαρκής "Οδύσσεια" Κακουριώτης Σ. (17/10/2012 στην "ΑΥΓΗ" )

.................................................................

Μπομπ Γουίλσον: Η ζωή είναι μια διαρκής "Οδύσσεια"

Κακουριώτης Σ.
Ημερομηνία δημοσίευσης: 17/10/2012 στην "ΑΥΓΗ"


Ένα masterclass για τον τρόπο που δουλεύει παρέδωσε χθες ο Μπομπ Γουίλσον, κατά τη διάρκεια της παρουσίασης της πολυαναμενόμενης παραγωγής της Οδύσσειας, που ανέλαβε να σκηνοθετήσει για το Εθνικό Θέατρο. Έτσι, μπορεί να μην έγινε κανείς σοφότερος για το τι θα δει στην πρεμιέρα της 26ης Οκτωβρίου, όμως πήρε μια σε βάθος ιδέα για τι μπορεί να περιμένει να δει...
Κατά τη διάρκεια της χθεσινής συνέντευξης Τύπου, αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής ήταν, αναμφίβολα, ο Αμερικανός σκηνοθέτης, τον οποίο ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού χαρακτήρισε έναν από τους μεγαλύτερους καλλιτέχνες της εποχής μας. Μιλώντας για το θέατρο που κάνει και τον τρόπο δουλειάς του, συχνά σηκωνόταν όρθιος προκειμένου να "οπτικοποιήσει" αυτό για το οποίο μιλούσε ή συνόδευε τα λόγια του με ηχητικές μιμήσεις, δίνοντας μια πραγματική περφόρμανς.
Η συνεργασία του με το Εθνικό ήταν "μια ευκαιρία και μια πρόκληση", είπε, καθώς "ειδικά στη σημερινή εποχή έχει μεγάλη σημασία να αναδείξουμε τα νοήματα του ομηρικού κειμένου". Αφού ξεκαθάρισε ότι ο ίδιος δεν κάνει ούτε νατουραλιστικό ούτε ψυχολογικό θέατρο αλλά φορμαλιστικό, που δίνει μεγάλη σημασία στα οπτικά στοιχεία της παράστασης (άλλωστε, εκτός της σκηνοθεσίας, ο ίδιος σχεδίασε τα σκηνικά και τους φωτισμούς), σημείωσε πως συχνά αυτό που βλέπει στο θέατρο είναι εικονογράφηση του κειμένου. Δεν παρέλειψε μάλιστα να τονίσει πόσο σοβαροφανής και βαρετή του είχε φανεί μια παράσταση της Οδύσσειας που είχε δει στην Ελλάδα στο παρελθόν.
Παρομοίασε μάλιστα τη δουλειά του με το επικό θέατρο του Μπρεχτ, όπου "όλα τα στοιχεία συμμετέχουν ισότιμα: χειρονομίες, αντικείμενα, φως, κείμενο", ενώ δεν παρέλειψε να εκφράσει την ευγνωμοσύνη του για την καταπληκτική ομάδα των τεχνικών, που ανταποκρίνεται σε μια "περίπλοκη δουλειά που απαιτεί υψηλό επίπεδο συντονισμού και συγκέντρωσης".
Σε ερώτησή μας για το κατά πόσον τον επηρέασε το γεγονός ότι ανεβάζει αυτήν την παράσταση σε μια χώρα που βιώνει τη δική της Οδύσσεια, ο Μπομπ Γουίλσον προτίμησε να μην απαντήσει ευθέως, αλλά να παρατηρήσει ότι στη ζωή "όλα είναι ταξίδι... κάθε λεπτό είναι διαφορετικό, μόνο η αλλαγή αποτελεί σταθερό στοιχείο της ζωής". Γι' αυτό, κατέληξε, "πρέπει να είμαστε ανοιχτοί στο ταξίδι"...
Περισσότερο πολιτικός, ο Σέρτζιο Έσκομπαρ, διευθυντής του Piccolo Teatro του Μιλάνου, συμπαραγωγού της παράστασης, τόνισε ότι η συνεργασία με το Εθνικό Θέατρο "αποτελεί πολιτική επιλογή, όχι για το παρελθόν της Ελλάδας και τις αξίες του αλλά για το παρόν και το μέλλον της, που είναι μέλλον όλων". Παράλληλα, αφού δεν παρέλειψε να σημειώσει ότι όλοι τον πήραν για τρελό όταν υπέγραψε τη συνεργασία με το ελληνικό κρατικό θέατρο, τόνισε το πόσο αντιφατική είναι η στάση όσων αναγνωρίζουν στην Ελλάδα του παρελθόντος την πηγή του δυτικού πολιτισμού αλλά θέτουν σε αμφισβήτηση την ευρωπαϊκότητα της σημερινής Ελλάδας.
Από τη μεριά του, ο Γιάννης Χουβαρδάς τόνισε παρουσιάζοντας τους φιλοξενούμενους του Εθνικού ότι η παρουσία του Μπομπ Γουίλσον αποτελεί μέγα κέρδος για το ελληνικό θέατρο, που έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει από κοντά και σε βάθος χρόνου τη διαδικασία της δουλειάς του. Παράλληλα, σημείωσε ότι η Οδύσσεια, που χαρακτήρισε παράσταση για όλους, έχει μια σημασία που αυτή τη δύσκολη περίοδο ξεπερνά τα ελληνικά σύνορα, καθώς μετά την ολοκλήρωση των παραστάσεων στην Αθήνα θα μεταφερθεί στο Μιλάνο (όπου ήδη έχει προπωληθεί το 40% των εισιτηρίων) και την επόμενη σεζόν θα περιοδεύσει σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Στην παράσταση, που θα κάνει πρεμιέρα στις 26/10 στην Κεντρική Σκηνή του Εθνικού, παίρνουν μέρος οι ηθοποιοί: Νικήτας Τσακίρογλου, Λυδία Κονιόρδου, Αλέξανδρος Μυλωνάς, Ζέτα Δούκα, Μαρία Ναυπλιώτου, Αποστόλης Τότσικας, Λένα Παπαληγούρα, Μαριάνα Καβαλιεράτου, Άκης Σακελλαρίου, Κοσμάς Φοντούκης, Θανάσης Ακοκκαλίδης, Γιώργης Τσαμπουράκης, Βίκυ Παπαδοπούλου, Κωνσταντίνος Αβαρικιώτης, Γιώργος Γλάστρας, Γιώργος Τζαβάρας, ενώ τον ρόλο του Οδυσσέα κρατά ο Σταύρος Ζαλμάς.

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2012

Λένον για πάντα (09 Οκτ 2012 | Ιουλία Κιλέρη tvxs.gr)

............................................................

Λένον για πάντα

tvxs.gr/node/45369
 

 


Στις 8 Δεκεμβρίου 1980 το νήμα της ζωής του κόπηκε από τις σφαίρες ενός θαυμαστή του, του Μαρκ Τσάπμαν, στον οποίον νωρίτερα είχε υπογράψει ένα αυτόγραφο πάνω στο νέο του άλμπουμ.
Ο Τζον Λένον σημάδεψε ανεξίτηλα μια ολόκληρη εποχή, λατρεύτηκε όσο λίγοι καλλιτέχνες, και απέκτησε φανατικό κοινό για το έργο του, αλλά και επειδή εκμεταλλεύτηκε τη δημοσιότητά του για να προβάλλει αρχές στις οποίες δήλωνε πιστός: εξέφρασε ανοιχτά την αντίθεσή του στον πόλεμο του Βιετνάμ και τη βία, προκαλώντας το FBI και την αμερικανική κυβέρνηση, που τον «φακέλωσαν» ως «έναν πολύ επικίνδυνο άνθρωπο».
Η δολοφονία του θρυλικού Σκαθαριού συνέβαλλε σημαντικά στη μυθοποίηση και «αγιοποίησή» του. Το τεράστιο έργο του ενέπνευσε και καθοδήγησε όχι μόνο τη δική του, αλλά και τις μετέπειτα γενιές. Δεν ήταν μόνο αυτό όμως: Η εκτίμηση στο πρόσωπό του κέρδισε περισσότερο έδαφος τη στιγμή που επέλεξε να εκμεταλλευτεί τη φήμη του για σκοπούς σημαντικότερους από την προσωπική του ευημερία και δόξα.
Επί σειρά ετών στο τέλος της δεκαετίας του ’60 αλλά τις αρχές του ’70, ο ίδιος και η Γιόκο Όνο επιστράτευσαν ακόμη και την καθημερινή τους ζωή στην υπηρεσία των ζητημάτων για τα οποία αγωνίζονταν. Το σημαντικότερο για τον Τζον Λένον ήταν να ακουστεί το μήνυμα που ήθελε να περάσει.
Η κληρονομιά του Λένον στην ιστορία της μουσικής είναι τεράστια. Στα πρώτα χρόνια των Beatles (1962–1965), τα τραγούδια που έγραψε αποτελούσαν κατά κύριο λόγο εφηβικά τραγούδια αγάπης, με μια κεφάτη διάθεση, ωστόσο, που παραμένει σταθερή παρά το πέρασμα του χρόνου. Αργότερα, επηρεασμένος από τον Μπομπ Ντίλαν έμαθε ότι οι στίχοι μπορούν να γίνουν προσωπικοί. Από το 1965 και μετέπειτα, τα συναισθήματά του ενσωματώνονται στη μουσική και το στίχο του. «Κάθε τόσο αισθάνομαι τόσο ανασφαλής...» τραγουδούσε στο «Help!».
 
Ο Λένον εγκαταλείφθηκε από τον πατέρα του πριν ακόμη γεννηθεί, και μετά ξανά σε ηλικία 5 ετών. Η μητέρα του άφησε την ανατροφή του στην αδερφή του. Έχασε ξανά τη μητέρα του σε ηλικία 18 ετών, όταν την πάτησε με το αυτοκίνητο ένας μεθυσμένος αστυνομικός. Δώδεκα χρόνια αργότερα έγραφε: «Μητέρα, με είχες αλλά δεν σε είχα. Σε χρειαζόμουν, αλλά εσύ δεν με χρειαζόσουν». Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία στη σταδιοδρομία του Λένον ήταν οι εχθροί που δημιούργησε.
Λίγο πριν την κυκλοφορία του άλμπουμ «Imagine» τον Οκτώβριο του 1971, Ο Λένον και η Γιόκο μετακομίζουν από το Λονδίνο στη Νέα Υόρκη. «Αν ζούσα στους Ρωμαϊκούς χρόνους, θα ζούσα στη Ρώμη. Πού αλλού; Σήμερα η Αμερική είναι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και η Νέα Υόρκη η ίδια η Ρώμη. Η Νέα Υόρκη είναι αυτό που ήταν κάποτε η Ρώμη» είχε δηλώσει στον βιογράφο Ray Coleman. Την περίοδο εκείνη βρισκόταν στο απόγειο της πολιτικής του δραστηριοποίησης, διαδηλώνοντας εναντίον του πολέμου στο Βιετνάμ και της βίας.
Εντός λίγων εβδομάδων έρχεται σε επαφή με μέλη της Νέας Αριστεράς στις ΗΠΑ και εκδηλώνει το ενδιαφέρον του να συμμετάσχει σε συγκέντρωση χρημάτων, συλλογή υπογραφών, αντιπολεμικές διαδηλώσεις και συναυλίες. Οι σχεδιαζόμενες δράσεις του Λένον, ωστόσο, κινητοποίησαν αρκετούς Ρεπουμπλικάνους που ανησυχούσαν ότι η δημοφιλία του καλλιτέχνη θα ενδυνάμωνε το αντιπολεμικό κίνημα, με αποτέλεσμα οι Αμερικανοί πολίτες να στραφούν κατά του προέδρου Νίξον.
Στις 4 Φεβρουαρίου 1972, ο Γερουσιαστής Strom Thurmond έστειλε ένα απόρρητο υπόμνημα, στο οποίο καταφερόταν εναντίον του Λένον και του κινδύνου που μπορούσε να προκαλέσει στην προεκλογική εκστρατεία του ίδιου έτους στη χώρα. Πρότεινε μάλιστα την ανάκληση της βίζας του Λένον: «Ο τερματισμός της βίζας του θα αποτελέσει ένα στρατηγικό μέτρο αντιμετώπισής του» έγραφε. Προειδοποιούσε παράλληλα «πρέπει να δοθεί προσοχή στην πιθανή διασύνδεση της αποκαλούμενης 18χρονης ψήφου με την αποβολή του Λένον από τη χώρα».
Ο Λένον ήξερε ότι οι μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ τον παρακολουθούσαν. Αρκετές φορές μάλιστα, επικαλούμενος το δικαίωμα στην ελευθερία της πληροφόρησης ζήτησε να πληροφορηθεί σχετικά. Όπως αποκαλύφθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, το FBI διέθετε έναν φάκελο 281 σελίδων για εκείνον, στον οποίο αποκαλύπτεται η παράνοια των υπηρεσιών. Το FBI ήθελε να συλλάβει τον Λένον με κατηγορίες, αν ήταν δυνατόν, για ναρκωτικά και είχε τυπώσει και μια αφίσα καταζητούμενου, στην οποία όμως δεν ήταν καν η φωτογραφία του Λένον, αλλά ενός άλλου τραγουδιστή με μακριά μαλλιά και γυαλιά, του Ντέιβιντ Πιλ, όπως αποκαλύπτει ο καθηγητής Ιστορίας από την Καλιφόρνια, Τζον Γουίνερ στο βιβλίο του «Gimme Some Truth: The John Lennon FBI File».
Ο Γουίνερ παρομοίασε μάλιστα την υπόθεση με ένα «ροκ εν ρολ Γουότεργκέιτ». Υπήρξαν όμως και στιγμές που το Σκαθάρι απογοήτευσε την Αριστερά. Το single «Revolution» που κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1968, λίγους μόνο μήνες μετά τις διαδηλώσεις του Μαΐου, εξόργισαν τους ακτιβιστές εξαιτίας του σκεπτικισμού που εξέφραζε για ορισμένες από τις μεθόδους που ακολουθήθηκαν, αλλά και τον πολιτικό ριζοσπαστισμό γενικότερα.
Στο άλμπουμ The Beatles που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο Λένον εμφανιζόταν και πάλι αβέβαιος απέναντι στην βίαιη αλλαγή, ωστόσο στην 2η έκδοση του τραγουδιού που περιλαμβανόταν στο δίσκο παράλλαξε τη φράση «όταν μιλάς για καταστροφή, μην με υπολογίζεις» σε «μην με υπολογίζεις, είμαι μέσα». Το 1987, το τραγούδι έγινε το πρώτο των Beatles που επιτράπηκε να χρησιμοποιηθεί σε τηλεοπτική διαφήμιση.
Η αντίδραση στο τραγούδι σχετιζόταν σε μεγάλο βαθμό με την αντίληψη που είχε ο κόσμος για τους Beatles. Την ίδια περίοδο, οι μουσικοί τους αντίπαλοί The Rolling Stones, που αντιμετωπίζονταν ως μια περισσότερο ριζοσπαστική εναλλακτική φωνή, κυκλοφόρησαν το επίσης πολιτικό κομμάτι «Street Fighting Man». Το δεύτερο έτυχε πολύ καλύτερης απήχησης, γεγονός που αποδίδεται περισσότερο με τον τρόπο που τα δύο συγκροτήματα είχαν κυριαρχήσει στην αντίληψη του κοινού παρά με το ίδιο το τραγούδι.
Το «τεράστιο πανεπιστήμιο» για τη μουσική
«H πρώτη επαφή με τον Τζον Λένον μου άφησε μια αίσθηση ταπεινότητας, πράγμα κάπως αστείο. Δεν ήξερα τι να του πω» έχει δηλώσει ο Μικ Τζάγκερ για την πρώτη του γνωριμία με το θρυλικό Σκαθάρι. Ο τραγουδιστής των Rolling Stones θυμάται: «Οι Beatles είχαν τεράστια επιτυχία τότε - συναντηθήκαμε το 1963, προτού εμείς κυκλοφορήσουμε δίσκο - και ουσιαστικά ήμασταν ένα τίποτα. Όταν ήλθαν και μας είδαν να παίζουμε απείχαμε μόνο ένα βήμα από την επιτυχία, ενώ αυτοί ήταν απίστευτα διάσημοι. Δεν ήταν απλώς μουσικοί, ήταν εφηβικά είδωλα και είχαν ήδη αποκτήσει μυθικές διαστάσεις. Φορούσαν ρούχα από πραγματικό δέρμα, που εμείς δεν μπορούσαμε ακόμη να αποκτήσουμε. Τον Τζον τον συμπαθούσα πολύ. Με αυτόν τα πήγαινα καλύτερα από όλους. Δεν ήμασταν κολλητοί, αλλά υπήρχε πάντα φιλική διάθεση μεταξύ μας. Όταν οι Beatles και οι Stones, όμως, σταμάτησαν να παίζουν σε κλαμπ, δεν βλεπόμασταν και πολύ. Βρεθήκαμε και πάλι το 1974 όταν χώρισε με τη Γιόκο. Τότε κάναμε πολλή παρέα, στην πραγματικότητα πιο στενή από ποτέ στο Λος Αντζελες, στη Νέα Υόρκη και στο Λονγκ Αϊλαντ. Κάναμε μεγάλες πλάκες. Γινόμασταν σκνίπα στο μεθύσι και έπειτα ξανοιγόμασταν με τα ιστιοπλοϊκά, πιάναμε τις κιθάρες και παίζαμε».
Τον Λένον τον είχε γνωρίσει και η Μαρία Φαραντούρη. Σε παλιότερες δηλώσεις της περιέγραφε: «Η είδηση της δολοφονίας του Τζον Λένον με βρήκε στη διαδρομή Βερολίνο - Αμβούργο, στο πλαίσιο της περιοδείας μου στη Γερμανία εκείνο το διάστημα. Το ακούσαμε από το ραδιόφωνο του πούλμαν και μείναμε άφωνοι όλοι οι μουσικοί για αρκετή ώρα. Λίγα λεπτά αργότερα, σε μια προσπάθεια να «χωνέψω» το γεγονός, μου ήλθαν σκηνές από τη δεκαετία του ‘60, όταν ακόμη εγώ μαθήτρια ανακάλυπτα τους Beatles και τα τραγούδια του Λένον και ταυτόχρονα μου ήλθε η συνάντηση μαζί τους στο στούντιο Apple του Λονδίνου τον Μάιο του '68 όταν με σύστησε σε αυτούς ο Αλέξης Μάρδας. Θυμάμαι τον Λένον να κάθεται στο πιάνο και να αυτοσχεδιάζει, αφού μας είχε χαιρετήσει με τον Πολ φωνάζοντας στα μόνα ελληνικά που ήξεραν «καλημέρα, καλημέρα». Στην αρχή, τους παίξαμε με τον Κυριάκο Σφέτσα στο πιάνο τη «Μαρίνα» και μετά το «Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου», με τη γνωστή ιστορία της ηχογράφησής του από αυτούς αργότερα. Μίλησα στη συνέχεια με τον Τζον για τη μουσική, για τα άμεσα θέματα γιατί βεβαίως ήταν εντυπωσιασμένος από την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα. H δολοφονία του τον αγιοποίησε σε όλους τους νέους της γενιάς του, μας ενέπνευσαν και οι στίχοι του και η μουσική και σφράγισαν το μουσικό κίνημα του 20ού αιώνα».
Ο τραγουδοποιός Βασίλης Καζούλης, η μουσική του οποίου έχει επηρεαστεί σημαντικά από το έργο των Beatles, παρομοιάζει τον Τζον Λένον με ένα «τεράστιο πανεπιστήμιο» για έναν μουσικό. Ο ίδιος είχε αναλάβει μάλιστα την καλλιτεχνική επιμέλεια συναυλίας για φιλανθρωπικό σκοπό, όπου δεκάδες Έλληνες καλλιτέχνες διασκεύασαν τραγούδια των Beatles. «Το έργο του Τζον Λένον ανοίγει ορίζοντες. Οι αρμονίες, οι μελωδίες, οι ενορχηστρώσεις των Beatles είναι σαν ένα τεράστιο πανεπιστήμιο για έναν μουσικό. Ακούγοντας τα τραγούδια τους είναι σαν να ανοίγεις ένα τεράστιο παράθυρο στη μουσική» εξηγεί. Σύμφωνα με τον κ. Καζούλη, η ιδιαιτερότητα του Λένον έγκειτο στο γεγονός κατάφερε να «αφομοιώσει πολλά είδη μουσικής. Ήταν ένα σπουδαίο ταλέντο. Η μαθητεία του στο Αμβούργο με τους υπόλοιπους Beatles, παίζοντας στα κλαμπ και αργότερα στο Λίβερπουλ, τον βοήθησαν να αναπτύξει ένα ιδιαίτερο στιλ γραφής. Οι Beatles, και ειδικά ο Τζον Λένον, αποτέλεσαν το βασικό συγκρότημα πάνω στο οποίο πάτησε όλη η σύγχρονη μουσική. Μετά τη δεκαετία του ροκ εντ ρολ, το πρώτο συγκρότημα που ουσιαστικά δίνει βάση για να πατήσουν όλα τα υπόλοιπα ήταν οι Beatles». 
 










Δευτέρα, 8 Οκτωβρίου 2012

"ερωτευτείτε" (http://tovytio.wordpress.com, Οκτωβρίου 3, 2012)

................................................................
 

ερωτευτείτε

Ερωτευτείτε αυτόν που έγραψε: «Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία που ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια
Ερωτευτείτε τη διανόηση που δεν δέχεται να πρωταγωνιστήσει, που δεν βγαίνει το μεσημέρι στη ΝΕΤ, που δεν μπερδεύει την μετριοπάθεια με τις ίσες αποστάσεις και την εξαθλίωση με το αναπόφευκτο. Τη διανόηση που πολεμά το αναπόφευκτο, που παθιάζεται, που καίγεται από αγάπη και αγωνία, που βρίσκει τη θέση της όταν ανάβει η μάχη. Τη διανόηση που φτύνει τον κόρφο της όταν την αποκαλείς διανόηση.
Ερωτευτείτε τους τραγουδιστές που δεν πήγαν ποτέ στον Σπύρο Παπαδόπουλο, που δεν ήπιαν στην υγειά μας, που δεν γλέντησαν εκ μέρους μας ένα κάποιο Σάββατο. Ας πιούμε στην υγειά τους
Αυτούς που τραγούδησαν το τίποτα δεν πάει χαμένο φτύνοντας το πιο πικρό σφίξιμο της καρδιάς τους.
Αυτούς που κλαίνε ξαφνικά και δίχως λόγο.
Ερωτευτείτε τα καφενεία του Γκόρπα, τα μπαρ του καλοκαιριού, τα τραπεζάκια έξω, το τάβλι δύο γέρων έξω απ’ τα άδεια μαγαζιά τους, τα σουβλάκια στα σκαλάκια των πολυκατοικιών, τις μπύρες στα δύο και το κορίτσι που περνάει ρίχνοντας λοξές ματιές.
Τα ξυπόλυτα κορίτσια, τα κορίτσια που δεν ποζάρουν, τα κορίτσια του Ιουλίου, των αόρατων νησιών, τα κορίτσια με τα αλατισμένα μαλλιά και την κόκκινη μύτη. Αυτά είναι ο πραγματικός κόσμος, η αλήθεια, το τέλος και η άκρη του νοήματος.
Τους αδύναμους. Δείτε. Η κούτα του άστεγου, το στοίβαγμα του μετανάστη, η αναζήτηση φαγητού στα σκουπίδια, ο απλήρωτος λογαριασμός. Υπάρχουμε και για να αναποδογυρίσουμε αυτό το ασυνάρτητο σύμπαν.
Ερωτευτείτε τους αυτόχειρες των χρόνων που ζούμε. Τρέξτε κοντά τους, απλώστε το χέρι, σταθείτε προσοχή. Αν δεν καταφέρετε να συγκρατήσετε το κορμί τους, πριν αυτό αιωρηθεί οριστικά και αμετάκλητα, κρεμαστείτε μαζί τους.
Αυτόν που έγραψε πρώτος το «οι μπάτσοι είναι παντού, αλλά ο έρωτας μας κάνει αόρατους» και αυτόν που το φωτογράφησε και αυτόν που το έκανε ριτουίτ και αυτόν που χαμογέλασε βλέποντάς το.
Ερωτευτείτε την πληγή του κυνηγημένου ξένου. Το φόβο του ανθρώπου χωρίς χαρτιά. Τη μοναξιά του ανθρώπου που πέρασε μέσα απ’ τις νάρκες και τα κύματα, για να πέσει απ’ το λυσσασμένο μαχαίρι του φασίστα.
Τους διαδηλωτές, που ανεβοκατεβαίνουν την Πανεπιστημίου, φωνάζοντας αλληλεγγύη, φωνάζοντας ελευθερία. Τις ομάδες σε γειτονιές και συνοικίες, που μαζεύουν ρούχα, που μαζεύουν φαγητά, ταινίες, υλικά και ανταλλάσσουν τα πάντα εκτός από χρήματα.
Αυτούς που βαριούνται να μιλήσουν για τη δουλειά ή τα λεφτά. Αυτούς που σου λένε το αγαπημένο τους χρώμα, το τραγούδι της εφηβείας τους, που θυμούνται το πρώτο κορίτσι που φίλησαν με τρυφερότητα και αυτούς που, σαν τον Χόλντεν, όταν λένε καριέρα, εννοούν να προσέχουν τα παιδιά που παίζουν σε ένα τεράστιο γήπεδο κλοτσώντας μπάλες πάνω κάτω και τραγουδώντας στίχους χωρίς λόγια, μόνο λα λα λα.
Τον Ντουρούτι, τον Ηλία Λάγιο και τον κλόουν του Μπελ. Τον Νίκο Καρούζο που πλήρωνε τα ποτά του με αυτοσχέδια ποιήματα σε χαρτοπετσέτες.
Ερωτευτείτε αυτούς που δεν κωλώνουν μπροστά στο ανέφικτο, αυτούς που πιστεύουν στα θαύματα που δεν έχουν εξήγηση, αλλά ούτε θρησκευτική προέλευση, αυτούς που αγαπούν τον ορθό λόγο επειδή υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι το ανάποδο και αυτούς που δεν πίστεψαν σε οτιδήποτε ειπώθηκε οποτεδήποτε σε δελτίο ειδήσεων.
Αυτούς που κολύμπησαν νύχτα μεθυσμένοι και αυτούς που πνίγηκαν επειδή δεν άντεξαν τη σκληρότητα του κόσμου.
Ερωτευτείτε την φωνή του Αργύρη Μπακιρτζή, το «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» και το παιδί που σφίγγει μια πέτρα στο χέρι, χωρίς να είναι σίγουρο ότι έχει δίκιο. Στα κρυφά, στη σιωπή, είμαστε σίγουροι ότι τουλάχιστον δεν έχει άδικο.
Τον Χρήστο Βακαλόπουλο που έλεγε για τον Αύγουστο του Νίκου Παπάζογλου, «το τραγούδι δεν είναι ερωτικό, αλλά ερωτευμένο». Μην δίνετε σημασία σε οτιδήποτε είναι ερωτικό, αλλά όχι ερωτευμένο.
Την Άννα Καρίνα, την Μόνικα Βίτι, τη σερβιτόρα της διπλανής καφετέριας, την Ροζάριο Ντόσον και όλες τις γυναίκες που έχουν αίμα μπερδεμένο, αίμα που έρχεται από δύο ή τρεις ηπείρους.
Ερωτευτείτε τον πατέρα κάποιου γαμπρού που με το τσιγάρο στο στόμα, μεθυσμένος, χορεύει το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας. Ερωτευτείτε το αχ Παναγιά μου, στο τέλος κάθε τέτοιας μουσικής.
Αυτόν που έγραψε, «μην αγαπάς τον πλησίον, αλλά πλησίασε τον αγαπώντα».
Την πιο μικρή ελιά στην κοιλιά της, τον απογευματινό ύπνο κάτω απ’ το αρμυρίκι ή την καρυδιά, την πιο λεπτή ειρωνεία, το παγάκι, την παρέα που κλαίει γελώντας και τη βουβαμάρα του καταστρώματος της επιστροφής.
Ερωτευτείτε το κορίτσι μου. Κάθε πρωί, κάθεται νυσταγμένη στην άκρη του κρεβατιού με γερμένους τους ώμους και τα χέρια να κρέμονται σαν τεράστιο εκκρεμές. Αυτή η εικόνα είναι η ασπίδα, η μολότοφ και το φωτόσπαθο που κρατάω στη χούφτα μου και με κάνει ιπτάμενο, απίθανο και ανήλικο.
Ερωτευτείτε το κορίτσι που περνάει δίπλα σας εδώ και τώρα.
Ερωτευτείτε.

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

"Ο Αριστοφάνης στην πρώτη γραμμή" του Κώστα Γεωργουσόπουλου ("ΤΑ ΝΕΑ", Δευτέρα 01 Οκτωβρίου 2012)

.........................................................

Ο Αριστοφάνης στην πρώτη γραμμή

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ", Δευτέρα 01 Οκτωβρίου 2012

 
Αριστοφανικότατο το καλοκαίρι που μας πέρασε. Μια οξυμμένη κατανάλωση ενός ήδη ευρέως καταναλωτικού προϊόντος των τελευταίων χρόνων. Από τη μια η απουσία θεατρικών έργων σήμερα διεθνώς. Η δραματουργία έχει τινάξει τα πέταλα εδώ και πολλά χρόνια. Αραιά και πού κάποια σινιάλα μέσα στην απέραντη άγρια θάλασσα των καιρών. Κάποιοι ναυαγοί, κάποιοι ερημίτες στα ξερονήσια τους και κάποιοι Δον Κιχώτες που μάχονται με φανταστικά κύματα.
Ο γράφων τολμά να πιστεύει πως ο Αριστοφάνης είναι λαϊκός συγγραφέας, πολλά από τα έργα του που σώθηκαν παίχτηκαν στα Λήναια, δηλαδή στα πανηγύρια της αττικής υπαίθρου κάπου ανάμεσα στον Μαραθώνα, στα Σπάτα και στην Παλλήνη, όπου ακόμη και σήμερα στην εμποροπανήγυρη στήνονται πάλκα με λαϊκές κομπανίες και παραγγελιές.

Μη σας ξενίζει λοιπόν που οι πλέον υποψιασμένοι έλληνες συντελεστές των αριστοφανικών παραστάσεων επιλέγουν τις οικείες στο πλατύ λαϊκό κοινό φόρμες για να μεταδώσουν το θεατρικό μήνυμα του μεγάλου κωμωδιογράφου. Το να είναι ένας συγγραφέας λαϊκός δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να είναι άκρως πολιτικός. Και θα το πω άλλη μια φορά: δεν μιμήθηκαν οι σύγχρονοι σκηνοθέτες τους κώδικες της επιθεώρησης για να προσεγγίσουν τον Αριστοφάνη. Αντίστροφα κινήθηκαν τα πράγματα: η κωμωδία ηθών και η πολιτική κωμωδία και η επιθεώρηση από τον 19ο αιώνα δανείστηκαν φόρμα και σατιρικούς στίχους από τον Αριστοφάνη - π.χ. ο Ραγκαβής στο έργο του «Του Κουτρούλη ο γάμος», σάτιρα της πολιτικής και της ξενοδουλείας, όχι μόνο σαφώς και ρητώς παραπέμπει στον Αριστοφάνη αλλά τα έξοχα χορικά του, που εκφωνούν φοιτητές κρατώντας στέκες του μπιλιάρδου, είναι γραμμένα δολικά πάνω στα μέτρα των χορικών και της Παράβασης των «Ιππέων» του Αριστοφάνη.
Και η πρώτη αθηναϊκή επιθεώρηση, το «Λίγο απ' όλα», μια σάτιρα της αθηναϊκής πολιτικής και κοινωνικής ζωής την εποχή της πτώχευσης(!) έχει ως συνδετικό κρίκο ανάμεσα στα σκετς που θυμίζουν το δεύτερο μέρος των αριστοφανικών κωμωδιών, έναν επαρχιώτη τύπου Αγοράκριτου που φτάνει στην Αθήνα και παρίσταται στα αποκαλυπτήρια της διαφθοράς και της διαπλοκής!

Εξάλλου (κι αυτό προς απληροφόρητους, τους περισσότερους φοβάμαι, «ειδικούς») τριάντα χρόνια πριν από την πρώτη επιθεώρηση ο Χουρμούζης διασκεύασε στα καθ' ημάς τον αριστοφανικό «Πλούτο», όπου η σκηνή αναπαριστά πρόσωπα και πράγματα κάπου στα αρβανιτοχώρια της Αττικής. Ε, λοιπόν, αυτή τη διασκευή επέλεξε από το 1934 ο Κουν και ξανά το 1957 για να δομήσει τη λαϊκή εξπρεσιονιστική του ερμηνευτική πρόταση. Για να μην αναφέρω, μάλλον να επαναφέρω, και μια παλαιότερη θέση μου: ο ελληνικός Καραγκιόζης πολλά χρόνια πριν από την αριστοφανική καταιγίδα των τελευταίων δεκαετιών έχει ακριβώς την ίδια δομή με τις κωμωδίες του Αριστοφάνη. Στο πρώτο μέρος Καραγκιόζης και Χατζηαβάτης μηχανεύονται κάτι για να επιβιώσουν, το βάζουν σε ενέργεια και αρχίζουν να παρελαύνουν όλες οι φιγούρες και να ζητούν κάτι από τον γιατρό, τον γραμματικό Καραγκιόζη. Οπως στους «Αχαρνής», στους «Ορνιθες», στην «Ειρήνη» κ.λπ. του Αριστοφάνη. Μ' αυτή την οπτική θα αξιολογήσω τις φετινές παραστάσεις στις προσεχείς εβδομάδες.