Τετάρτη, 29 Φεβρουαρίου 2012

220 χρόνια από την γέννηση του Τζοακίνο Ροσίνι (1792-1868) (http://el.wikipedia.org)

.........................................................

Τζοακίνο Ροσσίνι

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Ροσσίνι σε φωτογραφία του Étienne Carjat (1865)
Ο Τζοακίνο Αντόνιο Ροσσίνι (ιτ. Gioachino (Giovacchino στη ληξιαρχική πράξη γεννήσεως) Antonio Rossini, 29 Φεβρουαρίου 1792 - 13 Νοεμβρίου 1868) ήταν Ιταλός συνθέτης, παγκοσμίως φημισμένος για τις όπερές του, με πιο γνωστές τον Κουρέα της Σεβίλλης, τη Σταχτοπούτα και τον Γουλλιέλμο Τέλλο. Έγραψε ακόμη έργα θρησκευτικής μουσικής, τραγούδια, μουσική δωματίου και άλλα κομμάτια για πιάνο και μικρά σύνολα. Οι μελωδίες του αγαπήθηκαν από πολύ κόσμο, ενώ ενέπνευσε πλήθος συνθετών, χαρίζοντάς του το προσωνύμιο "Ο Ιταλός Μότσαρτ".

  Περισσότερες πληροφορίες για τον Ροσίνι δες εδώ: 















Δευτέρα, 27 Φεβρουαρίου 2012

"Ψηφίδες για τον Κάρολο Κουν" της Μάρης Θεοδοσοπούλου ("Εποχή", 27/2/2012)

...........................................................

Βίκτωρ Θ. Μελάς
«Κάρολος Κουν
Σκόρπιες αναμνήσεις
Από τη ζωή του»
Μ.Ι.Ε.Τ., Ιούνιος 2011


Μετά τους δυο τόμους-λευκώματα για τον Κάρολο Κουν, που εξέδωσαν μέσα στην τελευταία τριετία τα δυο πολιτιστικά ιδρύματα, το Μ.Ι.Ε.Τ. και το Μπενάκειο, ένα ακόμη βιβλίο για τον Κουν, ακόμη και ολιγοσέλιδο, δείχνει σαν υπερβολή. Κι όμως, το καινούριο βιβλίο, όχι μόνο δεν πλεονάζει, αλλά, αντιθέτως, συμπληρώνει την εικόνα του θεατράνθρωπου κατά τον μοναδικό τρόπο που μόνο μια μαρτυρία μπορεί να επιτελέσει.  Οι ενθυμήσεις φίλων και στενών συνεργατών αποτελούν πάντοτε μοναδική και αναντικατάστατη πηγή πληροφοριών. Το μόνο μειονέκτημα παρόμοιων καταθέσεων μνήμης είναι ότι οι γράφοντες συχνά παρασύρονται από τα συναισθήματά τους και μεγεθύνουν συμβάντα, μεγαλύνοντας το πρόσωπο. Ο συγγραφέας του πρόσφατου βιβλίου φαίνεται να έχει κατά νου αυτήν την παγίδα και λαμβάνει τα μέτρα του. Όπως γράφει στον πρόλογο, φροντίζει για τα περιστατικά που αφηγείται να υπάρχει η μαρτυρία και άλλων παρευρισκόμενων σε αυτά. Με άλλα λόγια, φαίνεται να σηκώνει το παραπέτασμα του ιδιωτικού χώρου μετά μεγάλης προσοχής. Ίσως, τόσο μόνο, όσο πιστεύει ότι θα άρεσε στον αποθανόντα.
Ο Βίκτωρ Μελάς δεν είναι άνθρωπος του θεάτρου. Είναι γνωστός ως συλλέκτης παλαιών ελληνικών χαρτών και κυρίως ως μελετητής τους, χάρις και στα βιβλία του, την συνοπτική ιστορία της χαρτογραφίας, «Γης περίοδος πάσης», που είχε εκδώσει προ δεκαπενταετίας, και τους «Άτλαντες των Μερκατόρ-Χόντιους», το 2003. Όπως εξομολογείται, τον Κουν τον γνώρισε τριαντάχρονος, στα μέσα της δεκαετίας του ’50. Δηλαδή, όταν ξεκινούσε το Υπόγειο. Ήταν το υπόγειο του κινηματογράφου Ορφέα, με το ταμείο εντός της ομώνυμης Στοάς, που δεν είχε ακόμη αποκτήσει το παρακλάδι της Στοάς του Βιβλίου προς την οδό Πεσματζόγλου. Επισήμως, το Υπόγειο ονομαζόταν τότε Θέατρο Ορφεύς.
Ορισμένες ειδικής φύσης λεπτομέρειες που αφηγείται ο Μελάς, προδίδουν την ιδιότητα του νομικού συμβούλου, με την οποία θα πρέπει να συμμετείχε στην θεατρική ομάδα. Άλλωστε, σύμφωνα με το βιογραφικό του, δικηγορούσε από το 1948, με ειδίκευση στο δίκαιο των εταιρειών και της πνευματικής ιδιοκτησίας. Όπως και να έχει, μαθαίνουμε πως μια από τις πρώτες στη χώρα μας αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία που ιδρύθηκε, ήταν η Ελληνική Εταιρεία Θεάτρου-Θέατρο Τέχνης. Το δικό της καταστατικό υιοθέτησαν ως πρότυπο πολλές από εκείνες που ακολούθησαν. Ο Μελάς θυμάται ότι η μετατροπή του Θεάτρου από εταιρεία φυσικού προσώπου σε μη κερδοσκοπικού νομικού προσώπου έγινε, κατά κάποιο τρόπο, αναγκαστικά, το 1968. Εκείνη τη χρονιά, λόγω και της λογοκρισίας, που είχε επιβάλλει η Δικτατορία, τα οικονομικά του Κουν είχαν χειροτερέψει. Σε αυτό συνέβαλε και το πείσμα του να μην θέλει να ακούσει για περικοπές στο ρεπερτόριο και το θίασο. Τότε, χάρις σε ενέργειες της νύφης του Στράτη Μυριβήλη, Καίτης Κασιμάτη-Μυριβήλη, που ήταν εκπρόσωπος του Ιδρύματος Φορντ στην Ελλάδα, θα μπορούσε να του δοθεί κάποια οικονομική στήριξη. Μόνο που, σύμφωνα με το καταστατικό του Ιδρύματος, θα έπρεπε να αλλάξει την νομική υπόσταση του Θεάτρου του. Βεβαίως, το πρόβλημα για τον Κουν δεν ήταν η αλλαγή του καταστατικού, αλλά η αποδοχή αμερικάνικης βοήθειας εν καιρώ Δικτατορίας. Τελικά, θέλοντας και μη, συμβιβάστηκε με την ιδέα, αφού του δόθηκε η υπόσχεση ότι δεν θα υπάρξει ανάμειξη στα έργα που θα ανέβαζε.
Γενικότερα, το γεγονός ότι ο Κουν διεκδικούσε, ευθύς εξ αρχής, για το Θέατρό του το στάτους κρατικού θεάτρου, είχε το κόστος του. Όπως φαίνεται, περνούσε αρκετό χρόνο, στο γραφειάκι του, στο Υπόγειο, πριν και μετά την πρόβα, προσπαθώντας να ισοσκελίσει τα οικονομικά του. Έκανε τις προσθαφαιρέσεις του σε ένα μπλοκάκι διαστάσεων 10 επί 5 εκατοστών. Όμως, δεν ήταν τα μικροσκοπικά του γράμματα, που έφεραν, ένα χρόνο αργότερα, το λογιστικό λάθος. Ο φταίχτης ήταν μια πρώην, δηλαδή προδικτατορική, Υπουργός, αρμόδια για τα εργασιακά, που αθέτησε την υπόσχεσή της. Μένει η απορία, σε ποια πρώην Υπουργό μπορεί να απευθύνθηκε ο Κουν το 1969, δεδομένου ότι στην τελευταία προδικτατορική κυβέρνηση δεν συμμετείχε καμιά γυναίκα. Όπως και να έχει, στο σκαμνί βρέθηκε ο Πρόεδρος του Διοικητικού Συμβουλίου του Θεάτρου Τέχνης, με την κατηγορία ότι διατηρούσε “διπλά βιβλία”.
Δεκαεπτά συν μια ιστορίες έχει συγκεντρώσει ο Μελάς, τις οποίες και παρατάσσει, εκτός αυτής της μιας, κατά χρονολογική σειρά. Η μοναδική άχρονη ιστορία τιτλοφορείται «Η διαδικασία της δημιουργίας» και περιγράφει, από την οπτική γωνία ενός παρατηρητή, τι σήμαινε μια πρόβα, όταν την μπαγκέτα την κρατούσε ο Κουν. Με διευθυντή ορχήστρας τον είχε παρομοιάσει ο συνθέτης Γιάννης Χρήστου. Και εκείνος κάτι ήξερε, αφού τον είχε παρακολουθήσει σε τρεις από τις σημαντικότερες παραστάσεις του. Μέσα στην δεκαετία του ’60, ο Χρήστου είχε γράψει τη μουσική για τους «Πέρσες», τους «Βάτραχους» και το κύκνειο άσμα του, τον ηλεκτρονικό «Οιδίποδα», που ανέβηκε τον Μάϊο του 1969. Στις 8 Ιανουαρίου 1970, τη νύχτα των γενεθλίων του, σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό ατύχημα. Στο κείμενό του, ο Μελάς δεν αναφέρεται σε μια πρόβα σε ανοικτό χώρο ή σε ένα οποιοδήποτε θέατρο, αλλά στο Υπόγειο. Σε εκείνο τον περιορισμένο υπόγειο χώρο, στον οποίο απαγορεύονταν οι θεατές, πλην των πολύ οικείων του Κουν, όπως ήταν ο ίδιος ο Μελάς. Γιατί η πρόβα για τον Κουν ήταν μέρος της δημιουργικής διαδικασίας. Εκνευριζόταν, φώναζε, ξεσπούσε, με ένα λόγο, “φλεγόταν”.
Ο Μελάς παραθέτει μια ιστορία κατ’ έτος, ξεκινώντας από το 1959. Κάποια χρόνια τα προσπερνάει, ενώ το 1969 καταχωρεί δυο ιστορίες και τον τελευταίο χρόνο, το 1987, τρεις. Ο Κουν πέθανε στις 14 Φεβρουαρίου 1987. Είναι μια ωραία σύμπτωση, ο εραστής του θεάτρου να πεθαίνει την ημέρα, που έχουμε υιοθετήσει ως ημέρα των ερωτευμένων. Ο Κουν είχε ορίσει εκτελεστή της διαθήκης, που είχε συντάξει στις 27 Οκτωβρίου 1986, τον Μελά. Ήταν το 1977, στη διάρκεια περιοδείας, συγκεκριμένα στην Στοκχόλμη, στο δωμάτιο ενός νοσοκομείου, όπου είχε βρεθεί κλινήρης, την παραμονή της παράστασης, που του έκανε για πρώτη φορά λόγο για την σύνταξη διαθήκης. Σαν διαδόχους του έβλεπε τον Δημήτρη Χατζημάρκο και τον Γιώργο Λαζάνη. Μόνο που ο πρώτος απεβίωσε τον επόμενο χρόνο, στα 59 του, και η διαθήκη χρειάστηκε πολλές συζητήσεις και σχέδια επί σχεδίων για να πάρει την τελική ολιγόλογη μορφή της. Το ιστορικό της δημοσίευσης της διαθήκης είναι μια από τις τρεις ιστορίες του 1987. Παρατάσσεται μετά εκείνη του θανάτου του και πριν από την καταληκτική ιστορία για το τελευταίο έργο που σκηνοθέτησε, «Ο ήχος του όπλου» της Λούλας Αναγνωστάκη, και του οποίου η πρεμιέρα συνέπεσε με την ημέρα του θανάτου του. Το ιστορικό εικονογραφείται με το τεκμήριο της ιδιόγραφης διαθήκης. Όπως εξηγεί ο Μελάς, η δημοσίευση μιας ιδιόγραφης διαθήκης γίνεται στο Πρωτοδικείο με ένα ή δυο μάρτυρες και συνιστά μια ολιγόλεπτη διαδικασία.  Του Κουν, ωστόσο, έγινε στις 20 Φεβρουαρίου, απρογραμμάτιστα και αυθόρμητα προ ενός πυκνού ακροατηρίου, το οποίο, κατά απαίτηση του νεαρού τότε δικαστή και σήμερα αρεοπαγίτη Ελευθέριου Νικολόπουλου, στάθηκε όρθιο και τήρησε απόλυτη σιγή. Έτυχε να είναι και ο δικαστής ένας από τους θαυμαστές του. Γιατί ο Κουν ήταν και εξακολουθεί να είναι ένα μυθικό πρόσωπο.
Η Ελλάδα μπορεί να υπερηφανεύεται για το θέατρο της. Ευτύχησε σε μεγάλους σκηνοθέτες και ηθοποιούς. Ωστόσο, η πορεία του Κουν στάθηκε θρυλική και ως εξαιρετέα του κανόνα που συνδέει τους μεγάλους σκηνοθέτες με τα κρατικά θέατρα. Γενικώς, εξαιρετέα πολλών κανόνων, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν αυτοδίδακτο, με επίσημη φοίτηση, ένα εξάμηνο αισθητικής στη Σορβόννη. Στάθηκε ένας μοναδικός καθηγητής αγγλικών του Κολλεγίου Αθηνών, που έφτιαξε μαθητικό θίασο και ανέβασε τα πρώτα έργα στο πλαίσιο της διδασκαλίας. Αυτό, πριν 82 χρόνια, Ιανουάριο 1930. Το 1942, δημιούργησε το Θέατρο Τέχνης και τη Σχολή του, με έδρα για την προετοιμασία των παραστάσεων ένα δωμάτιο στην αυλή ενός διώροφου, σήμερα σωζόμενου, επί της οδού Ζωοδόχου Πηγής 9. Μέχρι το 1954, τις παραστάσεις τις έδινε σε διάφορα θέατρα που του παραχωρούσαν. Με το Υπόγειο, το 1954, η πορεία του ομαλοποιείται και σαν να πλησιάζει τον θεατρικό κανόνα. Εδώ, ας σημειωθεί, ότι πρόκειται για το πρώτο κλειστό θέατρο στην Ελλάδα που υιοθετεί κυκλική σκηνή.
Το πρώτο ελληνικό έργο, που ανέβασε ο Κουν το τρίτο έτος του Κολλεγίου, Μάϊο 1932, ήταν οι «Όρνιθες» του Αριστοφάνη, σε μετάφραση Βασίλη Ρώτα και ηθοποιούς μαθητές της τρίτης τάξης. Αν ήθελε κανείς να συγκρατήσει ένα μόνο έργο από όσα ανέβασε, αυτό θα ήταν οι «Όρνιθες». Για πολλούς λόγους, το πόσο τον απασχόλησαν, την μεγάλη επιτυχία ορισμένων παραστάσεων αλλά και το θόρυβο που προκάλεσαν κάποιες άλλες. Γι’ αυτό και ο Μελάς αφιερώνει στο έργο πέντε ιστορίες, που ξεκινούν με το τρίτο του ανέβασμα, στις 29 Αυγούστου 1959, που είναι και το πρώτο επίσημο, στο Ωδείο Ηρώδου Αττικού. Είκοσι χρόνια νωρίτερα, Ιανουάριο 1939, με τις «Όρνιθες», ο Κουν αποχαιρέτησε το Κολλέγιο.
Η πρώτη ιστορία του Μελά περιγράφει «Εκείνη την ατελείωτη νύχτα στη Φωκίωνος Νέγρη...», μετά την παράσταση στο Ηρώδειο. Πέντε χιλιάδες θεατές είχαν παρακολουθήσει την παράσταση, χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα, εκείνους που επευφημούσαν και τους άλλους που σφύριζαν. Ο πρώτος που είχε φωνάξει «Αίσχος», ήταν ο ζωγράφος Γιώργος Μαυροΐδης. Τόσο θόρυβο είχε προκαλέσει εκείνο το «Αίσχος», που, 44 χρόνια αργότερα, όταν πέθανε στα 91 του, μνημονεύθηκε στις νεκρολογίες του. Η δεύτερη ιστορία εκκινεί με την απαγόρευση της παράστασης για προσβολή του θρησκευτικού αισθήματος των Ελλήνων αλλά και του αρχαίου πνεύματος και αφηγείται την «Εκκόλαψη των νέων Ορνίθων». Το πείσμα του Κουν, τις σημαντικές βελτιώσεις που επέφερε, αλλά και την ευφυή ιδέα του να εκμεταλλευθεί το σύμπλεγμα των συμπατριωτών του απέναντι στους Γάλλους, ανεβάζοντας τις νέες «Όρνιθες» πρώτα στο Παρίσι και μετά στην Αθήνα. Η τρίτη ιστορία είναι, ακριβώς, για την παράσταση στο Θέατρο Σάρα Μπερνάρ, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Θεάτρου των Εθνών, 2-4 Ιουλίου 1962. Ο Μελάς κατορθώνει να μεταγγίσει όλη τη συγκίνηση εκείνης της σημαντικής παράστασης του Ελληνικού Θεάτρου. Μια ακόμη ιστορία γράφεται για τις «Όρνιθες» το καλοκαίρι του 1964, με αφορμή την ξαφνική ιδέα του Μάνου Χατζιδάκι να αποσύρει τη μουσική του και μάλιστα, τις παραμονές ενός νέου ανεβάσματος. Η τελευταία σχετική ιστορία, το 1976, εμπλέκει τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, που, το 1959, ως Υπουργός Προεδρίας είχε μεν απαγορεύσει τις «Όρνιθες», αλλά, χάρις στο πενάκι του Φωκίωνα Δημητριάδη, το πλήρωσε ακριβά.
Ο Μελάς αφηγείται με χιούμορ τις αναμνήσεις του. Χωρίς να μακρηγορεί, μεταφέρει την ατμόσφαιρα και σκιαγραφεί τον άνθρωπο Κουν. Έτσι αναδύεται ένας τελειομανής, που αισθανόταν καθαρόαιμος κληρονόμος του αρχαίου ελληνικού δράματος, γιατί ζούσε στην ίδια χώρα με τους Αρχαίους και από το ίδιο αυτό φυσικό και ανθρώπινο περιβάλλον αντλούσε την έμπνευσή του. Σε σχέση με άλλους ανθρώπους του ελληνικού θεάτρου, η πιο ουσιαστική διαφορά του Κουν, πέραν των επιμέρους διαφορών, εντοπίζεται στο ότι εκείνος μοίραζε εξίσου το ενδιαφέρον του ανάμεσα στο κλασικό και το σύγχρονο δραματολόγιο.

Μ. Θεοδοσοπούλου

 για την αντιγραφή Θάλεια Προβίδου και Μελπομένη Προβοπούλου


Τζον Στάινμπεκ: Ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα (27 Φεβ 2012 | tvxsteam tvxs.gr)

.............................................................

Τζον Στάινμπεκ: Ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα

tvxs.gr/node/50600
 
 
Σαν σήμερα, στις 27 Φεβρουαρίου του 1902, ήρθε στη ζωή ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της αμερικανικής λογοτεχνίας. Ο πολυβραβευμένος και πολυγραφότατος Τζον Στάινμπεκ χάρισε στην αμερικανική πολιτισμική κληρονομιά αριστουργήματα, όπως τα «Σταφύλια της οργής» (1938), για το οποίο απέσπασε το βραβείο Πούλιτζερ το 1940, ενώ τιμήθηκε με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1962. «Σε απόλυτη μοναξιά, ο συγγραφέας προσπαθεί να εξηγήσει τα ανεξήγητα», είχε πει ο ίδιος.
Ο Τζον Ερνστ Στάινμπεκ ο Νεότερος γεννήθηκε στην πόλη Σαλίνας της Καλιφόρνια. Η καταγωγή του ήταν από Γερμανία και Ιρλανδία. Μάλιστα, το όνομα του Γερμανού προπάππου του από την πλευρά του πατέρα του ήταν Γιόχαν Άντολφ Γκροστάινμπεκ, αλλά το συντόμευσε μετά τη μετανάστευσή του στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Μεγαλωμένος σε μία μικρή αγροτική πόλη, με τον πατέρα του, Τζον Στάινμπεκ τον Πρεσβύτερο, ο οποίος δούλευε ως ταμίας και τη μητέρα του, Όλιβ Χάμιλτον, πρώην δασκάλα, ο μικρός Στάινμπεκ δούλευε και ο ίδιος τα καλοκαίρια σε κοντινά κτηνοτροφικά αγροκτήματα. Το 1919 τελείωσε το Λύκειο, ενώ το 1920 άρχισε να παρακολουθεί μαθήματα, με διαλείμματα, στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ μέχρι το 1925, χωρίς τελικά να καταφέρει να πάρει πτυχίο.
Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 1929 τον ανάγκασε να αλλάξει διάφορα επαγγέλματα, όπως αυτό του ξεναγού, του επιστάτη στο ιχθυοτροφείο του Ταχόε Σίτυ και του μεταφορέα σε μία αποθήκη εμπορευμάτων στο Σαν Φρανσίσκο. Ο πατέρας του τον βοήθησε οικονομικά παρέχοντας του δωρεάν στέγαση και δάνεια, ώστε να αφιερωθεί στο πάθος για συγγραφή. Εκείνη την περίοδο δημοσιεύτηκε το πρώτο μυθιστόρημα του με τίτλο «Η Χρυσή Κούπα» (Cup of Gold). Παράλληλα, παντρεύτηκε τη πρώτη του γυναίκα, Κάρολ Χέννινγκ, τον Ιανουάριο του 1930.
Η πρώτη συγγραφική του επιτυχία ήρθε το 1935 με το μυθιστόρημα «Η Πεδιάδα της Τορτίλια» (Tortillia Flat), το οποίο του χάρισε το Χρυσό Μετάλλιο της Λέσχης της Κοινοπολιτείας της Καλιφόρνια και έγινε ταινία το 1942. Η εμπειρία του Κραχ τον ενέπνευσε να γράψει μία σειρά από έργα, ανάμεσά τους το «Άνθρωποι και Ποντίκια» (Of Mice and Men) και «Τα Σταφύλια της Οργής» (The Grapes of Wrath), τα οποία γνώρισαν τεράστια επιτυχία και τον καθιέρωσαν στην αμερικάνικη λογοτεχνική σκηνή.
Συγκεκριμένα, το έργο «Άνθρωποι και ποντίκια», μετά τη θεατρική μεταφορά, στην οποία ο Στάινμπεκ αρνήθηκε να παρευρεθεί για να μην απογοητευτεί από το αποτέλεσμα, μεταφέρθηκε το 1939 στον κινηματογράφο. Αντίστοιχα, «Τα Σταφύλια της Οργής», το οποίο θεωρείται από πολλούς ως το καλύτερο έργο του, απέσπασε το βραβείο Πούλιντζερ το 1940, ενώ χάρισε στον Χένρι Φόντα μία υποψηφιότητα για Όσκαρ, όταν μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη από τον σκηνοθέτη Τζον Φορντ. Μάλιστα, το βιβλίο αυτό θεωρήθηκε άσεμνο και παραπλανητικό και απαγορεύτηκε η κυκλοφορία του στα δημόσια σχολεία και τις βιβλιοθήκες της επαρχίας του Κερν από τον Αύγουστο του 1939 ως τον Ιανουάριο του 1941.
Το 1943 υπήρξε μία σημαντική χρονιά για τον Στάινμπεκ, καθώς διετέλεσε πολεμικός ανταποκριτής στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο για την εφημερίδα New York Herald Tribune, δούλεψε με το Γραφείο Στρατηγικών Υπηρεσιών (τον πρόγονο της CIA) και παντρεύτηκε τη δεύτερη του γυναίκα Γκουίντολιν "Γκουίν" Κόνγκερ, με την οποία απέκτησε τους δύο γιους του.
Το 1948 έγινε μέλος της Αμερικανικής Ακαδημίας, ενώ τον Δεκέμβριο του 1950 παντρεύτηκε την τρίτη και τελευταία του γυναίκα Ελέιν Σκοτ, η οποία έμεινε μαζί του ως το τέλος της ζωής του.
Ο πόλεμος άφησε στον Στάινμπεκ πολλά ψυχολογικά τραύματα, τα οποία προσπάθησε να γιατρέψει μέσα από το γράψιμό του. Στο σύνολο της συγγραφικής του καριέρας, ο Στάινμπεκ έγραψε 17 μυθιστορήματα και πολλά διηγήματα. Δύο από τα πιο σημαντικά τελευταία του δημιουργήματα ήταν η συγγραφή του κινηματογραφικού σεναρίου «Viva Zapata!», το οποίο γυρίστηκε σε σκηνοθεσία Ελία Καζάν με πρωταγωνιστές τους Μάρλον Μπράντο και Άντονι Κουίν και το «Ανατολικά της Εδέμ» (East of Eden), στην κινηματογραφική μεταφορά του οποίου έκανε το ντεμπούτο του ο Τζέημς Ντην.
Χρόνιος καπνιστής, ο 66χρονος Τζον Στάινμπεκ απεβίωσε στις 20 Δεκεμβρίου 1968 στη Νέα Υόρκη από καρδιακή ανεπάρκεια, ενώ του διαγνώστηκε πλήρη απόφραξη των κυρίων στεφανιαίων αρτηριών. Μετά από επιθυμία του, το σώμα του αποτεφρώθηκε και η τεφροδόχος με τις στάχτες του ενταφιάστηκε στον οικογενειακό τάφο, μαζί με την οικογένεια της μητέρας του, στο Garden of Memories Memorial Park στην πόλη Σαλίνας.

"Η Femme Fatale του φεμινισμού" από την Άννα Δαμιανίδη και το "Ημερολόγιο Οδοστρώματος ("http://pezotis.blogspot.com/2012/02/femme-fatale.html, 26/2/2012)

............................................................

Η Femme Fatale του φεμινισμού


Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αφήγηση της ζωής της Σιμόν ντε Μπωβουάρ από την Υγκέτ Μπουσαρντώ πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία στα φεμινιστικά και στα πολιτικά ζητήματα της εποχής της και στις επιλογές της. Σχεδιάζει έτσι μια πολύπλευρη πραγματική προσωπικότητα στις πραγματικές διαστάσεις της. [ΤΒJ]

Από το  Book's journal
Παρουσίαση του βιβλίου της 
Huguette Bouchardeau, Σιμόν ντε Μπωβουάρ, μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη, Κίχλη, Αθήνα 2010, 480 σελ.


Μια Κυριακή του 1921, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, δεκατεσσάρων χρονών, κόρη καλής οικογενείας, αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία με τους γονείς της. «Έχασα την πίστη», τους δήλωσε. Δεν ήταν περήφανη  για το γεγονός και δεν μίλησε με αναίδεια. Ήταν λυπημένη που είχε χάσει κάτι πολύτιμο, κάτι με το οποίο είχε μεγαλώσει. Επιπλέον ήταν αποφασισμένη να είναι ειλικρινής με τους δικούς της. Θα της ήταν εύκολο να πει ψέματα, ότι πάει στην εκκλησία, και να κάνει κοπάνα, όπως ήδη είχε κάνει μια φορά. Τότε, είχε πάει σε μια γέφυρα του Σηκουάνα, χάζεψε πολύ, στοχάστηκε πολύ και πήρε μια απόφαση που θα τηρούσε σε όλη της τη ζωή: να λέει την αλήθεια για τα πράγματα που της συνέβαιναν, να εξηγεί, να προσπαθεί να διατυπώσει τις ιδέες της, να διεκδικεί την αποδοχή της αληθινής προσωπικότητάς της.
Υπήρξε συνεπής. Όλη η ζωή της ήταν η περιπέτεια της ειλικρίνειας  απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό της, η περιπέτεια ενός ανθρώπου που αποφασίζει να ζήσει ελεύθερα, σε αρμονία με τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες του, διεκδικώντας επιπλέον το δικαίωμα αυτό πολιτικά και φιλοσοφικά. Θα μπορούσε, εκείνη την Κυριακή της εφηβείας της, να κάνει κάτι πιο απλό: να προσποιηθεί πονοκέφαλο, να συμβιβαστεί με λίγη υποκρισία. Κάτι που θα έκαναν πολλοί άνθρωποι στη θέση της. Αλλά επέλεξε άλλο δρόμο.
Με την αφήγηση αυτής της μέρας αρχίζει η Υγκέτ Μπουσαρντώ τη βιογραφία της Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Μια ακόμα βιογραφία της. Πώς το σκέφτηκε να γράψει αυτό το βιβλίο; Δεν έχουν ειπωθεί τα πάντα για τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ; Η ίδια πρώτα απ’ όλα κατέγραψε εξονυχιστικά τη ζωή της, όχι μόνο στα μυθιστορήματα, που ήταν αυτοβιογραφικά τα περισσότερα, αλλά και στα ημερολόγια, τις σημειώσεις, τις επιστολές της. Όταν ακόμα ζούσε είχαν εκδοθεί τόμοι επί τόμων, η ζωή της ήταν πασίγνωστη στα πέρατα του κόσμου, πολύ περισσότερο κι από το έργο της. Στα γεράματά της γνώρισε δυο βιογράφους της, ή μάλλον τρεις, δυο που αποτελούσαν ομάδα και μία ακόμα ξεχωριστά, με τις οποίες πέρασε λίγο καιρό καθώς γράφονταν ταυτόχρονα δυο βιογραφίες. Χώρια οι άλλες, οι ανεπίσημες, χώρια οι συνεντεύξεις, οι αφηγήσεις, τα άρθρα, τα ρεπορτάζ, οι φωτογραφίες, οι αναφορές στον Τύπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Τι έμενε να ειπωθεί και να γραφτεί ακόμα;
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ, πολιτικός της Αριστεράς, του τροτσκιστικού χώρου, υποψήφια πρόεδρος το 1981, ύστερα υπουργός Περιβάλλοντος στην κυβέρνηση του Μιττεράν, εκδότρια, ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, βιογράφος πολλών ξεχωριστών γυναικών, από τη Γεωργία Σάνδη ώς τη φιλόσοφο Σιμόν Βέηλ και τη Σιμόν Σινιορέ, δηλώνει και τις δικές της επιφυλάξεις, θυμίζοντας στην εισαγωγή πόσο πολύ αυτοβιογραφήθηκε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, και στα μυθιστορήματά της και στα Απομνημονεύματά της. Τα χρόνια του φεμινιστικού κινήματος την είχε γνωρίσει, είχαν συνεργαστεί σε γυναικείες ομάδες, αλλά η συστολή την εμπόδιζε να προσπαθήσει να την πλησιάσει περισσότερο. Αποφάσισε να γράψει τη βιογραφία με όλη τη «δέουσα περίσκεψη», όπως λέει, η οποία ευτυχώς δεν την εμποδίζει να είναι ολοζώντανη και ενδιαφέρουσα. Στις σελίδες της ξαναβρίσκουμε τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ με ανθρώπινες διαστάσεις, παρακολουθούμε τις δυσκολίες και τα διλήμματά της, διασχίζουμε μαζί την εποχή της και καταλαβαίνουμε περισσότερο τη στάση της σε διάφορα ζητήματα, φεμινιστικά και πολιτικά. Καταλαβαίνουμε και τη μεταμόρφωσή της σε ένα είδος ειδώλου που αλλοίωνε το αληθινό της πρόσωπο. Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αυτή αφήγηση της πραγματικής ζωής ενός ανθρώπου πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία σε όλ’ αυτά, και σχεδιάζει μια πολύπλευρη προσωπικότητα.


Ελευθερία και αντιφάσεις
Υπάρχει ένα παράδοξο στη ζωή και στο έργο της Σιμόν ντε Μπωβουάρ: στο ξεκίνημά της υπήρξε το παιδί - θαύμα μιας αστικής οικογένειας που αποφάσισε να αποτινάξει τα δεσμά της τάξης του και να ζήσει όσο πιο ελεύθερα και πιο έντονα γινόταν. Στη συνέχεια, όμως, βρέθηκε στρατευμένη σε κινήματα, στο κίνημα της Απελευθέρωσης των Γυναικών κυρίως, αλλά όχι μόνο σ’ αυτό, καθώς ο δεσμός της με τον Σαρτρ την οδηγούσε και σε αριστερές πολιτικές δεσμεύσεις. Συχνά ο τρόπος ζωής της ήταν απολύτως αντίθετος με τα καθεστώτα που βρέθηκε να υποστηρίζει. Είχε σκανδαλίσει τη μοντέρνα Γαλλία, ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, όταν, ενώ διεκδικούσε απόλυτη ατομική ελευθερία, από την άλλη βρισκόταν να συντρώγει με τον Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα ή να υπερασπίζεται τους λεγόμενους κινεζόφιλους στο Παρίσι, να ενισχύει δηλαδή καθεστώτα ανελεύθερα. Αν προσπαθεί κανείς να καταλάβει εκ των υστέρων την εποχή και τις παρεξηγήσεις της, τις ουτοπίες και τις ψευδαισθήσεις της, η πυκνή και απολαυστικά γραμμένη αυτή βιογραφία είναι ένα θαυμάσιο βοήθημα αναστοχασμού. Σε μια εποχή που μπαίνει θέμα ελευθερίας να φορούν οι γυναίκες μπούργκα στους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων, η ιστορία της ζωής μιας γυναίκας που ξεκίνησε χειραφετώντας τη ζωή της και, εν συνεχεία, γράφοντας το Δεύτερο φύλο, το βιβλίο που υπήρξε η βίβλος του φεμινισμού, μας βοηθά να τα ξανασκεφτούμε όλα από την αρχή.
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ εξηγεί ότι επειδή είχε πάρα πολύ υλικό επέλεξε να χτίσει κάθε κεφάλαιο γύρω από μια ημερομηνία της ζωής της Μπωβουάρ, τεχνική που είχε ακολουθήσει και στη βιογραφία της Γεωργίας Σάνδη, περιγράφοντας επάλληλους κύκλους γύρω από αυτό το γεγονός. Η πρώτη τέτοια ημερομηνία είναι η Κυριακή εκείνη κατά την οποία η Μπωβουάρ, στα δεκατέσσερα χρόνια της, δήλωσε ότι είχε χάσει την πίστη. Η δεύτερη είναι η ημερομηνία που βρίσκεται γραμμένη στο πρώτο γράμμα της πλούσιας αλληλογραφίας της με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Τον γνώρισε στο Πανεπιστήμιο μαζί με άλλους νεαρούς διανοούμενους και πέρασαν μαζί τις εξετάσεις του εθνικού διαγωνισμού πρόσληψης καθηγητών μέσης εκπαίδευσης, την περίφημη Agrégation. Πρώτος πέρασε ο Σαρτρ, ένα χρόνο μεγαλύτερος, που είχε ξαναδώσει, δεύτερη η Μπωβουάρ. Ο Σαρτρ ήταν απόφοιτος των πιο περιζήτητων Λυκείων και της Εκόλ Νορμάλ, ενώ η Μπωβουάρ είχε φτάσει ως εκεί από πολύ πιο άσημους δρόμους, από σχολές σχεδόν περιθωριακές, όπως ήταν η μοίρα των περισσότερων γυναικών που ήθελαν εκείνα τα χρόνια να σπουδάσουν.
Η φοιτητική της ζωή υπήρξε συναρπαστική. Από τη μία συσσώρευε τα διπλώματα, από την άλλη έκανε την επανάστασή της με διάφορους τρόπους: από το να ξενυχτάει σε κακόφημα μέρη, να πίνει και να κάνει τρέλες, μέχρι να στρατευτεί σε μια ομάδα επιμόρφωσης εργατών και να παραδίδει μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας σε εργάτριες. Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που είχε αποφασίσει να γίνει συγγραφέας, έκανε διάφορες απόπειρες συγγραφής μυθιστορημάτων με ηρωίδες που της έμοιαζαν. Ο εαυτός της υπήρξε πάντα ο αγαπημένος της ήρωας, και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ριψοκίνδυνη στάση της ειλικρίνειας που είχε υιοθετήσει την έκανε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ακόμα και στα ίδια της τα μάτια. Παρατηρούσε τη ζωή της ενώ τη ζούσε, και η παρατήρηση τη βοηθούσε να στέκεται στο ύψος των δύσκολων περιστάσεων.
Τη χρονιά που γνώρισε τον Σαρτρ και συνδέθηκε μαζί του έχασε τη φίλη των σχολικών της χρόνων, τη Ζαζά, η οποία είχε στα μάτια της όλα όσα εκείνη νόμιζε ότι στερούνταν. Είχε φυσική γοητεία, ανεμελιά και χάρη, ήταν έξυπνη, ήταν πρόσχαρη, τολμηρή, γοητευτική, και διέπρεπε χωρίς κόπο στα μαθήματα, εκεί που η Σιμόν έπρεπε να μελετήσει πολύ για να διακριθεί,. Τα είχε όλα δηλαδή, ακόμα και χρήματα, ανήκε σε μια μεγάλη, πλούσια οικογένεια με πολλά παιδιά που απολάμβαναν ελευθερίες αδιανόητες για τη Σιμόν και την αδελφή της, την Πουπέτ. Η Σιμόν και η Ζαζά είχαν περάσει τη σχολική ζωή τους μέσα στις χαρές, τις λύπες και τις συγκινήσεις της άμιλλας για τις επιδόσεις στα μαθήματα. Σε όλη τη ζωή της η Σιμόν είχε να αναμετριέται με τέτοιες ακαταμάχητες γυναίκες, ιδίως για τον έρωτα του Σαρτρ, και χρησιμοποιούσε τα ίδια όπλα που είχε στην άμιλλα με τη Ζαζά. Ήταν εργατική, απίστευτα έως ψυχαναγκαστικά οργανωμένη, αφοσιωμένη σε στόχους, γεμάτη επιθυμίες και ανοιχτή σε ιδέες και εμπειρίες.
Ο ερωτικός δεσμός της Μπωβουάρ με τον Σαρτρ σφραγίστηκε με ένα μυστικό συμβόλαιο μη δεσμού, που περιλάμβανε ωστόσο πολύ σοβαρές δεσμεύσεις. Μια από αυτές ήταν η συμφωνία για πλήρη ειλικρίνεια μεταξύ τους. Η Σιμόν είναι για τον Σαρτρ η βασική σχέση, κατά δήλωσή του. Την ονομάζει «αναγκαία σχέση» και διατηρεί το δικαίωμα να έχει κι άλλες σχέσεις που δεν είναι αναγκαίες – για την ακρίβεια το διατηρούν και οι δυο, αλλά ο Σαρτρ έκανε πολύ περισσότερη χρήση. Βεβαίως, και η Μπωβουάρ έζησε παράλληλα έναν ή δύο μεγάλους έρωτες και μερικούς μικρότερους, για τους οποίους τον ενημέρωνε ανελλιπώς, αλλά κυρίως εκείνος ήταν ο μέγας γόης. Τον ενδιέφεραν δε μόνο οι γυναίκες – και δεν είχε προβλήματα σαν εκείνα της Μπωβουάρ, που ενέπνεε έρωτα σε γυναίκες και δυσκολευόταν να ανταποκριθεί.
Η καθημερινότητα της επιλογής αυτής, το 1929, έστω κι αν έγινε στο Παρίσι, μια πόλη με παράδοση ελευθερίας, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας αγώνας που κράτησε ως το θάνατο του Σαρτρ. Αγώνας ισορροπίας των προσωπικοτήτων τους, δικαιοσύνης στη σχέση, κατανόησης και σύμπλευσης. Το ζευγάρι θα γίνει διάσημο σιγά σιγά, το μυστικό του συμβόλαιο θα γίνει πασίγνωστο, ο τρόπος ζωής του θα δημιουργήσει σκάνδαλο που θα το κάνει ακόμα πιο διάσημο, προπαγανδίζοντας την ελευθερία στις ερωτικές σχέσεις. Εννοείται ότι, όπως με όλους τους νεωτεριστές, το ζεύγος Μπωβουάρ-Σαρτρ θα εμπνεύσει τρομερές αντιπάθειες, θα συκοφαντηθεί και θα κατηγορηθεί για τα πάντα και τα αντίθετά τους – καθώς μάλιστα, σαν ζεύγος φιλοσόφων, δεν προτείνει απλά έναν τρόπο ζωής αλλά ένα πρότυπο. Όσες αντιρρήσεις κι αν έχει κανείς, όσο κι αν σκανδαλίζεται, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι η αντοχή του σε όλ’ αυτά και η μακροημέρευση της σχέσης ταρακούνησαν τους παραδοσιακούς θεσμούς όσο χρειαζόταν η εποχή με τις τεράστιες αλλαγές της.
Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο Μπωβουάρ και Σαρτρ ήταν καθηγητές σε Λύκεια. Φρόντιζαν να συναντιούνται κάθε τόσο, απέκτησαν τη συνήθεια να κάνουν μεγάλες διακοπές μαζί. Όχι όμως πάντα μόνοι τους. Υπήρχαν στην παρέα, συχνά, οι παλιές αγαπημένες του Σαρτρ, γυναίκες ξεχωριστές, με τους νέους εραστές τους, κι όταν εξαντλήθηκε το πάνθεον των παλιών εγκαινιάστηκε το πολύ μεγαλύτερο των καινούργιων. Γύρω τους σχηματίστηκαν κύκλοι φίλων, κάποιες εκ των οποίων ήταν ερωμένες του Σαρτρ και σπανιότερα, και διακριτικότερα, κάποιοι εραστές της Μπωβουάρ. Με τα χρόνια, όσες σχέσεις από αυτές αποδειχτούν ανθεκτικές θα δημιουργήσουν μια μικρή, ή μάλλον μια μεγάλη, οικογένεια. Μπορεί κανείς να σκεφτεί, διαβάζοντας την ιστορία αυτής της ζωής, ότι και με ανθρώπους που επιλέγουν οι μεν τους δε και προσπαθούν όλοι μαζί να επινοήσουν νέες σχέσεις, έξω από τα στερεότυπα της φιλίας, του ζευγαριού, της οικογένειας, γεννιούνται τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα ανταγωνισμού, ζήλειας, ευθιξίας, εγωισμών που υπάρχουν και στα στερεότυπα. Πάντως, οι φιλόσοφοι το πάλεψαν.  Η Μπωβουάρ προσπαθούσε να περιγράψει και να αναλύσει τα πάντα, και στον Σαρτρ και στα ημερολόγια και στα βιβλία της, εξημερώνοντας τα πάθη με το λόγο. Ως το τέλος της ζωής της θα γράφει ημερολόγια και επιστολές, αναλύοντας και τακτοποιώντας τα συναισθήματά της, τις σχέσεις με τους ανθρώπους και τις ιδέες της. Δύσκολη δουλειά η απόφαση να ζήσει κανείς με απόλυτη ειλικρίνεια, με ελευθερία στον έρωτα και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Δύσκολη και χειρωνακτική. Ένας λόγος που η Μπωβουάρ την έβγαλε πέρα ήταν, προφανώς, η εργατικότητά της, αυτό το συνεχές γράψιμο.
Η τρίτη ημερομηνία που διάλεξε η βιογράφος είναι πάλι από ένα γράμμα που στέλνει η Μπωβουάρ στον Σαρτρ από την εξοχή. Ήταν δεινή οδοιπόρος, περπατούσε μόνη της ή με παρέα που συχνά εξοντωνόταν να την ακολουθεί, χωρίς ειδικό εξοπλισμό αλλά με αυστηρό πρόγραμμα, και εκεί. Θυμίζει τον οδοιπόρο Ζαν-Ζακ Ρουσώ, που επίσης διέσχισε την Ευρώπη με τα πόδια. Ο Σαρτρ την ακολουθούσε μερικές φορές, όπως όταν είχαν περπατήσει στην Αλσατία την οποία θεωρούσε χώρα των προγόνων του. Η Μπωβουάρ λάτρευε τη φύση από παιδί, την είχε αγαπήσει τα καλοκαίρια που πήγαινε στο κτήμα του παππού της. Μόλις πλησίαζε η άνοιξη έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει για μεγάλες φυσιολατρικές εξορμήσεις.
Ξεκινώντας την καριέρα της ως καθηγήτρια διορίστηκε στη Μασσαλία, την οποία περπάτησε εξαντλητικά τις ελεύθερες ώρες της για να τη γνωρίσει καλά. Όταν εξάντλησε την πόλη, πήρε τα βουνά. Περπατούσε μόνη της, χωρίς ιδιαίτερο ορειβατικό εξοπλισμό αλλά με τέλεια οργανωμένο πρόγραμμα. Η πειθαρχία τής χάριζε ελευθερία. Συνέχισε να πεζοπορεί σε όλη της τη ζωή, όσο την κρατούσαν τα πόδια της.
Στις προπολεμικές  εκείνες διακοπές ταξίδευαν με τον Σαρτρ. Επισκέφθηκαν την Ιταλία, ύστερα την Ισπανία, τέλος το Βερολίνο. Ενοχλήθηκαν από την παρουσία των φασιστών στην Ιταλία και των ναζί στη Γερμανία, αλλά γενικά δεν ήθελαν να ασχολούνται με την πολιτική. Για την Μπωβουάρ, που άρχισαν να τη φωνάζουν όλοι Κάστορα, επειδή υποτίθεται ότι το όνομα Μπωβουάρ θυμίζει την αγγλική λέξη beaver, αλλά κι επειδή «σαν κάστορας χτίζει και διαρκώς δουλεύει μεθοδικά», η πολιτική θα μπορούσε να τους εμποδίσει να είναι παραγωγικοί. Κι εκείνοι είχαν συγγραφικές φιλοδοξίες. Ο Σαρτρ ξεκίνησε να γράφει τη Ναυτία και ο Κάστορας δούλευε ξανά και ξανά τα δικά του μυθιστορήματα. Γοητευτικές γυναίκες από το παρελθόν του Σαρτρ διασταυρώνονται στη ζωή τους, κι εμφανίζεται και μια «καλεσμένη» για το μέλλον: η Όλγα Κοζάκιεβιτς που ήταν δική της μαθήτρια, η οποία θα συνδεθεί με τον Σαρτρ. Και ο Κάστορας θα συνδεθεί με τον Μποστ, έναν μαθητή του Σαρτρ, ο οποίος αργότερα θα παντρευτεί την Όλγα. Γράφει η Υγκέτ Μπουσαρντώ:



Στο διάστημα των ετών 1935-1939, η Μπωβουάρ και ο Σαρτρ εξακολούθησαν να υφαίνουν ένα δίκτυο περιορισμένων αλλά έντονων σχέσεων. Δεν είναι ακόμη τα δημόσια πρόσωπα που θα γίνουν στο μέλλον, αλλά δεν έχουν εγκλωβιστεί στη ζωή του παραδοσιακού ζευγαριού. Αυτά ακριβώς τα χρόνια συγκροτείται η «οικογένεια», όπως θέλουν να την αποκαλούν μεταξύ τους. Όρος ακριβής, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι παίζουν ρόλο «γονέων» στους κατά δέκα και δεκαπέντε χρόνια νεώτερούς τους, ότι, σαν γονείς, μεριμνούν σε μεγάλο βαθμό για τις υλικές ανάγκες των «παιδιών» που έχουν οι ίδιοι επιλέξει· όρος ανακριβής φυσικά αν λάβουμε υπ’ όψη ότι κανένας δεσμός, κανένα αίσθημα δεν θεωρείται ταμπού για τα μέλη της ομάδας, πλην της αποκλειστικότητας.

Μετά τη Μασσαλία η Μπωβουάρ πήγε στη Ρουέν, ενώ ο Σαρτρ εργαζόταν στη Χάβρη. Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχαν επιστρέψει και οι δυο στο Παρίσι.



Drôle de guerre
Η Γαλλία βίωσε παράξενα την είσοδό της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο φόρος αίματος στον Α’ Παγκόσμιο ήταν πολύ μεγάλος και στη συνείδηση του πληθυσμού δεν είχε δικαιωθεί. Η απόφαση για ειρηνική ζωή, για την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών ήταν σχετικά πρόσφατη. Το θυμίζω, εκφέροντας την αντίρρησή μου για τον όρο «αστείος πόλεμος» που έχει επιλέξει η μετάφραση του βιβλίου. Η γαλλική έκφραση drôle de guerre θα μεταφραζόταν, νομίζω, πιο λογικά, σε κάτι σαν «δήθεν πόλεμος», επειδή οι Γάλλοι κατά κάποιον τρόπο άργησαν να συνειδητοποιήσουν σε τι πόλεμο είχαν μπλέξει – ή, έστω, «παράξενος πόλεμος», επειδή τον βίωσαν όντως έτσι.
Η εμπειρία του πολέμου και της αιχμαλωσίας σημάδεψαν τον Σαρτρ και τον άλλαξαν. Η προσωπική πορεία δεν είναι πια το παν γι’ αυτόν, θέλει να συμμετέχει στην πολιτική, στο συλλογικό γίγνεσθαι. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι άρχισε, μαζί με την Μπωβουάρ, μερικές προσπάθειες να συγκροτήσουν ένα αντιστασιακό δίκτυο διανοουμένων.  Η ημερομηνία της επιστροφής του είναι ο τέταρτος σταθμός της βιογραφίας. 1941.  Οι δυο τους με ανύπαρκτα μέσα, με ποδήλατα κυρίως, ταξίδεψαν σε πολλές πόλεις, συνάντησαν πολλούς ανθρώπους, προσπάθησαν να στήσουν μια οργάνωση, δεν κατάφεραν όμως και σπουδαία πράγματα. Δεν μπόρεσαν να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους της δράσης. Στο εξής, όμως, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν την πολιτική. Η ανάγκη της στράτευσης, με όλες τις έννοιες, άλλαξε τους χαρακτήρες τους, τη δουλειά και τη ζωή τους.
Ο επόμενος σταθμός της αφήγησης, τον Ιανουάριο του 1945, είναι η συνάντηση της Σιμόν με τον υπουργό που είναι αρμόδιος να αποδεσμεύσει μια ποσότητα από τα αποθέματα χαρτιού για να μπορέσουν να εκδώσουν το πολιτικό περιοδικό τους Μοντέρνοι καιροί (Les temps modernes). Τον τίτλο τον εμπνεύστηκαν από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, και είναι ό,τι πρέπει. Τι άλλο είναι η ομάδα του περιοδικού παρά απόστολοι και ερευνητές, πιστοί και εξερευνητές των μοντέρνων καιρών; Καιροί της απελευθέρωσης όχι μόνο της Ευρώπης από το ναζισμό αλλά και των ατόμων από τα δεσμά της συμβατικότητας, των προκαταλήψεων, της άγνοιας και της ευπιστίας. Η σύνταξη του περιοδικού τούς απασχολεί πολύ, δέχονται πολιτικές επιθέσεις εκ δεξιών αλλά και εξ αριστερών. Οι ευθύνες όμως δεν τους εμποδίζουν να κάνουν και οι δυο παράλληλα ταξίδια στην Αμερική, να πιουν νερό στην πηγή των μοντέρνων καιρών. Η Μπωβουάρ συναντά και ερωτεύεται εκεί τον συγγραφέα Νέλσον Άλγκρεν, ζει μαζί του μια συγκλονιστική σχέση. Αλλά ο Άλγκρεν δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να δεχτεί τις απόψεις του Κάστορα για τον έρωτα.
Στο ίδιο αυτό μεγάλο ταξίδι αρχίζει να κρατά σημειώσεις παρατηρώντας τις γυναίκες, οι οποίες θα οδηγήσουν αργότερα στη συγγραφή του Δεύτερου φύλου. Για τον εργατικό και μεθοδικό Κάστορα, το Δεύτερο φύλο αντιπροσώπευε εργασία μόνο δυο χρόνων. Συγκέντρωσε στοιχεία ξεκινώντας από την εντύπωση που της έκαναν οι Αμερικανίδες. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν το εμβληματικό έργο της. Ήταν η στιγμή που ο δυτικός κόσμος περίμενε ένα τέτοιο βιβλίο να αμφισβητήσει τον παραδοσιακό ρόλο των γυναικών.  Την πρώτη εβδομάδα πούλησε 220.000 αντίτυπα. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς το βιβλίο στο οποίο είχε επενδύσει τις φιλοδοξίες της η συγγραφέας, αλλά μάλλον ένα δοκίμιο παράπλευρο στην κυρίως συγγραφική δραστηριότητά της, το οποίο οφείλεται στην εργατικότητά της. Αμέσως ξεκινά μια πολεμική που θα κρατήσει πολύ καιρό, που κατά κάποιον τρόπο συνεχίζεται ώς τις μέρες μας. Δεν είναι απλό πράγμα το 1949 να καταγγέλλεις το γάμο, να υπερασπίζεσαι την έκτρωση, να αναδεικνύεις κάθε θεσμό που θεωρεί αυτονόητη την κατωτερότητα των γυναικών. Όλα αυτά που μας φαίνονται σήμερα από αυτονόητα μέχρι ξεπερασμένα, τότε ξεσήκωσαν θυελλώδεις πολεμικές και, ταυτόχρονα, ενθουσιασμό και επαναστατικότητα. Το βιβλίο άνοιξε δρόμους στους οποίους ακόμα βαδίζουμε.
Από κει και πέρα πια, θέλοντας και μη, η Μπωβουάρ θα γίνει η άτυπη ηγέτιδα του φεμινιστικού κινήματος, ενός κινήματος που ξεκίνησε όταν οι πρώτες αναγνώστριες του Δεύτερου φύλου ωρίμασαν, τη δεκαετία του 1970.
Εκείνη βέβαια συνέχιζε να γράφει, να ταξιδεύει και να ερωτεύεται. Πήρε το βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα Οι Μανδαρίνοι, όπου εύκολα ανιχνεύει κανείς στις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων τη σχέση της με τον Άλγκρεν. Από το 1958 ετοιμάζει ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο, τις Αναμνήσεις καθωσπρέπει κόρης, ένα από τα πιο πετυχημένα και αγαπητά βιβλία της, όπου περιγράφει το γεμάτο προκαταλήψεις και μειωτικές για τις γυναίκες αντιλήψεις και συνήθειες αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε.
Για να μπορεί να ζει απελευθερωμένη από τις φροντίδες του σπιτιού έζησε πολλά χρόνια της ζωής της σε ξενοδοχείο. Τα μέλη της «οικογένειας» έμεναν για ένα διάστημα σε ανεξάρτητα δωμάτια γύρω της. Ευφυής και πρωτότυπος διακανονισμός που εξασφάλιζε ταυτόχρονα συνάφεια και ανεξαρτησία. Μόνο για το χατίρι του Άλγκρεν η Σιμόν βρήκε ένα σπίτι, αλλά θα έπρεπε επιπλέον να θυσιάσει και τη σχέση της με τον Σαρτρ – κι αυτό της ήταν αδύνατον.
Ένας από τους ανθρώπους που επηρέασε ο φεμινισμός της Μπωβουάρ πρέπει να ήταν η ίδια η μητέρα της, η οποία, ως χήρα, καθόλου δεν υπέκυψε στην απραξία ή την κατάθλιψη, αλλά έζησε όσο μποέμικα της επέτρεπε η ηλικία της, αλλάζοντας σπίτι και συνήθειες. Η Σιμόν βρέθηκε πολύ κοντά στη μητέρα της στο τέλος της ζωής της – και στο βιβλίο Ένας γλυκός θάνατος, το οποίο ο Σαρτρ θεωρούσε το καλύτερό της, περιγράφει την ανήμπορη αγανάκτηση του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, αυτό το συμβιβασμό που δεν μπορεί να κάνει. Στο πένθος της συμπαραστάθηκε η καινούργια της φίλη Συλβί λε Μπον, την οποία αργότερα θα υιοθετήσει και θα ορίσει κληρονόμο της. Ο Σαρτρ έχει κι αυτός υιοθετήσει τη νεαρή Αρλέτ, με την οποία η Μπωβουάρ δεν θα τα πάει ποτέ καλά.

Γιατί η Μπωβουάρ ήταν σημαντική
Η δεκαετία του 1970 τη βρίσκει ξανά να στρατεύεται, στο γυναικείο κίνημα αυτή τη φορά, και στις παρέες των γυναικών που μαζεύονται συχνά σπίτι της για να συντάξουν μανιφέστα ή περιοδικά, να οργανώσουν πορείες και παρεμβάσεις – όπως η δήλωση των 343 διάσημων γυναικών ότι έχουν κάνει έκτρωση. Ξαναβρίσκει έτσι τη συντροφικότητα που παρηγόρησε τα νεανικά της χρόνια σε δύσκολες καταστάσεις. Το κίνημα κερδίζει την απελευθέρωση των εκτρώσεων κι ένα σωρό άλλους νόμους που καταργούν τη θεσπισμένη ανισότητα των γυναικών. Ακαταμάχητο, απλώνεται σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική. Μένει να νικηθούν η αδικία και η προκατάληψη στη δουλειά και σε ένα σωρό άλλους τομείς, μένει να κατακτηθεί η ισότητα στην καθημερινότητα… Πράγμα που ακόμα μένει, μαζί με πολλά άλλα τα οποία ανέκυψαν στο μεταξύ σε βάρος των γυναικών, ανισότητες που αγνοούνταν εκείνες τις δεκαετίες, σε άλλες πλευρές του κόσμου…
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Σαρτρ, η Σιμόν του παίρνει μια σειρά συνεντεύξεις προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει ακόμα μια φορά τις ιδέες του, ιδέες που κι εκείνη επεξεργάστηκε μαζί του. Ο Σαρτρ πεθαίνει το 1980, η Μπωβουάρ το 1986. Η κηδεία της μαζεύει περισσότερο κόσμο κι από του Σαρτρ, ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. «Γυναίκες της χρωστάτε τα πάντα!», λένε πως φώναξε η Ελιζαμπέτ Μπατιντέρ, την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο στον τάφο.
Της χρωστάμε τα πάντα; Ήταν η στιγμή πολύ φορτισμένη και ώθησε την τόσο σοβαρή αυτή φεμινίστρια που είχε αγωνιστεί μαζί της για την αλλαγή των νόμων να ξεσπάσει έτσι; Της χρωστάμε πάντως αυτή την αναστάτωση που τόσο μεθοδικά προετοίμασε με το Δεύτερο φύλο και με την ίδια τη ζωή της. Της χρωστάμε την τόλμη και την επιμονή, την αντοχή στις επιθέσεις που στιγμή δεν έλειψαν από τους κάθε είδους συντηρητικούς, την επιβίωση τέλος των ιδεών, και των συνηθειών της (που ήταν κατά κάποιον τρόπο έμπρακτη εφαρμογή των ιδεών της), από όλες τις προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν πολιτικά από αυταρχικά καθεστώτα. Η Μπωβουάρ μπορεί να πήγε στην Κούβα, αλλά λίγο μετά δήλωσε την πίκρα της από τον Κάστρο. Μπορεί να υπερασπίστηκε κινεζόφιλους στο Παρίσι αλλά ήταν επειδή την εποχή του Ψυχρού Πολέμου οι δυτικοί κομμουνιστές υφίσταντο διάφορες διώξεις και αδικίες. Μπορεί να ήταν συχνά ακραία στα γραπτά της, ακόμα και η περίφημη ρήση: «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι!» είναι μια παραδοξολογία καθεαυτή, αλλά βοήθησε να ταρακουνήσει τη σκέψη. Τι θα μπορούσε τώρα να φέρει τόσες αλλαγές εκεί όπου χρειάζονται, στα μέρη όπου οι γυναίκες είναι ακόμα θύματα στερεοτύπων πολύ πιο βίαιων και ισχυρών από εκείνα που καταπίεζαν τότε τις Δυτικές; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση, όπως δεν υπάρχει απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσον η απελευθέρωση των γυναικών στη Δύση ώθησε το αντρικό κατεστημένο στην Ανατολή σε ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση, από φόβο μήπως χάσει τα προνόμιά του. Είναι πολύ σύνθετα αυτά τα ιδεολογικά προβλήματα και δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τι επιδρά σε τι. Κατά κάποιον τρόπο, η εποχή της Μπωβουάρ είχε το προνόμιο μιας κάποιας απλότητας. Εκείνη, πάντως, δεν βίωσε τίποτε απλά και προβληματιζόταν για το κάθε τι ώς την τελευταία στιγμή που η σκέψη της εργαζόταν.
Η βιογραφία της Μπουσαρντώ μας χαρίζει την ιστορία μιας πολύπλευρης και πλούσιας ζωής, πέρα από αυτά τα ιδεολογικά ερωτήματα. Την ιστορία μιας γυναίκας που, πάνω απ’ όλα, διψούσε για ζωή, είχε μεγάλες φιλοδοξίες, πολέμησε τις προκαταλήψεις μέσα της, εργάστηκε ακούραστα, ήταν εξαιρετικά οργανωμένη, δεν έπαψε ποτέ να αναζητά την επαφή με τη φύση, ήταν ανοιχτή σε όλους τους ορίζοντες.
Έχοντας ξεκινήσει το διάβασμα του βιβλίου, με τις επιφυλάξεις που απέκτησα για τους δογματισμούς της Μπωβουάρ, ομολογώ ότι με βοήθησε τελικά να συμφιλιωθώ με την προσωπικότητα της γυναίκας η οποία, στο κάτω- κάτω, μου έσωσε τη ζωή στα δεκατέσσερα, με κείνο το βιβλίο της, το Δεύτερο φύλο. Ο τρόπος που εργαζόταν και διεκδικούσε στη ζωή της, ο τρόπος που την απολάμβανε, η επιμονή στις αρχές της με όλες τις συναισθηματικές επιπλοκές που επέφερε, η πάλη της για ειλικρίνεια και διαφάνεια, είναι πράγματα που ακόμα μπορούν να εμπνεύσουν.

Δημοσιεύτηκε στο  Book's journalνούμερο 17 Μάρτιος 2012

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2012

Money - Pink Floyd και Igor Presnyakov


..............................................................................





MONEY - Lyrics
Money
Get away
You get a good job with good pay and you're okay
Money
It's a gas
Grab that cash with both hands and make a stash
New car, caviar, four star daydream
Think I'll buy me a football team

Money
Well, get back
I'm all right Jack
Keep your hands off of my stack
Money
It's a hit
Don't give me that do goody good bullshit
I'm in the high-fidelity first class travelling set
I think I need a Lear jet

Money
It's a crime
Share it fairly
But don't take a slice of my pie
Money
So they say
Is the root of all evil today
[ From: http://www.elyrics.net/read/p/pink-floyd-lyrics/money-lyrics.html ]
But if you ask for a raise
It's no surprise that they're giving none away

"HuHuh! I was in the right!"
"Yes, absolutely in the right!"
"I certainly was in the right!"
"You was definitely in the right. That geezer was cruising for a bruising!"
"Yeah!"
"Why does anyone do anything?"
"I don't know, I was really drunk at the time!"
"I was just telling him, he couldn't get into number 2. He was asking why he wasn't coming up on freely, after I was yelling and screaming and telling him why he wasn't coming up on freely. It came as a heavy blow, but we sorted the matter out"



"Του ψαρά το παιδί" - Ένα μικρασιάτικο παραμύθι

........................................................
 
•    Του ψαρά το παιδί
               
       Ένα μικρασιάτικο παραμύθι

   ΜΙΑ ΦΟΡΑ ήταν ένας ψαράς, κι αυτός γίνηκε πενήντα χρονώ και παιδιά δεν έκανε. Πήγαινε όλη μέρα και ψάρευε κι αφανιζότανε.
   -Αχ! έλεγε, ας είχα κ’ εγώ ένα παιδάκι να με ξεκουράζει κομμάτι!
   Μια μέρα πια απ’ τον κόπο ζαλίστηκε, κει που ψάρευε, κ’ έπεσε κάτω.
   -Αχ! Θε μου, είπε, ας είχα κι εγώ ένα παιδάκι!
   Βγήκε τότε μια γοργόνα απ’ τη θάλασσα και του λέει:
   - Τι έχεις και βογγάς;
   - Τι να ‘χω της λέει· έχω τόσα χρόνια κ’ εγώ και δε μπορώ να κάνω ένα παιδάκι, για να με ξεκουράζει που όλη μέρα αφανίζομαι.
   - Σα σου δώσω εγώ ένα παιδάκι, όποτε γίνει δώδεκα χρονώ, θα μου το φέρεις;
   - Καλά, της λέει εκείνος απ’ τη λαχτάρα του, γιατί λογάριαζεν εκείνος, όσο που να γίνει δώδεκα χρονώ, θα το ξεχάσει.
   - Πάρε, του λέει η γοργόνα, αυτό το μήλο και φα το, και του χρόνου η γυναίκα σου θα γεννήσει ένα αγοράκι.
   Το πήρε εκείνος με κείνη τη λαχτάρα και το φαγε.
   Του χρόνου η γυναίκα του γέννησε ένα αγοράκι, όπως του είπε η γοργόνα. Όσο μεγάλωνε το παιδί, τόσο ομορφότερο γινότανε. Μα ο πατέρας του απ’ τη χαρά του ξέχασε, που του είπε η γοργόνα να του το πάει.
   Μια μέρα εκεί που το είχε απάνω στην πρύμνη του καϊκιού του, σαλτέρνει η γοργόνα και τ’ αρπάζει και το πάει ίσια στη φωλιά της. Το ‘χασε ο καημένος το παιδάκι του κι απόμεινε έρμος.
   Η γοργόνα το είχε το παιδί της ως τα δεκαεφτά τα χρόνια. Άμα το ‘κανε δεκαεφτά χρονώ, το βγαλε στου γιαλού τα χείλια, του δίνει κι ένα λέπι:
-    Άιντε, του λέει, τώρα πήγαινε όπου θέλεις.
   Σηκώνεται αυτός, ίσια στο σπίτι τους.
   Άμα το είδε η μάνα του κι ο πατέρας του ξιπαστήκανε.
   Μια μέρα αυτός στενοχωρέθηκε.
-    Ας πάω, λέει, να γυρίσω κομμάτι τα περιβόλια.
   Πάει, πάει, ήρθε σε μια ρεματιά. Βλέπει εκεί ένα ψοφίμι και το χουν τριγυρισμένο ένα γουρούνι, ένας αετός και μερμηγκάδες άπειροι με τα φτερά και κάθουνται και μαλώνουν. Άμα τον είδαν αυτόν:
   - Καλά που ήρθες, παλικάρι μου, του λένε, σ’ αυτήν την ώρα να μας μοιράσεις αυτό το ψοφίμι, γιατί εμείς θα σκοτωθούμε αναμεταξύ μας.
   - Πού ξέρω εγώ, τους λέει να σας το μοιράσω;
   - Μοίρασέ μας το, κι όπως μας το μοιράσεις στρεχτοί θα είμαστε.
   Πιάνει και κείνος τότε, βάζει τα κόκκαλα του γουρουνιού, δίνει και τα κρέατα του αετού, αφήνει και την κοιλιά και τ’ άντερα μαζί όλα του μέρμηγκα.
-    Ε, τώρα, του λένε, εσένα γι’ αυτό το καλό που μας έκανες, τι να σου δώσωμε;
   Πιάνει το γουρούνι και του δίνει μια τρίχα, του δίνει κι ο αετός ένα πούπουλο.
-    Πάρε κι από μένα, του λέει ο μέρμηγκας, αυτό το φτεράκι.
-    Τι να το κάνω, του λέει· από σένα τι καλό θα ιδώ;
-    Παρ’ το, του λέει, και μπορεί καμιά φορά να σου κάνω κανένα καλό. Να, εμένα που δε με λογαριάζεις, εγώ θα σου δώσω γυναίκα.
   Το πήρε το παλικάρι και το φτερό του μέρμηγκα.
-    Όποτε, του λέει θα μας χρειαστείς, να τα κάψεις κομμάτι  αυτά κι εμείς θα φτάσωμε.
-    Καλά, τους λέει εκείνος.
   Τα παίρνει, τα έκρυψε μεσ’ στον κόρφο του και πάει στο χωριό.
   Ο πατέρας του τού λέει τότε:
-    Εγώ, παιδί μου, γέρασα πια και θέλουμε άνθρωπο να μας κοιτάζει· παντρέψου γιατί μεγάλωσες.
   Εκείνον κανένα κορίτσι δεν του άρεζε.
   Σε καμπόσο καιρό διαλαλητής εφώναζε:
-    ‘Οποιος θέλει να πάρει του βασιλιά την κόρη, να πάει να του πει τρία ζητήματα, κι άμα τα βρει, θα την πάρει· σα δεν τα βρει, θα πάρει το κεφάλι του.
   Χιλιάδες κόσμος πήγαν και κανένας δεν μπόρεσε να τα βρει τα ζητήματα και να πάρει την κόρη.
   Άμα τ’ άκουσε το παιδί του ψαρά, «Εγώ, λέει, θα πάω».
   Κλαίει ο πατέρας του κι η μάνα του.
-    Μαθές, παιδάκι μου, ακόμα δε σε είδαμε, να σε χάσομε;
-    Θα πάω, λέει, δε γίνεται. Φέρε την ευχή σου, πατέρα, και θα πάω.
   Παίρνει την ευχή του πατέρα του και της μάνας του, πήρε το δρόμο να πάει.
   Σε κάμποσες μέρες ήρθε στη βασιλοπούλα. Απ’ την ομορφιά δε μπορούσες να την κοιτάξεις. Βαστούσε έναν καθρέφτη κι έλεγε:
-    Κρύψου όπου θέλεις, εγώ θα το βρω πού ήσουνα κρυμμένος. Αύριο ως η ώρα εννιά σαν το βρω, καλά· ειδεμή να πάρεις γυναίκα.
-    Καλά, της λέει κ’ εκείνος, στρέγω.
   Κάνανε χαρτιά.
   Πάει εκείνος τότε στη θάλασσα, καίει κομμάτι το λέπι, να κι η γοργόνα κ’ έρχεται.
-    Τι θέλεις; Του λέει.
-    Θέλω, της λέει, να με κρύψεις να μη φαίνουμαι καθόλου ως η ώρα εννιά.
   Τον αρπάζει εκείνη τότε, ίσια μεσ’ τη φωλιά της τον πάει και τον κρύβει· βάνει μπροστά του σα βουνό τ’ άλλα τα ψάρια, δε φαινότανε πια καθόλου.
   Το πρωί σηκώθηκε η βασιλοπούλα, νίφτηκε, πήρε τον καθρέφτη υστερνά και κοίταζε. Κοιτάζει στα βουνά, δεν τον βρίσκει, κοιτάζει παντού στη γης απάνω, δε μπορεί να τον εύρει, κοιτάζει τ’ άστρα, τίποτα δε φαίνεται. Κοιτάζει στη θάλασσα, μόλις βλέπει στη μέση του πελάγου ψάρια πολλά μαζωμένα.
-    Εκεί θα είναι αυτός κρυμμένος, λέει αυτή με το νου της. Το
μάτι της το ‘χει εκεί πέρα. Ζαλίστηκε πια να κοιτάζει. Όσο που να νυχτώσει, λέει, δε θα φύγω από δω.
   Το βράδυ κοντά φεύγανε πια τα ψάρια να πάνε στη φωλιά τους. Το μάτι της αυτή δεν το παίρνει από κει· τον βλέπει και κάθεται ξαπλωμένος στη φωλιά της γοργόνας.
-    Ε, σ’ έπιασα, λέει· κόντευε να μου φύγεις.
   Πήγε πια αυτή κοιμήθηκε με την ησυχία της.
   Το πρωί πάει αυτός στη βασιλοπούλα.
-    Ε, του λέει, πού ήσουν κρυμμένος;
-    Εύρε το εσύ, της λέει, εγώ δεν το ξέρω.
-    Ήσουν, του λέει, μεσ’ στη θάλασσα και σε είχε μια γοργόνα στη φωλιά της.
   Σάστισε εκείνος πώς το ηύρε.
-    Καλά, της λέει, θα κρυφτώ και αύριο, και σα μπορέσεις, εύρε με.
   Την άλλη μέρα αυτός καίει το πούπουλο του αετού. Έρχεται ο αετός.
-    Τι θέλεις; Του λέει.
-    Θέλω, του λέει, να με κρύψετε να μη φαίνομαι καθόλου.
   Μαζώνονται οι αετοί, τον αρπάζουν, μια και στην Αφρική τον φέρανε· τον κρύψανε πάνω σ’ ένα βουνό, μαζώνονται κι όλοι μπροστά του και γενήκανε σαν κάστρο.
   Το πρωί σηκώθηκε η βασιλοπούλα, νίφτηκε, κ’ ύστερα πήρε τον καθρέφτη και κοιτάζει.
-    Ε, να ιδούμε, λέει· εχτές πολύ με κούρασες, σήμερα να ιδούμε τι θα κάνουμε.
   Κοιτάζει μπροστά μεσ’ τη θάλασσα, κοιτάζει από δω, κοιτάζει από κει, τίποτα σημάδι δε βλέπει. Κοιτάζει στον ουρανό τίποτα· κοιτάζει στα βουνά, βλέπει μακριά πολλοί μαζωμένοι αετοί και κάθουνται..
-    Εκεί, λέει με το νου της, θα ‘ναι αυτός. Το μάτι της δεν το παίρνει καθόλου από κει.
   Απάνω πια που σουρούπωνε, αρχίσανε οι αετοί να φεύγουν ένας-ένας. Βλέπει κομμάτι το φέσι του και κοκκίνιζε.
-    Α, τώρα, του λέει, δε θα μου ξεφύγεις πια, θα σε κάνω κομμάτια-κομμάτια, γιατί πολύ με κούρασες εσύ.
   Πήγε ύστερα και κοιμήθηκε.
   Το πρωί πήγε αυτός στη βασιλοπούλα.
-    Πού ήσουν, του λέει, κρυμμένος; Πολύ με κούρασες· μα ξέρεις τι θα σε κάνω εσένα;
-    Εύρε το, της λέει, πού ήμουν.
-    Ήσουν, του λέει, στην Αφρική και σε είχανε οι αετοί στη φωλιά τους.
-    Καλά, της λέει· θα κρυφτώ ακόμα μια φορά, κι άμα μ’ εύρεις, πάρε το κεφάλι μου.
-    Καλά, του λέει, κρύψου· μα αύριο θα σε κάνω λιανά-λιανά κομμάτια…
    Όσο και του το είπε όμως, με τα χείλια του το είπε· άρχισε να τον αγαπάει.
-    Τι άνθρωπος είναι, λέει, αυτός, που πηγαίνει με τα ψάρια και με τα πουλιά!
   Την άλλη μέρα αυτός καίει κομμάτι την τρίχα του γουρουνιού, έρχεται το γουρούνι:
-    Τι θέλεις; του λέει.
-    Θέλω, του λέει, να με κρύψετε να μη φαίνουμαι καθόλου.
   Μαζώνει τα γουρούνια όλα, σκάφτουν για ώρας ένα λάκκο, τον εβάλανε μέσα, κάθουνται και τα γουρούνια αποπάνω, τον εκάνανε και δε φαινότανε καθόλου.
   Το πρωί σηκώθηκε η βασιλοπούλα, παίρνει τον καθρέφτη και κάθεται και κοιτάζει. Κοιτάζει στα βουνά, δε φαίνεται· κοιτάζει στ’ άστρα, τίποτα· μεσ’ στη θάλασσα, δε μπορεί να τον ιδεί.
-    Τώρα πού θα τον εύρω; λέει.
   Απάνω πια πού θενά παρατήσει, βλέπει σε μια μεριά γουρούνια απανιτάρι. Κοιτάζει καλύτερα, βλέπει τα γουρούνια κι ανοίγουν, γιατί βράδιασε και θενά πάνε στη φωλιά τους πια. Φυλάγει κομμάτι, βλέπει και κοκκινίζει το φέσι του.
-    Α, σ’ έπιασα, λέει· εδώ ήσουν και δε σ’ έβανε ο νους μου.
   Πήγε ύστερα, έπεσε κοιμήθηκε.
   Το πρωί το παλικάρι με τη χαρά ήρθε στη βασιλοπούλα, γιατί δεν το πίστευε πια να το ξέρει.
-    Πού ήσουν; του λέει.
-    Εύρε το εσύ, της λέει.
-    Ήσουν, του λέει, μέσα σ’ ένα λάκκο και τα γουρούνια σε είχανε σκεπασμένο.
-    Καλά, της λέει, ακόμα μια φορά να κρυφτώ, και σαν μ’ εύρεις, παρ’ το το κεφάλι μου χαλάλι σου.
-    Καλά, του λέει.
   Πάει αυτός, καίει το φτεράκι του μέρμηγκα, να ο μέρμηγκας κι έρχεται.
-    Τι θέλεις; του λέει.
-    Θέλω, του λέει, να με κρύψεις.
-    Βάλε αυτό το φτερό μεσ’ στο στόμα σου, κοίταξε να μην το καταπιείς. Άμα το βάλεις στο στόμα σου, θα γένεις και σύ μέρμηγκας. Σκαρφάλωσε τότε στον τοίχο κι άιντε κρύψου πίσω της.
   Βάζει αυτός το φτερό στο στόμα του, γίνεται μέρμηγκας. Σκαρφαλώνει τότε στον τοίχο, πάει από πίσω της.
   Παίρνει κείνη τότε τον καθρέφτη και κάθεται και κοιτάζει. Κοιτάζει από δω, κοιτάζει από κει, δε φαίνεται. Κοιτάζει στη θάλασσα, τίποτα σημάδι σε βλέπει· κοιτάζει στ’ άστρα τίποτα, στα βουνά, τίποτα. Από το πρωί ως το βράδυ τώρα κάθεται και δε σαλεύει. Ήρθε για να τρελαθεί. 
-    Τώρα πού να ‘ναι αυτός κρυμμένος, έλεγε.
   Ως την ώρα που θενά βουτήξει ο ήλιος, κοίταζε αυτή στον καθρέφτη. Από τα πολλά πια απ’ το θυμό της αρπάζει τον καθρέφτη και τον κάνει κομμάτια.
-    Πού είσαι, του λέει, να σε πάρω άντρα;
   Βγάνει αυτός το φτερό απ’ το στόμα του, γίνεται παλικάρι, την αγκαλιάζει:
-    Να ‘μαι, της λέει.
   Την πήρε γυναίκα κ’ έτσι γλύτωσε κόσμο, που σκοτωνότανε.





Από τα "Ελληνικά Παραμύθια" - εκλογή Γ.Α. Μέγα, εκδόσεις Ι.Δ.Κολλάρος & Σία, σειρά πρώτη, 14η έκδοση 2002