Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2012

Αλέξης Σολομός (1918-2012): Ο τελευταίος "μεγάλος" του ελληνικού θεάτρου ("ΑΥΓΗ", 27/9/2012) & ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΗ ΣΟΛΟΜΟΥ: Ο ΚΑΛΟΣ ΚΡΙΤΙΚΟΣ Επιλογή: Μιχαλης Ν. Κατσιγερας ("Καθημερινή", 27/9/2012)

.......................................................


Αλέξης Σολομός (1918-2012): Ο τελευταίος "μεγάλος" του ελληνικού θεάτρου

 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 27/09/2012 στην "ΑΥΓΗ"


Πλήρης ημερών, σε ηλικία 94 χρόνων, έφυγε από τη ζωή ένας από τους τελευταίους μεγάλους θεατράνθρωπους της ελληνικής σκηνής, ο Αλέξης Σολομός. Σκηνοθέτης ευρύτατου φάσματος, ασχολήθηκε τόσο με αρχαίους όσο και σύγχρονους κλασικούς, ενώ συχνά μετέφραζε ο ίδιος και σχεδίαζε τα κοστούμια για τα έργα που σκηνοθετούσε. Πρωτοπόρος της αναβίωσης των κωμωδιών του Αριστοφάνη, καθώς τις σκηνοθέτησε σχεδόν όλες, υπήρξε επίσης στιβαρός μελετητής του θεάτρου και τα βιβλία του παραμένουν ακόμη και σήμερα έργα αναφοράς.
Ο Αλέξης Σολομός γεννήθηκε στην Αθήνα το 1918 και υπήρξε μαθητής του Κάρολου Κουν στο Κολλέγιο Αθηνών. Η μύησή του αυτή στον κόσμο του θεάτρου σύντομα τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τις σπουδές του στη Νομική και να αφοσιωθεί στο θέατρο. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού (1939-42), με δάσκαλο τον Δημήτρη Ροντήρη, και στη συνέχεια στη Ν. Υόρκη και το Λονδίνο.
Όμως η ενασχόλησή του με το θέατρο ξεκινά ήδη από το 1937, όταν σχεδίασε τα κοστούμια για τον Μάκβεθ που ανέβασε η Μαρίκα Κοτοπούλη, ενώ την πρώτη του σκηνοθετική απόπειρα έκανε το 1939, με την Αρκούδα του Τσέχωφ, με τον θίασο του Αγγλοελληνικού Συνδέσμου. Η επαγγελματική του σταδιοδρομία εγκαινιάστηκε ουσιαστικά με τη συνεργασία του με τον Κωστή Μπαστιά το 1942-43, στο «Θέατρο Αθηνών», όταν έπαιξε στο Δίλημμα του γιατρού του Μπέρναρντ Σω.
Αφού σκηνοθέτησε στη Ν. Υόρκη και το Λονδίνο, από το 1949 που επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε αποκλειστικά με τη σκηνοθεσία και αναδείχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους σκηνοθέτες του νέου ελληνικού θεάτρου. Εργάστηκε στο ελεύθερο θέατρο, κυρίως όμως σκηνοθέτησε στο Εθνικό (1950-64, 1968-82) και στο δικό του «Προσκήνιο» (1964-72, σποραδικά μετά το 1978). Ακόμη, χρημάτισε αναπληρωτής γενικός διευθυντής της ΕΡΤ (1974) και του Εθνικού Θεάτρου (1980-83).
Η κηδεία του Αλέξη Σολομού θα γίνει αύριο, Παρασκευή, στις 11.30 π.μ., από τον Ιερό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου στην Άνοιξη Αττικής.


ΜΝΗΜΗ ΑΛΕΞΗ ΣΟΛΟΜΟΥ 

Επιλογή: Μιχαλης Ν. Κατσιγερας

Ο ΚΑΛΟΣ ΚΡΙΤΙΚΟΣ: (Από ομότιτλο κείμενο του Αλέξη Σολομού, που πέθανε προχθές, Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012. Είχε δημοσιευθεί στην «Καθημερινή» της 2ας Απριλίου 1961.):

[...] Οκτώ προϋποθέσεις για νάναι ένας κριτικός αρμόδιος να κρίνη μια θεατρική παράσταση.
Να έχη μερικές γνώσεις γύρω από το θέατρο. Δεν αρκεί δηλαδή να μπορή να γράψη μια διατριβή για την «Κύρου ανάβαση» ή για την ποίηση του Δημητρίου Παπαρρηγοπούλου [...] για νάναι σε θέση να καταλάβη πότε ένας ηθοποιός παίζει καλά και πότε όχι [...]. Για νάναι ο θεατρικός κριτικός αρμόδιος, πρέπει να έχη σπουδάση θέατρο και να έχη μέσα του μια καθολική έννοια της τέχνης αυτής – τόσο θεωρητική όσο και πρακτική. [...]
Να αγαπάη το θέατρο. [...] Ο ηθοποιός, ο σκηνογράφος, ο συγγραφέας, ο σκηνοθέτης είναι ερωτευμένοι με τη δουλειά τους και με το κοινό τους. Βασανίζονται επειδή αγαπούν, μα αγαπούν ακόμα και τα δεινά τους. Ενώ ο κακός κριτικός τι αγαπάει: Ισως μια νεαρά ηθοποιό, ίσως ένα γηραλέο θιασάρχη, ίσως ένα μεταξύ δύο ηλικιών ενδυματολόγο. [...].
Ο καλός κριτικός δεν πρέπει να αγοράζεται. [...] κυκλοφορούν πολλά ανέκδοτα για το πόσο ένα δώρο, μια πρόσκληση σε μια μαστίχα, μια υπόσχεση συνεργασίας, ένα χαμόγελο (όταν πρόκειται για το ωραίο φύλο) [...] επιδρούνε πάνω στα σοφά συμπεράσματα της «θύραθεν» κριτικής.
Δεν πρέπει να είναι εγωιστής και «κομπλεξικός». Δεν πρέπει δηλαδή [...] να κατηγορή έναν ηθοποιό, επειδή ένας άλλος, πιο φίλος του, ήθελε να παίξη τον ίδιο ρόλο, ούτε να κατακρίνη μια παράσταση, επειδή στο βάθος ο ίδιος [...] θα ονειρευόταν να την είχε κάνει ακριβώς έτσι. [...].
Οταν διαθέτη τα τέσσερα παραπάνω βασικά εφόδια [...] ο κριτικός είναι άξιος και για μια πέμπτη προϋπόθεση: την αυστηρότητα. [...] ο κριτικός που κρίνει πρέπει να νοιώθη και να νογάη πιο πολλά απ’ τον καλλιτέχνη που κρίνεται. [...].
[...] πρέπει να αισθάνεται πως ανήκει στην παράσταση που βλέπει κι όχι στην εφημερίδα που τον έστειλε. Υπηρετεί τη στιγμή εκείνη μια Τέχνη κι όχι έναν αρχισυντάκτη. [...]
Να σέβεται το μόχθο των άλλων. [...] ο ανάξιος κι εγκληματικός κριτικός έρχεται βιαστικά απ’ το δημοσιογραφικό του γραφείο, απ’ το δημοτικό σχολείο, απ’ το κοσμικό του κοκταίηλ και μέσα σε [...] μισή ώρα σκαρώνει ένα ποδοσφαιρικό ρεπορτάζ που το ονομάζει «κριτική θεάτρου». [...].
Να πιστεύη σε κάτι. Να έχη μια πνευματική προσωπικότητα – έστω κι αντιδραστική. Να μην είναι ανερμάτιστος. [...].

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2012

«Έφυγε» η ηθοποιός Νίκη Λινάρδου (26 Σεπ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

.......................................................

«Έφυγε» η ηθοποιός Νίκη Λινάρδου

tvxs.gr/node/106899
 

 
Την τελευταία της πνοή, σε ηλικία 73 ετών, άφησε την Τετάρτη η ηθοποιός Νίκη Λινάρδου, ύστερα από σύντομη νοσηλεία στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός».
 
Η Νίκη Λινάρδου ήταν η δεύτερη σύζυγος του σκηνοθέτη και σεναριογράφου Αλέκου Σακελλάριου και ως ηθοποιός μεσουράνησε στις δεκαετίες του '50 και '60.

Η πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1955, σε ένα μικρό ρόλο τσιγγάνας στην κλασική ταινία του Αλέκου Σακελλάριου «Λατέρνα, Φτώχεια και Φιλότιμο».

Έπαιξε δίπλα σε πολύ γνωστούς ηθοποιούς σε πολλές ταινίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου, όπως «Τα κίτρινα γάντια», «Όταν λείπει η γάτα», «Ο θησαυρός του μακαρίτη», «Θα σε κάνω βασίλισσα», «Η κυρά μας η μαμή», «Το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο», «Ο Ηλίας του 16ου», «Καλώς ήλθε το δολάριο» και «Υπάρχει και φιλότιμο» όπου έκανε την κακομαθημένη κόρη του βουλευτή Μαυρογιαλούρου, Λάμπρου Κωνσταντάρα.

Η κηδεία της θα γίνει την Πέμπτη, στις 3 το μεσημέρι, από το δεύτερο κοιμητήριο της Νέας Ιωνίας.



Πέμπτη, 20 Σεπτεμβρίου 2012

Γιάκομπ Λούντβιχ Καρλ Γκριμ: ένας μεγάλος παραμυθάς (20 Σεπ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

.........................................................

Γιάκομπ Λούντβιχ Καρλ Γκριμ: ένας μεγάλος παραμυθάς

tvxs.gr/node/70024
 
 
 
 
Από μικρή ηλικία ο Γιάκομπ όπως και ο αδερφός του Βίλχελμ, έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη γερμανική λαϊκή παράδοση και τις αφηγήσεις. Η μελέτη και η συλλογή αυτών των λαϊκών μύθων και αφηγήσεων αποτέλεσαν έμπνευση για τη συγγραφή περισσότερων των 200 παραμυθιών, τα οποία σήμερα είναι γνωστά ως «Παραμύθια Γκριμ». Τα παραμύθια αυτά που θεωρούνται κλασικά όπως «Η Κοκκινοσκουφίτσα», «Η Σταχτοπούτα», «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι, «Η ωραία κοιμωμένη», «Χάνσελ και Γκρέτελ», «Ραπουντζέλ» μεταφράστηκαν σε 160 γλώσσες και μεγάλωσαν γενιές και γενιές.
Οι αδερφοί Γκριμ εξέδωσαν τον πρώτο τόμο παραμυθιών με όνομα "Kinder - und Hausmärchen" ("Παιδικά και Οικογενειακά Παραμύθια") 1812. Η συγκεκριμένη συλλογή  περιείχε 86 ιστορίες ενώ σε δεύτερο τόμο το 1814 ακολούθησαν άλλες 70. Μέχρι το 1857 είχαν εκδοθεί 7 εκδόσεις παραμυθιών που περιείχαν συνολικά 211 παραμύθια. Οι Γκριμ όπως περιγράφουν και στην εισαγωγή του έργου τους πίστευαν πως τα παραμύθια είχαν κοινή ρίζα και μετακινούνταν μαζί με τα ινδοευρωπαϊκά φύλα.
Ο Γιάκομπ από μικρός δοκίμαζε να αντιγράψει την τεχνική και τις λέξεις που χρησιμοποιούσαν αφηγητές παραδοσιακών ιστοριών. Αργότερα ασχολήθηκε με τη μεσαιωνική λογοτεχνία και γλωσσολογία. Ανάμεσα στα έργα του είναι η «Γερμανική Γραμματική» και ο «Νόμος του Γκριμ» στον οποίο ο Γιάκομπ πραγματεύεται τη σχέση μεταξύ των διαφόρων γλωσσών.
Ο Γιάκομπ αφού τελείωσε το γυμνάσιο στο Κάσσελ, σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο του Μάρμπουργκ όπως επίσης ο πατέρας και ο αδερφός του Βίλχελμ.
Το 1829, χρονιά που οι αδερφοί Γκριμ δούλευαν ως βιβλιοθηκάριοι και καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Gottingen, ο Γιάκομπ εξέδωσε επίσης τις «Γερμανικές Μυθολογίες» έργο που περιέχει τις δοξασίες της προχριστιανικής Γερμανίας.

Μετά από διάστημα περίπου 10 χρόνων, το 1840, οι αδερφοί Γκριμ δέχτηκαν κάλεσμα για το Βερολίνο από τον βασιλιά Φρειδερίκο Ουίλιαμ IV της Πρωσίας. Εκεί εργάστηκαν με σκοπό της δημιουργία ενός τεράστιου ιστορικού λεξικού. Το λεξικό αυτό έμεινε ημιτελές καθώς το Δεκέμβρη του 1859 ακολούθησε ο θάνατος του Βίλχελμ και το Σεπτέμβριο του 1863 ο θάνατος του Γιάκομπ.

Σαν σήμερα «έφυγε» ο Γιώργος Σεφέρης (20 Σεπ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

...........................................................

Σαν σήμερα «έφυγε» ο Γιώργος Σεφέρης

tvxs.gr/node/21335
 
 
 
 
Έγραφε ήδη στίχους στα 14 του χρόνια. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αναγκάζει την οικογένειά του να μετακομίσει στην Αθήνα. Το 1918 μεταβαίνει στο Παρίσι για να σπουδάσει Νομική, κάτι που αποτελούσε όνειρο του πατέρα του που στο μεταξύ είχε μετακομίσει κι αυτός στο Παρίσι αναζητώντας καλύτερη μοίρα. «Eίχα μπει τον Iούλιο σ’ ένα Παρίσι ολότελα άδειο, που γέμισε ασφυκτικά τον Nοέμβρη με τα πανηγύρια της ανακωχής. Tο δωμάτιό μου ήταν ο πιο παγερός τόπος που γνώρισα ποτέ μου. Ένας πλανόδιος βιολιτζής ερχότανε κάθε απόγεμα μ’ έναν απελπιστικά περιπαθή σκοπό. Tις νύχτες μια γριά κλαψούριζε πουλώντας μενεξέδες. Διάβαζα Όμηρο και τα πιο παλαβά πρωτοποριακά περιοδικά. Ήμουν αξιοθαύμαστα χαμένος και ονειροπαρμένος» θα σημειώσει αργότερα ο ποιητής για τα φοιτητικά του χρόνια. Σύντομα, στρέφεται όλο και περισσότερο προς την λογοτεχνία: «Έχω μια μεγάλη διάθεση να γράψω κάθε ώρα· καθετί μου φέρνει ένα θέμα, μια τραγικότητα για να εκφράσω. Δυστυχώς, μόνο τις ιδέες μου βάζω απάνω στο χαρτί και τις κοιμίζω τον ύπνο τον αξύπνητο ίσως. Tο συρτάρι μου κατάντησε νεκροταφείο. Kάθε μέρα θάβω και μερικά κορμάκια μωρών που ξεψύχησαν».
Το 1923 γνωρίζει μια Γαλλίδα πιανίστα, τη Ζακλίν, μία από τις γυναίκες της ζωής του. Η Ζακλίν θα απασχολήσει το νου του ποιητή για περισσότερο από μία δεκαετία και το μεγαλύτερο μέρος της ερωτικής ποίησης του Σεφέρη απευθύνεται σε αυτήν. «Eίναι μερικά αισθήματα στη ζωή που ποτέ δεν ξεθωριάζουν...» είπε ο ίδιος για τη Ζακλίν. Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα, διορίζεται στο διπλωματικό σώμα και σύντομα χάνει τη μητέρα του. Ο ποιητής βυθίζεται στη μελαγχολία και τη μοναξιά: «Aνάγκη να μιλήσω. Kανείς. Ίσως εγώ να φταίω. Mα τι γίνεται εδώ μέσα; Σήμερα το απόγευμα είχα την εντύπωση πως η σκέψη μου είχε αδειάσει και στη θέση της βρισκότανε δυο άγνωστοι που συζητούσαν και αποφάσιζαν για την τύχη μου. Aδύνατο να γράψω. Ώσπου να γυρίσω το φύλλο, έχω αλλάξει, έγινα άλλος». Σύντομα όμως, γράφει μερικά από τα σπουδαιότερα έργα του. Tον Iούλιο του 1928 δημοσιεύεται η μετάφραση του έργου του Bαλερί «Mια βραδυά με τον Kο Tεστ» με την υπογραφή Γ. Σεφεριάδης. Τον Mάιο του 1931 εκδίδεται η συλλογή «Στροφή» με δεκατρία ποιήματα – μεταξύ των οποίων και το εμπνευσμένο από την Zακλίν «Eρωτικός λόγος».
Την ίδια χρονιά διορίζεται στο ελληνικό Γενικό Προξενείο του Λονδίνου, ως υποπρόξενος. Μέσα στην αγγλική ομίχλη, με τη «στυφή γεύση του θανάτου», ο Σεφέρης οραματίζεται μια Ελλάδα ολοκάθαρη και απογυμνωμένη, ένα όραμα που θα διαποτίσει τα τοπία του «Μυθιστορήματος» του 1935. Ακολουθούν τα «Γυμνοπαιδία» το 1936, το 1937 δημοσιεύει στα Νέα Γράμματα επιστολή σχετικά με τον καθορισμό της δημοτικής, το «Tετράδιο γυμνασμάτων» το 1940, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος A΄» το 1940 λογοκριμένα όμως από τη Δικτατορία Μεταξά, τα «Hμερολόγια Kαταστρώματος B΄» το 1944 και «Kίχλη» όπου μιλάει για το σπαραγμό στη χώρα, το 1947. Την ίδια χρονιά βραβεύεται με το «Έπαθλο Παλαμά». Λίγες ημέρες μετά τη γερμανική εισβολή στην Ελλάδα, ο Σεφέρης θα παντρευτεί τη Μαρώ και θα φύγουν μαζί με την ελληνική κυβέρνηση για την Αίγυπτο. Χαριτολογώντας, ο ποιητής έλεγε ότι κουμπάρος τους στάθηκε ο Χίτλερ. Σε όλη του τη διπλωματική καριέρα θα ταξιδεύει και θα αλλάζει συνεχώς τόπο διαμονής: Λονδίνο, Kορυτσά, Aλεξάνδρεια, Nότια Aφρική, Άγκυρα, Λίβανος και πάλι Λονδίνο (1957-1962), για να ολοκληρώσει τη σταδιοδρομία του ως πρέσβης, κατά τα χρόνια της δημιουργίας του ανεξάρτητου κυπριακού κράτους. Μέχρι το 1963 η φήμη του Γιώργου Σεφέρη έχει απλωθεί σε όλη την υφήλιο.
Στις 10 Δεκεμβρίου του 1963 του απονέμεται από τη Σουηδική Aκαδημία το Bραβείο Nόμπελ Λογοτεχνίας και γίνεται ο πρώτος Έλληνας που λαμβάνει αυτή την τιμητική διάκριση. Το περιοδικό Figaro Litteraire γράφει ήδη για το ταλέντο του Σεφέρη από το 1956 και τον χαρακτηρίζει άξιο για βραβείο Νόμπελ. Κατά την παραλαβή του Νόμπελ, ο Σεφέρης λέει: «Ανήκω σε μια χώρα μικρή. Ένα πέτρινο ακρωτήρι στη Μεσόγειο, που δεν έχει άλλο αγαθό παρά τον αγώνα του λαού του, τη θάλασσα και το φως του ήλιου. Είναι μικρός ο τόπος μας, αλλά η παράδοσή του είναι τεράστια και το πράγμα που τη χαρακτηρίζει είναι ότι μας παραδόθηκε χωρίς διακοπή. Η ελληνική γλώσσα δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται… Άλλο χαρακτηριστικό αυτής της παράδοσης είναι η αγάπη της για την ανθρωπιά. Κανόνας της είναι η δικαιοσύνη… Πιστεύω πως τούτος ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν αν η πνοή λιγόστευε; Πρέπει ν’ αναζητήσουμε τον άνθρωπο, όπου και να βρίσκεται». Το 1964 γίνεται επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ και το Πανεπιστημίου της Οξφόρδης.
Το 1966 εκδίδει το «Τρία Κρυφά Ποιήματα», ένα έργο γεμάτο βαθιά νοήματα και άψογο στη μορφή. Είχε επίσης τιμηθεί με το βραβείο «Κωστή Παλαμά», με το αγγλικό βραβείο ποίησης «Φόυλ» και κατείχε την θέση του επίτιμου διδάκτορα στο πανεπιστήμιο Cambridge. Το 1969 κυκλοφορεί στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό η "διακήρυξή" του εναντίον της δικτατορίας Αντιμετωπίζει ήδη κάποια προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούν. Το 1967 επιβάλλεται η δικτατορία των συνταγματαρχών στη χώρα. Το 1969 δημοσιεύτηκε η δήλωσή του κατά της χούντας και ο Σεφέρης παύτηκε από πρέσβης επί τιμή, ενώ του απαγορεύτηκε και να κάνει χρήση του διπλωματικού του διαβατηρίου.
Το 1971 έγραψε το τελευταίο του ποίημα με τίτλο Επί ασπαλάθων. Στις 20 Σεπτεμβρίου 1971, έκλεισε τα μάτια του για πάντα, μετά από εγχείρηση στο δωδεκαδάκτυλο. H κηδεία του σπουδαίου ποιητή έμελλε να σταθεί έκφραση ελευθεροφροσύνης του λαού, που είχε συγκεντρωθεί κατά χιλιάδες για να τον συνοδεύσει στην τελευταία του κατοικία. Ο Οδυσσέας Ελύτης είπε για το Γ. Σεφέρη: «Κανείς άλλος δεν στάθηκε τόσο ικανός ν’ ανιχνεύσει, να βρει και να κινήσει τα νήματα της ζωντανής ελληνικής παράδοσης όσο αυτός… Καλλιέργησε το αίσθημα της ευθύνης και κράτησε ψηλά τη σημαία της ελεύθερης συνείδησης, που τόσο την έχουν ανάγκη, σήμερα προπάντων, οι νέοι», ενώ ο Γ. Ρίτσος με τη σειρά του είπε: «Αυτή την ώρα, τα λόγια μου φαίνονται μικρά για το ανάστημα του ποιητή, μικρά για τη λύπη και την περηφάνια που μας γεμίζει το έργο του και το ήθος του. Εδώ και πολλά χρόνια, σε κρίσιμες στιγμές της ελληνικής ιστορίας, ο ποιητής έσμιξε ποίηση και ελευθερία, αισθητική και ηθική, σε μια γνήσια και φυσική ενότητα, αφήνοντας μιάν υψηλή, παραδειγματική κληρονομιά σ’ ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Ακόμα μια φορά «σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα».

Πηγές: Το Βήμα, Τα Νέα, Ελευθεροτυπία, Wikipedia.org


 
...Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη...
     Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δεν μπορεί, θυμόμαστε ακόμη τι δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λιγότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει' α θυμηθεί λίγο περισσότερο απ' ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά...



«Ο κ. Στράτης Θαλασσινός περιγράφει έναν άνθρωπο», 5: «Άντρας», 19-32. Τετράδιο γυμνασμάτων, 1940. Ποιήματα. Ίκαρος, 1974. 120-121.

Δευτέρα, 17 Σεπτεμβρίου 2012

"Παις τύχης ή ανάγκης;" του Κώστα Γεωργουσόπουλου ("ΤΑ ΝΕΑ", Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012)

..........................................................

Παις τύχης ή ανάγκης;

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: στα "ΝΕΑ", Δευτέρα 17 Σεπτεμβρίου 2012

 
 
Για έναν στοιχειωδώς εγγράμματο αναγνώστη των αρχαίων, έστω από μετάφραση τραγικών κειμένων, αλλά και για κάθε, έστω μέσω βιντιπαίντια, πληροφορημένο μαθητή λυκείου, ο Σοφοκλής υπήρξε ο θεολογικότερος από τους τρεις τραγικούς και ίσως ο συντηρητικότερος. Οι άλλοι δύο πέθαναν στην εξορία, ενώ ο ευπατρίδης Σοφοκλής αναπαυόταν στις δάφνες του αποδεχόμενος ακόμη και τις δημοκρατικές παρεκκλίσεις της Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Εξάλλου, πιθανολογείται σοβαρά πως υπήρξε ένας από τους ηγέτες της πραξικοπηματικής μεταπολίτευσης του 411 π.Χ. Ο Σοφοκλής όχι μόνο πιστεύει, εξάλλου στα γεράματά του ήταν ιερέας οικογενειακής σέχτας θρησκευτικής, αλλά πιστεύει και στους αμφίσημους για τους άλλους τραγικούς και τους σοφιστές χρησμούς. Απόδειξη πως στα μεγάλα έργα του, από την «Αντιγόνη» έως τον «Κολωνό», δεν υπάρχει επιφάνεια θεού αλλά μόνο χρησμού, που κι αυτούς αμφισβητούν οι ήρωες, επαληθεύονται και τον κατατροπώνουν. Πριν από χρόνια, στο πάλαι ποτέ ένδοξο Φεστιβάλ Αθηνών, είχε έρθει στο Ηρώδειο ένας έξοχος γερμανικός θίασος που παρουσίασε έναν άκρως προτεσταντικό Οιδίποδα. Ο Χορός έβριζε κουνώντας το δάχτυλο στους θεούς, όπως τώρα καλή ώρα στον Οιδίποδα του Γκραουζίνις ο Χορός στο χορικό της παρόδου κοιτάει συνεχώς τον ουρανό ικετεύοντας και ο ουρανός, λες και είναι φίλος του Μπέργκμαν, απαντά με «Σιωπή». Εξάλλου η λέξη «σιωπή» τονίστηκε και προστέθηκε στη μετάφραση του Βολανάκη.
Ο Τσέζαρις Γκραουζίνις σχεδίασε και εκτέλεσε μια θαυμάσια σε οργάνωση, αισθητική και λειτουργία παράσταση παραπέμποντας στην αρχαία διδασκαλία των τριών ανδρών υποκριτών.
Αρα κατέφυγε στην αρχαιολογία της παράδοσης και την προίκισε με το οπλοστάσιο της βόρειας προτεσταντικής ηθικής, της αμφισβήτησης και της αμφιβολίας. Ερμήνευσε τον Οιδίποδα τύραννο με την αισθητική του εξπρεσιονισμού ως φόρμα και την ποιητική ηθική του Κόφμανσταλ.
Παράσταση με γωνίες και αιχμές χωρίς τη νηφάλια σοφόκλεια αισθητική της αττικής μέλισσας. Ομολογώ πως τον βοήθησε και η μετάφραση του Μίνωα Βολανάκη, μια έξοχη γραφή πάνω στη γραφή του Σοφοκλή. Ο Βολανάκης, φύση ποιητική, παράπλεε το κείμενο και έκανε ασκήσεις ασκήσεις επιδεικτικές αλλά και δεξιοτεχνικές γύρω από το κείμενο.
Αναλυτική συναισθηματική εκφραστική ανάπλαση - ο Γκραουζίνις είναι επαγγελματίας του θεάτρου που έχει άποψη για ό,τι ανεβάζει και πρόγραμμα με πυρήνα στοχασμού ελεγμένο στα καθέκαστα. Δεν είναι γυρολόγος, προχειρολόγος και μεταπράτης, όσο κι αν διαφωνεί κανείς μαζί του. Μέγα πάντως μάθημα για τους τυχάρπαστους που τα τελευταία χρόνια λυμαίνονται το αρχαίο δράμα «ανίδεοι και μοιραίοι».
Κατορθώνει να συνδυάζει τις δύο μεγάλες ρωσικές παραδόσεις της ερμηνείας, στα επεισόδια ακολουθεί τη μέθοδο του Στανισλάβσκι και στα χορικά είναι οπαδός των φορμαλιστών, του Βαχτάγκωφ κ.τ.λ. Τα ξανάδαμε αυτά και στη «Μήδεια» του Βασίλιεφ αλλά και στη «Μήδεια» του Λιβαθινού.
Προτάσεις αδιέξοδες νομίζω, αλλά γόνιμες και ευπρόδεκτες.
Ο Γκραουζίνις διαχειρίστηκε έξοχα τους τρεις ταλαντούχους ηθοποιούς που διέθετε με πιο ευπροσάρμοστους τον Μαρκουλάκη και τον Σαπουντζή. Επαιξαν τον δευτεραγωνιστή και τον τριταγωνιστή με κύρος, λιτότητα και μέτρο. Ο Χειλάκης έχει θαυμάσια προσόντα, κίνηση και ώριμη φωνή. Λείπει ακόμη νομίζω ο εσωτερικός κραδασμός, το κείμενο ξεκινάει από το μυαλό, φτάνει στα χείλη αλλά δεν διυλίζεται στα σπλάχνα και την καρδιά. Είναι πλασμένος για το είδος.
Σκηνικά, μουσική και φωτισμός άκρως εξπρεσιονιστικά, σχεδόν μπρεχτικά.

...Παραμυθένιες ορθοπεταλιές με το ΘΕΑΤΡΟΔΡΟΜΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

..........................................................



....Καθώς  το  φθινοπωρινό   αεράκι   αναμειγνύεται  στο  διάβα  μας  ,  νιώθουμε  την  ανασαιμιά  του    να  πλέκει   περίτεχνα   την  διαδρομή  του .
                  ΤΟ  ΘΕΑΤΡΟΔΡΟΜΙΟ  ΝΑΥΠΛΙΟΥ 
                       σας  προσκαλει
Καλοκαίρι- Φθινόπωρο !  Η  γειτνίαση   του  αποχωρισμού   καί  του  καλωσορίσματος !
 Αποχαιρετάμε  το  καλοκαίρι   και  καλωσορίζουμε   το  φθινόπωρο   μ  ενα   διήμερο   με  αφηγήσεις   και  κατασκευες....
  ......ΣΑΒΒΑΤΟ   22  ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ  ΣΤΙΣ  7.00 μ. μ.   ΑΡΒΑΝΙΤΙΑ....
   Πλάι  στο  κύμα  της  θάλασσας   ξετυλίγουμε   το  κουβάρι   της  αφήγησης   και  σε  ρυθμό   παραμυθένιας   ορθοπεταλιάς   μοιραζόμαστε  την  διαδρομή ....
......ΚΥΡΙΑΚΗ  ΤΟ  ΠΡΩΙ   ΣΤΙΣ  10.00   ΣΤΟΝ  ΠΕΖΟΔΡΟΜΟ   ΤΟΥ  ΠΑΡΚΟΥ  (  ΑΓΑΛΜΑ  ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ )
 Με  χαρά  σας  περιμένουμε   να  φέρετε   τα  δικά  σας   ανακυκλώσιμα   η  οτι   χρειάζεσθε  για  να  φτιάξετε   το  ποδήλατο    της  φαντασίας  σας . Ας  γίνει  το  ποδήλατο  αφορμή    κι  ερέθισμα    για  παραμυθένιες   ορθοπεταλιές ...και  γιατί   οχι   εαν  και  σεις  το  επιθυμείτε  το  δημιούργημα  σας   στην  συνέχεια   μπορεί  να  εκτεθεί   σε  σημείο  της  πόλης  μας  .

Η  δράση  αυτή   γίνεται   με  την  συνεργασία   του  ΠΛΙ  του  Δημου  Ναυπλιου  και  τους  ποδηλάτες  του  Ναυπλίου .

             ........καλή   αντάμωση ...


                                                                                      Η                    
ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Σοφία   Ασλανίδου

Τετράδιο με ράγες.......κυριάκος σάμιος......: ....Στον ...αέρα το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΜΕ ΡΑΓΕΣ ...!!!...

Τετράδιο με ράγες.......κυριάκος σάμιος......: ....Στον ...αέρα το ΤΕΤΡΑΔΙΟ ΜΕ ΡΑΓΕΣ ...!!!...: .....Φυσάει  και  ο  αγέρας  πάει  και  φέρνει  την  σκέψη ...κάτι  σαν  αερικό  που  τρυπώνει    και  στα  πιο  απόκρυφα   κρυσφηγετα  ......

Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

"Σκυθρωπός Μολιέρος" * Του Κώστα Γεωργουσόπουλου ("ΤΑ ΝΕΑ", 10/9/2012) μετά σχολίου.

.......................................................



Το σπουδαίο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη φωτογραφημένο από αναγνώστη του LIFO στο θέατρο Βράχων του Βύρωνα (Θάλεια και Μελπομένη)


Σκυθρωπός Μολιέρος *

Του Κώστα Γεωργουσόπουλου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στα "ΝΕΑ"Δευτέρα 10 Σεπτεμβρίου 2012

Τα πρωθύστερα της ανάπηρης γενικής παιδείας μας. Ο «Αμφιτρύων» του Πλαύτου παίχτηκε στο Εθνικό το 1977, ενώ χρόνια πριν είχε παιχτεί ο «Αμφιτρύων» του Μολιέρου. Δηλαδή πρώτα παίχτηκε η διασκευή και μετά το πρωτότυπο. Με τον «Αμφιτρύωνα» έχουμε ένα σπουδαίο φιλολογικό και θεατρικό παράδοξο. Από το πρωτότυπο του Πλαύτου ο Μολιέρος «τράβηξε» τη διασκευή του, από τον Μολιέρο βγήκε η διασκευή του Κλάιστ (που ανέβασε έξοχα το Αμόρε πριν από λίγα χρόνια) και από τους τρεις βγήκε η διασκευή του Ζιροντού «Αμφιτρύων 38»), και αυτό ανέβασε πριν από το πρωτότυπο το Εθνικό!
Ο Πλαύτος δεν εφηύρε τον «μύθο», τον βρήκε κοινόχρηστο στον αρχαίο κόσμο, όπως το βρήκε και ο Οβίδιος στις «Μεταμορφώσεις» του.
Εξάλλου η έννοια του διπλού, προτύπου και ειδώλου, έρχεται και με τον μύθο του και με τη διπλή «Ελένη» στο ποίημα του Αρχίλοχου που το δανείστηκε ο Αισχύλος στο χαμένο σατυρικό τέταρτο δράμα της «Ορέστειας», τον «Πρωτέα» (το μυθικό τέρας που μεταμορφωνόταν σε μύριες εκδοχές), και βέβαια τη διπλή «Ελένη» του Ευριπίδη. Από εκεί και πέρα το παιχνιδάκι των διπλών και των μεταμορφώσεων από τους «Μέναιχμους» του Πλαύτου έφτασε στον Σαίξπηρ και σ' όλη την γκάμα των θεατρικών διδύμων έως τον «Δειλό και τον τολμηρό» που έπαιξε έξοχα ο Χορν. Ο εξαντλητικά μελετημένος πάντα Λευτέρης Βογιατζής φοβάμαι πως θέλησε να ξεπεράσει ό,τι κόμιζε ως ευκολία το παιχνίδι και την απόλαυση της κωμωδίας των συγχύσεων και των παρεξηγήσεων και έδωσε μια πιραντελική διάσταση στην κωμωδία του Μολιέρου.
Είδα την παράσταση στον Βύρωνα και σπάνια ένα τεράστιο λαϊκό κοινό γέλασε γιατί η παράσταση έγερνε προς τους σοφιστικούς «δισσούς λόγους».
Η έξοχη δουλειά της Προκοπάκη στη μετάφραση, ένας λαϊκός πολύχυμος δεκαπεντασύλλαβος με παρείσακτους ενδεκασύλλαβους, ομοιοκατάληκτους του στίχου, που πάσχιζε να σπάσει τη ρητορική μανιέρα των μολιερικών βερσαλιανών Αλεξανδρινών, στα στόματα έξοχων ελλήνων ηθοποιών έγινε ρητορική κενών λόγων.
Ο Βογιατζής, ηθοποιός με εξπρεσιονιστική γερμανική τεχνική, είχε καλλιεργήσει ένα ιδιόρρυθμο αλλά αυθεντικό δικό του προφορικό ιδίωμα. Και είναι βέβαια μάγος δάσκαλος αφού κατόρθωσε ο Κουρής, ο Λούλης, η Μουτούση, ο Γάλλος να προφέρουν και να τονίζουν όπως εκείνος, λες και ήταν σκηνικοί του ντουμπλέρ!
Σώθηκαν ο έξοχος πράγματι Ημελλος που έπαιξε θεατρικό μιμητικό παιχνίδι, η Γουλιώτη και στις λαϊκότροπες κόντρες της η Σαουλίδου.
Στο καρουζέλ που παρέπεμπε η παράσταση του Βογιατζή επικράτησε ο σκυθρωπός κλόουν και ντρεπόταν να σκαρίσει ο γελαστός. Πώς το κατόρθωνε σ' ένα μόνο πρόσωπο να τα ισορροπήσει και τα δύο ο κλόουν Μπάστερ Κίτον;
Ωραίος ο χώρος που κατασκεύασε η Μανιδάκη και φώτισε σοφά ο Παυλόπουλος, ουδέτερα και ανέμπνευστα τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη.
Το μαγικό μπακγκράουντ (φωνούλες, κραυγούλες, τριξίματα και άλλα συγκεκριμένα ηχοχρώματα) του Καμαρωτού ας κρατηθεί, μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για το «Ονειρο καλοκαιρινής νύχτας» και την «Γκόλφω» του χειμώνα στο Εθνικό. 
 *Σχόλιο επί της άνωθεν κριτικής: 
  
Δεν θ' αντισταθούμε στον πειρασμό: Κρίμα που ο κ. Λευτέρης Βογιατζής, το επιτελείο του και οι ηθοποιοί του δεν εντρύφησαν στην προηγούμενη παιδεία τους στην αισθητική Σεφερλή. Θα εξασφάλιζαν, αν το είχαν κάνει, μια πυκνότερη συχνότητα γέλιου (και χάχανου, αλλά τι πειράζει) του λαϊκού κοινού των, που εύπιστο στις καλή φήμη από τις παραστάσεις της Επιδαύρου κατέκλυσε το Θέατρο του Βύρωνα. Είδαμε ωστόσο και θεατές που έβλεπαν τον "Αμφιτρύωνα" για δεύτερη φορά.   Τι να πεις, σκυθρωποί άνθρωποι σε σκυθρωπό Μολιέρο...

Θάλεια και Μελπομένη υπογράφουν το σχόλιο...

Ο μυστηριώδης Μ. Καραγάτσης (14 Σεπ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

......................................................

Ο μυστηριώδης Μ. Καραγάτσης

tvxs.gr/node/39341
 
 
 
Ο Καραγάτσης Αυτοβιογραφείται
Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστικλέους. Δεν σας λέω όμως σε ποιό. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια-σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι- τους διαφόρους «αρμοδίους», όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού, και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα το Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: «Τράβα και σύ Καραγάτση,όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και το Σπαταλά».

Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο της Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πώς, υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθητριές μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου". Το υπέροχο λογοτεχνικό μου ταλέντο φανερώθηκε στο Γυμνάσιο, όταν έγραφα εκθέσεις αριστουργηματικές. Οι καθηγητές μου δεν πρόφταιναν να μου βάζουν δεκάρια. Ένας μονάχα- ένας ξερακιανός και καταχθόνιος- έβρισκε τα κείμενά μου απαίσια και τα μηδένιζε αράδα. Δεν μπορούσα να καταλάβω...αργότερα όμως κατάλαβα. Ο καθηγητής ήταν λογοτέχνης. Εννοείται πώς τον εκδικήθηκα σκληρά... Ήμουν νεαρότατο μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών όταν ο κ.Καθηγητής -γέρος πια- ζήτησε την ψήφο μου για να μπει και αυτός στο επίσημο αυτό Πρυτανείο της ελληνικής διάνθησης. Του την αρνήθηκα. Αποτέλεσμα: Αυτός είναι και εγώ δεν είμαι πια μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών...


Κάποτε σπούδαζα νομικά. Είχα συμφοιτητές τους κ.Πέτρον Χάρην, Άγγελο Τερζάκην, Γιώργο Θεοτοκάν, Πετσάλην και Οδυσσέα Ελύτην, τα εξαιρετικά αυτά νομικά πνεύματα που τόσο διέπρεψαν στη δικανική σταδιοδρομία τους- όπως και εγώ εξάλλου. Ο ισχυρισμός του κ. Κλ. Παράσχου ότι υπήρξε συμφοιτητής μου είναι ανακριβέστατος. Όταν ο νεαρότατος κ. Παράσχος γράφτηκε πρωτοετής στη νομική, εγώ ήμουν κιόλας δικηγόρος παρ'Αρείω Πάγω. Έφηβος ήμουν όταν έγραψα τα πρώτα μου και τελευταία ποιήματα. Δεν τα δημοσίευσα ποτέ. Αργότερα τορριξα στην πεζογραφία, ένας Θεός ξέρει το γιατί...


Έγραψα πολλά και διάφορα, διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, έργα υψηλού ηθικοπλαστικού περιεχομένου, πολύ κατάλληλα για παρθεναγωγεία και βιβλιοθήκες οικογενειών με αυστηρά αστικά ήθη. Οι ήρωες μου- Λιάπκιν, Μαρίνα Ρεϊζη και ιδίως Γιούγκερμαν- είναι άνθρωποι αγνοί, αθώοι, ιδεολόγοι και στέκουν ψηλότερα από τις αθλιότητες του χαμερπούς υλισμού. Απορώ πως το εκπαιδευτικό συμβούλιο δεν εισήγαγε ακόμα τα βιβλία μου για αναγνωστικά στα σχολεία του κράτους, εξίσταμαι πώς η Ακαδημία δεν μου έδωσε ακόμα το βραβείο Αρετής, πώς δεν με εκάλεσε ακόμα να παρακαθήσω στους ενάρετους κόλπους της κοντά στον κ.Σπύρο Μελά.


Δεν επείραξα ποτέ συνάδελφο και είμαι συμπαθέστατος στους λογοτεχνικούς κύκλους. Αυτό θα αποδειχθεί στην κηδεία μου όπου θα έρθει κόσμος και κοσμάκης να πεισθεί ίδιοις όμμασι ότι πέθανα, ότι θάφτηκα, ότι πήγα στο διάολο. Και θα φύγει από το νεκροταφείο ο κόσμος και ο κοσμάκης βγάζοντας στεναγμούς ανακούφισης. Είμαι βέβαιος πώς ο Θεός θα με κατατάξει μεταξύ των αγίων στον Παράδεισο.


ΑΜΗΝ

Μ. Καραγάτσης

Τρίτη, 11 Σεπτεμβρίου 2012

"Η κατάντια του συστήματος, είναι να καταστρέφουμε την αισθητική παιδεία θεωρώντας την άχρηστη…" (http://lignostar.wordpress.com, 9/9/2012)

...............................................................

Η κατάντια του συστήματος, είναι να καταστρέφουμε την αισθητική παιδεία θεωρώντας την άχρηστη…











“Τόσα χρόνια, τόσος κόπος, για ποιο λόγο; Αφού στο τέλος δεν θα γινόμουνα μουσικός”
Η ερώτηση έπεσε σαν βράχος σε ήρεμα νερά. Η κόρη του φίλου μου, με πολύ καλές επιδόσεις στις πανεπιστημιακές της σπουδές, προπτυχιακές και μεταπτυχιακές, τον ρώτησε πιο πολύ για να ακούσει τι είχε εκείνος να της πεί. Απο πίσω κρυβόταν και μια άλλη ανομολόγητη ερώτηση και σκέψη, κάτι σαν  ”γιατί με αφήσατε ή γιατί με ενθαρρύνατε;”
Μπορεί ακόμα να ήταν και ένα παράπονο “γιατί με πιέσατε;”
Αναρίθμητα γιατί θα μπορούσαν να λεχθούν. Σε μία κοινωνία όπου τα πάντα γίνονται για ένα σκοπό, κάθε  ζόρι  που δεν οδηγεί σε κάποιο ορατό και σχεδόν εκ των προτέρων “αποδεκτό” στόχο μοιάζει αναίτιο.
Η χρησιμοθηρία και ακόμα πιο πολύ η διεκδίκηση ενός  εγγυημένου μέλλοντος  έχουν πετάξει στην άκρη ότι δήποτε  κινείται στη σφαίρα του εν δυνάμει.
Έτσι λοιπόν κι’ η κόρη του φίλου μου σε μία πράξη υπέρτατης αμφισβήτησης ακόμα του ίδιου της του εαυτού ρώτησε στο τέλος τον πατέρα της : “και τόσα χρήματα…;”
Ο φίλος μου  την κοίταξε με αμηχανία στην αρχή, μα  ήταν φανερό πως προσπαθούσε να οργανώσει τις σκέψεις του.
Η αλήθεια είναι πως  είχε κλονιστεί πολλές φορές.
Θυμόταν ακόμα την φράση που είχε πεί ο πατέρας του, μακαρίτης εδώ και πολλά χρόνια, στον αδελφό του, όταν ο τελευταίος διεκδικούσε το δικαίωμα να σπουδάσει μουσική, τα οικονομικά δεν μιλούσαν στην ψυχή του παρά μόνο στο μυαλό. “Αν είναι να γίνεις Μπετόβεν χαλάλι, αλλιώς γιατί;” Ο αδελφός του δεν έγινε Μπετόβεν, αλλά ακολούθησε στο τέλος ένα μονοπάτι που ταίριαζε στην ψυχή του.
Η πατρική φράση του είχε φανεί δόλια. Βάζοντας τον πήχη  τόσο ψηλά ήλπιζε να υπονομεύσει, αν όχι να περιφρονήσει την αγάπη του αδελφού του για τη μουσική. Εκείνος  όμως δεν έπεσε στην παγίδα.
Ο ίδιος δεν έμαθε καν μουσική. Ερασιτέχνης μια ζωή, εκτός απο λίγη τρομπέτα στους προσκόπους και αρκετά καλή για φοιτητικές παρέες φυσαρμόνικα, δεν κατάφερε τίποτε.
Αναρωτήθηκε αν έβγαζε κάποιο απωθημένο, αν λειτουργούσε η κλασσική προβολή που κάνουν οι γονείς στα παιδιά. Όχι ήταν απόλυτα βέβαιος. Άλλωστε δεν αποφάσιζε μόνος του. Το είχε κουβεντιάσει με τη γυναίκα του και είχαν πεί πως άξιζε να ενθαρρύνουν το μουσικό ταξίδι των παιδιών τους.
Όλα αυτά ο φίλος μου τα είχε ξεκάθαρα στο μυαλό του και τα είχαμε συζητήσει. Παρόλα αυτά η αιχμή της ερώτησης πονούσε. Όχι μόνο τον πατέρα της, αλλά κι εγώ, ο τρίτος ,      ο ακροατής, ένοιωσα άβολα.
Σκέφτηκα να μπώ ανάμεσά τους, να προσπαθήσω να πώ κάτι, να αλαφρύνω την πίεση του κοριτσιού πάνω στο φίλο μου. Αυτός όμως την τελευταία στιγμή έμοιασε να ανακτά την κυριαρχία του.
“Γιατί τίποτα δεν πάει χαμένο” είπε .   “Όλη η μουσική που μελέτησες, όλες οι σκέψεις που έκανες, όλα τα δύσκολα περάσματα που πέτυχες, όλα αυτά είναι μέσα σου. Τα κουβαλάς κάθε ώρα, κάθε στιγμή.  Και κάποτε θα ξαναβρούν το δρόμο να βγούν πάνω, αν δεν τον έχουν βρεί κι όλας. Ακόμα και μεταμορφωμένα”
Εκείνη  κοίταξε με σκεπτικισμό τον πατέρα της, αλλά πιο πολύ με  κρυφή ικανοποίηση. Κάτι πήγε να ψελίσει ξανά για τα χρήματα, και τότε εγώ μπήκα ανάμεσά τους. “‘Αστο” της είπα, “δεν θα σε βγάλει πουθενά.”
Μας  άφησε ήσυχους, Τότε είπα στον προβληματισμένο  απο την δύσκολη ερώτηση της κόρης του  φίλο μου. ” Βλέπεις, η κατάντια του εκπαιδευτικού μας συστήματος, είναι να καταστρέφουμε την αισθητική παιδεία θεωρώντας  την  άχρηστη”* Και συνέχισα “Δεν είναι λίγες οι φορές που θά ‘θελα να κάτσω σ’ ένα πιάνο και να μπορούσα να παίξω έστω κάτι απλό”  Συμπλήρωσα ” Η κόρη σου μπορεί”
Ο φίλος μου, παρέμεινε αμίλητος παλεύοντας λίγο ακόμα με τις σκέψεις του μα αλλάζοντας θέμα με ρώτησε “τσίπουρο ή κρασί;”

ΜΑΙΚΗΝΑΣ


* Τη φράση τη χρωστάω στην Εφη Αγραφιώτη και την ευχαριστώ.




Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2012

Οι τρεις ταφές του Αθανάσιου Διάκου... Του Πέτρου - Ιωσήφ Στανγκανέλλη (10 Σεπ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

.............................................................

Οι τρεις ταφές του Αθανάσιου Διάκου...

 Του Πέτρου - Ιωσήφ Στανγκανέλλη

tvxs.gr/node/105480
 
 
 
Καταρχάς, θα ήθελα να προειδοποιήσω ότι δεν είμαι κριτικός θεάτρου, δηλαδή (σύμφωνα με τον πνευματικό καταμερισμό της εργασίας) «ειδικός» επί του «αντικειμένου», παρ’ ότι ο περιορισμένος χώρος αυτού του κειμένου δεν μου επιτρέπει να θίξω όσο θα ήθελα (κι όσο θα όφειλα) αυτή την καταστατική συνθήκη. Ας μην θεωρηθεί, όμως, ως συμπέρασμα της προειδοποίησης, το ότι δεν «δικαιούμαι» να μιλήσω επί της παράστασης. Δεν δικαιούμαι να μιλήσω, επειδή δεν την έχω δει. Γνωρίζω, όμως (κι αυτό το έχω μάθει στο ελληνικό σχολείο, στο οποίο, τελικά, κάτι μαθαίνει κανείς...) ότι ούτε το «περιεχόμενο», ούτε «το θέμα», ούτε το επίδικο της τραγωδίας «Οιδίπους Τύραννος» είναι ότι «κάποιος σκότωσε τον πατέρα του και τεκνοποίησε με τη μητέρα του». Ακόμα και στο συνοικιακό, δημόσιο Λύκειο όπου πήγαινα, αν κανείς ισχυριζόταν κάτι τέτοιο, η καθηγήτρια θα τον βαθμολογούσε με ένα ολοστρόγγυλο μηδενικό. Ο διαχωρισμός ανθρώπων σε «στρατόπεδα» υπέρμαχων και επικριτών της «αισθητικής», δηλαδή της «ηθικής» ενός «στόρι», θα ήταν γελοίος αν δεν ήταν τραγικός.
Ένα θέμα είναι, όμως, ο ολοκληρωτικός λόγος του Θέμου Αναστασιάδη και των επερωτούντων βουλευτών. Οφείλει να αναλυθεί ξεχωριστά. Και μάλιστα επειγόντως - διότι είτε θέλουμε να το παραδεχτούμε είτε όχι, αυτός είναι ο λόγος που κυριαρχεί σήμερα δημοσίως. Αλλά αυτός ο λόγος δεν μπορεί να αναλυθεί και εκτός των συναφειών του με άλλους λόγους, οι οποίοι επίσης συνδέονται μαζί του, αν και όχι «προφανώς». Θα ήταν απαραίτητο, για παράδειγμα, να συνδεθεί ο λόγος του «πατριώτη» Αναστασιάδη με αυτόν του «διασκεδαστή» Αναστασιάδη, κι αυτοί οι δύο (;) με τον λόγο λ.χ. του «αντικρατιστή-εκσυγχρονιστή» Ηλία Κανέλλη, των «φιλελεύθερων» αρθρογράφων της «Καθημερινής» ή του «Βήματος» και των «καταγγελλόντων» και «αποκαλυπτικών» δελτίων των «μικρών» καναλιών.
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο, αλλά δεν θα αλλάξω και θέμα. Θα προσφύγω όμως απευθείας στον λόγο της εγκαλουμένης κυρίας Κιτσοπούλου, δηλαδή στην «προσβλητική» (κατά την εφημερίδα και τους επερωτώντες βουλευτές) παλαιότερη δήλωσή της, παραθέτοντας την ολόκληρη:
«Οι Έλληνες μοιάζουν μεταξύ τους, επειδή ακόμα δεν μάθανε να ανακατεύονται με άλλες φυλές. Είναι ακόμα ρατσιστές και θέλουν να διαιωνιστεί η δική τους φάτσα, ο δικός τους κώλος, κι ας είναι δύο επί δύο, δεν έχει σκεφτεί ποτέ ο Έλληνας πατέρας ‘μακάρι την κόρη μου να τη γαμούσε ένας ωραίος μαύρος, να βγει το εγγονάκι μου ωραίο.’ Όοοχι. Προτιμάει να διαιωνίσει την φάτσα, προτιμάει το εγγονάκι του να γίνει 1,50 μ. στο ύψος, αλλά να του μοιάζει. Στ’ αρχίδια του αν το εγγονάκι δεν θα παίξει ποτέ στην ομάδα μπάσκετ του σχολείου, αρκεί να του μοιάζει».
Σε μόλις πέντε φράσεις, παρελαύνουν όλα τα στερεότυπα του κυρίαρχου λόγου: το ανάδελφο των ελλήνων και η ιστορική άγνοια («δεν μάθανε να ανακατεύονται με άλλες φυλές»). Ο γνήσιος φυλετικός ρατσισμός με ανεστραμμένο πρόσημο ([όλοι] οι έλληνες είναι..., [όλοι] οι μαύροι είναι...). Ακόμα και η επίκληση στο εθνικό μας σπορ (αγνοώντας, βέβαια, τη σωρεία κοντών που διέπρεψαν σε αυτό...).
Η προηγούμενη δήλωση, εντέλει, δεν είναι «εκτός θέματος»: με την ίδια ευκολία που οι κατήγοροί της διαστρέφουν την καλλιτεχνική ουσία μιας θεατρικής παράστασης, ταυτίζοντάς την με την «ηθική» του «στόρι» της, έτσι και η κ. Κιτσοπούλου μετατρέπει έναν εθνικό ήρωα (στερεότυπο) σε σύγχρονο «κωλοέλληνα» σουβλατζή (επίσης στερεότυπο)... Όμως, τα καλλιτεχνικά έργα, αλλά και τα σύμβολα και οι «σημασίες», κρίνονται, ακόμα και εξοντωτικά, αποδομούνται, μέχρι τελευταίου μορίου, πάντως δεν σαβουρώνονται ελαφρά τη καρδία.
Ας το πω ξεκάθαρα: αυτά που συνδέουν τους (καταδικαστέους) «πατριώτες» με τον λόγο της κυρίας Κιτσοπούλου είναι περισσότερα απ’ όσα τους χωρίζουν. Από τα στερεότυπα και τον ρατσισμό, μέχρι το πιο οφθαλμοφανές απ’ όλα: μερικές φορές, ιδίως στον σημερινό καπιταλισμό, σημασία δεν έχει το περιεχόμενο αλλά η παραγωγή της πρόκλησης, η οποία θα στρέψει το ενδιαφέρον του κοινού στο εμπόρευμα. Οφείλουμε να παράγουμε καταναλωτές για το εμπόρευμα που πουλάμε, ακόμα κι αν δεν είναι αυτό που φαίνεται. Ακόμα κι αν είναι μπαγιάτικο. Ως γνήσιοι παραγωγοί (και καταναλωτές) προϊόντων της «πολιτιστικής βιομηχανίας», έστω κι αν απευθύνονται σε διαφορετικά target groupς, ο Θέμος Αναστασιάδης και η Λένα Κιτσοπούλου το ξέρουν καλύτερα από εμάς.
Υστερόγραφο
Ακόμα κι αν καταχωρηθώ στη χορεία των «λαϊκιστών», οφείλω να το σημειώσω: Την ίδια στιγμή που γράφτηκαν μερικές χιλιάδες λέξεις «υπέρ» και «κατά» της κυρίας Κιτσοπούλου, μια φασιστική συμμορία δολοφονεί ανθρώπους. Επίσης, ένας κρατικός μηχανισμός καταστολής συγκεντρώνει κάποιους ανθρώπους σε στρατόπεδα, ενώ ταυτόχρονα χρησιμοποιεί πλαστικές σφαίρες εναντίον άλλων, που υπερασπίζονται το περιβάλλον της περιοχής τους από σχέδια «εθνικών εργολάβων». Τέλος, υπεύθυνοι και καθόλα δημοκράτες αριστεροί συνυπογράφουν τα γνωστά «μνημονιακά». Θα σημειώσω, απλώς, ότι για να υπάρχει ελευθερία της σκέψης χρειάζονται δύο πράγματα. Πρώτον, να υπάρχουν άνθρωποι. Και δεύτερον, να υπάρχουν άνθρωποι που σκέφτονται διαφορετικά από τον κυρίαρχο λόγο.

Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012

Μήτσος Παπανικολάου (1900 -1943) "Κυριακή" (ποίημα)

............................................................



Μήτσος Παπανικολάου (1900 -1943)

















...........................................................


Κυριακή



























Κυριακή μες στο χειμώνα,
Κυριακή χωρίς φωτιά
και τα κρύα χέρια μόνα
πάνω στ’ άγραφα χαρτιά.

Με τα χέρια στα μαλλιά μου
άσκοπα κοιτάζω μπρός μου:
είναι, τάχα, τα χαρτιά μου
η κατάκτηση του κόσμου;

Κυριακή μές στο χειμώνα
με τις νοσταλγίες του θέρου.
Kρύα χέρια, χέρια μόνα
στ’ ωχρό μέτωπο ενός γέρου.

Αχ, οι δρόμοι είν’ όλοι άδειοι
μα τα μάτια μου είν’ εκεί
και τους βλέπουν ένα βράδυ
καλοκαίρι, Κυριακή. . .

Νοσταλγίες που ζούν μάταια
στ’ αυγουστιάτικο όνειρό των,
τότε που ήτανε τα μάτια
ταχυδρόμοι των ερώτων.

Κυριακή μες στο χειμώνα:
το βιβλίο και το γραφείο
κι η καρδιά μέσα στο σώμα
τάφος σε νεκροταφείο.