Τρίτη, 31 Ιουλίου 2012

"Ένας σύντομος αποχαιρετισμός" της Λήδας Καζαντζάκη (29/07/2012 στις "ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ" της "ΑΥΓΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ")

............................................................


Ένας σύντομος αποχαιρετισμός

 
Ημερομηνία δημοσίευσης: 29/07/2012 στις "ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ"
της "ΑΥΓΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"
 

Η Μαρία Γκούμα, που κατείχε μια μικρή γκαλερί στο Ναύπλιο, την αποκαλούμενη «Αίθουσα Τέχνης Ναυπλίου», μερικές ανάσες μετά το «Πελοποννησιακό Λαογραφικό Ίδρυμα», επί της Βασιλέως Αλεξάνδρου 5 και έφυγε ξαφνικά από τη ζωή στα 58 της χρόνια, πριν από λίγες μέρες, κατείχε το ανεκτίμητο προνόμιο να τοποθετεί το προσωπικό της εγώ πίσω από το εγώ των καλλιτεχνών.
Επέλεξε να δημιουργήσει έναν χώρο έκθεσης της δημιουργίας εκτός των επιλεγμένων τειχών των Αθηνών. Ενεπλάκη από το 1987 στα πολιτιστικά δρώμενα της Αργολίδας και δη του Ναυπλίου. Ήταν δοσμένη, όσο λίγοι σήμερα στη δουλειά της. Η σεμνότητα και το ευαίσθητο αισθητήριό της για την τέχνη ήσαν τα κύρια χαρακτηριστικά των εκθέσεων που φιλοξενούσε. Έδειξε, σε μια πορεία 25 ετών, επώνυμους και νέους καλλιτέχνες, με την ίδια συνέπεια και τον ίδιο ενθουσιασμό, με την ίδια πληθωρικότητα στην προβολή του έργου τους και την ίδια λιτότητα και αποστασιοποιημένη διακριτικότητα στη διοργάνωση της έκθεσής τους, από το χαράκτη Βασίλη Καζάκο, τις δημιουργούς Εύα Μελά και Λήδα Παπακωνσταντίνου, μέχρι τις καλλιτέχνιδες, αποφοίτους του Κολλεγίου Pierce College.
Τη θυμάμαι στα εγκαίνια του δικού μας Θοδωρή Δασκαλάκη, αεικίνητη και δροσερή, να προσπαθεί να κρατήσει τα νήματα που συνδέουν το μοντερνισμό με την παράδοση, τους δημιουργούς με τους συλλέκτες. Η Μαρία Γκούμα υπήρξε μια ιδιαίτερη μορφή που σφράγισε από την περιφέρεια τα πολιτιστικά δρώμενα. Ανιχνεύοντας και αποκαλύπτοντας τα διαφορετικά πολιτισμικά και σύγχρονα πρόσωπα της τέχνης.

ΛΗΔΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ

Χλιαρές «Νεφέλες», με το «Εθνικό» στην Επίδαυρο - Του Λέανδρου Πολενάκη (29/07/2012 στην "ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ")

..............................................................

Χλιαρές «Νεφέλες», με το «Εθνικό» στην Επίδαυρο

  
Ημερομηνία δημοσίευσης: 29/07/2012 στην "ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"

Του Λέανδρου Πολενάκη

Είναι πολλά τα προβλήματα που θέτουν οι «Νεφέλες» του Αριστοφάνη (423 π.Χ.). Ο αρχαίος ποιητής επιχειρεί με αυτές να «νουθετήσει» τους συμπολίτες του Αθηναίους, ώστε... να μη δίνουν πίστη στις «νέες ιδέες» και να μην εμπιστεύονται τους φορείς τους, δηλαδή τους σοφιστές: μια ξεχωριστή «κάστα» επαγγελματιών του είδους, οι οποίοι, με αδρότατη αμοιβή, δίδασκαν τα παιδιά των πλούσιων Αθηναίων της εποχής την τέχνη τού «να έχεις πάντα δίκιο» και να επιβάλλεσαι παντί τρόπω στην Εκκλησία του Δήμου.
Αυτό είναι ένα από τα προβλήματα που θέτουν στον σύγχρονο μελετητή οι «Νεφέλες». Να μπορέσουμε δηλαδή να διακρίνουμε σε ποιο βαθμό έχει δίκιο ο Αριστοφάνης, και σε ποιο βαθμό υπερβάλλει. Το άλλο μεγάλο πρόβλημα είναι η θέση του Σωκράτη ως πρωταγωνιστή σε αυτή την κωμωδία, όπου ο ποιητής τον παρουσιάζει ως αναμφισβήτητο αρχηγό της σοφιστικής σχολής, παρ' ότι όλοι γνωρίζουν ότι δεν ήταν.
Ασφαλώς δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο Σωκράτης αποτελούσε το κεντρικότερο πρόσωπο της πνευματικής ζωής της Αθήνας, κάτι που τον έκανε εύκολο στόχο της σάτιρας των κωμικών ποιητών. Αυτό, όμως, δεν μας λύνει το πρόβλημα.
Η κρίσιμη διαφορά μεταξύ του Σωκράτη και των σοφιστών, για τον μέσο Αθηναίο της εποχής, δε βρίσκεται στο τι διδάσκει ο μεν και τι οι δε. Αυτά είναι «ψιλά γράμματα» για τους άξεστους και σχεδόν αγράμματους νεόπλουτους Αθηναίους «αστούς» της εποχής. Δεν έχουν ιδιαίτερους λόγους να εμπιστεύονται τους σοφιστές, αλλά, παρ’ όλα αυτά, τους αναθέτουν, επ’ αμοιβή τη «μόρφωση» των παιδιών τους. Η εξήγηση είναι ότι, επειδή τους πληρώνουν πανάκριβα, θεωρούν, όχι άδικα, ότι μπορούν συγχρόνως, την ίδια στιγμή, και να τους ελέγχουν. Αυτός μας το λέει σκωπτικά και ειρωνικά, στην παράβαση, το ίδιο το έργο: «όποιος κρατά το μαστίγιο, αυτός έχει και το αποκλειστικό δικαίωμα 'δια να ομιλεί'!».
Αυτή η πασίγνωστη σοφιστική ρήση: «πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», ταιριάζει, πάντα, «γάντι» στους αστούς. Η διαφορά με τον Σωκράτη, είναι, όμως, ότι ο τελευταίος διδάσκει τους νέους δωρεάν! Κάτι εντελώς αδιανόητο για τους πλούσιους Αθηναίους, που τον καθιστά ύποπτο στα μάτια τους: και «χαλάει την πιάτσα», και «διαφθείρει τους νέους!».
Όμως ο Αριστοφάνης; Έχουμε συνηθίσει στην ιδέα του «έντιμου» ποιητή, και δεν συνειδητοποιούμε «πόσο πολύ μπορεί να απέχουν η καλλιτεχνική ευαισθησία και η κοινωνική συνείδηση» (K.J. Dover, «Η κωμωδία του Αριστοφάνη»). Ο Αριστοφάνης, εδώ, «δίνει» κανονικά τον Σωκράτη στους εκπρόσωπους της τότε αθηναϊκής πλουτοκρατίας, παρουσιάζοντάς τον όπως εκείνοι θέλουν να τον βλέπουν!
Η παράσταση του «Εθνικού» στην «Επίδαυρο», μπροστά σε ένα πολυπληθές, αυτή τη φορά, κοινό, με σχεδόν γεμάτο το θέατρο, διχάζεται, φοβάμαι, ανάμεσα στην επιθυμία της να διασκεδάσει το κοινό, και στη φιλοδοξία να δικαιώσει (;) τον Σωκράτη, χωρίς να πετυχαίνει ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Η μετάφραση του Κ.Χ. Μύρη κάνει κάποια βήματα προς το δεύτερο, «πνίγεται», όμως, γρήγορα μέσα σε εύκολες επιθεωρησιακές προσθήκες και σε ένθετα πλατωνικά αποσπάσματα, που λειτουργούν ως φιλολογικές, απλώς, παραπομπές. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο αντιθετικούς πόλους χάνεται η παράσταση. Ο Γιάννης Μπέζος δεν αποφασίζει αν θέλει να είναι ένας «θερμός» ή «ψυχρός» Στρεψιάδης, μένει «χλιαρός», και αυτό είναι, ίσως, το χειρότερο. Ο Γιάννης Νταλιάνης «παίζει», σωστά, τον αφηγητή ως «ουδέτερος», τρίτος παρατηρητής. Ο Μάκης Παπαδημητρίου δίνει από την αρχή τον ρόλο του Φειδιππίδη ως «πανκ», και έπρεπε να φτάσουμε στην τελική σκηνή με το μαστίγιο, για να δικαιωθεί. Δεν συμφωνώ ούτε με την «κολωνακιώτικη», α λα -Ιόλα, εκδοχή του Σωκράτη, που αδικεί κατάφωρα τον καλό ηθοποιό Αλέξανδρο Μυλωνά, ούτε και με την αλά-Τσαρούχη, «εικαστική» εκδοχή των μαθητών του (Λαέρτης Μαλικότσης, Μιχ. Οικονόμου, Όμηρος Πουλάκης, Θάνος Τοκάκης). Έτσι, με τέτοια, πιστεύει σοβαρά η σκηνοθεσία ότι «δικαιώνει» τον Σωκράτη; Το δίδυμο «δίκαιου και άδικου λόγου» (Νίκος Ψαρράς, Προμηθέας Αλειφερόπουλος), με αμφότερους «παρακμιακούς», τα πήγε, πάντως, σε γενικές γραμμές, καλά, και, εν μέρει, μας αποζημίωσε.
Το θηλυκό και λυρικό στοιχείο των «Νεφελών» τόνιζε η χορογραφία (Φωκάς Ευαγγελινός). Υστερούσαν όμως οι γυναικείες φωνές, ενώ επικρατούσαν οι ανδρικές (Μουσική διδασκαλία Μελίνας Παιονίδου). Η σκηνογραφία έπνιξε τον χώρο στο αντιαισθητικό «καρτ μπορντ», ενώ τα κοστούμια του χορού, πλην του υπερβολικού κεφαλόδεσμου (Μαστοράκης), δεν ενόχλησαν. Έγκυρες οι μουσικές τού Γασπαράτου, επαγγελματικοί οι φωτισμοί τού Μπιρμπίλη.

Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

"Ανταλλαγή φύλων" / γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος ("ΤΑ ΝΕΑ", 28/7/2012)

..............................................................

Ανταλλαγή φύλων

Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος

 
 
Την περίοδο της χούντας που είχα εξωπεταχτεί δυσμενώς στο Γυμνάσιο Κρανιδίου είχα τη σπάνια τύχη το 1968, γύρω στον Μάρτιο, να δω να παίζεται από μπουλούκι της περιοδείας στον κλειστό κινηματογράφο της πόλης η «Γκόλφω» από άντρες ηθοποιούς κυρίως. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον υποδυόταν γηραιά θεατρίνα, αλλά τους άλλους γυναικείους ρόλους νεανικούς και ηλικιωμένους άντρες. Μερικοί μάλιστα δεν θυσίαζαν ούτε το μουστάκι τους. Απλώς κατά το μακιγιάζ έβαζαν πάνω στον παχύ μύστακα πολύ μέικαπ αλλά προφίλ το πράγμα κραύγαζε!
Πρέπει να πω βέβαια σε μια εποχή που ακόμη και το απομονωμένο επαρχιακό κοινό δεν ήταν αποκομμένο από τα νέα ήθη στην υποκριτική τέχνη, ήδη είχαν μονοπωλήσει τη θεαματικότητα η φρέσκια εκείνη την εποχή τηλεόραση και τα πρώτα σίριαλ, το κοινό της κωμόπολης δεν εξανέστη ούτε δυστρόπησε με την παλαιάς κοπής αυτή διανομή.
Θα έλεγα μάλιστα πως το χάρηκε κιόλας πράγματι, αφού εξεφράσθη και ευνοϊκά για μερικούς έμπειρους στο είδος θεατρίνους, κυρίως εκείνους που έπαιζαν τις γριές!
Αν έκανα αυτόν τον πρόλογο είναι για να σχολιάσω όχι αρνητικά αλλά με κριτήρια κοινωνιολογικά και αισθητικά ακόμη και σήμερα και όχι μόνο για τις ανάγκες των περιοδευόντων θιάσων αλλά και στα φεστιβαλικά και επιδαύρια ήθη, παραστάσεις με αμιγώς ανδρικές ή θηλυκές διανομές. Πρόσφατα παραδείγματα: ένας Οιδίποδας με άντρες υποκριτές και μια Ερωφίλη με γυναίκες. Προσωπικά δεν έχω καμιά ούτε ιδεολογική ούτε αισθητική αντίρρηση. Γνωρίζουμε πως στην αυγή του θεατρικού φαινομένου, στην Αρχαία Αθήνα, οι τραγωδίες και οι κωμωδίες και τα σατυρικά δράματα παίζονταν από άντρες. Οι λόγοι βέβαια τότε ήταν καθαρά κοινωνικοί.

Η θέση της γυναίκας ήταν μόνον στον οίκο, στον γυναικωνίτη, σε λίγες θρησκευτικές εορτές ή στα πορνεία. Οι τελευταίες μάλιστα αλλά και οι «σοβαρότερες» εταίρες συνήθως ήταν αλλοδαπές. Η περίφημη σύντροφος του Περικλή, η Ασπασία, ήταν Μιλησία. Η αγορά δεν έβλεπε γυναίκες. Η Βουλή, η Εκκλησία του Δήμου, τα δικαστήρια, τα γυμναστήρια είχαν αποκλειστικά πλήρωμα ανδρικό. Η ανδροκρατία στο θέατρο κρατάει έως τα χρόνια της Αναγέννησης. Αλεξάνδρεια, Ρώμη, Μεσαίωνας στοιχειώνονται από τις δυναστείες των μίμων. Οταν ξεμύτιζαν πού και πού μιμάδες (ακόμη και στο Βυζάντιο) τις ταύτιζαν με τις πόρνες• στο Βυζάντιο οι κοινές γυναίκες ονομάζονταν «θυμελικές»!
Ακόμη και στην Αναγέννηση και στις πρώτες επαγγελματικές θεατρικές γκρούπες η σύνθεση ήταν κυρίως οικογενειακή, συνήθεια που έως τις μέρες μας διασώζεται στο τσίρκο.
Μετά την ελληνική επανάσταση η πρώτοι θίασοι ήταν με αντρικές διανομές. Πού και πού σκάριζαν μερικές δακτυλοδεικτούμενες γυναίκες. Και δεν είναι τυχαίο πως ο Σιδέρης εντόπισε την πρώτη γυναίκα στο παλκοσένικο στη Σύρα, λιμάνι μοναδικό τότε στη Μεσόγειο με αστικό και εμπορικό πληθυσμό και, άρα, ανοιχτά ανεκτά ήθη. Εκεί εξάλλου εντοπίζεται και η πρώτη θεατρική συγγραφέας της νεώτερης Ελλάδος, η Ευανθία Καΐρη, αδελφή του Θεόφιλου! Αλλά και οι πρώτοι επαγγελματικοί θίασοι της Ελλάδας μετά το 1850 αποτελούνταν από οικογένειες, σύζυγοι και αδελφοί, γαμπροί και νύφες. Π.χ. ο Δημήτριος Κοτοπούλης και η γυναίκα του Ελένη θιασάρχες είχαν τρεις κόρες θεατρίνες με γνωστότερη τη Μαρίκα. Ο Ταβουλάρης, ο Αλεξιάδης, κ.λπ.

Το 1953 είδα στη Λαμία «Λυσιστράτη» μόνο με άντρες ηθοποιούς, θίασος των Αδελφών Μάνου. Σ' όλον τον 20ό αιώνα υπήρχαν θίασοι με άντρες πρωταγωνιστές σε γυναικείους ρόλους όπως ο περίφημος Ροζάιρον και ο Χριστοδούλου. Στο Θεατρικό Μουσείο υπάρχει φωτογραφία του Χριστοδούλου ως Εντα Γκάμπλερ. Ηταν οι περίφημοι «μεταμορφωτές» (παρενδυτικοί).
Οταν το 1975 ο Ευαγγελάτος πρώτος αυτός από τους νεώτερους σπουδασμένους ηθοποιούς ανέβασε στο Φεστιβάλ Αθηνών στο Ηρώδειο τη «Λυσιστράτη» (με Λ. Βογιατζή, Λογοθέτη, Μπουσδούκο, Σταυράκη κ.λπ.) ως μια αγαπητική αναφορά στην παλιά συντεχνία των μπουλουκιών και το απόλυτο λαϊκό θέατρο άνοιξε πια ο δρόμος. Ο Καρακατσάνης ανέβασε «Λυσιστράτη» αμιγώς με άντρες στην Επίδαυρο και ο Ρήγας «Λυσιστράτη» επίσης στη Δωδώνη με αμιγώς γυναικείο θίασο. Ο Μπέζος, ο Χαραλαμπόπουλος έλαμψαν στον ίδιο ρόλο.
Πρόσφατα παίχτηκε έργο της Αγκαθα Κρίστι με άντρες και φέτος κιόλας το «Περιμένοντας τον Γκοντό» με γυναίκες.
Βεβαίως αυτές οι απόπειρες δεν έχουν καμία σχέση με την ανάγκη που οδηγούσε τους αρχαίους έως και τον Μεσαίωνα να αποκλείουν τις γυναίκες από το θεατρικό σανίδι.
Τώρα οι λόγοι είναι κυρίως και καθαρά αισθητικοί και καμιά φορά και οικονομικοί ή και αγοραία προκλητικοί. Προσπερνώ το τελευταίο.
Ο Σαίξπηρ επίσης έγραφε όλα του τα έργα για δώδεκα όλους κι όλους άντρες ηθοποιούς. Μ' αυτούς τους δώδεκα παίζονται έργα με ακόμη και 25 ρόλους ανδρικούς και γυναικείους. Και βέβαια ομοίως όλο το ελισαβετιανό θέατρο.
Τι είναι εκείνο που ερεθίζει σημερινούς διαβασμένους σκηνοθέτες να καταφεύγουν σε τέτοιους τολμηρούς αναχρονισμούς;
Σε μια παλιά εισήγησή μου στα Συμπόσια των Δελφών είχα αναφερθεί στο φαινόμενο όσον αφορά την τεχνική των αρχαίων δραματικών ποιητών. Ελεγα λοιπόν τότε πως ο Αισχύλος κι ο Αριστοφάνης γράφοντας Κλυταιμνήστρα ή Λυσιστράτη γνώριζαν πως ο ρόλος θα ερμηνευτεί από άντρα υποκριτή.
Τι σήμαινε αυτό; Πως ο ρόλος, ανεξάρτητα αν ο ένας αναφερόταν σε μυθικό πρόσωπο και ο άλλος σε σύγχρονη Αθήνα δεν θα έπρεπε να δίνει λαβές στον υποκριτή να μιμηθεί κοινωνιολογικά γνωρίσματα στον χαρακτήρα ή τη μορφή. Πράγματι, εκείνοι οι ρόλοι δεν έχουν περιγραφικά ή συμπεριφορικά απεικάσματα και ο ηθοποιός πρέπει να μιμηθεί όχι τα συμφραζόμενα των κοινωνικών ηθών, της μόδας και των τυπικών γυναικείων χειρονομημένων λόγων, αλλά τη γυναικεία φύση ως σωματική έκφραση του συναισθηματικού τους κόσμου.
Μέγα μάθημα αυτής της μίμησης ήταν η «Μήδεια» του μεγάλου ιάπωνα ηθοποιού Χίρα που είδαμε και στην Αθήνα, όπου έπλασε το θήλυ χωρίς ακκίσματα ή πόζες ή κοινωνικό κώδικα συμπεριφοράς.


Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

"Ελληνικό σχολείο τέλειωσε το καημένο το κορίτσι" της Άννας Δαμιανίδη (http://politicalreviewgr.blogspot.gr, 28/78/2012)

............................................................

Επειδή θεωρώ ότι το "Θεατροδρόμιον εν Ναυπλίω" είναι ένα ιστολόγιο πολιτισμού, άρα και παιδείας είτε με την στενή είτε με την ευρεία έννοια, αναδημοσιεύω ένα σπουδαίο άρθρο  π α ι δ ε ί α ς  της εξαιρετικής αρθρογράφου κ. Άννας Δαμιανίδη, που φωτίζει την υπόθεση της αθλήτριας Παπαχρήστου με φως ουσίας. Να είστε καλά κ. Άννα...!

Ελληνικό σχολείο τέλειωσε το καημένο το κορίτσι 


 
Της Άννας Δαμιανίδη
 
 
Ένα νέο κορίτσι που δεν ασχολήθηκε πολύ με την πνευματική του καλλιέργεια επειδή έκανε από παιδάκι σκληρή προπόνηση. Με την εικόνα αυτή προσπάθησαν μερικοί να υπερασπιστούν τη Βούλα Παπαχρήστου για το ρατσιστικό ανεκδοτάκι που έγραψε στο τουίτερ της και της στοίχισε τόσο ακριβά. Κι έχουν δίκιο. Δυστυχώς. Είναι η απλή αλήθεια, ότι στην Ελλάδα για να μην είσαι ρατσιστής χρειάζεσαι ιδιαίτερη πνευματική καλλιέργεια. Κι ίσως πάλι ούτε τότε το γλιτώνεις. Γιατί; Διότι τα παιδιά που παρακολουθούν το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν μαθαίνουν ποτέ συστηματικά πόσο πολύ η ανθρωπότητα έχει αποφασίσει να καταπολεμήσει το ρατσισμό, ενώ μαθαίνουν συνέχεια και συστηματικότατα πόσο πολύ σπουδαίοι είναι οι Έλληνες. Από νήπια. Το φυσιολογικό είναι να γίνουν ρατσιστές. Για να μη γίνουν χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια. Δεν λέω ότι γίνεται επίτηδες. Δεν αποφάσισαν οι υπουργοί Παιδείας μια ωραία πρωία ότι τα ελληνόπουλα πρέπει οπωσδήποτε να είναι έτοιμο υλικό για κάθε ρατσιστικό, ακροδεξιό, φασιστικό, εθνικιστικό κόμμα.
Το άφησαν να συμβεί όμως, ανέμελα κι αστόχαστα. Άρχισε ανεπαίσθητα, με τις γιορτές, τις εξετάσεις και τον τρόπο απομνημόνευσης, την ύλη που διαρκώς περιοριζόταν και κλεινόταν σε λίγα κεφάλαια SOS που έγιναν μετά συνθήματα, λίγες φράσεις που καλλιεργούνταν από τα τρία ως τα δεκαοχτώ, τα ίδια και τα ίδια. Οι Έλληνες είναι σπουδαίοι, πάντα αδικημένοι, πάντα στην αντίσταση, πάντα καταδιωγμένοι, έχουν πάντα δίκιο. Οι αρχαίοι ημών πρόγονοι τα είχαν σκεφτεί όλα, ήταν ανώτεροι, κλπ.

Αυτό είναι το απόσταγμα της σύγχρονης διδασκαλίας. Για να μη γίνουν τα παιδιά κομπλεξικοί ρατσιστές με μανία καταδίωξης πρέπει στο σπίτι να δουλεύουν οι γονείς σκληρά στην αντίθετη κατεύθυνση. Να εξηγούν στα παιδιά τους, όχι μια και δυο φορές, αλλά συνέχεια, με θεωρία και πράξη, ότι δεν υπάρχουν ανώτερες φυλές, ότι κάθε πολιτισμός έχει αξία, ότι οι διακρίσεις είναι κάτι που η ανθρωπότητα βίωσε και αποφάσισε να εξοβελίσει από παντού, τους νόμους, την επιστήμη, ακόμα και τις θρησκείες που είναι αρχαίες και δύσκαμπτες.

Κι όπως ξέρουμε όλοι, δεν μπορούν οι σύγχρονοι γονείς να κάνουν αυτή τη δουλειά συνέχεια. Έχουν κι αυτοί τα δικά τους, τις ασχολίες τους, τις προκαταλήψεις τους, κι ούτε καταλαβαίνουν τους κινδύνους που εγκυμονεί η κατάσταση, για την ουσιαστική μόρφωση, και σε τελική ανάλυση, για την ευτυχία των παιδιών τους.

Δεν μιλάω στην τύχη. Μεγάλωσα τρία παιδιά παρακολουθώντας στενά τα σχολεία. Το κακό άρχιζε από τον παιδικό σταθμό. Το πήραμε αψήφιστα στην αρχή. Νήπια με σημαιάκια που τραγουδούσαν εμβατήρια κάθε 28 Οκτωβρίου, δημοτικά κάθε 25 Μαρτίου και Θεοδωράκη κάθε 17 Νοέμβρη. Ωραία, και τι έγινε; Στην αρχή το βρήκαμε χαριτωμένο. Μια, δυο, τρεις, δέκα, δεκαπέντε. Δεκαπέντε χρόνια, από τα τρία ως τα δεκαοχτώ, τα χρόνια που διαμορφώνεται ο άνθρωπος γινόταν αυτή η δουλειά. Σε όλα τα σχολεία, από το Δημόσιο της γειτονιάς μέχρι το Κολλέγιο Αθηνών. Κι όχι όπως στον καιρό μας, βαρετή διαδικασία, αλλά με ωραίες γιορτές και ευχάριστα πανηγύρια. Ξανά και ξανά. Ποτέ δεν γιορτάστηκε η μέρα του ΟΗΕ, η μέρα της Ευρώπης, κάτι έξω από την Ελλάδα και τα πατριωτικά της.

Κοιτούσα χτες την ιστοσελίδα του παιδικού σταθμού των Φιλιππινέζων της Αθήνας, ο οποίος δεν ξέρω αν κατάφερε να επιβιώσει μετά τη λαίλαπα της προπέρσινης νομοθεσίας για τα νηπιαγωγεία, που ήταν σα να είχε βάλει στόχο τέτοιους μικρούς παιδικούς σταθμούς, κοιτούσα λοιπόν φωτογραφίες με τα πολύχρωμα παιδάκια, γιατί πάνε παιδιά πολλών μεταναστών, όχι μόνο Φιλιππινέζων, να γιορτάζουν την ημέρα του ΟΗΕ, και ζήλεψα. Ουδέποτε, στα πανάκριβα ή στα δημόσια σχολεία που στείλαμε τα δικά μας παιδιά, είχαν την τύχη να πάρουν μέρος σε τέτοια γιορτή. Και ξέρετε πόση χαρά, πόση ανακούφιση δίνει στα παιδιά να βεβαιώνονται ότι ανήκουν σε μια ανθρωπότητα που πιστεύει στην ισότητα; Πολύ πιο υγιές ψυχικά από το να μαθαίνουν στα δυόμισι ότι «ήμασταν τετρακόσια χρόνια σκλάβοι». Ακόμα κι αν η πίκρα για τη σκλαβιά προϋποθέτει την ισότητα των ανθρώπων, είναι καλύτερα να το λες με λόγια κάποια στιγμή, να το γιορτάζεις πριν ακόμα από το «Πήραμε το Αργυρόκαστρο και πάμε παραπέρα» (τριών ετών διδάχτηκαν αυτό το άσμα)

Στη διάρκεια του σχολείου βέβαια μαθαίνουν κι άλλα πράγματα τα παιδιά. Μια στις τόσες μαθαίνουν ότι ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος έγινε κατά του ρατσισμού, του αντισημιτισμού, του ναζισμού, αλλά όπως ξέρετε όλοι, πολύ λίγες φορές προλαβαίνει η ύλη της Ιστορίας να φτάσει εκεί. Πού και πού κάνουν εργασίες για τους νόμους και τους θεσμούς, αλλά είναι διαφορετικό κάτι που σου τυπώνεται στο κεφάλι από διαρκείς και επαναλαμβανόμενες γιορτές από κάτι που διδάσκεσαι μία στις τόσες. Το δε μάθημα της Ιστορίας, καθώς επαναλαμβάνει την ίδια ύλη τρεις φορές σε τρεις διαφορετικές ηλικίες, αφήνει πάλι το ίδιο απόσταγμα στα κεφάλια, του ανώτερου έθνους, μην πω και ανώτερης φυλής, που καταδιώκεται και υποφέρει.

Κι έτσι η Παπαχρήστου, και η κάθε Παπαχρήστου, κάθε παιδί που δεν προέρχεται από οικογένεια η οποία θα καθίσει να ασχοληθεί με το να του καλλιεργήσει αντιρατσιστική νοοτροπία, είναι φυσιολογικό να γίνει ρατσιστής και οπαδός κάθε ακραίου ρατσιστικού κόμματος. Το αντίθετο εκπλήσσει, που τόσο πολλά παιδιά δεν γίνονται ρατσιστές, εθνικιστές, ακροδεξιοί. Ακόμα κάποιοι δάσκαλοι αντιστέκονται σ’ αυτό το πνεύμα, κάποιοι γονείς μιλάνε, και κάποια παιδιά περί άλλα τυρβάζουν. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα που μορφώνουν τα παιδιά, από το σινεμά μέχρι τις διακοπές του καλοκαιριού, κι εκεί το πνεύμα της εκπαίδευσης αλλοιώνεται, ευτυχώς.

Πάντως όποιος έχει παρακολουθήσει τα σχολικά ήθη και έθιμα ξέρει πολύ καλά γιατί η ΧΑ έχει τόσους νέους οπαδούς, γιατί η ΝΔ έλεγε τόσο ρατσιστικά πράγματα πριν πάρει την εξουσία, με τα οποία τώρα δυσκολεύεται γιατί το διεθνές περιβάλλον έχει άλλες αρχές, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ γλιστράει στον εθνικισμό με τόση ευκολία, γιατί ο καθημερινός δημόσιος λόγος μπορεί να είναι τόσο ρατσιστικός. Η χάρτα του ΟΗΕ, οι αρχές της προσπάθειας να συμβιώσουν οι άνθρωποι, ό,τι σημαντικότερο κατάφεραν να κάνουν στο θέμα αυτό μετά από αιώνες πολέμων και πολιτισμού, δεν γίνεται να διδάσκεται στο σπίτι, στο μεσημεριανό τραπέζι, πώς να το να κάνουμε. Αλλά εκεί διδάσκεται, από όσους γονείς έχουν τον πατριωτισμό να το κάνουν.

Τρίτη, 24 Ιουλίου 2012

"Η ομιλία Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο." της Γιώτας Σύκκα (23 Ιουλ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

...............................................................

Η ομιλία Χατζιδάκι για το ρεμπέτικο. 

Της Γιώτας Σύκκα

tvxs.gr/node/101400
 

 

Ανάγκη για ό,τι μικρό, αληθινό και ταπεινό
Η διάλεξη προκαλεί αντιδράσεις. Μέχρι που η αστυνομία ειδοποιεί διακριτικά τη μητέρα του Χατζιδάκι να προσέχει για λίγο καιρό ο γιος της όταν κυκλοφορεί στη γειτονιά τους, στο Παγκράτι. Ας δούμε, όμως, πώς ο ίδιος ο συνθέτης οδηγήθηκε σ' αυτό το τόλμημά του. Το πρώτο ερέθισμα, όπως και στην ίδια τη διάλεξή του αποκαλύπτει, υπήρξε προσωπικό:
«Κατοχή. Πάνω σε μια γυμνή και παγωμένη άσφαλτο με μοναδικό φωτισμό την ψυχρή όψη ενός φεγγαριού, προχωράμε μ' ένα φίλο. Ενας λεπτός μα διαπεραστικός ήχος μπουζουκιού καθρεφτίζεται -λες- μες στην άσφαλτο και μας ακολουθεί βήμα προς βήμα. Ο φίλος μου προσπαθεί να μου εξηγήσει τη διάθεση φυγής και την έντονη εμμονή σ' αυτή τη διάθεση που κρατούν οι τέσσερις νότες του περιφερόμενου τότες τραγουδιού «Θα πάω εκεί στην αραπιά». Μάταια προσπαθούσε να μου μεταδώσει τη συγκίνησή του και να μου δείξει μαζί αυτό το αντίκρισμα που υπήρχε αυτής της «διάθεσης φυγής» - καθώς την ονόμαζε στην όλη δημιουργημένη ατμόσφαιρα της πολιτείας των Αθηνών. Του λόγου μου -κάπως δικαιολογημένα βλέπετε με τη μικρή μου τότες ηλικία- του έφερνα όλες μου τις αντιρρήσεις, κουβαλώντας γνωστά επιχειρήματα που ιδιαίτερα σήμερα χρησιμοποιούνται πάρα πολύ από Αθηναίους της ώριμης ηλικίας. Δηλαδή περί αγοραίου, φτηνού και χυδαίου είδους, καθώς και άλλα παρόμοια. Αυτός όμως επέμενε τονίζοντας την κάθε λέξη του σύμφωνα με τον ρυθμό «Θα πάω εκεί στην αραπιά», θέλοντας ίσως να μου δώσει και μια ρυθμική επαλήθευση των όσων έλεγε πάνω στο τραγούδι».
Μετά την Κατοχή, μεγαλύτερος πλέον, αναγνωρίζει και ο ίδιος όχι μόνο τη γνησιότητα και την αξία του τραγουδιού που του αποκάλυπτε ο φίλος του, αλλά και τη σημασία του για τη μεταπολεμική ελληνική κοινωνία: «Μετά τον πόλεμο», θα εξηγούσε πολύ αργότερα ο Χατζιδάκις, «η παραδοσιακή Δεξιά με το πρόσχημα τού «κινδύνου» από ένα αμετανόητο 11% της Αριστεράς χάρισε στον τόπο άγρια τρομοκρατία υπηρετώντας τα συμφέροντα μιας ύποπτης ντόπιας νομενκλατούρας, κυρίως βασιζόμενη στον δοσιλογισμό, στην προδοσία και στη μικροαστική ηθική των απερχομένων. Ετσι, στο όνομα μιας ειδεχθούς εθνικοφροσύνης γνώρισε ο τόπος την πιο ξέφρενη επιβίωση των άρρωστων φασιστικών στοιχείων, που αντί να υποστούνε τιμωρία, ανακάλυψαν τους εαυτούς τους «εν δυνάμει», σχηματίζοντας μάλιστα και τα πρώτα έμβρυα τής δικτατορίας και της ιωαννιδικής τρομοκρατίας του '67».
Οπως γίνεται συνήθως, η πολιτική καταπίεση είχε και την αισθητική της εκδοχή: «Η χώρα ήταν κατεστραμμένη (...) και το επίσημο ελληνικό κράτος εκείνου του καιρού χτυπούσε κάθε τόσο ένα τεράστιο γκονγκ από το ραδιόφωνο για να μας θυμίζει, με βροντερή φωνή, πως είμαστε τριών χιλιάδων χρόνων γέροι, λες κι ήταν φάρμακο ή συνταγή για ανοικοδόμηση (...) Ετσι λοιπόν γεννήθηκε η ανάγκη για ό,τι μικρό, αληθινό και ταπεινό: αντίδραση υγιής, των φωτισμένων, στον φανφαρονισμό και στον επίσημο προγονόπληκτο σκοταδισμό (...) Χωρίς τον μπαγλαμά και το ασηχτήρ τού μπουζουκιού, χωρίς τον χασικλίδικο καημό της μάγισσας και τον χορό μιας αλεξανδριανής φελλάχας, θα 'χαμε γίνει πρόβατα έτοιμα για σφαγή, στο όνομα τού Πατρός, παντός υιού και κάθε μορφής έθνους».
Προέκταση του βυζαντινού μέλους
Ο Χατζιδάκις δεν έμεινε στα λόγια. Στήριξε με πράξεις αυτή την αντίδραση στον «επίσημο προγονόπληκτο σκοταδισμό». «Ετσι», θυμόταν αργότερα ο Κώστας Ταχτσής, «κινήσαμε, όλοι μαζί, με πρώτο και καλύτερο το Μάνο, αψηφώντας τα χάχανα και τις αποδοκιμασίες των αστών και των ενεργουμένων τους, για τη δημιουργία μιας νέας, γνήσια ελληνικής αισθητικής, που αυτή τη φορά, λέγαμε, θ' απλωνόταν -χάρη στην «πτητικότητα» της μουσικής- σ' ολόκληρο το γεωγραφικό και κοινωνικό χώρο της Ελλάδας, και ποιος ξέρει, ίσως ακόμα παραέξω».
Μ' αυτή την προσδοκία έδωσε ο συνθέτης και τη διάλεξη στο Θέατρο Τέχνης. Μιλά κατ' αρχήν για τα βασικά θέματα του ρεμπέτικου - τον έρωτα και τη φυγή: «Ενας ανικανοποίητος έρωτας που ξεκινάει από την πιο κυνική στάση και φτάνει με μια πρωτόγονη ένταση μέχρι τα πλατειά χριστιανικά όρια της αγάπης και μια φυγή που επιβάλλεται νοσηρά -θα 'λεγα- από αδυναμία, μια που οι συνθήκες παραμένουν το ίδιο σκληρές σα μέταλλο στον άνθρωπο που κινάει για ν' αγαπήσει μ' όλη του τη δύναμη κι όσο μπορεί περισσότερο».
Ειρωνεύεται τους «υγιείς ηθικολόγους» που θεωρούν το ρεμπέτικο «αρρωστημένο» εν αντιθέσει με το δημοτικό τραγούδι: «Είμαι βέβαιος πως το δημοτικό μας τραγούδι τους είναι το ίδιο οχληρό όπως και το ρεμπέτικο, με τη διαφορά πως δεν τολμούν να ομολογήσουν ότι δεν τους αρέσει». «Η ζωτικότητα καίγεται, η ψυχικότητα αρρωσταίνει, η ωραιότητα παραμένει. Αυτό είναι το ρεμπέτικο. Κι από 'δω πηγάζει η θεματολογία του».
Ο ζεϊμπέκικος, τονίζει ο Χατζιδάκις, «είναι ο πιο καθαρός, συγχρόνως ελληνικός ρυθμός. Ο δε χασάπικος έχει αφομοιώσει μια καθαρή ελληνική ιδιομορφία. Πάνω σ' αυτούς τους ρυθμούς χτίζεται το ρεμπέτικο τραγούδι, του οποίου παρατηρώντας τη μελωδική γραμμή, διακρίνομε καθαρά απάνω την επίδραση ή καλύτερα την προέκταση του βυζαντινού μέλους (...)». Στέκεται ιδιαίτερα στο ύφος αυτού του τραγουδιού: «Και στη μελωδία και στα λόγια και στο χορό, δεν υπάρχει κανένα ξέσπασμα, καμιά σπασμωδικότητα, καμιά νευρικότητα. Δεν υπάρχει πάθος. Υπάρχει ή ζωή με την πιο πλατειά έννοια. Ολα δίνονται λιτά, απέριττα με μια εσωτερική δύναμη που πολλές φορές συγκλονίζει.
Μήπως αυτό δεν είναι το κύριο και μεγάλο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή; Και ακόμα ολάκερο το λαμπρό μεγαλείο της αρχαίας τραγωδίας και όλων των αρχαίων μνημείων, δεν βασίζεται πάνω στην καθαρότητα, στη λιτή γραμμή και προπαντός στο απέραντο αυτό sostenuto που προϋποθέτει δύναμη, συνείδηση και πραγματικό περιεχόμενο;».
Και αφού παρουσιάζει τον Βαμβακάρη και την Μπέλλου, που παίζουν και τραγουδούν λίγα τραγούδια δικά τους, του Βασίλη Τσιτσάνη και του Γιάννη Παπαϊωάννου, ο Χατζιδάκις επανέρχεται για να επισημάνει: «Ακούσατε με τι ψυχρότητα και αυστηρότητα ειπώθηκαν αυτά τα πέντε τραγούδια. Ο ρυθμός δεν ξέφυγε ούτε πιθαμή για να τονίσει κάτι πιο έντονα, οι φωνές ίσιες, μονοκόμματες λες και τα λόγια δεν είχαν συγκίνηση. Ετσι είναι. Τίποτες που να σε προκαλέσει να τα προσέξεις, να τα ξεχωρίσεις. Πρέπει να ξελαφρώσεις μέσα σου για να δεχτείς τη δύναμή τους. Αλλιώς τα χάνεις γιατί αυτά δεν σε περιμένουν».
Και να πώς ολοκλήρωσε την ιστορική διάλεξή του: «Ποιος ξέρει τι καινούργια ζωή μας επιφυλάσσουν τα «νωχελικά 9/8» για το μέλλον. Ομως εμείς θα 'χουμε πια για καλά νοιώσει στο μεταξύ τη δύναμή τους».
Αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τη σχέση μου...
Τότε, ακόμα κι εκείνος, που υπήρξε από νέος προφητικός, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το λαϊκό τραγούδι που τόσο είχε παινέσει για την αγνότητά του, θα εκτρεπόταν σε μια εμπορική κατάχρηση. Πολλά χρόνια αργότερα αναγνώρισε: «Ηταν ανάγκη να βρούμε το ταπεινό, το ασήμαντο, το σημερινό από το οποίο θα πιανόμασταν και θα συμφιλιωνόμασταν με τη μικρότητά μας. Πριν, όμως, αυτό γίνει ουσία πνευματική, ήρθε ο τουρισμός. Και άρχισε η βιομηχανοποίηση της γραφικότητας».
Δεν αρνήθηκε, μάλιστα, μέρος της ευθύνης: «Η επιτυχία των «Εξι λαϊκών ζωγραφιών» ξύπνησε τους εμπόρους, τα ελαφρά θέατρα, τους μικροπρεπείς μουσικούς, τη βαθμιαία αναπτυσσόμενη τουριστική επιδίωξη, το εύκολο «ελληνικόν μένος» των διεθνών μας προσωπικοτήτων, ώσπου ήρθε η ταινία «Ποτέ την Κυριακή» και στάθηκε η χαριστική βολή σ' αυτό που υπήρξε κάποτε το λαϊκό τραγούδι».
Το 1973, στο ντοκιμαντέρ του Βασίλη Μάρου «Μπουζούκι», ο Μ. Χατζιδάκις επισημαίνει: «Αυτό το οποίο σήμερα υπάρχει ως ρεμπέτικο τραγούδι είναι ένα βιομηχανικό κατασκεύασμα το οποίο έχει μεγάλη πέραση και ιδιαίτερα στην Ευρώπη όπου επιζητούν να ανακαλύπτουν καινούργιους ηχητικούς τρόπους. Σήμερα τα βήματα έχουν κωδικοποιηθεί. Αρα δεν υπάρχει έκπληξη, το δραματικό ενδιαφέρον, το να σου αποκαλύπτεται ο χορευτής την ώρα που χορεύει». Αρκετά μετά τη μεταπολίτευση σημειώνει: «...Από κει και πέρα, όταν το ρεμπέτικο έγινε τόσο αφόρητα νόμιμο, όσο και το Κομμουνιστικό Κόμμα στις μέρες μας, αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τη σχέση μου μ' αυτό».
Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν έπαψε να αγαπά και να εκτιμά την πιο γνήσια, αυστηρή έκφραση του λαϊκού τραγουδιού. Δεν είναι τυχαίο που το 1979 κάλεσε τον Γιώργο Ζαμπέτα στο Τρίτο Πρόγραμμα και μοιράστηκε μαζί του μια ιστορική εκπομπή. Ούτε που το 1989 εξέδωσε από τον «Σείριο» την ηχογράφηση του προγράμματος του Ακη Πάνου στο «Επειγόντως».
Εξήντα τρία χρόνια μετά την περίφημη εκείνη διάλεξη, οι μαθητές διδάσκονται γι' αυτήν στο σχολικό βιβλίο «Αισθητική αγωγή - Μουσική». Το βιβλίο της Γ΄ Γυμνασίου αναφέρει ότι έγινε το 1948 - ένα λάθος που κάνουν κι άλλοι. Παραπέμπει ωστόσο στην επίσημη ιστοσελίδα του Χατζιδάκι, όπου κάθε νέος μπορεί να τη διαβάσει ολόκληρη. Και συγχρόνως να μάθει περισσότερα για μια προσωπικότητα του παρελθόντος που δίνει ένα παράδειγμα τόλμης για το μέλλον.







 Θα πάω εκεί στην Αραπιά

 Συνθέτης Τσιτσάνης Τραγουδιστής Έτος ηχογρ. 1939
Τραγουδάει ο Στράτος Παγιουμτζής με τον συνθέτη




Θα πάω εκεί στην Αραπιά, γιατί μ' έχουν μιλήσει,

για μια μεγάλη μάγισσα, τα μάγια να μου λύσει.


Και θα της πω τα βάσανα, αυτά που 'χω τραβήξει

και τα σημάδια της τρελής σε μια φωτιά να ρίξει.


Ν' ανάψουνε και να καούν, πως έκαψαν κι εμένα,

τα μάγια να της πιάσουνε, να σέρνεται στα ξένα.


Κυριακή, 22 Ιουλίου 2012

Τρία ποιήματα για την επέτειο θανάτου του Κ. Καρυωτάκη (21 Ιουλ 2012 | Παναγιώτης Κωνσ... tvxs.gr)

................................................................

Τρία ποιήματα για την επέτειο θανάτου του Κ. Καρυωτάκη

tvxs.gr/node/101239
 
 
 
 
 
«Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθειά μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περισσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ. Τη χυδαία όμως πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ. Εζήτησα μόνο την ιδεατή ατμόσφαιρά της, την έσχατη πικρία. Ούτε είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για το επάγγελμα εκείνο. Ολόκληρο το παρελθόν μου πείθει γι' αυτό. Κάθε πραγματικότης μου ήταν αποκρουστική.
 
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους, καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν πάντα έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξη τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ' αυτούς απευθύνομαι. Αφού εδοκίμασα όλες τις χαρές!!! είμαι έτοιμος για έναν ατιμωτικό θάνατο. Λυπούμαι τους δυστυχισμένους γονείς μου, λυπούμαι τα αδέλφια μου. Αλλά φεύγω με το μέτωπο ψηλά. Ήμουν άρρωστος. Σας παρακαλώ να τηλεγραφήσετε, για να προδιαθέση την οικογένειά μου, στο θείο μου Δημοσθένη Καρυωτάκη, οδός Μονής Προδρόμου, πάροδος Αριστοτέλους, Αθήνας.
 
Κ.Γ.Κ.
 
[Υ.Γ.] Και για ν' αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Ολη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες, εδερνόμουν με τα κύματα. Ηπια άφθονο νερό, αλλά κάθε τόσο, χωρίς να καταλάβω πώς, το στόμα μου ανέβαινε στην επιφάνεια. Ωρισμένως, κάποτε, όταν μου δοθεί η ευκαιρία, θα γράψω τις εντυπώσεις ενός πνιγμένου».
 

 

Ανδρείκελα

 
Σαν να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη.
Σαν να μένουμε ακόμα στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω κι ούτε μια μαρμαρυγή.
άνθρωποι στων άλλων τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό
ανδρείκελα στης μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα, κοιτώντας παθητικά τ' αστέρια.

Μακρινή τώρα είναι για μας η κάθε χαρά.
Η ελπίδα και η νιότη έννοια αφηρημένη.
άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε
παρά ο όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός
κι άμα δεν ήταν η βαθιά λύπη μες στο σώμα
κι άμα δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός πόνος μας
να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα.


 

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου

 
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά∙

Κι αν έχει,πριν ανοίξει,το λουλούδι
στον κήπο της καρδιάς μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δεν θα ειπωθεί∙

Κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ,
καθάρια πως ταράζεται η ψυχή μου
σαν βλέπω το μεγάλο ουρανό∙

Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ’ζησα ζωή.


Εμβατήριο πένθιμο και κατακόρυφο

 
Στο ταβάνι βλέπω τους γύψους.
Μαίανδροι στο χορό τους με τραβάνε.
Η ευτυχία μου, σκέπτομαι, θα 'ναι
ζήτημα ύψους.

Σύμβολα ζωής υπερτέρας,
ρόδα αναλλοίωτα, μετουσιωμένα,
λευκές άκανθες ολόγυρα σ' ένα
Αμάλθειο κέρας.

(Ταπεινή τέχνη χωρίς ύφος,
πόσο αργά δέχομαι το δίδαγμα σου!)
Ονειρο ανάγλυφο, θα 'ρθω κοντά σου
κατακορύφως.

Οι ορίζοντες θα μ' έχουν πνίξει.
Σ' όλα τα κλίματα, σ' όλα τα πλάτη,
αγώνες για το ψωμί και το αλάτι,
έρωτες, πλήξη.

Α! πρέπει τώρα να φορέσω
τ' ωραίο εκείνο γύψινο στεφάνι.
έτσι, με πλαίσιο γύρω το ταβάνι,
πολύ θ' αρέσω.

Διαβάστε Επίσης:

Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2012

"Ποίηση" - ποίημα του Θωμά Γκόρπα (1935-2003)

..............................................................
















Ποίηση

Ποίηση
ανάμνηση από φίλντισι
περίπατος τα ξημερώματα
άναμμα τσιγάρου κατά λάθος από φεγγάρι
χαρταετός που ξέφυγε απ' τα χέρια παιδιού 
κλάμα παιδιού στη μέση πανηγυριού
φιλία ανάμεσα σε δυο προδοσίες
κλωνάρι που ταξιδεύει
δασκάλα μόνη μελαγχολική στο διάλειμμα
ένα βιολί που παίζει μοναχό του
αριθμός 7
της καρδιάς τα μέσα φυλλώματα
χαλκός χαλκωματένια χαλκωματάς - όλα τα παλιά γυαλίζω
χρυσάφι για όλους ή για κανένα
πόλη που κυριεύτηκε άδεια μετά μακριά πολιορκία
παλιές φωτογραφίες και μακρυμπάνι της μνήμης
πεταλούδα που γλυτώνει απ' τη φωτιά
φωτιά που γλυτώνει απ' τα νερά
χαρά που γλυτώνει απ' τα γεράματα
βιολέτες σ' άσπρο λαιμό
άσπρο άλογο που τρέχει σε μαύρο ουρανό
μαύρος ήλιος καλοκαιρινός
άσπρος ήλιος χειμωνιάτικος
λεμόνι κάρβουνο γλυκό του κουταλιού
νύχτα στρωμένη τσιγάρα
λέξεις.


ΘΩΜΑΣ ΓΚΟΡΠΑΣ

Ποίηση '76 

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2012

Ένα ποίημα του Κώστα Μόντη (1914-2004) / αφιερωμένο στους φίλους του "Θεατροδρόμιου".)


..........................................................


  ένα ποίημα του Κώστα Μόντη (1914 - 2004) αφιερωμένο στους αναγνώστες του "Θεατροδρόμιου εν Ναυπλίω" για τη συμπλήρωση των πρώτων 11000 "επισκέψεων". Καλό Καλοκαίρι!













Η Φυλακή


Το χειρότερο δεν είναι 
που μ' έκλεισαν σ' αυτή τη φυλακή
και πήραν τα κλειδιά κι' έφυγαν,
μα που δεν ξέρω ως πού φτάνει η φυλακή μου, 
που δεν ξέρω το περίγραμμά της,
για να κάνω επιτέλους
σαν άνθρωπος κι εγώ
μιαν απόπειρα αποδράσεως.


...................................................


Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

Φώτης Κόντογλου ( 8 Νοεμβρίου 1895 - 13 Ιουλίου 1965)

...........................................................

Φώτης Κόντογλου ( 8 Νοεμβρίου 1895 - 13 Ιουλίου 1965)

Μικρασιάτης λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, από τα επίλεκτα μέλη της γενιάς του '30, που αναζήτησε την ελληνικότητά της μέσα από την επιστροφή στις ρίζες. Μαθητές του υπήρξαν οι διακεκριμένοι ζωγράφοι Σπύρος Βασιλείου, Γιάννης Τσαρούχης και Νίκος Εγγονόπουλος.

Γεννήθηκε στο Αϊβαλί (τις αρχαίες Κυδωνίες) στις 8 Νοεμβρίου 1895 και ήταν γιος του Νικολάου Αποστολέλλη και της Δέσποινας Κόντογλου. Νήπιο ακόμη έχασε τον πατέρα του και ανατράφηκε από τη μητέρα του και τον θείο του ιερομόναχο Στέφανο Κόντογλου. Γι' αυτό και όταν μεγάλωσε υιοθέτησε το οικογενειακό επίθετο της μητέρας του. Το συγγραφικό και εικαστικό του τάλαντο άνθισε νωρίς. Όντας μαθητής Γυμνασίου, εξέδιδε το περιοδικό «Μέλισσα» με κείμενα δικά του και των συμμαθητών του, τα οποία εικονογραφούσε ο ίδιος.

Το 1913 άφησε τη γενέθλια πόλη του και μετέβη στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών, παρότι προς στιγμήν σκέφθηκε να γίνει ναυτικός. Το κλίμα στη Σχολή δεν τον σήκωνε, αφού μεταξύ των καθηγητών του κυριαρχούσε το ακαδημαϊκό στυλ του Μονάχου, ενώ ο ίδιος ήταν φορέας άλλης αντίληψης, έχοντας γερά μέσα του ριζωμένο τον μικρασιατικό λαϊκό πολιτισμό. Το 1914 εγκατέλειψε τη Σχολή και έφυγε για την Ευρώπη. Μετά από μικρά παραμονή στη Μαδρίτη, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι.

Γρήγορα έγινε γνωστός στους εικαστικούς κύκλους της γαλλικής πρωτεύουσας, όταν τον πρόσεξε ο διάσημος γλύπτης Ροντέν. Το 1916 βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του βιβλίου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα». Στο Παρίσι συνάντησε τον φίλο του και συμφοιτητή του Σπύρο Παπαλουκά, τον μετέπειτα σπουδαίο ζωγράφο. Την εποχή εκείνη έγραψε και το πρώτο του λογοτεχνικό έργο, την ιστορία του φανταστικού κουρσάρου «Πέδρο Καζάς».

Το 1919 επιστρέφει στο Αϊβαλί. Διδάσκει γαλλικά και ιστορία της τέχνης στο τοπικό παρθεναγωγείο. Παράλληλα, ιδρύει τον πνευματικό σύλλογο «Νέοι Άνθρωποι» μαζί με τους Ηλία Βενέζη και Στρατή Δούκα. Το 1921 στρατεύεται και μετέχει στη Μικρασιατική Εκστρατεία. Μετά την κατάρρευση του μετώπου και την επακολουθήσασα Έξοδο του ελληνικού στοιχείου της Μικράς Ασίας, φθάνει πρόσφυγας στη Λέσβο και στη συνέχεια στην Αθήνα.

Η κυκλοφορία τού «Πέδρο Καζάς» στην Αθήνα τον επιβάλλει αμέσως στους λογοτεχνικούς κύκλους. Το βιβλίο είναι η ιστορία ενός ισπανού κουρσάρου, γραμμένη με ένα ασυνήθιστο δυναμισμό και σε μια γλώσσα γεμάτη νεύρο και παλμό, που αντλούσε άμεσα από τις λαϊκές ρίζες και τα λαϊκά βιβλία παλαιότερης εποχής. Το 1925 παντρεύεται τη συμπατριώτισσά του Μαρία Χατζηκαμπούρη και δύο χρόνια αργότερα γεννιέται η κόρη τους Δέσπω. Τα επόμενα χρόνια θα μοιράσει τον χρόνο του ανάμεσα στον χρωστήρα και τη γραφίδα, ενώ αξιόλογη είναι η θητεία του ως συντηρητή έργων τέχνης.

Το 1932 κτίζει το σπίτι του στην οδό Βιζυηνού 16 (περιοχή Πατησίων), όπου μαζί με τους μαθητές του Τσαρούχη και Εγγονόπουλο ζωγραφίζουν με νωπογραφίες ένα δωμάτιό του. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, θύμα του μαυραγοριτισμού, αναγκάζεται να το πουλήσει για ένα σακί αλεύρι και μετακομίζει με την οικογένειά του σε ένα γκαράζ. Την εποχή αυτή ο Χριστιανισμός τον απορροφά εντελώς και αποφασίζει να τον διακονήσει ολόψυχα ως λογοτέχνης και ζωγράφος.

Ο Κόντογλου εμπνέεται από την ελληνική παράδοση και προσηλώνεται με φανατισμό σε ό,τι θεωρεί καθαρά ελληνικό, βγαλμένο από την παράδοση του Βυζαντίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις φορητές του εικόνες χρησιμοποίησε τη μέθοδο της ωογραφίας. Πολλές από αυτές έχουν εκδοθεί από τον «Αστέρα». Αγιογράφησε πολλές εκκλησίες (Καπνικαρέα, Αγία Βαρβάρα Αιγάλεω, Άγιος Ανδρέας Πατησίων, Ζωοδόχος Πηγή και Αγία Παρασκευή Παιανίας, Ευαγγελισμός Ρόδου, Άγιος Χαράλαμπος Πολυγώνου, Άγιος Γεώργιος Κυψέλης κ.ά).

Φιλοτέχνησε τοπία, σχέδια βιβλίων, περιοδικών, ποιητικών συλλογών, πορτραίτα, ενώ το σημαντικότερο έργο στην κοσμική ζωγραφική είναι οι βυζαντινοπρεπείς νωπογραφίες του στο Δημαρχείο Αθηνών, με θέματα και πρόσωπα από την Ελληνική Ιστορία. Δούλεψε στο Βυζαντινό Μουσείο, το Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου και δημιούργησε το Βυζαντινό τμήμα του Μουσείου της Κέρκυρας. Σημαντική ήταν η συμβολή του στην αποκατάσταση των τοιχογραφιών στον Μυστρά.

Ο Φώτιος Κόντογλου πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965 στον «Ευαγγελισμό» από τις επιπλοκές που του είχε προκαλέσει ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Θεωρείται από τους σημαντικότερους εικαστικούς καλλιτέχνες, που άνοιξε νέους δρόμους στην ελληνική ζωγραφική. Το πλούσιο λογοτεχνικό του έργο παρέμεινε εν πολλοίς στρατευμένο στην υπόθεση του Χριστιανισμού, όμως τα πρώιμα έργα του και ιδιαίτερα το μυθιστόρημα «Πέδρο Καζάς» ανήκουν στις σημαντικές στιγμές της λογοτεχνίας μας.

Πηγή: www.sansimera



















































































































































Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2012

Έλληνες και μετανάστες έχουμε το ίδιο αίμα (13 Ιουλ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)


..........................................................

Έλληνες και μετανάστες έχουμε το ίδιο αίμα

tvxs.gr/node/100491
 
 
 
 
 
«Ρατσιστή το παιδί σου χρειάζεται δύο φιάλες αίμα. Βρες το Ελληνικό. Όσο και αν ψάξεις δεν θα το βρεις. Έλληνες και Μετανάστες έχουμε το ίδιο αίμα».
 



Με την αφίσα αυτή   τα Κοινωνικά Ιατρεία Αλληλεγγύης- Θεσσαλονίκης- Δράμας -Ρεθύμνου και Αγ. Νικολού δίνουν μια πολύ εύστοχη απάντηση στις ρατσιστικές μεθοδεύσεις της Χρυσής Αυγής που τις προηγούμενες μέρες καλούσε σε αιμοδοσία μόνο για Έλληνες.
 
Να αναφερθεί ότι τα Κοινωνικά Ιατρεία Αλληλεγγύης από την στιγμή της δημιουργίας τους κάνουν καθημερινά την Αλληλεγγύη  πράξη προσφέροντας  σε καθημερινή βάση σε όλους ανεξαιρέτως τους ανασφάλιστους και τους κοινωνικά αποκλεισμένους, Έλληνες και μετανάστες, πρωτοβάθμια ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, χωρίς καμιά απολύτως δική τους οικονομική επιβάρυνση.
 
Τα Κοινωνικά Ιατρεία Αλληλεγγύης δεν έρχονται να υποκαταστήσουν το κράτος που αποσύρεται από τις προνοιακές του ευθύνες αλλά εντάσσεται σε ένα σύνολο πρωτοβουλιών που σήμερα αρχίζει να διευρύνεται και αφορά τα δίκτυα κοινωνικής αλληλεγγύης για τους αποκλεισμένους κοινωνικά και οικονομικά πολίτες. Ταυτόχρονα συνιστά μια καταγγελτική απάντηση στην πολιτική των περικοπών και της εμπορευματοποίησης.
 
Πηγή: Alterthess
 
 

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Για τον Οιδίποδα από τον Τσέζαρις Γκραουζίνις ("Αθηνόραμα", τ.634, 5-11/7/2012)

..........................................................

Για τον Οιδίποδα από τον Τσέζαρις Γκραουζίνις




...πιστεύω πως ο μύθος του Οιδίποδα είναι χρήσιμος κυρίως στους νέους ανθρώπους, για όσους μπορούν να κάνουν κάτι ώστε να αλλάξουν τα πράγματα και τις ζωές τους, αλλάζοντας - ίσως - και τις ζωές των άλλων...


...Ο μύθος του Οιδίποδα είναι πασίγνωστος.Τον ξέρουν ακόμη και όσοι δεν έχουν δει ή διαβάσει ποτέ την τραγωδία του Σοφοκλή. Ο καθένας μπορεί να εκφράσει μια γνώμη. Εμένα δεν  μου αρέσει το πολύ μπλα-μπλα. Αν όμως πρέπει να ειπωθεί κάτι, αυτό είναι το θέμα της αξιοπρέπειας του τραγικού ήρωα. Αξιοπρέπεια σημαίνει ελευθερία. Τελεία και παύλα. Μόνο αν αποδεχτείς δηλαδή πως η ζωή σου είναι αυτή και όχι κάποια άλλη και μόνο αν συμφιλιωθείς με το πεπρωμένο σου μπορείς να νιώσεις ελεύθερος. Ακούγεται κάπως ζεν και βουδιστικό αυτό, όμως το πιστεύω. Ο άνθρωπος πρέπει να παραμένει υπερήφανος ακόμα και στην πιο δύσκολη κατάσταση, να αποδέχεται την καταστροφή με αξιοπρέπεια...

"Αμφίβια ζωή" της Άννας Δαμιανίδη (από το "Ημερολόγιο Οδοστρώματος", 12/7/2012)

..............................................................


Αμφίβια ζωή

 της Άννας Δαμιανίδη


Μ’ αρέσει ο κόσμος που κατεβαίνει για μπάνιο τα καλοκαίρια, όλο και πιο πολύς, όλο και πιο εξοικειωμένος με τη θάλασσα. Αυτή η αποκάλυψη σωμάτων, συνηθειών, ονομάτων, σχέσεων, φόβων και θάρρους, η έκθεση τόσων πραγμάτων σε κοινή θέα, η έκθεση των σωμάτων γυμνών στο νερό. Η τηλεόραση μπορεί να δείχνει τους τέλειους κώλους με συνέπεια, εκεί που πάω εγώ η τελειότης μας αποφεύγει. Είναι παραλία οικογενειακή, τα νέα κορίτσια δεν συχνάζουν, έρχονται ώριμες κυρίες ώριμοι κύριοι. Αυτές οι λέξεις, κύριος, κυρία, αμέσως χρησιμοποιούνται σαν παρέο να κρύψουν κοιλιές ξεχειλωμένους, μηρούς με κυτταρίτιδα, παραμορφωμένα δάχτυλα ποδιών, όλα τα βάσανα που η κοινωνία καλύπτει και η παραλία αποκαλύπτει.
Πόδια σε σαγιονάρες κατεβαίνουν τις κατηφόρες προσεχτικά. Όλο και γλιστράνε κάποιοι, θα χρειάζονταν αρβύλες αλλά οι γυναίκες έρχονται με λουλουδιασμένο πλαστικό, κάθε χρόνο και πιο φωσφορίζον. Μαθημένες, απτόητες, βαμμένα νύχια, λαδωμένες γάμπες, πλησιάζουν το νερό, διαλέγονται μαζί του. Θα με σηκώσεις όταν βυθιστώ; Μάλιστα κυρία, ελάτε, είμαι ο πιο υπάκουος εραστής σας. Εμπιστευτείτε με. Τον εμπιστεύονται. Όχι αμέσως, κάνουν νάζια, αχ, κρύο, αχ, δεν παραδίνονται αμέσως. Σιγά- σιγά, μερικές βρέχουν τα μπράτσα τους. Κάποιες πέφτουν με την πλάτη. Άλλες δεν αντέχουν να δίνονται χωρίς να το κοιτάνε στα μάτια. Κι αφού βουτήξουν σωπαίνουν, ίσως κάποτε υπήρξαμε είδος αμφίβιο, δεν εξηγείται τόσο βαθιά χαρά.
Οι άντρες ορμάνε εκδικητικά, πλατς και μέσα, με κομψές βουτιές. Στη γενιά μου δεν μαθαίναμε βουτιές με το κεφάλι, τα κορίτσια. Ίσως με είχαν μάθει κάποτε νομίζω, αλλά το ξέχασα. Δεν μπορώ την απότομη είσοδο, είμαι του σταδιακού, από κάτω προς τα πάνω, πόντο –πόντο, και πολλά μικρά αχ και βαχ μέχρι την τελική κραυγούλα. Μερικοί γελάνε. Αυτή η δημόσια επίδειξη ηδονής τέλος πάντων, τι άσεμνη. Αλλά δεν πειράζει, έχω αποφασίσει να μην κρατάω μέσα μου το σοκ της τελικής παράδοσης.
Στο μεταξύ χαζεύω τις οικογένειες με σαδιστική ευχαρίστηση. Α, ήρθε η ώρα επιτέλους να εκτεθείτε αγαπητοί έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σας, τις πέντε λαμαρίνες του αυτοκινήτου σας. Καλύτερα να είχατε  προπονηθεί με κάποια βόλτα στο πάρκο, στην πόλη, στους δρόμους, να μη μοιάζετε τώρα τόσο γελοία υπερπροστατευτικοί, τόσο υστερικοί χωρίς λόγο, αγχωμένοι και μυγιασμένοι, αλλά δεν θέλατε. Ιδού τα παιδιά σας ανυπεράσπιστα στο κριτικό βλέμμα των προνομιούχων που μεγάλωσαν τα δικά τους και σας χαζεύουν ανελέητα. Όμως όχι, μη φοβάστε, υπάρχει ακόμα επιείκεια, συμπαράσταση, στοργή. Ο κόσμος είναι καλός με τα παιδιά, τους δίνουν συμβουλές, τα ενθαρρύνουν, τους χαμογελούν. Βαφτίζονται τα τυχερά παιδιά στη σχέση με τη θάλασσα, προνομιούχες γενιές που θεωρούν αυτονόητη συνοδεία της ζέστης αυτή την απόλαυση. Όταν ήμουν εγώ παιδί και παραθερίζαμε στην Ερμιόνη, τα ντόπια κορίτσια δεν τα άφηναν να κολυμπάνε. Δεκαετία του 60. Ακόμα και το 70 στα νησιά. Τώρα κανείς πουθενά δεν διανοείται να το σκεφτεί κάτι τέτοιο. Η δημοκρατία της θάλασσας έχει κυριαρχήσει απ’ άκρου σ’ άκρο. Κάτι είναι κι αυτό.