Δευτέρα, 31 Οκτωβρίου 2011

Σαν σήμερα έφυγε ο «μάγος» Federico Fellini (31 Οκτ 2011 | Καλλιόπη Αλαχούζου tvxs.gr)

................................................................

Σαν σήμερα έφυγε ο «μάγος» Federico Fellini

tvxs.gr/node/29863
 
 
Σαν σήμερα, το 1993, άφησε την τελευταία του πνοή ο Federico Fellini, ένας από τους σπουδαιότερους Ιταλούς σκηνοθέτες κινηματογράφου, αφήνοντας πίσω του έργα όπως τα Amarcord (1976), Σατυρικόν (1971), La Dolce Vita (1962) και 8½ (1964). Κατά τη διάρκεια της ζωής του έλαβε, μεταξύ άλλων, τέσσερις φορές το Όσκαρ Καλύτερης Ξένης Ταινίας ενώ λίγο πριν τον θάνατό του, το 1993, η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε το Τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο του έργου του.
Ο Federico Fellini ξεκίνησε καριέρα σκιτσογράφου προτού ακόμα τελειώσει το λύκειο, και έδειχνε μεγάλη αγάπη για την ανάγνωση κυρίως για τα κόμικς. Λάτρευε το τσίρκο, το κόσμο του οποίου γνώρισε από πιτσιρίκος από το Grand Guignol, το τσίρκο με τον Pierino τον Κλόουν , αλλά και μέσα από τον κινηματογράφο. Μια από τις αγαπημένες του ταινίες άλλωστε ήταν «Το Τσίρκο» του Charlie Chaplin. Σε ηλικία έξι ετών είδε την πρώτη του ταινία, «Maciste all’Inferno» του Guido Brignone, η οποία ήταν βασισμένη στην «Κόλαση» του Dante Alighieri και στην οποία θα κάνει αναφορές ολόκληρη τη ζωή του.
Σε ηλικία 19 ετών μετακόμισε στη Ρώμη όπου, μεταξύ άλλων, έγραφε σκετς για καλλιτέχνες του music hall. Εγγράφηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Ρώμης, για να ικανοποιήσει τους γονείς του, όμως σύμφωνα με τον βιογράφο του Hollis Alpert «δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι παρακολούθησε ποτέ κάποιο μάθημα». Σύντομα έγινε μέλος της συντακτικής ομάδας του ισχυρού δεκαπενθήμερου χιουμοριστικού περιοδικού Marc’Aurelio, σημειώνοντας επιτυχία με την στήλη του «Θα ακούσετε αυτό που έχω να πω;». Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι και το 1942, ενώ ήρθε σε επαφή με συγγραφείς, μαφιόζους, σεναριογράφους κ.α., γνωριμίες που στο μέλλον θα συνεισφέραν στην καριέρα του στον κινηματογράφο.
Την εποχή που ο Μουσολίνι κήρυσσε τον πόλεμο κατά της Γαλλίας και της Αγγλίας, ο 20χρονος Federico ανακάλυπτε τα έργα του Φράντς Κάφκα, του Νικολάι Γκογκόλ, του John Steinbeck και του William Faulkner, παράλληλα με τις γαλλικές ταινίες των Marcel Carné, René Clair και Julien Duvivier. Το 1941 δημοσιεύει το 74 σελίδων βιβλιαράκι με τις Περιπέτειες του Pasqualino. Τον Νοέμβριο του 1942 ο Fellini εστάλη στην κατεχόμενη από τη φασιστική Ιταλία Λιβύη, για να εργαστεί πάνω στο σενάριο του I cavalieri del deserto, το οποίο σκηνοθετούσαν οι Osvaldo Valenti και Gino Talamo, κάτι που ο Fellini δέχτηκε πρόθυμα. Όταν η Τρίπολη βρέθηκε υπό πολιορκία, ξέφυγε με τους συνεργάτες του επιβιβαζόμενος σε γερμανικό στρατιωτικό αεροσκάφος με προορισμό τη Σικελία. Μετά την επιστροφή του, ξέρει πια ότι δεν θέλει πλέον να είναι απλά σεναριογράφος, αλλά ένας κινηματογραφιστής.
Το 1942, επίσης, γνωρίζεται με την ηθοποιό και ιδιαίτερα γνωστή στην μουσική κωμωδία Giulietta Masina, με την οποία παντρεύεται το 1943. Έζησαν μαζί για τα επόμενα 50 χρόνια, μέχρι το θάνατο του. Λίγους μήνες μετά το γάμο, η Giulietta έπεσε από μια σκάλα και ως αποτέλεσμα έχασε το έμβρυο που κυοφορούσε. Το 1944 γέννησε ένα γιο, τον Pierfederico, αλλά το βρέφος πέθανε μετά από τρεις μήνες από εγκεφαλίτιδα, μια τραγωδία που άφησε βαθιά σημάδια στο ζευγάρι. Η Masina χαρακτηρίστηκε «θηλυκός Σαρλό» μέσα από την Τζελσομίνα της στη «La Strada», την «Le notti di Cabiria» και αργότερα την «Giulietta degli spiriti».
Με τη λήξη του πολέμου ανοίγει με τον Enrico De Seta το μαγαζί «The Funny Face Shop» όπου πωλούσαν καρικατούρες αμερικανών στρατιωτών, για να επιβιώσουν στην μεταπολεμική περίοδο. O Fellini υπέγραφε τις καρικατούρες με το ψευδώνυμο Fellas. Ο γνωστός ήδη σκηνοθέτης Roberto Rossellini συνάντησε τον Fellini εκεί και του πρότεινε να συνεισφέρει στο σενάριο της ταινίας που ετοίμαζε. Το 1947, ο Fellini και ο Sergio Amidei έλαβαν την πρώτη τους υποψηφιότητα για το σενάριο του «Rome, Open City» του Roberto Rossellini. Το 1948 γνωρίστηκε με τον νεαρό ηθοποιό του θεάτρου, Marcello Mastroianni, ο οποιος έπαιζε εκείνη την εποχή μαζί με την σύζυγο του Fellini, Giulietta Masina. Συνεργάζεται με τον Rossellini και τον Alberto Lattuada. Το 1950 συνσκηνοθετεί με τον Lattuada την ταινία Luci del varietà, ενώ το 1952 βγαίνει η πρώτη ολοδική του σε σκηνοθεσία ταινία «Lo sceicco bianco».
Ακολούθησαν οι ταινίες: I vitelloni (1953), La strada (1954), Il bidone (1955), Le notti di Cabiria (1957), La dolce vita (1950), 8½ (1963), Giulietta degli spiriti (1965), Satyricon (1969), Roma (1972), Amarcord (1973), La città delle donne (1980), Ginger e Fred (1986), και άλλες ενώ έκανε και αρκετές παραγωγές για την τηλεόραση. Η τελευταία ταινία του ήταν η La voce della luna (1990), στην οποία ο πρωταγωνιστής Roberto Benigni συνομιλεί με το φεγγάρι.
«Tί είναι μια ταινία αρχικά; Μια υποψία, μια υπόθεση αφήγησης, σκιές ιδεών, ακαθόριστα συναισθήματα. Και όμως, σ' εκείνο το πρώτο ανεπαίσθητο άγγιγμα, η ταινία μοιάζει ήδη να είναι ο εαυτός της, ολοκληρωμένη ζωτική, πάναγνη. O πειρασμός να την αφήσεις έτσι, σ' αυτήν την άσπιλη διάσταση είναι πολύ μεγάλος. Ολα θα ήταν πιο απλά, και ποιος ξέρει, ίσως και πιο σωστά. Όμως όχι, η φιλοδοξία, η ανία, η κλίση, οι συμφωνίες, οι ρήτρες των συμβολαίων, σε υποχρεώνουν να τη γυρίσεις. Και να λοιπόν, η τελετουργία αρχίζει...» είπε ο ίδιος ο Federico Fellini.
Το 1993 ο μάγος του ιταλικού κινηματογράφου που μετέφερε το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης με έναν ονειρικό τρόπο, έφυγε από τη ζωή για να τον ακολουθήσει μετά από πέντε μήνες και η σύζυγός του, Giulietta Masina. Όταν, το 1980, ο σκηνοθέτης ρωτήθηκε ποια είναι η γνώμη του για το θάνατο, απάντησε ότι το μοιραίο γι' αυτόν είναι σαν μια ταινία στα σπάργανα και δεν τον φοβίζει.
Στην δε ερώτηση για το τι είναι μια ταινία, απάντησε: «Tί είναι μια ταινία αρχικά; Μια υποψία, μια υπόθεση αφήγησης, σκιές ιδεών, ακαθόριστα συναισθήματα. Και όμως, σ' εκείνο το πρώτο ανεπαίσθητο άγγιγμα, η ταινία μοιάζει ήδη να είναι ο εαυτός της, ολοκληρωμένη ζωτική, πάναγνη. O πειρασμός να την αφήσεις έτσι, σ' αυτήν την άσπιλη διάσταση είναι πολύ μεγάλος. Ολα θα ήταν πιο απλά, και ποιος ξέρει, ίσως και πιο σωστά. Όμως όχι, η φιλοδοξία, η ανία, η κλίση, οι συμφωνίες, οι ρήτρες των συμβολαίων, σε υποχρεώνουν να τη γυρίσεις. Και να λοιπόν, η τελετουργία αρχίζει...».
Το έργο του του χάρισε δεκάδες βραβεία σε ολόκληρο τον κόσμο, αφού εκτός από τα πέντε Όσκαρ, έχει λάβει και το Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας, το Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών και για τρεις χρονιές τιμήθηκε με το βραβείο της Ένωσης Κριτικών της Νέας Υόρκης. Βραβεία για τη συμμετοχή τους στα έργα τους έλαβαν και πολλοί από τους συνεργάτες του, μεταξύ των οποίων και οι Nino Rota, ο οποίος «έντυνε» μουσικά τα έργα του, Anna Magniani, Marcello Mastroianni κ.α. «Νομίζω πως η τηλεόραση έχει προδώσει το νόημα του δημοκρατικού λόγου, προσθέτοντας εικονικό χάος στη σύγχυση φωνών. Τι ρόλο έχει η σιωπή σε όλο αυτό το θόρυβο;» Federico Fellini


Τετάρτη, 26 Οκτωβρίου 2011

Ζώνες προστασίας του αρχαιολογικού χώρου του Ναυπλίου (από την "Καθημερινή", 26/10/2011)

.............................................................
 
Ζώνες προστασίας του αρχαιολογικού χώρου του Ναυπλίου
 
Η όμορφη πόλη του Ναυπλίου έχει πολλούς λόγους για να περηφανεύεται, όσους και τα σημαντικά μνημεία της. Μπούρτζι, Παλαμήδι, Παλαιό Τζαμί, Μεντρεσές, Βουλευτικό, Αρχαιολογικό Μουσείο (Arsenale), Φραγκοκλησιά είναι μερικά μόνο από τα αξιοθέατα που κεντρίζουν το ενδιαφέρον των επισκεπτών της αργολικής πρωτεύουσας.
Την πόλη κόσμημα, που διατηρήθηκε μετά από πολλές προσπάθειες της αρχαιολογικής υπηρεσίας, έρχεται να προστατεύσει μια ακόμα κίνηση του ΥΠΠΟΤ, δηλαδή η θεσμοθέτηση ζωνών Α και Β του αρχαιολογικού της χώρου. Συγκεκριμένα, θα υπάρχουν δύο ζώνες Α, που χωρίζονται με έναν δρόμο και οι οποίες θα περιλαμβάνουν το Φρούριο του Παλαμηδίου, την Ακροναυπλία, το Μπούρτζι και το Ποντικονήσι και τέσσερις ζώνες Β. Οι ζώνες αυτές θα προστατεύουν το ελεύθερο περιβάλλον έξω από την Α, τον όρμο Καραθώνα, τη νέα και την παλιά πόλη του Ναυπλίου.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε σε κτίρια, όπως η Πυροσβεστική, ο Θερινός και ο Χειμερινός Κινηματογράφος, που ανήκαν σε αδόμητες ζώνες, σύμφωνα με παλιότερες κηρύξεις και τα οποία βρίσκονται σε ευαίσθητες περιοχές, πολύ κοντά σε μνημεία. Τα κτίρια αυτά, για τα οποία ενδιαφέρεται ο δήμος, θα ανήκουν σε ζώνη Β, με όρους που θα μελετηθούν αργότερα.
Επίσης, ξενοδοχεία που βρίσκονται εντός των ζωνών Α, θα έχουν τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε εργασίες, όχι όμως και σε επεκτάσεις ή προσθήκες.
www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Τρίτη, 25 Οκτωβρίου 2011

«Πιστεύω στα πράγματα που είναι σε μικρή κλίμακα» - Η ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ «ΟΔΥΣΣΕΒΑΧ» (Ελευθεροτυπία, Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011) / Ανεβείτε ένα σαββατοκύριακο στην Αθήνα. Μη χάσετε την παράσταση ενός πολύ σπουδαίου έργου!

Ελευθεροτυπία, Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2011

 

Η ΞΕΝΙΑ ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΙ ΤΟΝ «ΟΔΥΣΣΕΒΑΧ»





 
«Πιστεύω στα πράγματα που είναι σε μικρή κλίμακα»
Η πόρτα του σπιτιού της είναι ορθάνοιχτη κι εκείνη χαμογελαστή. Μας μιλά για μια Μικρή Πόρτα που άνοιξε πριν από σαράντα χρόνια και μαζί της ανοίχτηκε ένας ολόκληρος νέος κόσμος. 


Ο Γιώργος Χρυσοστόμου (κέντρο) και ο Σωκράτης Πατσίκας (δεξιά) μαζί με τον υπόλοιπο νεανικό θίασο επιδίδονται σε αυτοσχεδιασμούς λίγο πριν από την πρεμιέρα του «Οδυσσεβάχ» 
Ο Γιώργος Χρυσοστόμου (κέντρο) και ο Σωκράτης Πατσίκας 
(δεξιά) μαζί με τον υπόλοιπο νεανικό θίασο επιδίδονται σε 
αυτοσχεδιασμούς λίγο πριν από την πρεμιέρα του 
«Οδυσσεβάχ»  


Για τη στιγμή που η Ξένια Καλογεροπούλου αποφάσισε να στρέψει το βλέμμα της σε κάτι μικρό κι ώς τότε παραγνωρισμένο, στο παιδικό θέατρο. Για τα σαράντα δημιουργικά χρόνια αφοσίωσης στην καλή ψυχαγωγία των λιλιπούτειων θεατών.
Δεν ήταν καθόλου δύσκολο να ξεχωρίσει τη σημαντικότερη στιγμή αυτής της διαδρομής. «Αισθάνομαι πως το πραγματικό ξεκίνημα της Μικρής Πόρτας δεν ήταν το 1972, αλλά το 1981 με τον Οδυσσεβάχ. Ηταν μία εντελώς άλλου είδους δουλειά» παραδέχεται.
Ηταν πράγματι η πρώτη φορά που έγραφε η ίδια ένα κείμενο από την αρχή, βασισμένη στην Οδύσσεια, στον Σεβάχ τον Θαλασσινό και διάφορα άλλα παραμύθια. Στη σκηνοθεσία ο Σταμάτης Φασουλής, τα τραγούδια της παράστασης συνέθεσε ο Διονύσης Σαββόπουλος, πρωταγωνιστής ο πρωτοεμφανιζόμενος τότε Μιχαήλ Μαρμαρινός. 

Σε οκτώ γλώσσες

Εκτοτε το έργο μεταφράστηκε σε οκτώ γλώσσες, παρουσιάστηκε από αρκετούς ξένους θιάσους και από δέκα ελληνικά ΔΗΠΕΘΕ και σε εκατοντάδες σχολικές γιορτές μέχρι σήμερα. «Ο θίασος ενηλικιώνεται, για να μην πω πως γερνάει. Γι' αυτό ήθελα να δω κάτι εντελώς καινούργιο, να γίνει κάτι πολύ φρέσκο». Η ανανέωση ήταν πάντοτε στόχος για τη Μικρή Πόρτα που μεγάλωσε με καλό θέατρο γενιές και γενιές παιδιών. Ενα από αυτά θα μπορούσε να είναι και ο σκηνοθέτης που ανέλαβε να δώσει νέα πνοή στον «Οδυσσεβάχ», μαζί με μια ομάδα ταλαντούχων νέων, ο 24χρονος Δημήτρης Καρατζάς, που άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις σκηνοθετώντας τον «Ιβάνοφ» του Τσέχοφ πρόπερσι.
Μας περιγράφει με θαυμασμό τα ευρήματα της νέας της παράστασης που είναι πιο απλή από ποτέ. «Παλιά είχε ανέβει με πολλές μάσκες. Ηταν εντυπωσιακές, αλλά δεν μπορούσαν να είναι εκφραστικοί οι ηθοποιοί. Τώρα, λοιπόν, τις καταργήσαμε. Ούτε σκηνικό υπάρχει. Τα κάνουν όλα οι ηθοποιοί με το σώμα τους. Παίζουν μουσική με ένα ποτήρι ή κάνουν το ροχαλητό του κύκλωπα με ένα μπλακ εν ντέκερ. Είναι πολύ όμορφο και για τα παιδιά. Είναι σαν να τους λες "αυτό είναι το θέατρο. Μπορείς να το κάνεις και στο σπίτι σου"».
Της ζητάμε να θυμηθεί τι την έσπρωξε να ασχοληθεί με το παιδικό θέατρο. «Ηταν δικτατορία. Είχαμε έναν θίασο με τον Γιάννη Φέρτη. Κάναμε ωραίες παραστάσεις, αλλά δεν αισθανόμουν καλά. Ηθελα κάτι φρέσκο. Σκέφτηκα να κάνω μια παράσταση για παιδιά. Το είπα στον Φασουλή κι εκείνος έφερε παρέα: τη Λήδα Πρωτοψάλτη, τον Χατζησάββα, τον Αρζόγλου, τον Χρυσομάλλη. Βγήκε κεφάτη κι είπα να συνεχίσω. Για κάποια χρόνια δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελα, αλλά και μόνο που έβλεπα τα παιδάκια, μου 'ρχόταν να κλαίω για ώρες».
«Τα πρώτα χρόνια παίζαμε κάτι ...μπρεχτοπαιδικά. Αρχισα τότε να ονειρεύομαι μια παράσταση που θα ήταν λιγότερο ρεαλιστική. Οχι τόσο στεγνή. Με περισσότερη ποίηση, ένα ψάξιμο διαφορετικό».
Η αρχή έγινε με τον «Οδυσσεβάχ», ακολούθησαν κι άλλοι σημαντικοί σταθμοί, όπως η «Ελίζα» και φυσικά η συνεργασία με τον Θωμά Μοσχόπουλο. Ξεχωριστή έχει μείνει στην καρδιά της μια διαφορετική πρεμιέρα ενός παραμυθιού για εφήβους Μάρτη μήνα στην Αμοργό. Ολο το νησί τούς αγκάλιαζε. «Και με τον "Ροβινσώνα Κρούσο" πήγαμε σε νησιά με εκατό κατοίκους.
»Πιστεύω στα πράγματα που είναι σε μικρή κλίμακα. Στις μεγάλες δεν μπορώ. Μου ζήτησαν να κάνω παράσταση στο Ηρώδειο. Το βρήκα πολύ κολακευτικό. Καθίσαμε και σκεφτήκαμε με τον Θωμά (Μοσχόπουλο) και είπαμε "τι να κάνουμε εκεί; Δεν μας ταιριάζει". Μου έχουν επίσης προτείνει επανειλημμένα να αναλάβω το παιδικό του Εθνικού Θεάτρου. Εγώ όμως θέλω παρεούλα, οικογένεια, μεταξύ μας. Και τα πολύ μικρά πράγματα πιστεύω δεν πάνε χαμένα. Κάτι θα γεννήσουν. Είναι ένας σπόρος».
Ο δικός της σπόρος έχει πιάσει για τα καλά. «Την εποχή που ξεκίνησε απαγορευόταν ένας δάσκαλος να πάρει είκοσι παιδιά και να τα πάει στο θέατρο. Τώρα τα πράγματα είναι στρωμένα. Υπάρχει ακόμη όμως μια πολύ μεγάλη αναλογία παραστάσεων χωρίς περιεχόμενο. Εχουν φιγουράτα σκηνικά, αλλά είναι τζούφιες. Δεν έχουν ψυχούλα».
Της ζητάμε τα μυστικά του καλού παιδικού θεάτρου. «Να έχεις να τους πεις κάτι που τα ενδιαφέρει με ξεκάθαρο τρόπο. Επειτα, να υπάρχει ένα δεύτερο επίπεδο που θέλει λίγη προσπάθεια κι από εκεί και μετά πολλά μυστικά. Να ξέρει πως υπάρχουν, να τα αισθάνεται, αλλά να μένουν κρυφά.
»Οταν γράφω, σκέφτομαι τις αντιδράσεις τους. Υπάρχει μια σκηνή στην οποία συνήθως κρατούν την αναπνοή τους. Οταν ο ήρωας αποφασίζει να φάει λωτό για να ξεχάσει τις στενοχώριες του κι έπειτα θέλει να τρώει συνέχεια λωτούς για να μη θυμάται ποτέ τίποτε. Αυτό τα παιδιά τα επηρέασε πάρα πολύ. Καταλαβαίνουν ότι δεν είναι καλό πράγμα να μη θες να θυμάσαι. Αργότερα έμαθα ότι αυτή τη σκηνή τη χρησιμοποιούν σε ομάδες απεξάρτησης». 

«Δεν έπαιζα καλά»

Η ίδια πάντως νιώθει πως είναι μια άλλη Ξένια από αυτή του κινηματογράφου. «Δεν μου αρέσω. Δεν έπαιζα καλά». Τον Δεκέμβριο θα πάρει μέρος στον «Μακμπέθ» του Σέξπιρ σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Θα κρατά το ρόλο της μάγισσας. «Πιστεύω πως τα τελευταία χρόνια έμαθα πραγματικά πώς να παίζω. Οι "Μεταμορφώσεις" στο "Αμόρε" είναι για μένα ό,τι καλύτερο έχω κάνει τα τελευταία χρόνια. Ωραία θα ήταν να τα μάθαινα λίγο νωρίτερα, αλλά άργησα πολύ».
Αποχαιρετώντας μας επέστρεψε στη δουλειά. Γράφει μαζί με τον Μοσχόπουλο ένα νέο έργο που θα ανεβάσει την επόμενη σεζόν, «Πέρα από το δάσος», αλλά και μια παράσταση για βρέφη μαζί με την Αννα Μάσχα. Μόλις ολοκλήρωσε τον «Μίλτο», μια παράσταση που θα παρουσιάζει μέσα στις σχολικές αίθουσες ο Σωκράτης Πατσίκας. Ενώ συνεχίζει να διδάσκει και στο Εργαστήρι της, κάθε εβδομάδα.
Πώς βλέπει η ίδια το μέλλον; «Το καλλιτεχνικό, πάρα πολύ ενδιαφέρον. Αλλά αυτή τη στιγμή δουλεύουν είκοσι άνθρωποι στο θέατρο απλήρωτοι. Δεν υπάρχει ούτε ένα ευρώ. Περιμένουμε να μπει ο κόσμος στο θέατρο την άλλη βδομάδα, αλλά ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται. Μπορεί να κλείσουν τα σχολεία ή να μην υπάρχουν συγκοινωνίες. Ισως η τεσσαρακοστή χρονιά να είναι και η τελευταία. Μου φαίνεται φοβερό να συμβεί, αλλά δεν μπορώ να το αποκλείσω».

Παίζουν οι: Κωνσταντίνος Βουδούρης, Γιάννης Κλίνης, Θύμιος Κούκιος, Μιχάλης Μαθιουδάκης, Σωκράτης Πατσίκας, Ελίνα Ρίζου και Γιώργος Χρυσοστόμου.
* Πρεμιέρα το Σάββατο. Μικρή Πόρτα: Μεσογείων 59, 210-7711333.

Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Καρικατούρες της υποκριτικής - Ένα ενδιαφέρον απόσπασμα από τη συνέντευξη του Νίκου Περάκη στην "Καθημερινή της Κυριακής" (23/10/2011)











 
Ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη του Νίκου Περάκη στην "Καθημερινή της Κυριακής" (23/10/2011) με τον τίτλο "Είναι τραγικό, όλοι μένουν στο «δεν»"



...Συνταγή αποτυχίας

– Σταρ σίστεμ υπάρχει;

– Τι βι σίστεμ υπάρχει, δυστυχώς.

– Τι θα λέγατε για τη διαπλοκή μόδας, τηλεόρασης και σινεμά;
– Εξαρτάται προς τα πού πάει. Το να βάλεις ένα αναγνωρίσιμο πρόσωπο σ’ έναν ρόλο δεν θεωρώ πως είναι κακό. Το να φτιάξεις έναν θίασο από τηλεοπτικούς σταρ στη λογική αν δεν αρέσει ο ένας θ’ αρέσει ο άλλος, αυτό είναι συμβιβασμός ακόμη και για τους κανόνες της τηλεοπτικής αγοράς. Η συνταγή έφερε τεράστιες αποτυχίες.
– Για τον κωμικό τού χθες;

– Οι ηθοποιοί κάνουν πάντα αυτό που τους ζητάει ο σκηνοθέτης, κατ’ επέκταση ο κινηματογράφος, η τηλεόραση. Ο ηθοποιός δεν ευθύνεται αν μια ταινία βγήκε μπαλαφάρα, αποστασιοποιημένη ή φορμαλιστική. Στο «Λούφα και παραλλαγή» ο Φιλιππίδης** μπορούσε να παίξει πιο ρεαλιστικά, τον άφησα ελεύθερο γιατί έτσι ήταν οι φιγούρες των αξιωματικών που έζησα στον στρατό. Ο Τσάπλιν στον «Δικτάτορα» δεν ήταν τίποτα μπροστά στους αξιωματικούς που μας ’βγάζαν λόγους.
– Tώρα οι κωμικοί είναι σαν να ’χουν βγει από μια εικονική πραγματικότητα.
 
 
 
*: εννοεί τον παλιό ηθοποιό Ανδρέα Φιλιππίδη, τον Πέτρο τον "περιλαμβάνει" μετά στα περί μπακαλόγατου.

– Οφείλεται σε μεγάλο βαθμό και στον παλιό κινηματογράφο. Οι ηθοποιοί, τότε, ίσως έγιναν δημοφιλείς γιατί ήταν καρικατούρες. Σήμερα είναι τραγικό να βλέπεις τον ηθοποιό να μην παίζει τον μπακαλόγατο, αλλά να μιμείται τον ηθοποιό που κάποτε έπαιξε τον μπακαλόγατο.
Αυτό κι αν είναι καρικατούρα.
– Για το κιτς, τι θα λέγατε;

– Δύσκολη απάντηση και υποκειμενική. Η έλλειψη οποιασδήποτε αισθητικής συνέπειας, αυτό που γυαλίζει, προκαλεί και ίσως φανερώνει τις φιλοδοξίες αυτού που το ντύνεται
ή το
χρησιμοποιεί.